Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 12

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 11]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 13]

 

Κεφάλαιο 77

Διὰ τί ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἐνηνθρώπησε καὶ οὐχ ὁ Πατὴρ οὐδὲ τὸ Πνεῦμα καὶ τί ἐνανθρωπήσας κατώρθωσεν
(Γιατί έγινε άνθρωπος ο Υιός και όχι ο Πατέρας ή το ΄Αγιο Πνεύμα και τί πέτυχε με την ενανθρώπησή του)

Πατὴρ ὁ Πατὴρ καὶ οὐχ Υἱός· Υἱὸς ὁ Υἱὸς καὶ οὐ Πατήρ· Πνεῦμα Ἅγιον τὸ Πνεῦμα καὶ οὐ Πατὴρ οὐδὲ Υἱός· ἡ γὰρ ἰδιότης ἀκίνητος. Ἢ πῶς ἂν ἰδιότης εἴη κινουμένη καὶ μεταπίπτουσα; Διὰ τοῦτο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γίνεται, ἵνα μείνῃ ἡ ἰδιότης ἀκίνητος· Υἱὸς γὰρ ὢν τοῦ Θεοῦ Υἱὸς ἀνθρώπου γέγονεν σαρκωθεὶς ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου, καὶ οὐκ ἐξέστη τῆς οἰκείας ἰδιότητος.

Ο Πατέρας είναι Πατέρας και όχι Υιός. Ο Υιός είναι Υιός και όχι Πατέρας. Το Πνεύμα είναι ΄Αγιο Πνεύμα και όχι Πατέρας ή Υιός· διότι η ιδιότητα δεν αλλάζει. Και πώς θα ήταν προσωπική ιδιότητα, εάν άλλαζε και μεταβαλλόταν; Γι᾿ αυτό ο Υιός του Θεού γίνεται υιός ανθρώπου, για να παραμένει αμετάβλητη η ιδιότητα· όντας Υιός του Θεού έγινε και υιός ανθρώπου, με τη σάρκωσή του από την Αγία Παρθένο, και δεν έχασε την προσωπική του ιδιότητα.

Ἐνηνθρώπησε δὲ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἵνα, ἐφ᾿ ὅπερ ἐποίησε τὸν ἄνθρωπον, πάλιν αὐτῷ χαρίσηται· ἐποίησε γὰρ αὐτὸν κατ᾿ εἰκόνα ἑαυτοῦ, νοερὸν καὶ αὐτεξούσιον καὶ καθ᾿ ὁμοιότητα, ἤτοι ἐν ἀρεταῖς τέλειον, ὡς ἐφικτὸν ἀνθρώπου φύσει· αὗται γὰρ οἱονεὶ χαρακτῆρες τῆς θείας ὑπάρχουσι φύσεως· τὸ ἀμέριμνον καὶ ἀπερίσπαστον καὶ ἀκέραιον, τὸ ἀγαθόν, τὸ σοφόν, τὸ δίκαιον, τὸ πάσης κακίας ἐλεύθερον. Ἐν κοινωνίᾳ μὲν οὖν ἑαυτοῦ καταστήσας τὸν ἄνθρωπον – «ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ γὰρ τοῦτον ἐποίησε» – διὰ δὲ τῆς ἑαυτοῦ κοινωνίας ἀνήγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸ ἄφθαρτον.

Ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος, για να χαρίσει στον άνθρωπο αυτό για το οποίο τον έπλασε· διότι τον έκαμε σύμφωνα με τη δική Του εικόνα, να έχει νου, να είναι αυτεξούσιος και όμοιος μαζί Του, δηλαδή τέλειος στις αρετές, όσο είναι εφικτό στην ανθρώπινη φύση· διότι αυτές υπάρχουν σαν γνωρίσματα της θείας φύσεως· δηλαδή η αμεριμνησία, η αταραξία, η ακεραιότητα, η αγαθωσύνη, η σοφία, η δικαιοσύνη, η απαλλαγή από κάθε κακία. Αφού, λοιπόν, έπλασε τον άνθρωπο σε κοινωνία μαζί Του – «διότι τον έπλασε με σκοπό να μείνει άφθαρτος» – τον οδήγησε με την κοινωνία της φύσεώς του στην αφθαρσία.

Ἐπειδὴ δὲ διὰ τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς τοὺς τῆς θείας εἰκόνος χαρακτῆρας ἐζοφώσαμέν τε καὶ συνεχέαμεν καὶ ἐν κακίᾳ γενόμενοι τῆς θείας κοινωνίας ἐγυμνώθημεν – «τίς γὰρ μετουσία πρὸς σκότος φωτί;» – καὶ ἔξω τῆς ζωῆς γενόμενοι τῇ τοῦ θανάτου φθορᾷ ὑπεπέσαμεν, καί ἐπειδὴ μετέδωκε τοῦ κρείττονος καὶ οὐκ ἐφυλάξαμεν, μεταλαμβάνει τοῦ χείρονος, τῆς ἡμετέρας λέγω φύσεως, ἵνα δι᾿ ἑαυτοῦ ἐν ἑαυτῷ ἀνακαινίσῃ μὲν τὸ κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν, διδάξῃ δὲ ἡμᾶς τὴν ἐνάρετον πολιτείαν καὶ ταύτην δι᾿ ἑαυτοῦ ποιήσῃ ἡμῖν εὐεπίβατον καὶ τῇ τῆς ζωῆς κοινωνίᾳ ἐλευθερώσῃ τῆς φθορᾶς ἀπαρχὴ γενόμενος τῆς ἡμῶν ἀναστάσεως καὶ τὸ ἀχρειωθὲν καὶ συντριβὲν σκεῦος ἀνακαινίσῃ, ἵνα τῆς τυραννίδος τοῦ διαβόλου λυτρώσηται πρὸς θεογνωσίαν ἡμᾶς καλέσας καὶ νευρώσῃ καὶ παιδεύσῃ δι᾿ ὑπομονῆς καὶ ταπεινώσεως καταπαλαίειν τὸν τύραννον.

Επειδή όμως με την παράβαση της εντολής μαυρίσαμε και ξεθωριάσαμε τα γνωρίσματα της θείας εικόνος και πέφτοντας στην κακία αποξενωθήκαμε από την επαφή μας με τον Θεό – «διότι ποιά επικοινωνία υπάρχει του φωτός με το σκοτάδι;» – βρεθήκαμε έξω από την ζωή και υποκύψαμε στη φθορά του θανάτου. Επειδή μας μετάδωσε το καλύτερο και δεν το διατηρήσαμε, μετέχει ο ίδιος στο χειρότερο, εννοώ τη φύση μας, ώστε στο πρόσωπό του και μέσω του εαυτού του να ανανεώσει το κατ᾿ εικόνα και καθ᾿ ομοίωση· να μας διδάξει την ενάρετη ζωή και μέσω του εαυτού του να την καταστήσει για μας εύκολη να τη διαβούμε· με την κοινωνία της δικής του ζωής να μας ελευθερώσει από τη φθορά και να γίνει η πρώτη αρχή της αναστάσεώς μας· να ξανακατασκευάσει το άχρηστο και θρυμματισμένο σκεύος, για να μας ελευθερώσει από την τυραννία του διαβόλου, αφού μας κάλεσε στη θεογνωσία· να μας ενδυναμώσει και εκπαιδεύσει με την υπομονή και την ταπείνωση να καταπολεμάμε τον τύραννο.

Πέπαυται γοῦν ἡ τῶν δαιμόνων θρησκεία, ἡ κτίσις τῷ θείῳ ἡγίασται αἵματι, βωμοὶ καὶ ναοὶ εἰδώλων καθῄρηνται, θεογνωσία πεφύτευται, Τριὰς ἡ ὁμοούσιος, ἡ ἄκτιστος θεότης λατρεύεται, εἷς Θεὸς ἀληθής, δημιουργὸς τῶν ἁπάντων καὶ Κύριος· ἀρεταὶ πολιτεύονται, ἀναστάσεως ἐλπὶς διὰ τῆς Χριστοῦ δεδώρηται ἀναστάσεως, φρίττουσι τοὺς πάλαι ὑποχειρίους ἀνθρώπους οἱ δαίμονες, καὶ τό γε θαυμαστόν, ὅτι ταῦτα πάντα διὰ σταυροῦ καὶ παθῶν καὶ θανάτου κατώρθωται· εἰς πᾶσαν τὴν γῆν τὸ Εὐαγγέλιον τῆς θεογνωσίας κεκήρυκται οὐ πολέμῳ καὶ ὅπλοις καὶ στρατοπέδοις τοὺς ἐναντίους τροπούμενον, ἀλλ᾿ ὀλίγοι πτωχοί, ἀγράμματοι, διωκόμενοι, αἰκιζόμενοι, θανατούμενοι, σταυρωθέντα σαρκὶ καὶ θανόντα κηρύττοντες τῶν σοφῶν καὶ δυνατῶν κατεκράτησαν· εἵπετο γὰρ αὐτοῖς τοῦ σταυρωθέντος ἡ παντοδύναμος δύναμις. Ὁ θάνατος ὁ πάλαι φοβερώτατος ἥττηται, καὶ τῆς ζωῆς νῦν ὁ παλαιστύγητος καὶ μισητὸς προκρίνεται. Ταῦτα τῆς Χριστοῦ παρουσίας τὰ κατορθώματα, ταῦτα τῆς αὐτοῦ δυνάμεως τὰ γνωρίσματα.

Η δαιμονική, λοιπόν, θρησκεία καταργήθηκε· η δημιουργία εξαγιάστηκε με το θείο αίμα· οι βωμοί και οι ναοί των ειδώλων καταστράφηκαν, η θεογνωσία φυτεύθηκε, η ομοούσια Τριάδα και άκτιστη θεότητα, ο ένας Θεός και Κύριος, ο δημιουργός του σύμπαντος, είναι αυτός που λατρεύεται· οι αρετές καλλιεργούνται, η ανάσταση του Χριστού μας έδωσε ως δώρο την ελπίδα της αναστάσεως, οι δαίμονες τρέμουν τους ανθρώπους που πριν τους είχαν υποχείριους· και το πιο θαυμαστό, όλα αυτά τα κατόρθωσαν ο σταυρός, τα πάθη και ο θάνατος. Σ᾿ όλη τη γη το Ευαγγέλιο της θείας γνώσεως κηρύχθηκε χωρίς να νικήσει τους εχθρούς με πόλεμο, με όπλα και στρατό· αλλά, λίγοι αδύνατοι, αγράμματοι, κυνηγημένοι, βασανισμένοι, με κίνδυνο της ζωής τους κήρυξαν τον σταυρωμένο και θανατωμένο στη σάρκα (Χριστό) και κατατρόπωσαν τους σοφούς και ισχυρούς· διότι η πανίσχυρη δύναμη του σταυρωμένου τους συνόδευε πάντοτε. Ο θάνατος, που πρωτύτερα προκαλούσε πάρα πολύ φόβο, νικήθηκε και προτιμάται τώρα από τη ζωή αυτός που πριν ήταν αποκρουστικός και μισητός. Αυτά είναι τα κατορθώματα της παρουσίας του Χριστού, τα γνωρίσματα της δυνάμεώς του.

Οὐ γὰρ ὡς διὰ Μωσέως ἕνα λαὸν ἐξ Αἰγύπτου καὶ τῆς Φαραὼ δουλείας θάλασσαν διαστήσας διέσωσε, πᾶσαν δὲ μᾶλλον τὴν ἀνθρωπότητα ἐκ φθορᾶς θανάτου καὶ τοῦ πικροῦ τυράννου, τῆς ἁμαρτίας, ἐρρύσατο, οὐ βίᾳ ἄγων πρὸς ἀρετήν, οὐ γῇ καταχωννὺς καὶ πυρὶ φλέγων καὶ λιθοβολεῖσθαι προστάττων τοὺς ἁμαρτάνοντας, ἀλλὰ πραότητι καὶ μακροθυμίᾳ, πείθων τοὺς ἀνθρώπους αἱρεῖσθαι τὴν ἀρετὴν καὶ τοῖς ὑπὲρ ταύτης ἐναμιλλᾶσθαι πόνοις καὶ ἐνηδύνεσθαι· πάλαι μὲν γὰρ ἁμαρτάνοντες ᾐκίζοντο καὶ ἔτι τῆς ἁμαρτίας ἀντείχοντο, καὶ θεὸς αὐτοῖς ἡ ἁμαρτία λελόγιστο· νῦν δὲ ὑπὲρ εὐσεβείας καὶ ἀρετῆς αἰκισμοὺς αἱροῦνται καὶ στρεβλώσεις καὶ θάνατον.

Δεν μας έσωσε όπως με τον Μωυσή που, διαιρώντας τη θάλασσα, έβγαλε ένα λαό από την Αίγυπτο και τη δουλεία του Φαραώ, αλλά καλύτερα, έσωσε όλη την ανθρωπότητα από τη φθορά του θανάτου και από τον σκληρό δυνάστη της αμαρτίας· δεν μας οδήγησε με τη βία στην αρετή, δεν σκέπασε με χώμα ούτε μας έκαψε με τη φωτιά ούτε έδωσε εντολή να πετροβολούν τους αμαρτωλούς, αλλά με πραότητα και μακροθυμία πείθει τους ανθρώπους να εκλέγουν την αρετή και να συναγωνίζονται στους κόπους γι᾿ αυτήν και να ευχαριστούνται. Διότι προηγουμένως, όταν αμάρταναν, βασανιζόταν και ακόμη προσηλώνονταν στην αμαρτία, και αυτή ήταν ο θεός τους· τώρα όμως προτιμούν για χάρη της ευσέβειας και της αρετής τα βασανιστήρια, τις στρεβλώσεις και τον θάνατο.

Εὖγε, ὦ Χριστέ, Θεοῦ Λόγε καὶ σοφία καὶ δύναμις καὶ Θεὲ παντοκράτορ. Τί σοι τούτων ἁπάντων οἱ ἄποροι ἡμεῖς ἀντιδοίημεν; Σὰ γὰρ ἅπαντα, καὶ αἰτεῖς παρ᾿ ἡμῶν οὐδὲν ἢ τὸ σῴζεσθαι, αὐτὸς καὶ τοῦτο διδοὺς καὶ λαμβάνουσι χάριν εἰδὼς δι᾿ ἄφατον ἀγαθότητα· σοὶ χάρις τῷ τὸ εἶναι δεδωκότι καὶ τὸ εὖ εἶναι χαρισαμένῳ, κἀκ τούτου παραπεσόντας αὖθις ἐπαναγαγὼν πρὸς τοῦτο διὰ τῆς ἀφάτου συγκαταβάσεως.

Εύγε, Χριστέ, Λόγε του Θεού, σοφία και δύναμη και παντοκράτορα Θεέ! Τί να σου ανταποδώσουμε, εμείς οι φτωχούληδες, για όλα αυτά; Δικά σου είναι όλα, και τίποτε δεν ζητάς από μας παρά μόνον τη σωτηρία μας· ο ίδιος μας τη χαρίζεις και, από την ανέκφραστη καλωσύνη σου, αισθάνεσαι ευγνωμοσύνη σ᾿ αυτούς που τη δέχονται! Σε σένα ανήκει η ευγνωμοσύνη, που μας χαρίζεις την ύπαρξη και την αληθινή ζωή· ακόμη κι όταν απομακρυνθήκαμε απ᾿ αυτήν, μας επανέφερες με την ανέκφραστη συγκατάβασή σου.

 

Κεφάλαιο 78

Πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας, εἰ ἡ ὑπόστασις τοῦ Χριστοῦ κτιστή ἐστιν ἢ ἄκτιστος
(Απάντηση σε όσους ρωτούν τί είναι η υπόσταση του Χριστού, κτιστή ή άκτιστη)

Ἡ ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου πρὸ τῆς σαρκώσεως ἁπλῆ ἦν καὶ ἀσύνθετος καὶ ἀσώματος καὶ ἄκτιστος, σαρκωθεῖσα δὲ αὕτη γέγονε καὶ τῇ σαρκὶ ὑπόστασις καὶ γέγονε σύνθετος ἐκ θεότητος, ἧς ἀεὶ εἶχε, καὶ ἐξ ἧς προσείληφε σαρκός· καὶ φέρει τῶν δύο φύσεων τὰ ἰδιώματα ἐν δυσὶ γνωριζομένη ταῖς φύσεσιν· ὥστε ἡ αὐτὴ μία ὑπόστασις ἄκτιστός τέ ἐστι τῇ θεότητι καὶ κτιστὴ τῇ ἀνθρωπότητι, ὁρατὴ καὶ ἀόρατος· ἐπεὶ ἀναγκαζόμεθα ἢ διαιρεῖν τὸν ἕνα Χριστὸν δύο τὰς ὑποστάσεις λέγοντες, ἢ τὴν τῶν φύσεων ἀρνεῖσθαι διαφορὰν καὶ τροπὴν εἰσάγειν καὶ σύγχυσιν.

Η υπόσταση του Θεού Λόγου πριν από τη σάρκωσή του ήταν απλή, ασύνθετη, ασώματη και άκτιστη· όταν όμως σαρκώθηκε, έγινε και υπόσταση της σάρκας· έτσι έγινε σύνθετη υπόσταση, από τη θεότητα την οποία είχε πάντοτε, και από τη σάρκα, την οποία προσέλαβε. Έχει τα γνωρίσματα των δύο φύσεων, επειδή γίνεται γνωστή με δύο φύσεις. Επομένως, η ίδια είναι μία άκτιστη υπόσταση στη θεία φύση και κτιστή στην ανθρώπινη, ορατή και αόρατη. Διαφορετικά, αναγκαζόμαστε ή να χωρίσουμε τον ένα Χριστό λέγοντας δύο τις υποστάσεις του, ή ν᾿ αρνηθούμε τη διαφορά των φύσεων και να διδάσκουμε μετατροπή και σύγχυση των φύσεων.

 

Κεφάλαιο 79

Περὶ τοῦ πότε ἐκλήθη Χριστός
(Για το πότε ονομάσθηκε Χριστός)

Οὐχ, ὥς τινες ψευδηγοροῦσι, πρὸ τῆς ἐκ Παρθένου σαρκώσεως ὁ νοῦς ἡνώθη τῷ Θεῷ Λόγῳ καὶ ἐκ τότε ἐκλήθη Χριστός· τοῦτο τῶν Ὠριγένους ληρημάτων τὸ ἀτόπημα προΰπαρξιν τῶν ψυχῶν δογματίσαντος. Ἡμεῖς δὲ Χριστὸν γεγενῆσθαί τε καὶ κεκλῆσθαί φαμεν τὸν Υἱὸν καὶ Λόγον τοῦ Θεοῦ, ἀφ᾿ οὗ ἐν τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας Ἀειπαρθένου ἐσκήνωσε καὶ σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο καὶ ἐχρίσθη ἡ σὰρξ τῇ θεότητι· «χρίσις γὰρ αὕτη τῆς ἀνθρωπότητος», ὥς φησιν ὁ θεολόγος Γρηγόριος. Καὶ ὁ ἱερώτατος δὲ τῆς Ἀλεξανδρέων Κύριλλος πρὸς τὸν βασιλέα Θεοδόσιον γράφων τάδε φησίν· «Χρῆναι γὰρ ἔγωγέ φημι μήτε τὸν ἐκ Θεοῦ Λόγον ἀνθρωπότητος δίχα, μήτε μὴν τὸν ἐκ γυναικὸς ἀποτεχθέντα ναόν, οὐχ ἑνωθέντα τῷ Λόγῳ, Χριστὸν Ἰησοῦν ὀνομάζεσθαι· ἀνθρωπότητι γὰρ καθ᾿ ἕνωσιν οἰκονομικὴν ἀπορρήτως συνενηνεγμένος ὁ ἐκ Θεοῦ Λόγος νοεῖται Χριστός».

Ο νους δεν ενώθηκε με τον Θεό Λόγο πριν από τη σάρκωσή του από την Παρθένο και από τότε ονομάσθηκε Χριστός, όπως ορισμένοι ψεύδονται. Αυτό το ατόπημα ανήκει στις φλυαρίες του Ωριγένη, ο οποίος δογμάτισε προΰπαρξη των ψυχών. Εμείς όμως ομολογούμε ότι ο Υιός και Λόγος έγινε και ονομάσθηκε Χριστός από τότε που συλλήφθηκε μέσα στην κοιλία της αγίας Αειπαρθένου και πήρε σάρκα απ᾿ αυτήν χωρίς μετατροπή και η σάρκα χρίσθηκε με τη θεότητα· όπως λέει ο θεολόγος Γρηγόριος, «αυτή είναι η χρίση της ανθρωπίνης φύσεως». Και ο ιερότατος Κύριλλος Αλεξανδρείας, γράφοντας στο βασιλέα Θεοδόσιο, του λέει τα εξής: «Εγώ νομίζω ότι δεν πρέπει να ονομάζεται Ιησούς Χριστός ούτε ο Θεός Λόγος χωρίς την ανθρώπινη φύση, ούτε όμως «ο ναός» (το κατοικητήριο) που γεννήθηκε από την γυναίκα χωρίς να έχει ενωθεί με τον Λόγο· διότι Χριστός θεωρείται ο Λόγος του Θεού που είναι ενωμένος με απόρρητο τρόπο με τον άνθρωπο και σύμφωνα με το σχέδιο της θείας οικονομίας».

Καὶ πρὸς τὰς βασιλίδας οὕτως· «Τινές φασιν, ὅτι τὸ Χριστὸς ὄνομα πρέπει καὶ μόνῳ καὶ ἰδίᾳ καθ᾿ αὑτὸν νοουμένῳ καὶ ὑπάρχοντι, τῷ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς γεννηθέντι Λόγῳ. Ἡμεῖς δὲ οὐχ οὕτω δεδιδάγμεθα φρονεῖν ἢ λέγειν· ὅτε γὰρ γέγονε σὰρξ ὁ Λόγος, τότε καὶ ὠνομάσθαι λέγομεν αὐτόν Χριστὸν Ἰησοῦν. Ἐπειδὴ γὰρ κέχρισται τῷ ἐλαίῳ τῆς ἀγαλλιάσεως, ἤτοι τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι παρὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, ταύτῃ τοι Χριστὸς ὀνομάζεται. Ὅτι δὲ περὶ τὸ ἀνθρώπινον ἡ χρίσις, οὐκ ἂν ἐνδυάσειέ τις τῶν ὀρθὰ φρονεῖν εἰωθότων». Καὶ Ἀθανάσιος δὲ ὁ παναοίδιμος ἐν τῷ περὶ τῆς σωτηριώδους ἐπιφανείας λόγῳ ὧδέ πῃ λέγει· «Ὁ προϋπάρχων Θεὸς πρὸ τῆς ἐν σαρκὶ ἐπιδημίας οὐκ ἦν ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεὸς ἦν πρὸς τὸν Θεόν, ἀόρατος καὶ ἀπαθὴς ὤν· ὅτε τε δέ γέγονεν ἄνθρωπος, τὸ Χριστὸς ὄνομα διά τῆς σαρκὸς προσάγεται, ἐπειδὴ ἀκολουθεῖ τῷ ὀνόματι τὸ πάθος καὶ ὁ θάνατος».

Και προς τις βασίλισσες έτσι είπε: «Μερικοί λένε ότι το όνομα Χριστός αρμόζει στον Λόγο που γεννήθηκε από τον Θεό Πατέρα, που νοείται και υπάρχει μόνος και ξεχωριστά. Εμείς όμως δεν διδαχθήκαμε να πιστεύουμε και να λέμε αυτά· διότι, όταν ο Λόγος σαρκώθηκε, τότε λέμε ότι και ονομάσθηκε αυτός Ιησούς Χριστός. Επειδή δηλαδή χρίσθηκε με το έλαιο της αγαλλιάσεως, δηλαδή από τον Θεό Πατέρα με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, γι᾿ αυτό και ονομάζεται Χριστός. Και κανείς απ᾿ αυτούς που σκέφτονται συνετά δεν θα διστάσει να πει ότι η χρίση αναφέρεται στην ανθρώπινη φύση. Και ο ονομαστός σε όλους Αθανάσιος, στον λόγο του για τη Επιφάνεια του Σωτήρος, κάπως έτσι λέει: «Ο προαιώνιος Θεός, πρίν από την ένσαρκη παρουσία του, δεν ήταν άνθρωπος, αλλά Θεός κοντά στον Θεό, αόρατος και απαθής· όταν όμως έγινε άνθρωπος, δέχεται το όνομα Χριστός εξαιτίας της σαρκώσεως, επειδή το όνομα αυτό το ακολουθεί το πάθος και ο θάνατος».

Εἰ δὲ ἡ θεία Γραφή φησι· «Διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς, ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως», ἰστέον ὡς πολλάκις ἡ θεία Γραφὴ κέχρηται τῷ παρῳχηκότι χρόνῳ ἀντὶ τοῦ μέλλοντος, ὡς τὸ «μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»· οὔπω γὰρ ὤφθη οὐδὲ συνανεστράφη Θεὸς ἀνθρώποις, ὅτε ταῦτα ἐλέγετο· καὶ τὸ «ἐπὶ τῶν ποταμῶν Βαβυλῶνος, ἐκεῖ ἐκαθίσαμεν καὶ ἐκλαύσαμεν»· οὔπω δὲ ταῦτα ἐγεγόνει.

Αν και η Αγία Γραφή λέει «γι᾿ αυτό σε έχρισε ο Θεός Πατέρας σου με λάδι αγαλλιάσεως», πρέπει να γνωρίζουμε ότι πολλές φορές η Αγία Γραφή χρησιμοποιεί παρελθόντα χρόνο αντί του μέλλοντος, όπως στη φράση «μετά απ᾿ αυτά φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους»· διότι, όταν λεγόταν αυτά, ο Θεός δεν είχε φανεί ακόμη ούτε συναναστραφεί με τους ανθρώπους· το ίδιο και η φράση «καθήσαμε και κλάψαμε εκεί, στα ποτάμια της Βαβυλώνας»· και αυτά δεν είχαν γίνει ακόμη.

 

Κεφάλαιο 80

Πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας, εἰ δύο φύσεις ἐγέννησεν ἡ Ἁγία Θεοτόκος, καί εἰ δύο φύσεις ἐπὶ σταυροῦ ἐκρέμαντο
(Απάντηση σ᾿ αυτούς που ρωτούν εάν η αγία Θεοτόκος γέννησε δύο φύσεις και εάν δύο φύσεις κρεμάσθηκαν πάνω στον σταυρό)

Φύσεως μέν ἐστι τὸ ἀγένητον καὶ τὸ γενητὸν δι᾿ ἑνὸς τοῦ ν γραφόμενον, ὅπερ δηλοῖ τὸ ἄκτιστον καὶ κτιστόν· τὸ δὲ ἀγέννητον καὶ γεννητὸν οὐ φύσεως, ἀλλ᾿ ὑποστάσεως, ἤτοι τὸ γεννηθῆναι καὶ τὸ μὴ γεννηθῆναι, ὅπερ διὰ τῶν δύο ν ἐκφέρεται. Ἔστι οὖν ἡ μὲν θεία φύσις ἀγένητος, ἤτοι ἄκτιστος, πάντα δὲ τὰ μετὰ τὴν θείαν φύσιν γενητὰ ἤτοι κτιστά. Θεωρεῖται τοίνυν ἐν μὲν τῇ θείᾳ καὶ ἀκτίστῳ φύσει τὸ μὲν ἀγέννητον ἐν τῷ Πατρί – οὐ γὰρ ἐγεννήθη – τὸ δὲ γεννητὸν ἐν τῷ Υἱῷ – ἐκ Πατρὸς γὰρ ἀιδίως γεγέννηται – τὸ δὲ ἐκπορευτὸν ἐν τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι.

Χαρακτηριστικό της φύσεως είναι το αγένητο και το γενητό, που γράφονται μ᾿ ένα «ν», που δείχνουν το άκτιστο και το κτιστό· το αγέννητο και το γεννητό, δηλαδή η γέννηση και η μη γέννηση, που γράφονται με δύο «ν», δεν είναι χαρακτηριστικά της φύσεως αλλά της υποστάσεως. Η θεία φύση λοιπόν είναι αγένητη (με ένα «ν»), δηλαδή άκτιστη, ενώ όλα τα μετέπειτα από τη θεία φύση είναι γενητά (με ένα «ν»), δηλαδή κτιστά. Και στη θεία και άκτιστη φύση το αγέννητο βέβαια θεωρείται στον Πατέρα – διότι δεν γεννήθηκε – ενώ το γεννητό στον Υιό – διότι γεννήθηκε προαιώνια από τον Πατέρα – ενώ το εκπορευτό θεωρείται στο ΄Αγιο Πνεύμα.

Ἑκάστου δὲ εἴδους ζῴων τὰ μὲν πρῶτα ἀγέννητα, ἀλλ᾿ οὐκ ἀγένητα· γεγόνασι μὲν γὰρ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ, οὐκ ἐγεννήθησαν δὲ ἐξ ὁμοίων. Γένεσις μὲν κτιστή ἐστι, γέννησις δὲ ἐπὶ μὲν Θεοῦ ἐκ μόνου Πατρὸς ὁμοουσίου Υἱοῦ πρόοδος, ἐπὶ δὲ τῶν κτισμάτων ἡ ἐκ συναφείας ἄρρενός τε καὶ θηλείας ὁμοουσίου ὑποστάσεως πρόοδος. Ὅθεν γινώσκομεν, ὡς οὐκ ἔστι φύσεως τὸ γεννᾶσθαι, ἀλλ᾿ ὑποστάσεως. Εἰ γὰρ φύσεως ἦν, οὐκ ἂν ἐν τῇ αὐτῇ φύσει τὸ γεννητὸν ἐθεωρεῖτο καὶ τὸ ἀγέννητον. Ὑπόστασιν τοίνυν ἐγέννησεν ἡ Ἁγία Θεοτόκος ἐν δυσὶ γνωριζομένην ταῖς φύσεσι, θεότητι μὲν ἐκ Πατρὸς γεννηθεῖσαν ἀχρόνως, ἐπ᾿ ἐσχάτων δὲ ἐν χρόνῳ ἐξ αὐτῆς σαρκωθεῖσαν καὶ σαρκὶ τικτομένην.

Και από κάθε είδος ζώων τα πρώτα είναι αγέννητα, όχι όμως αγένητα (άκτιστα)· διότι ο Δημιουργός τα έπλασε, δεν γεννήθηκαν από όμοιά τους ζώα. Καθώς η γένεση είναι δημιουργία, ενώ η γέννηση στον Θεό είναι η προέλευση του ομοουσίου Υιού από μόνο τον Πατέρα· ενώ στα κτίσματα η προέλευση από την ομοούσια υπόσταση γίνεται από τη συνάφεια του αρσενικού με το θηλυκό. Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι η γέννηση δεν ανήκει στη φύση αλλά στην υπόσταση. Διότι, αν ανήκε στη φύση, δεν θα είχαμε στην ίδια φύση και το γεννητό και το αγέννητο. Επομένως, η αγία Θεοτόκος γέννησε υπόσταση που την γνωρίζουμε με δύο φύσεις, με τη θεία φύση που γεννήθηκε προαιώνια από τον Πατέρα και με την ανθρώπινη, που τους έσχατους καιρούς σαρκώθηκε μέσα της και γεννήθηκε με σάρκα.

Εἰ δὲ οἱ ἐρωτῶντες αἰνίττοιντο, ὅτι ὁ γεννηθεὶς ἐκ τῆς Ἁγίας Θεοτόκου δύο φύσεις ἐστί, φαμέν· ναί, δύο φύσεις ἐστί· «Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ αὐτὸς καὶ ἄνθρωπος». Ὁμοίως καὶ περὶ τῆς σταυρώσεως, ἀναστάσεώς τε καὶ ἀναλήψεως· οὐ φύσεως γάρ ταῦτά ἐστιν, ἀλλ᾿ ὑποστάσεως. Ἔπαθεν οὖν ὁ Χριστὸς ὁ ἐν δύο φύσεσιν ὢν τῇ παθητῇ φύσει ἐσταυρώθη τε· σαρκὶ γὰρ ἐπὶ σταυροῦ ἐκρέματο καὶ οὐ θεότητι. Ἐπεὶ ἂν εἴπωσιν ἡμῖν ἐρωτῶσιν· Δύο φύσεις ἀπέθανον; Οὐχί, ἐροῦμεν. Οὐκοῦν οὐδὲ δύο φύσεις ἐσταυρώθησαν, ἀλλ᾿ ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς, ἤτοι ὁ Θεὸς Λόγος ἐνανθρωπήσας, ἐγεννήθη σαρκί, ἐσταυρώθη σαρκί, ἔπαθε σαρκί, ἀπέθανε σαρκί, ἀπαθοῦς μεινάσης αὐτοῦ τῆς θεότητος.

Εάν αυτοί που ρωτούν υπαινίσσονταν ότι αυτός που γεννήθηκε από την αγία Θεοτόκο είναι δύο φύσεις, θ᾿ απαντήσουμε· ναι, είναι δύο φύσεις: «διότι ο ίδιος είναι και Θεός και άνθρωπος». Το ίδιο και για τη σταύρωση, την ανάσταση και την ανάληψη· δεν είναι αυτά χαρακτηριστικά της φύσεως, αλλά της υποστάσεως. Ο Χριστός, λοιπόν, ενώ είναι με δύο φύσεις, έπαθε με τη παθητή φύση και σταυρώθηκε· διότι κρεμάσθηκε στον σταυρό με τη σάρκα και όχι με τη θεότητα. Επειδή θα πουν σε μας, που τους ρωτάμε: Δύο φύσεις πέθαναν; Όχι, θ᾿ απαντήσουμε. Δεν σταυρώθηκαν, λοιπόν, ούτε δύο φύσεις, αλλά γεννήθηκε ο Χριστός, δηλαδή ο Λόγος του Θεού, που πήρε σάρκα· γεννήθηκε με τη σάρκα, σταυρώθηκε με τη σάρκα, έπαθε με τη σάρκα, πέθανε με τη σάρκα, ενώ η θεότητά του έμεινε απαθής.

 

Κεφάλαιο 81

Πῶς πρωτότοκος λέγεται ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ
(Πώς λέγεται ο μονογενής Υιός του Θεού πρωτότοκος)

Πρωτότοκός ἐστιν ὁ πρῶτος γεννηθεὶς, εἴτε μονογενής, εἴτε καὶ πρὸ ἄλλων ἀδελφῶν. Εἰ μὲν οὖν ἐλέγετο ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πρωτότοκος, μονογενὴς δὲ οὐκ ἐλέγετο, ὑπενοήσαμεν ἂν κτισμάτων αὐτὸν εἶναι πρωτότοκον ὡς κτίσμα ὑπάρχοντα. Ἐπειδὴ δὲ καὶ πρωτότοκος καὶ μονογενὴς λέγεται, δεῖ δὲ καὶ ἀμφότερα τηρῆσαι ἐπ᾿ αὐτοῦ. «Πρωτότοκον» μὲν αὐτόν φαμεν «πάσης κτίσεως», ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἐκ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κτίσις ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἀλλ᾿ αὐτὸς μὲν ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς μόνος ἀχρόνως γεγεννημένος εἰκότως Υἱὸς μονογενὴς πρωτότοκος καὶ οὐ πρωτόκτιστος λεχθήσεται· ἡ γὰρ κτίσις οὐκ ἐκ τῆς οὐσίας τοῦ Πατρός, ἀλλὰ θελήματι αὐτοῦ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παρήχθη.

Πρωτότοκος είναι αυτός που γεννήθηκε πρώτος, είτε μονογενής είτε πριν από τους άλλους αδελφούς, Αν βέβαια λεγόταν ο Υιός του Θεού πρωτότοκος και δεν λεγόταν μονογενής, θα υπονοούσαμε ότι αυτός είναι πρωτότοκος από τα δημιουργήματα, επειδή τάχα είναι δημιούργημα. Επειδή όμως λέγεται και πρωτότοκος και μονογενής, πρέπει να διατηρήσουμε σ᾿ αυτόν και τα δύο. Τον ονομάζουμε «πρωτότοκο όλης της δημιουργίας», επειδή και ο ίδιος προήλθε από τον Θεό και η κτίση έγινε από τον Θεό· αυτός βέβαια, επειδή έχει γεννηθεί προαιωνίως μόνος από την ουσία του Θεού και Πατέρα, δικαιολογημένα θα ονομασθεί μονογενής Υιός και πρωτότοκος, όχι όμως πρωτοδημιούργητος. Διότι η κτίση δεν προήλθε από την ουσία του Πατέρα αλλά με το θέλημά του οδηγήθηκε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη.

«Πρωτότοκος δὲ ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς»· μονογενὴς γὰρ ὢν καὶ ἐκ μητρὸς, ἐπειδήπερ μετέσχηκεν αἵματος καὶ σαρκὸς παραπλησίως ἡμῖν καὶ ἄνθρωπος γέγονε. Γεγόναμεν δὲ καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ υἱοὶ Θεοῦ υἱοθετηθέντες διὰ τοῦ βαπτίσματος· αὐτὸς ὁ φύσει Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πρωτότοκος ἐν ἡμῖν τοῖς θέσει καὶ χάριτι υἱοῖς Θεοῦ γενομένοις καὶ ἀδελφοῖς αὐτοῦ χρηματίσασι γέγονεν. Ὅθεν ἔλεγεν· «Ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν». Οὐκ εἶπε· «Πατέρα ἡμῶν», ἀλλὰ «πατέρα μου», φύσει δῆλον, καὶ «Πατέρα ὑμῶν» χάριτι, καὶ «Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν». Καὶ οὐκ εἶπε «Θεὸν ἡμῶν», ἀλλὰ «Θεόν μου» – ἂν διέλῃς λεπταῖς ταῖς ἐπινοίαις τὸ ὁρώμενον ἐκ τοῦ νοουμένου – καὶ «Θεὸν ὑμῶν» ὡς δημιουργὸν καὶ Κύριον.

Είναι «πρωτότοκος ανάμεσα σε πολλούς αδελφούς», διότι ήταν μονογενής και από μητέρα και επειδή έγινε μέτοχος του αίματος και σάρκας με παρόμοιο τρόπο με μας και έγινε άνθρωπος. Μέσω αυτού γίναμε κι εμείς υιοί του Θεού, αφού υιοθετηθήκαμε με το βάπτισμα· ο ίδιος ο κατά φύσιν Υιός του Θεού έγινε πρωτότοκος μεταξύ μας, οι οποίοι από θέση και κατά χάρη υιοί του Θεού γίναμε και ονομασθήκαμε αδελφοί του. Γι᾿ αυτό έλεγε: «Ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας». Δεν είπε, «Πατέρα μας», αλλά «πατέρα μου», δείχνοντας τη φυσική σχέση· και είπε «Πατέρα σας» και «Θεό μου και Θεό σας» δείχνοντας τη χάρη. Δεν είπε «Θεό μας» αλλά «Θεό μου» – για να ξεχωρίσεις με λεπτές ιδέες το φαινόμενο από το νοούμενο – και «Θεό σας», ως δημιουργό και Κύριο.

 

Πρὸς τοὺς ἐρωτῶντας, εἰ ὑπὸ τὸ συνεχὲς ποσὸν ἀνάγονται ἢ ὑπὸ τὸ διωρισμένον αἱ δύο φύσεις

Αἱ τοῦ κυρίου φύσεις οὔτε ἓν σῶμά εἰσιν, οὔτε ἐπιφάνεια οὔτε γραμμή, οὐ τόπος, οὐ χρόνος, ἵνα ὑπὸ τὸ συνεχὲς ποσὸν ἀναχθῶσι· ταῦτα γάρ εἰσι τὰ συνεχῶς ἀριθμούμενα. Ἥνωνται δὲ αἱ τοῦ κυρίου φύσεις ἀσυγχύτως καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ διῄρηνται ἀδιαιρέτως λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς. Καὶ ᾧ μὲν τρόπῳ ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται οὐ γὰρ λέγομεν δύο ὑποστάσεις εἶναι τὰς φύσεις τοῦ Χριστοῦ ἢ δύο κατὰ τὴν ὑπόστασιν, ᾧ δὲ τρόπῳ ἀδιαιρέτως διῄρηνται, ἀριθμοῦνται δύο γάρ εἰσι φύσεις λόγῳ καὶ τρόπῳ τῆς διαφορᾶς· ἡνωμέναι γὰρ καθ᾿ ὑπόστασιν καὶ ἐν ἀλλήλαις περιχωροῦσαι ἀσυγχύτως ἥνωνται τὴν εἰς ἀλλήλας μεταβολὴν οὐ δεξάμεναι, τὴν οἰκείαν ἑκάστῃ φυσικὴν διαφορὰν καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν διασῴζουσα· τὸ γὰρ κτιστὸν μεμένηκε κτιστόν, καὶ τὸ ἄκτιστον ἄκτιστον. Τῷ τρόπῳ τοίνυν τῆς διαφορᾶς καὶ μόνῳ ἀριθμούμεναι ὑπὸ τὸ διωρισμένον ποσὸν ἀναχθήσονται. Ἀδύνατον γὰρ τὰ κατὰ μηδὲν διαφέροντα ἀριθμεῖσθαι· καθὸ δὲ διαφέρουσι, κατὰ τοῦτο καὶ ἀριθμοῦνται, οἷον ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, καθὸ μὲν ἥνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται τῷ λόγῳ γὰρ τῆς οὐσίας ἑνούμενοι δύο φύσεις οὐδὲ εἰσὶν οὐδὲ λέγονται, καθ᾿ ὑπόστασιν δὲ διαφέροντες δύο ὑποστάσεις λέγονται. Ὥστε ἡ διαφορὰ αἰτία τοῦ ἀριθμοῦ ῄ.

 

Κεφάλαιο 82

Περὶ πίστεως καὶ βαπτίσματος
(Για την πίστη και το βάπτισμα)

Ὁμολογοῦμεν δὲ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον· τὸ γὰρ βάπτισμα τὸν τοῦ Κυρίου θάνατον δηλοῖ. Συνθαπτόμεθα γοῦν τῷ Κυρίῳ διὰ τοῦ βαπτίσματος, ὥς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος. Ὥσπερ οὖν ἅπαξ ἐτελέσθη ὁ τοῦ Κυρίου θάνατος, οὕτω καὶ ἅπαξ δεῖ βαπτίζεσθαι, βαπτίζεσθαι δὲ κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον «εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», διδασκομένους τὴν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα ὁμολογίαν.

Ομολογούμε, επίσης, ένα βάπτισμα για την άφεση των αμαρτιών μας και για αιώνια ζωή· διότι το βάπτισμα φανερώνει τον θάνατο του Κυρίου. Με το βάπτισμα, λοιπόν, θαπτόμαστε μαζί με τον Κύριο, όπως λέει ο θείος Απόστολος. Όπως, δηλαδή, ο Κύριος πέθανε μία φορά, έτσι πρέπει και μία φορά να βαπτιζόμαστε· και να βαπτιζόμαστε μάλιστα, σύμφωνα μα τα λόγια τού Κυρίου «στο όνομα τού Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», ώστε να διδασκόμαστε την ομολογία της πίστεως στον Πατέρα, τον Υιό και το ΄Αγιο Πνεύμα.

Ὅσοι τοίνυν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα βαπτισθέντες, μίαν φύσιν ἐν τρισὶν ὑποστάσεσι τῆς θεότητος διδαχθέντες αὖθις ἀναβαπτίζονται, οὗτοι ἀνασταυροῦσι τὸν Χριστόν, ὥς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Ἀδύνατον γὰρ τοὺς ἅπαξ φωτισθέντας» καὶ τὰ ἑξῆς, «αὖθις ἀνακαινίζειν εἰς μετάνοιαν, ἀνασταυροῦντας ἑαυτοῖς τὸν Χριστὸν καὶ παραδειγματίζοντας». Ὅσοι δὲ μὴ εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα ἐβαπτίσθησαν, τούτους δεῖ ἀναβαπτίζεσθαι. Εἰ γὰρ καί φησιν ὁ ἀπόστολος, ὅτι «εἰς Χριστὸν» καὶ «εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν», οὐχ οὕτω δεῖν γίνεσθαί φησι τὴν ἐπίκλησιν τοῦ βαπτίσματος, ἀλλ᾿ ὅτι τύπος τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ ἐστι τὸ βάπτισμα· διὰ γὰρ τῶν τριῶν καταδύσεων τὰς τρεῖς ἡμέρας τῆς τοῦ Κυρίου ταφῆς σημαίνει τὸ βάπτισμα.

Όσοι βέβαια, αφού βαπτίσθηκαν στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και διδάχθηκαν ότι η θεότητα είναι μία φύση σε τρεις υποστάσεις, μετά όμως πάλι βαπτίζονται, αυτοί ξανασταυρώνουν τον Χριστό, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Διότι είναι αδύνατο αυτοί που μία φορά φωτίσθηκαν» και τα λοιπά «πάλι να επιστρέφουν στη μετάνοια· διότι με τη στάση τους ξανασταυρώνουν και διαπομπεύουν τον Χριστό». Όσοι όμως δεν βαπτίσθηκαν στην Αγία Τριάδα, αυτοί πρέπει να ξαναβαπτίζονται. Διότι, αν και λέει ο Απόστολος ότι «βαπτισθήκαμε στον Χριστό και τον θάνατό του», δεν λέει ότι έτσι πρέπει να γίνεται η επίκληση του βαπτίσματος, αλλ᾿ ότι το βάπτισμα αποτελεί τύπο του θανάτου του Χριστού· διότι το βάπτισμα με τις τρεις καταδύσεις συμβολίζει την τριήμερη ταφή του Κυρίου.

Τὸ οὖν εἰς Χριστὸν βαπτισθῆναι δηλοῖ τὸ πιστεύοντας εἰς αὐτὸν βαπτίζεσθαι. Ἀδύνατον δὲ εἰς Χριστὸν πιστεῦσαι μὴ διδαχθέντας τὴν εἰς Πατέρα καὶ Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα ὁμολογίαν. Χριστὸς γάρ ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὃν ἔχρισεν ὁ Πατὴρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ὥς φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου». Καὶ Ἡσαΐας ἐκ προσώπου τοῦ Κυρίου· «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπ᾿ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με». Τὴν μέντοι ἐπίκλησιν τοὺς οἰκείους μαθητὰς ὁ Κύριος διδάσκων ἔλεγε· «Βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος».

Το να βαπτισθούμε, λοιπόν, στο όνομα του Χριστού φανερώνει το να βαπτιζόμαστε σ᾿ αυτόν με πίστη. Και είναι αδύνατο να πιστεύσουμε στον Χριστό, αν δεν αποδεχθούμε την ομολογία πίστεως στον Πατέρα, τον Υιό και το ΄Αγιο Πνεύμα. Διότι ο Χριστός είναι ο Υιός του ζωντανού Θεού, τον οποίο ο Πατέρας έχρισε με το ΄Αγιο Πνεύμα, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Γι᾿ αυτό ο Θεός Πατέρας σου σε έχρισε με λάδι αγαλλιάσεως περισσότερο από τους μετόχους σου. Και ο Ησαΐας λέει εκ μέρους του Κυρίου: «Το Πνεύμα το ΄Αγιο ήλθε πάνω μου και με έχρισε». Διδάσκοντας όμως ο Κύριος τους μαθητές του έλεγε την επίκληση: «Να τους βαπτίζετε στο όνομα του Πατέρα και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».

Ἐπειδὴ γὰρ ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ πεποίηκεν ἡμᾶς ὁ Θεός, παραβάντας δὲ τὴν σωτήριον αὐτοῦ ἐντολὴν φθορᾷ θανάτου κατεδίκασεν, ἵνα μὴ ἀθάνατον ᾖ τὸ κακόν, συγκαταβὰς τοῖς δούλοις ὡς εὔσπλαγχνος καὶ καθ᾿ ἡμᾶς γενόμενος τῆς φθορᾶς διὰ τοῦ ἰδίου πάθους ἐλυτρώσατο, ἐπήγασεν ἡμῖν ἐκ τῆς ἁγίας καὶ ἀχράντου αὐτοῦ πλευρᾶς πηγὴν ἀφέσεως· ὕδωρ μὲν εἰς ἀναγέννησιν καὶ ἔκπλυσιν τῆς τε ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς, αἷμα δὲ ποτὸν ζωῆς ἀιδίου πρόξενον.

Επειδή, δηλαδή, ο Θεός μάς έπλασε να είμαστε άφθαρτοι, όταν παρακούσαμε τη σωτήρια εντολή του μας τιμώρησε με τη φθορά του θανάτου, για να μη γίνει το κακό αθάνατο· από ευσπλαχνία όμως έδειξε μακροθυμία σε μας τους δούλους του, έγινε σαν κι εμάς και μας λύτρωσε με το Πάθος του από τη φθορά· από την άγια και αμόλυντη πλευρά του πήγασε ο κρουνός της συγχωρήσεώς μας. Πήγασε νερό για να μας αναγεννήσει και να μας ξεπλύνει από την αμαρτία και τη φθορά, ενώ το αίμα ως ποτό μας χάρισε την αιώνια ζωή.

Ἐντολάς δέ ἡμῖν δέδωκε δι᾿ ὕδατος ἀναγεννᾶσθαι καὶ Πνεύματος δι᾿ ἐντεύξεως καὶ ἐπικλήσεως τῷ ὕδατι ἐπιφοιτῶντος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐπειδὴ γὰρ διπλοῦς ὁ ἄνθρωπος, ἐκ ψυχῆς καὶ σώματος, διπλῆν ἡμῖν ἔδωκε καὶ τὴν κάθαρσιν, δι᾿ ὕδατός τε καὶ Πνεύματος· τοῦ μὲν Πνεύματος τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν» ἐν ἡμῖν ἀνακαινίζοντος, τοῦ δὲ ὕδατος διὰ τῆς τοῦ Πνεύματος χάριτος καθαίροντος τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς ἀπαλλάττοντος, καὶ τὴν μὲν τοῦ θανάτου εἰκόνα ἐκπληροῦντος τοῦ ὕδατος, τὸν δὲ τῆς ζωῆς ἀρραβῶνα παρεχομένου τοῦ Πνεύματος.

Ακόμη, μας έδωσε εντολές ν᾿ αναγεννηθούμε με το νερό και το Πνεύμα με προσευχή και επίκληση, καθώς το ΄Αγιο Πνεύμα επιφοιτά στο νερό. Και επειδή ο άνθρωπος είναι διπλός, από ψυχή και σώμα, έδωσε να είναι διπλή και η κάθαρσή μας, με το νερό και το Πνεύμα. Το Πνεύμα από τη μια ανανεώνει μέσα μας το «κατ᾿ εικόνα και καθ᾿ ομοίωση», ενώ το νερό από την άλλη με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος καθαρίζει το σώμα από την αμαρτία και το απαλλάσσει από τη φθορά· διότι το νερό εικονίζει (με τον κατακλυσμό) τον θάνατο, ενώ το Πνεύμα χορηγεί τον αρραβώνα της ζωής.

Ἀπ᾿ ἀρχῆς γὰρ «Πνεῦμα Θεοῦ τοῖς ὕδασιν ἐπεφέρετο». Καὶ ἄνωθεν ἡ Γραφὴ μαρτυρεῖ τῷ ὕδατι, ὡς ἔστι καθαρτήριον. Ἐπὶ Νῶε δι᾿ ὕδατος ὁ Θεὸς τὴν κοσμικὴν ἁμαρτίαν κατέκλυσε. Δι᾿ ὕδατος πᾶς ἀκάθαρτος κατὰ τὸν νόμον καθαίρεται, καὶ αὐτῶν τῶν ἱματίων πλυνομένων τῷ ὕδατι. Ἔδειξεν Ἡλίας τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος συμμεμιγμένην τῷ ὕδατι, ὕδατι φλέξας τὴν ὁλοκαύτωσιν. Καὶ σχεδὸν ἅπαντα κατὰ τὸν νόμον ὕδατι καθαρίζονται – τὰ γὰρ ὁρατὰ σύμβολα τῶν νοουμένων εἰσίν – ἡ μέντοι ἀναγέννησις κατὰ ψυχὴν γίνεται· πίστις γὰρ υἱοθετεῖν οἶδε καίτοι ὄντας κτίσματα διὰ τοῦ Πνεύματος καὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν ἀνάγειν μακαριότητα.

Πράγματι, από την αρχή (της δημιουργίας) «το Πνεύμα του Θεού “πετούσε” πάνω από τα νερά». Και η Αγία Γραφή δίνει τη μαρτυρία από τον Θεό ότι το νερό είναι καθαρτικό. Την εποχή του Νώε ο Θεός με τον κατακλυσμό των νερών ξέπλυνε την αμαρτία του κόσμου. Σύμφωνα με το νόμο, κάθε ακάθαρτος με το νερό ξεπλένεται· και τα ρούχα ακόμη με το νερό καθαρίζουν. Ο Ηλίας φανέρωσε τη χάρη του Πνεύματος ανάμεικτη με το νερό, καθώς μ᾿ αυτό έβαλε φωτιά στα σφάγια της θυσίας. Και όλα σχεδόν, σύμφωνα με το νόμο, καθαρίζονται με το νερό – διότι τα ορατά συμβολίζουν τα νοούμενα – και γίνεται η αναγέννηση της ψυχής· διότι η πίστη, παρόλο που είμαστε δημιουργήματα, γνωρίζει με το ΄Αγιο Πνεύμα να μας κάνει παιδιά του Θεού και να μας οδηγεί στην αρχαία μακαριότητα.

Ἡ μὲν οὖν τῶν ἁμαρτιῶν ἄφεσις πᾶσιν ὁμοίως διὰ τοῦ βαπτίσματος δίδοται, ἡ δὲ χάρις τοῦ Πνεύματος κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς πίστεως καὶ τῆς προκαθάρσεως. Νῦν μὲν οὖν διὰ τοῦ βαπτίσματος τὴν ἀπαρχὴν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος λαμβάνομεν, καὶ ἀρχὴ ἑτέρου βίου γίνεται ἡμῖν ἡ παλιγγενεσία καὶ σφραγὶς καὶ φυλακτήριον καὶ φωτισμός. Χρὴ δὲ πάσῃ δυνάμει ἀσφαλῶς τηρεῖν ἑαυτοὺς καθαροὺς ἀπὸ ῥυπαρῶν ἔργων, ἵνα μὴ πάλιν ὥσπερ κύων ἐπὶ τὸν ἴδιον ἔμετον ἐπιστρέψαντες δούλους πάλιν ἑαυτοὺς τῆς ἁμαρτίας ποιήσωμεν. «Πίστις γὰρ χωρὶς ἔργων νεκρά ἐστιν», ὁμοίως καὶ ἔργα χωρὶς πίστεως· ἡ γὰρ ἀληθὴς πίστις διὰ τῶν ἔργων δοκιμάζεται.

Η άφεση των αμαρτιών, βέβαια, δίνεται όμοια σε όλους με το βάπτισμα, ενώ η χάρη του Πνεύματος δίνεται ανάλογα με την πίστη και τον αγώνα της καθάρσεως που προηγείται. Τώρα, όμως, με το βάπτισμα παίρνουμε την πρώτη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, και η αναγέννηση με το βάπτισμα γίνεται για μας η αρχή νέας ζωής και σφραγίδα και ασφάλεια και φωτισμός. Πρέπει μάλιστα με όλη τη δύναμή μας να διατηρούμε σίγουρα τον εαυτό μας καθαρό από βρωμερές πράξεις, ώστε να μη επιστρέψουμε πάλι σαν το σκυλί στα «ξεράσματά» του και κάνουμε ξανά τον εαυτό μας δούλο της αμαρτίας. «Διότι η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή», όπως και τα έργα χωρίς την πίστη, επειδή η αληθινή πίστη αποδεικνύεται με τα έργα.

Βαπτιζόμεθα δὲ εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ὅτι αὐτὰ τὰ βαπτιζόμενα χρῄζει τῆς Ἁγίας Τριάδος εἰς τὴν αὐτῶν σύστασίν τε καὶ διαμονήν, καὶ ἀδύνατον μὴ συμπαρεῖναι ἀλλήλαις τὰς τρεῖς ὑποστάσεις· ἀχώριστος γὰρ ἡ Ἁγία Τριάς.

Βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδος, διότι τα ίδια τα βαπτιζόμενα χρειάζονται την Αγία Τριάδα για την ύπαρξη και διατήρησή τους· διότι δεν είναι δυνατόν να μην είναι παρούσες συγχρόνως οι τρεις υποστάσεις, επειδή η Αγία Τριάδα είναι αχώριστη.

Πρῶτον βάπτισμα τὸ τοῦ κατακλυσμοῦ εἰς ἐκκοπὴν ἁμαρτίας. Δεύτερον τὸ διὰ τῆς θαλάσσης καὶ τῆς νεφέλης· σύμβολον γὰρ ἡ μὲν νεφέλη τοῦ Πνεύματος, ἡ θάλασσα δὲ τοῦ ὕδατος. Τρίτον τὸ νομικόν· πᾶς γὰρ ἀκάθαρτος ἀπελούετο ὕδατι, ἔπλυνέ τε τὰ ἱμάτια καὶ οὕτως εἰσῄει εἰς τὴν παρεμβολήν. Τέταρτον τὸ Ἰωάννου εἰσαγωγικὸν ὑπάρχον καὶ εἰς μετάνοιαν ἄγον τοὺς βαπτιζομένους, ἵνα εἰς Χριστὸν πιστεύσωσιν· «ἐγὼ γὰρ ὑμᾶς», φησί, «βαπτίζω ἐν ὕδατι· ὁ δὲ ὀπίσω μου ἐρχόμενος, αὐτὸς ὑμᾶς βαπτίσει ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί». Προκαθαίρει οὖν ὁ Ἰωάννης ἐπὶ τὸ Πνεῦμα διὰ τοῦ ὕδατος. Πέμπτον τὸ τοῦ Κυρίου βάπτισμα, ὃ αὐτὸς ἐβαπτίσατο. Βαπτίζεται δὲ οὐχ ὡς αὐτὸς χρῄζων καθάρσεως, ἀλλὰ τὴν ἐμὴν οἰκειούμενος κάθαρσιν, ἵνα συντρίψῃ τὰς κεφαλὰς τῶν δρακόντων ἐπὶ τοῦ ὕδατος, ἵνα κλύσῃ τὴν ἁμαρτίαν καὶ πάντα τὸν παλαιὸν Ἀδὰμ ἐνθάψῃ τῷ ὕδατι, ἵνα ἁγιάσῃ τὸν βαπτιστήν, ἵνα πληρώσῃ τὸν νόμον, ἵνα τὸ τῆς Τριάδος ἀποκαλύψῃ μυστήριον, ἵνα τύπος καὶ ὑπογραμμὸς ἡμῖν πρὸς τὸ βαπτίζεσθαι γένηται. Βαπτιζόμεθα δὲ ἡμεῖς τὸ τέλειον τοῦ Κυρίου βάπτισμα, τὸ δι᾿ ὕδατός τε καὶ Πνεύματος.

Πρώτο βάπτισμα είναι ο κατακλυσμός, για να κοπεί η αμαρτία. Δεύτερο βάπτισμα διαμέσου της θαλάσσης και της νεφέλης· διότι η νεφέλη συμβολίζει το Πνεύμα, ενώ η θάλασσα το νερό. Τρίτο βάπτισμα είναι το νομικό· διότι κάθε ακάθαρτος λουζόταν με το νερό, έπλενε τα ρούχα του και έπειτα εισερχόταν στο στρατόπεδο. Τέταρτο βάπτισμα ήταν του Ιωάννου, που ήταν εισαγωγικό και οδηγούσε τους βαπτισμένους σε μετάνοια, για να πιστέψουν στον Χριστό· «Εγώ, λέει, σας βαπτίζω με το νερό· αυτός όμως που έρχεται πίσω μου αυτός θα σας βαπτίσει με το ΄Αγιο Πνεύμα και φωτιά». Καθαρίζει, λοιπόν, πρώτα ο Ιωάννης με το νερό για να δεχθούν το Πνεύμα. Πέμπτο βάπτισμα είναι του Κυρίου, το οποίο αυτός βαπτίσθηκε. Και βαπτίζεται όχι διότι χρειαζόταν κάθαρση, αλλά για να οικειοποιηθεί τη δική μου κάθαρση και να συντρίψει τα κεφάλια των δαιμόνων μέσα στο νερό, να ξεπλύνει την αμαρτία και να βουλιάξει όλο τον παλαιό Αδάμ μέσα στο νερό, ν᾿ αγιάσει τον βαπτιστή, να συμπληρώσει το νόμο, ν᾿ αποκαλύψει το μυστήριο της Τριάδος, να γίνει σε μας τύπος και υπογραμμός για το βάπτισμα. Βαπτιζόμαστε το τέλειο βάπτισμα του Κυρίου, αυτό που γίνεται με το νερό και το Πνεύμα.

Πυρὶ δὲ λέγεται βαπτίζειν Χριστός· ἐν εἴδει γὰρ πυρίνων γλωσσῶν ἐπὶ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους τὴν τοῦ Πνεύματος χάριν ἐξέχεεν, ὥς φησιν αὐτὸς ὁ Κύριος· «Ὅτι Ἰωάννης μὲν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δὲ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρὶ οὐ μετὰ πολλὰς ταύτας ἡμέρας», ἢ διὰ τὸ τοῦ μέλλοντος πυρὸς κολαστικὸν βάπτισμα. Ἕκτον τὸ διὰ μετανοίας καὶ δακρύων ὄντως ἐπίπονον. Ἕβδομον τὸ δι᾿ αἵματος καὶ μαρτυρίου, ὃ καὶ αὐτὸς Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἐβαπτίσατο ὡς λίαν αἰδέσιμον καὶ μακάριον, ὅσον δευτέροις οὐ μολύνεται ῥύποις. Ὄγδοον τὸ τελευταῖον, οὐ σωτήριον, ἀλλὰ τῆς μὲν κακίας ἀναιρετικόν – οὐκ ἔτι γὰρ κακία καὶ ἁμαρτία πολιτεύεται – κολάζον δὲ ἀτελεύτητα.

Λέγεται επίσης ότι ο Χριστός βαπτίζει με φωτιά· διότι με μορφή πυρίνων γλωσσών έχυσε πάνω στους αγίους Αποστόλους τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, όπως λέει ο ίδιος ο Κύριος: «Διότι ο Ιωάννης μας βάπτισε με νερό, ενώ εσείς θα βαπτισθείτε με το ΄Αγιο Πνεύμα και τη φωτιά μετά από λίγες ημέρες»· ή (μας βαπτίζει) με το βάπτισμα της τιμωρίας της φωτιάς της μελλούσης κολάσεως. Έκτο βάπτισμα είναι της μετάνοιας και των δακρύων, που είναι πολύ κουραστικό. Έβδομο βάπτισμα είναι του αίματος και του μαρτυρίου, το οποίο και ο ίδιος ο Χριστός βαπτίσθηκε για χάρη μας, που είναι πολύ σεβαστό και μακάριο, διότι δεν μολύνεται με άλλη ακαθαρσία. Όγδοο και τελευταίο βάπτισμα, όχι σωτήριο, που καταστρέφει όμως την κακία και τιμωρεί αιώνια, καθώς δεν εξουσιάζει πλέον η κακία και η αμαρτία.

Σωματικῷ δέ εἴδει, ὡσεὶ περιστερὰ κατεφοίτησε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐπὶ τὸν Κύριον τὴν ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου ὑποδεικνύον βαπτίσματος καὶ τιμῶν τὸ σῶμα, ἐπεὶ καὶ τοῦτο, ἤγουν τὸ σῶμα, τῇ θεώσει Θεὸς καὶ ἅμα που ἄνωθεν εἴθισται περιστερὰ λύσιν κατακλυσμοῦ εὐαγγελίζεσθαι. Ἐπὶ δὲ τοὺς ἁγίους ἀποστόλους πυροειδῶς κάτεισι· Θεὸς γάρ ἐστιν, «ὁ δὲ Θεὸς πῦρ καταναλίσκον ἐστί».

Το Πνεύμα το ΄Αγιο κατέβηκε πάνω στον Κύριο σαν περιστέρι με σώμα κάνοντας την πρώτη αρχή του δικού μας βαπτίσματος και τιμώντας το σώμα· διότι και αυτό, δηλαδή το σώμα, γίνεται με τη θέωση Θεός. (Εμφανίζεται σαν περιστέρι) επειδή από την αρχή αυτό είχε τη συνήθεια να φέρει την χαρμόσυνη είδηση του τέλους του κατακλυσμού. Στους αγίους Αποστόλους πάλι κατέβηκε σαν φωτιά· διότι (η φωτιά) δηλώνει τον Θεό, «καθώς ο Θεός είναι φωτιά που όλα τα κατακαίει».

Τὸ ἔλαιον ἐν τῷ βαπτίσματι παραλαμβάνεται μηνύον τὴν χρίσιν καὶ χριστοὺς ἡμᾶς ἐργαζόμενον καὶ τὸν τοῦ Θεοῦ ἡμῖν ἐπαγγελλόμενον διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔλεον, ἐπεὶ καὶ κάρφος ἐλαίας τοῖς ἐκ τοῦ κατακλυσμοῦ περισωθεῖσιν ἡ περιστερὰ κεκόμικεν.

Το λάδι στο βάπτισμα χρησιμοποιείται διότι δείχνει τη χρίση μας καθιστώντας μας χρισμένους· μας υπόσχεται την ευσπλαγχνία του Θεού μέσω του Αγίου Πνεύματος, επειδή και το περιστέρι έφερε κλαδί ελιάς σε όσους σώθηκαν από τον κατακλυσμό.

Ἐβαπτίσθη Ἰωάννης τὴν χεῖρα ἐπιθεὶς ἐπὶ τὴν θείαν τοῦ Δεσπότου κορυφὴν καὶ τῷ ἰδίῳ αἵματι

Ο Ιωάννης βαπτίσθηκε ακουμπώντας το χέρι του στο ιερό κεφάλι του Κυρίου· βαπτίσθηκε επίσης και με το αίμα του.

Οὐ χρὴ ὑπερτίθεσθαι τὸ βάπτισμα, ὅτε δι᾿ ἔργων ἡ πίστις τῶν προσιόντων μαρτυρηθῇ. Ὁ ἐν δόλῳ προσιὼν τῷ βαπτίσματι κατακριθήσεται μᾶλλον ἢ ὠφεληθήσεται.

Δεν πρέπει ν᾿ αναβάλλεται το βάπτισμα, όταν έχει διαπιστωθεί η έμπρακτη πίστη αυτών που προσέρχονται. Αυτός που προσέρχεται με δόλο στο βάπτισμα περισσότερο θα καταδικασθεί παρά θα ωφεληθεί.

 

Κεφάλαιο 83

Περὶ πίστεως
(Για την πίστη)

Ἡ μέντοι πίστις διπλῆ ἐστιν. «Ἔστι γὰρ πίστις ἐξ ἀκοῆς». Ἀκούοντες γὰρ τῶν θείων Γραφῶν πιστεύομεν τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ Πνεύματος. Αὕτη δὲ τελειοῦται πᾶσι τοῖς νομοθετηθεῖσιν ὑπὸ Χριστοῦ, ἔργῳ πιστεύουσα, εὐσεβοῦσα καὶ τὰς ἐντολὰς πράττουσα τοῦ ἀνακαινίσαντος ἡμᾶς. Ὁ γὰρ μὴ κατὰ τὴν παράδοσιν τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας πιστεύων ἢ κοινωνῶν διὰ τῶν ἀτόπων ἔργων τῷ Διαβόλῳ ἄπιστός ἐστιν.

Η πίστη βέβαια είναι δύο ειδών. «Υπάρχει δηλαδή πρώτα πίστη που δημιουργείται από την ακοή». Ακούμε δηλαδή τις θείες Γραφές και πιστεύουμε στη διδαχή του Αγίου Πνεύματος. Αυτή όμως γίνεται τέλεια όταν είναι πίστη έμπρακτη σε όλα όσα ο Χριστός νομοθέτησε, όταν σέβεται και εφαρμόζει τις εντολές Αυτού που μας ανακαίνισε. Αυτός που δεν πιστεύει σύμφωνα με την παράδοση της όλης Εκκλησίας ή συμμετέχει στις απαράδεκτες πράξεις του Διαβόλου, αυτός είναι ο άπιστος.

«Ἔστι δὲ» πάλιν «πίστις ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» ἢ ἀδίστακτος καὶ ἀδιάκριτος ἐλπὶς τῶν τε ὑπὸ Θεοῦ ἡμῖν ἐπηγγελμένων καὶ τῆς τῶν αἰτήσεων ἡμῶν ἐπιτυχίας. Ἡ μὲν οὖν πρώτη τῆς ἡμετέρας γνώμης ἐστίν, ἡ δὲ δευτέρα τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος.

(Δεύτερο είδος) «πίστεως είναι η πραγμάτωση όσων ελπίζουμε, η απόδειξη πραγμάτων που δεν βλέπουμε»· ή είναι αναμφίβολη και αδιάκριτη ελπίδα των υποσχέσεων του Θεού σε μας και η εκπλήρωση των αιτημάτων μας. Το πρώτο είδος πίστεως είναι αποτέλεσμα της δικής μας θελήσεως, ενώ το δεύτερο αποτελεί ένα από τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος.

Ἰστέον, ὅτι διὰ τοῦ βαπτίσματος περιτεμνόμεθα ἅπαν τὸ ἀπὸ γενέσεως κάλυμμα, ἤτοι τὴν ἁμαρτίαν καὶ Ἰσραηλῖται πνευματικοὶ καὶ Θεοῦ λαὸς χρηματίζομεν.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι με το βάπτισμα αποκόπτεται όλο το βάρος που είχαμε από τη δημιουργία μας, δηλαδή η αμαρτία, και γινόμαστε πνευματικός Ισραήλ και λαός του Θεού.

 

Κεφάλαιο 84

Περὶ σταυροῦ, ἐν ᾧ ἔτι καὶ περὶ πίστεως
(Για τον σταυρό, και ακόμη για την πίστη)

«Ὁ λόγος ὁ τοῦ σταυροῦ τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία ἐστί, τοῖς δὲ σῳζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ ἐστιν». «Ὁ μὲν γὰρ πνευματικὸς πάντα ἀνακρίνει, ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος». Μωρία γάρ ἐστι τοῖς μὴ πίστει δεχομένοις καὶ τὸ ἀγαθὸν καὶ παντοδύναμον τοῦ Θεοῦ λογιζομένοις, ἀλλ᾿ ἀνθρωπίνοις καὶ φυσικοῖς λογισμοῖς ἐρευνῶσι τὰ θεῖα· πάντα γὰρ τὰ τοῦ Θεοῦ ὑπὲρ φύσιν εἰσὶ καὶ λόγον καὶ ἔννοιαν. Εἰ γάρ τις λογίσηται, ὅπως ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τίνος τε ἕνεκεν παρήγαγεν ὁ Θεὸς τὰ πάντα, καὶ φυσικοῖς λογισμοῖς φθάσαι βουληθῇ, οὐ καταλαμβάνει· ψυχικὴ γάρ ἐστιν ἡ γνῶσις αὕτη καὶ δαιμονιώδης. Εἰ δέ τις πίστει χειραγωγούμενος ἀγαθὸν καὶ παντοδύναμον καὶ ἀληθὲς καὶ σοφὸν καὶ δίκαιον τὸ θεῖον λογίσηται, εὑρήσει πάντα λεῖα καὶ ὁμαλὰ καὶ ὁδὸν εὐθεῖαν.

«Ο λόγος για τον σταυρό αποτελεί ανοησία γι᾿ αυτούς που είναι να χαθούν, ενώ για όσους πρόκειται να σωθούν είναι δύναμη του Θεού. «Διότι ο άνθρωπος που έχει Πνεύμα Θεού τα εξετάζει όλα, ενώ ο άνθρωπος της λογικής δεν δέχεται τα πνευματικά». Αποτελεί δηλαδή ανοησία για όσους δεν τον δέχονται με πίστη και δεν υπολογίζουν την αγαθότητα και παντοδυναμία του Θεού, αλλά εξετάζουν τα θεία με ανθρώπινους και φυσικούς λογισμούς· διότι όλα τα θεία ξεπερνούν τη φύση, τη λογική και τη σκέψη. Εάν δηλαδή κανείς σκεφτεί πώς ο Θεός τα δημιούργησε όλα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη και για ποιά αιτία, και θελήσει να τα συλλάβει με τη λογική της φύσεώς του, δεν θα τα καταφέρει· διότι αυτή η γνώση είναι ψυχική και διαβολική. Εάν όμως κάποιος, με οδηγό την πίστη, σκεφτεί ότι ο Θεός είναι αγαθός, παντοδύναμος, αληθινός, σοφός και δίκαιος, τότε θα διαπιστώσει ότι όλα είναι ομαλά και κανονικά και ο δρόμος ευθύς.

Ἐκτὸς γὰρ πίστεως ἀδύνατον σωθῆναι· πίστει γὰρ πάντα, τά τε ἀνθρώπινα τά τε πνευματικά, συνίστανται. Οὔτε γὰρ γεωργὸς ἐκτὸς πίστεως τέμνει γῆς αὔλακα, οὐκ ἔμπορος μικρῷ ξύλῳ τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν τῷ μαινομένῳ τῆς θαλάσσης πελάγει παραδίδωσιν, οὐ γάμοι συνίστανται, οὐκ ἄλλο τι τῶν ἐν τῷ βίῳ. Πίστει νοοῦμεν ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι τὰ πάντα τῇ τοῦ Θεοῦ δυνάμει παρῆχθαι· πάντα, τά τε θεῖα καὶ τὰ ἀνθρώπινα, πίστει κατορθοῦμεν. Πίστις δέ ἐστιν ἀπολυπραγμόνητος συγκατάθεσις.

Δεν είναι δυνατόν να σωθούμε χωρίς την πίστη· διότι όλα, και τα ανθρώπινα και τα πνευματικά, υφίστανται με την πίστη. Ούτε δηλαδή ο γεωργός χωρίς πίστη ανοίγει το αυλάκι του χωραφιού, ούτε ο έμπορος εμπιστεύεται τη ζωή του σε μικρό πλοίο μέσα στο φουρτουνιασμένο πέλαγος της θάλασσας, ούτε γάμοι γίνονται, ούτε κάτι άλλο από τα βιωτικά. Με την πίστη δεχόμαστε ότι όλα έχουν προέλθει από την ανυπαρξία στην ύπαρξη με τη δύναμη του Θεού· όλα, και τα θεία και τα ανθρώπινα, τα κατορθώνουμε με την πίστη. Η πίστη είναι συγκατάθεση χωρίς πολλή έρευνα.

Πᾶσα μὲν οὖν πρᾶξις καὶ θαυματουργία Χριστοῦ μεγίστη καὶ θεία καὶ θαυμαστή, ἀλλὰ πάντων ἐστὶ θαυμαστότερον ὁ τίμιος αὐτοῦ σταυρός. Δι᾿ οὐδενὸς γὰρ ἑτέρου ὁ θάνατος κατήργηται, ἡ τοῦ προπάτορος ἁμαρτία λέλυται, ὁ ᾅδης ἐσκύλευται, ἡ ἀνάστασις δεδώρηται, δύναμις ἡμῖν τοῦ καταφρονεῖν τῶν παρόντων καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου δέδοται, ἡ πρὸς τὴν ἀρχαίαν μακαριότητα ἐπάνοδος κατώρθωται, πύλαι παραδείσου ἠνοίγησαν, ἡ φύσις ἡμῶν ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ κεκάθικε, τέκνα Θεοῦ καὶ κληρονόμοι γεγόναμεν, εἰ μὴ διὰ τοῦ σταυροῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διὰ σταυροῦ γὰρ ταῦτα πάντα κατώρθωται».

Κάθε πράξη βέβαια και κάθε θαύμα του Χριστού είναι πολύ μεγάλο, θείο και σπουδαίο, αλλά το πιο θαυμαστό απ᾿ όλα είναι ο τίμιος σταυρός του. Διότι με τίποτε άλλο δεν καταργήθηκε ο θάνατος, δεν συγχωρέθηκε η αμαρτία του προπάτορά μας, δεν έχασε ο άδης τα θύματά του, δεν μας δόθηκε ως δώρο η ανάσταση, δεν μας δόθηκε η δύναμη να περιφρονούμε τα παρόντα και τον ίδιο ακόμη τον θάνατο, δεν πετύχαμε την επάνοδό μας στην παλαιά μακαριότητα, δεν μας ανοίχθηκε ο Παράδεισος, δεν κάθισε η φύση μας στα δεξιά του Θεού, δεν γίναμε παιδιά και κληρονόμοι του Θεού, παρά μόνον (πετύχαμε όλα τα παραπάνω) με τον σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Με τον σταυρό δηλαδή κατορθώσαμε όλα αυτά.

Ὅσοι γὰρ ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν», φησὶν ὁ ἀπόστολος, «εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». Ὅσοι δὲ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθημεν, Χριστὸν ἐνεδυσάμεθα. Χριστὸς δέ ἐστι «Θεοῦ δύναμις καὶ σοφία». Ἰδοὺ ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ, ἤτοι ὁ σταυρὸς τὴν ἐνυπόστατον τοῦ Θεοῦ σοφίαν καὶ δύναμιν ἡμᾶς περιέβαλε. Δύναμις δὲ Θεοῦ ἐστιν ὁ λόγος ὁ τοῦ σταυροῦ, ἢ ὅτι τὸ δυνατὸν τοῦ Θεοῦ, ἤτοι ἡ κατὰ τοῦ θανάτου νίκη δι᾿ αὐτοῦ ἡμῖν πεφανέρωται, ἢ ὅτι, ὥσπερ τὰ τέσσαρα ἄκρα τοῦ σταυροῦ διὰ τοῦ μέσου κέντρου κρατοῦνται καὶ συσφίγγονται, οὕτω διὰ τῆς τοῦ Θεοῦ δυνάμεως τό τε ὕψος καὶ τὸ βάθος, μῆκός τε καὶ πλάτος, ἤτοι πᾶσα ὁρατή τε καὶ ἀόρατος κτίσις συνέχεται.

Διότι, λέει ο Απόστολος, «όσοι βαπτισθήκαμε στο όνομα του Χριστού, δοκιμάσαμε το θάνατό του». Και όσοι βαπτισθήκαμε στον Χριστό, ντυθήκαμε τον Χριστό. Ο Χριστός δηλαδή «είναι η δύναμη και η σοφία του Θεού». Να, ο θάνατος του Χριστού, δηλαδή ο σταυρός, μας έντυσε με την ενυπόστατη σοφία και δύναμη του Χριστού. Και το κήρυγμα για τον σταυρό είναι δύναμη του Θεού ή διότι η δύναμη του Θεού, δηλαδή η νίκη σε βάρος του θανάτου, μας δόθηκε χάρη σ᾿ αυτόν, ή διότι, όπως ακριβώς οι τέσσερις κεραίες του σταυρού κρατούνται στέρεες από το κέντρο που υπάρχει στο μέσον, έτσι με τη δύναμη του Θεού συγκρατείται το ύψος και το βάθος, το μήκος και το πλάτος, δηλαδή όλη η ορατή και αόρατη δημιουργία.

Οὗτος ἡμῖν σημεῖον δέδοται ἐπὶ τοῦ μετώπου, ὃν τρόπον τῷ Ἰσραὴλ ἡ περιτομή· δι᾿ αὐτοῦ γὰρ οἱ πιστοὶ τῶν ἀπίστων ἀποδιιστάμεθά τε καὶ γνωριζόμεθα. Οὗτος θυρεὸς καὶ ὅπλον καὶ τρόπαιον κατὰ τοῦ Διαβόλου. Οὗτος σφραγίς, ἵνα μὴ θίγῃ ἡμῶν ὁ ὀλοθρεύων, ὥς φησιν ἡ Γραφή. Οὗτος τῶν κειμένων ἀνάστασις, τῶν ἑστώτων στήριγμα, ἀσθενῶν βακτηρία, ποιμαινομένων ῥάβδος, ἐπιστρεφόντων χειραγωγία, προκοπτόντων τελείωσις, ψυχῆς σωτηρία καὶ σώματος, πάντων τῶν κακῶν ἀποτρόπαιον, πάντων ἀγαθῶν πρόξενος, ἁμαρτίας ἀναίρεσις, φυτὸν ἀναστάσεως, ξύλον ζωῆς αἰωνίου.

Αυτός (ο σταυρός) μας δόθηκε σαν σημάδι πάνω στο μέτωπό μας, όπως στον Ισραήλ δόθηκε η περιτομή· μ᾿ αυτόν οι πιστοί ξεχωρίζουμε από τους απίστους και γινόμαστε γνωστοί. Αυτός είναι η σημαία, το όπλο και το τρόπαιο ενάντια στον Διάβολο. Αυτός είναι η σφραγίδα, για να μην μας κτυπά ο εξολοθρευτής μας, όπως λέει η Αγία Γραφή. Αυτός είναι η ανάσταση των νεκρών, το στήριγμα αυτών που στέκονται, το ραβδί που μας ποιμαίνει, η χειραγωγία των μετανοούντων, η τελείωση αυτών που προοδεύουν, η σωτηρία της ψυχής και του σώματος, η απόκρουση όλων των κακών, ο πρόξενος όλων των αγαθών, η κατάργηση της αμαρτίας, το φυτό της αναστάσεως, το ξύλο της αιώνιας ζωής.

Αὐτὸ μὲν οὖν τὸ τίμιον ξύλον ὡς ἀληθῶς καὶ σεβάσμιον, ἐν ᾧ ἑαυτὸν εἰς θυσίαν ὑπὲρ ἡμῶν Χριστὸς προσενήνοχεν, ὡς ἁγιασθὲν τῇ ἁφῇ τοῦ ἁγίου σώματος καὶ αἵματος εἰκότως προσκυνητέον, τοὺς ἥλους, τὴν λόγχην, τὰ ἐνδύματα καὶ τὰ ἱερὰ αὐτοῦ σκηνώματα, ἅτινά εἰσιν ἡ φάτνη, τὸ σπήλαιον, ὁ Γολγοθᾶς ὁ σωτήριος, ὁ ζωοποιὸς τάφος, ἡ Σιὼν τῶν ἐκκλησιῶν ἡ ἀκρόπολις, καὶ τὰ ὅμοια· ὥς φησιν ὁ θεοπάτωρ Δαυίδ· «Εἰσελευσόμεθα εἰς τὰ σκηνώματα αὐτοῦ, προσκυνήσομεν εἰς τὸν τόπον, οὗ ἔστησαν οἱ πόδες αὐτοῦ». Ὅτι δὲ τὸν σταυρὸν λέγει, δηλοῖ τὸ ἑπόμενον· «Ἀνάστηθι, Κύριε, εἰς τὴν ἀνάπαυσίν σου»· ἕπεται γὰρ τῷ σταυρῷ ἡ ἀνάστασις. Εἰ γὰρ τῶν ἐρωμένων ποθητὸν οἶκος καὶ κλίνη καὶ περιβόλαιον, πόσῳ μᾶλλον τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος, δι᾿ ὧν καὶ σεσῴσμεθα;

Πρέπει λοιπόν να προσκυνούμε ως αληθινά σεβαστό αυτό το τίμιο ξύλο, πάνω στο οποίο ο Χριστός πρόσφερε για μας θυσία τον εαυτό του, διότι αγιάσθηκε με την αφή του αγίου σώματος και αίματός του· πρέπει να προσκυνούμε τα καρφιά, τη λόγχη, τα ενδύματα και τους αγίους τόπους του, όπως είναι η φάτνη, το σπήλαιο, ο σωτήριος Γολγοθάς, ο ζωοποιός τάφος, η Σιών, η μητέρα των εκκλησιών και τα παρόμοια, όπως λέει ο θεοπάτορας Δαβίδ: «Θα εισέλθουμε στα σκηνώματά του, θα προσκυνήσουμε στον τόπο όπου καρφώθηκαν τα πόδια του». Ότι εννοεί τον σταυρό, το φανερώνει και το επόμενο: «Αναστήσου, Κύριε, από το τόπο όπου έχεις αναπαυθεί»· διότι η ανάσταση ακολουθεί τον σταυρό. Και αν οι ερωτευμένοι ποθούν πολύ το σπίτι, το κρεβάτι και το σκέπασμά τους, πόσο πολύ περισσότερο (δεν θα ποθούμε) τα πράγματα του Θεού και Σωτήρα μας, με τα οποία έχουμε σωθεί;

Προσκυνοῦμεν δὲ καὶ τὸν τύπον τοῦ τιμίου καί ζωοποιοῦ σταυροῦ, εἰ καὶ ἐξ ἑτέρας ὕλης γένηται, οὐ τὴν ὕλην τιμῶντες – μὴ γένοιτο, ἀλλὰ τὸν τύπον ὡς Χριστοῦ σύμβολον. Ἔφη γὰρ τοῖς ἑαυτοῦ μαθηταῖς διατιθέμενος· «Τότε φανήσεται τὸ σημεῖον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῷ οὐρανῷ», τὸν σταυρὸν λέγων. Διὸ καὶ ταῖς γυναιξὶν ἔλεγεν ὁ τῆς ἀναστάσεως ἄγγελος· «Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον;»· καὶ ὁ ἀπόστολος· «Ἡμεῖς δὲ κηρύσσομεν Χριστὸν ἐσταυρωμένον». Πολλοὶ μὲν γὰρ Χριστοὶ καὶ Ἰησοῖ, ἀλλ᾿ εἷς ὁ ἐσταυρωμένος. Οὐκ εἶπε λελογχευμένον, ἀλλ᾿ «ἐσταυρωμένον». Προσκυνητέον τοίνυν τὸ σημεῖον τοῦ Χριστοῦ. Ἔνθα γὰρ ἂν ᾖ τὸ σημεῖον, ἐκεῖ καὶ αὐτὸς ἔσται. Τὴν δὲ ὕλην, ἐξ ἧς ὁ τύπος τοῦ σταυροῦ συνίσταται, εἰ καὶ χρυσὸς ἢ λίθοι εἶεν τίμιοι, μετὰ τὴν τοῦ τύπου, εἰ τύχοι, διάλυσιν οὐ προσκυνητέον. Πάντα τοίνυν τὰ Θεῷ ἀνακείμενα προσκυνοῦμεν αὐτῷ τὸ σέβας προσάγοντες.

Προσκυνούμε μάλιστα και το σχήμα του τιμίου και ζωοποιού σταυρού, ακόμη κι αν είναι κατασκευασμένο από διαφορετικό υλικό· διότι, αλίμονο, δεν τιμάμε την ύλη, αλλά το σχήμα σαν σύμβολο του Χριστού. Αφού στη διαθήκη του προς τους μαθητές του είπε: «Τότε το σημείο του Υιού του ανθρώπου θα φανερωθεί στον ουρανό», και εννοούσε τον σταυρό. Γι᾿ αυτό και ο άγγελος, που παρουσιάσθηκε στις γυναίκες μετά την Ανάσταση, τους είπε: «Ψάχνετε τον Ιησού το Ναζωραίο, τον σταυρωμένο;»· και ο Απόστολος είπε επίσης: «Εμείς κηρύσσουμε τον σταυρωμένο Χριστό». Πολλοί δηλαδή είναι οι «Χριστοί» και οι «Μεσσίες», αλλά ένας ο σταυρωμένος. Και δεν είπε λογχισμένο, αλλά σταυρωμένο. Πρέπει, λοιπόν, να προσκυνάμε το σημείο του Σταυρού. Διότι όπου είναι αυτό το σημείο, και Αυτός εκεί θα είναι. Και την ύλη πάλι, από την οποία είναι φτιαγμένο το σχήμα του σταυρού, είτε είναι χρυσάφι είτε πολύτιμοι λίθοι, μετά τη διάλυση του σχήματος, εάν τυχόν συμβεί, δεν πρέπει να το προσκυνάμε. Διότι προσκυνάμε όλα τα αφιερώματα στον Θεό απονέμοντας τον σεβασμό σ᾿ Αυτόν.

Τοῦτον τὸν τίμιον σταυρὸν προετύπωσε τὸ ξύλον τῆς ζωῆς τὸ ἐν παραδείσῳ ὑπὸ Θεοῦ πεφυτευμένον· ἐπεὶ γὰρ διὰ ξύλου ὁ θάνατος, ἔδει διὰ ξύλου δωρηθῆναι τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἀνάστασιν· Ἰακὼβ πρῶτος προσκυνήσας τὸ ἄκρον τῆς ῥάβδου Ἰωσήφ τόν σταυρόν εἰκόνισε καί ἐνηλλαγμέναις ταῖς χερσὶ τοὺς υἱοὺς Ἰωσὴφ εὐλογήσας, καὶ τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ διέγραψε σαφέστατα ῥάβδος Μωσαϊκὴ σταυροτύπως τὴν θάλασσαν πλήξασα καὶ σώσασα μὲν τὸν Ἰσραήλ, Φαραὼ δὲ βυθίσασα, χεῖρες σταυροειδῶς ἐκτεινόμεναι καὶ τὸν Ἀμαλὴκ τροπούμεναι, ξύλῳ τὸ πικρὸν ὕδωρ γλυκαινόμενον καὶ πέτρα ῥηγνυμένη καὶ προχέουσα νάματα, ῥάβδος τῷ Ἀαρὼν τὸ τῆς ἱεραρχίας ἀξίωμα χρηματίζουσα, ὄφις ἐπὶ ξύλου θριαμβευόμενος ὡς νενέκρωται τοῦ ξύλου τοὺς νεκρὸν ὁρῶντας τὸν ἐχθρὸν διασῴζοντος τοὺς πιστεύοντας, ὡς Χριστὸς ἐν σαρκὶ ἁμαρτίας ἁμαρτίαν οὐκ εἰδυίᾳ προσήλωται. Μωσῆς ὁ μέγας· «Ὄψεσθε», βοῶν, «τὴν ζωὴν ὑμῶν ἐπὶ ξύλου κρεμαμένην ἀπέναντι τῶν ὀφθαλμῶν ὑμῶν», Ἡσαΐας· «Ὅλην τὴν ἡμέραν διεπέτασα τὰς χεῖράς μου πρὸς λαὸν ἀπειθοῦντα καὶ ἀντιλέγοντα». Οἱ τοῦτο προσκυνοῦντες τῆς μερίδος τύχοιμεν Χριστοῦ τοῦ ἐσταυρωμένου. Ἀμήν.

Αυτόν τον τίμιο σταυρό προτύπωσε το ξύλο της ζωής που ο Θεός φύτευσε μέσα στον παράδεισο· επειδή, δηλαδή, ο θάνατος προήλθε από (τη γεύση) του ξύλου, έπρεπε και η ζωή και η ανάσταση να δοθεί μέσω ξύλου. Πρώτος ο Ιακώβ εξεικόνισε τον σταυρό, με την προσκύνηση στην άκρη του ραβδιού του Ιωσήφ και όταν σταυροειδώς ευλόγησε με τα χέρια τα παιδιά του Ιωσήφ· το ραβδί του Μωυσή, επίσης, διέγραψε με πολύ σαφή τρόπο το σημείο του σταυρού, όταν χτύπησε τη θάλασσα και έσωσε τον λαό του Ισραήλ καταποντίζοντας τον Φαραώ· το ίδιο και τα χέρια που υψώθηκαν σε σχήμα σταυρού και οι Αμαληκίτες νικήθηκαν· ακόμη, το πικρό νερό με το ξύλο έγινε γλυκό, ο βράχος (με το ξύλο) άνοιξε και πήγασε νερό· το ραβδί του Ααρών, επίσης, που δείχνει το ιερατικό αξίωμα· το φίδι ακόμη που οδηγείται σε θρίαμβο νεκρωμένο πάνω σε ξύλο· επειδή το ξύλο έσωζε αυτούς που έβλεπαν τον εχθρό να είναι νεκρός, και όσοι πιστεύουν ότι ο Χριστός έχει σταυρωθεί με το σώμα της αμαρτίας, αν και είναι αναμάρτητος. Ο μεγάλος Μωυσής λέει: «Θα δείτε αυτόν που είναι η ζωή σας να είναι κρεμασμένος σε ξύλο απέναντί σας»· και ο Ησαΐας λέει επίσης: «Όλη την ημέρα άπλωσα τα χέρια μου σε ανυπάκουο και αντιρρησία λαό». Όσοι προσκυνάμε αυτό (το ξύλο του σταυρού) μακάρι να αξιωθούμε την κληρονομιά του σταυρωμένου Χριστού. Αμήν.

 

Κεφάλαιο 85

Περὶ τοῦ προσκυνεῖν κατὰ ἀνατολάς
(Για την προσκύνηση προς την ανατολή)

Οὐχ ἁπλῶς, οὐδ᾿ ὡς ἔτυχε, κατὰ ἀνατολὰς προσκυνοῦμεν, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ἐξ ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου, ἤτοι νοητῆς καὶ αἰσθητῆς συντεθείμεθα φύσεως, διπλῆν καὶ τὴν προσκύνησιν τῷ Δημιουργῷ προσάγομεν, ὥσπερ καὶ τῷ νῷ ψάλλομεν καὶ τοῖς σωματικοῖς χείλεσι, καὶ βαπτιζόμεθα ὕδατί τε καὶ Πνεύματι, καὶ διπλῶς τῷ Κυρίῳ ἑνούμεθα τῶν μυστηρίων μετέχοντες καὶ τῆς τοῦ Πνεύματος χάριτος.

Δεν προσκυνάμε απλά και τυχαία προς την ανατολή, αλλά επειδή έχουμε πλασθεί από ορατή και αόρατη φύση, δηλαδή από νοητή και αισθητή, γι᾿ αυτό και προσφέρουμε στον Δημιουργό διπλή προσκύνηση, όπως ακριβώς ψάλλουμε και με το νου και με τα χείλη του σώματος, και όπως βαπτιζόμαστε με το νερό και το ΄Αγιο Πνεύμα, και όπως ενωνόμαστε με τον Κύριο με διπλό τρόπο, και με τη μετοχή στα μυστήρια και με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ἐπεὶ τοίνυν «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι» νοητόν, καὶ «ἥλιος δικαιοσύνης» καὶ «ἀνατολὴ» ἐν ταῖς Γραφαῖς ὠνόμασται ὁ Χριστός, ἀναθετέον αὐτῷ τὴν ἀνατολὴν εἰς προσκύνησιν· πᾶν γὰρ καλὸν τῷ Θεῷ ἀναθετέον, ἐξ οὗ πᾶν ἀγαθὸν ἀγαθύνεται. Φησὶ δὲ καὶ ὁ θεῖος Δαυίδ· «Αἱ βασιλεῖαι τῆς γῆς, ᾄσατε τῷ Θεῷ, ψάλατε τῷ Κυρίῳ τῷ ἐπιβεβηκότι ἐπὶ τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ κατὰ ἀνατολάς». Ἔτι δέ φησιν ἡ Γραφή· «Ἐφύτευσεν ὁ Θεὸς παράδεισον ἐν Ἐδὲμ κατὰ ἀνατολάς, ἔνθα τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασεν, ἔθετο», ὃν παραβάντα ἐξώρισεν τοῦ παραδείσου «ἀπέναντί τε τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς» κατῴκισεν, ἐκ δυσμῶν δηλαδή. Τὴν οὖν ἀρχαίαν πατρίδα ἐπιζητοῦντες καὶ πρὸς αὐτὴν ἀτενίζοντες τῷ Θεῷ προσκυνοῦμεν.

Επειδή, λοιπόν, ο Θεός είναι «νοητό φως» και «ήλιος της δικαιοσύνης» και επειδή ο Χριστός έχει μέσα στην Αγία Γραφή το όνομα «ανατολή», πρέπει να του αφιερώνουμε την ανατολή για προσκύνηση· διότι καθετί καλό πρέπει ν᾿ αφιερώνεται στον Θεό, από τον οποίο προέρχεται κάθε αγαθό. Λέει μάλιστα ο προφήτης Δαβίδ: «Οι βασιλείες της γης υμνήστε τον Θεό, ψάλατε τον Κύριο που έχει ανεβεί στον ανώτατο ουρανό προς την ανατολή». Και ακόμη λέει η Γραφή: «Ο Θεός φύτευσε παράδεισο ανατολικά στην Εδέμ όπου εγκατάστησε τον άνθρωπο που έπλασε»· και όταν αυτός έκανε την παρακοή, τον εξόρισε από τον παράδεισο και τον εγκατάστησε «απέναντι από τον παράδεισο της απολαύσεως», δηλαδή προς τη δύση. Επιζητούμε, λοιπόν, την πρώτη πατρίδα μας και βλέπουμε προς αυτήν (ανατολικά) και προσκυνούμε τον Θεό.

Καὶ ἡ σκηνὴ δὲ ἡ Μωσαϊκὴ κατὰ ἀνατολὰς εἶχε τὸ καταπέτασμα καὶ τὸ ἱλαστήριον. Καὶ ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ὡς τιμιωτέρα, ἐξ ἀνατολῶν παρενέβαλε. Καὶ ἐν τῷ περιωνύμῳ δὲ τοῦ Σολομῶντος ναῷ ἡ τοῦ Κυρίου πύλη κατὰ ἀνατολὰς διέκειτο. Ἀλλὰ μὴν καὶ ὁ Κύριος σταυρούμενος ἐπὶ δυσμὰς ἑώρα, καὶ οὕτω προσκυνοῦμεν πρὸς αὐτὸν ἀτενίζοντες. Καὶ ἀναλαμβανόμενος πρὸς ἀνατολὰς ἀνεφέρετο, καὶ οὕτως αὐτῷ οἱ ἀπόστολοι προσεκύνησαν, καὶ οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσαντο αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν, ὡς αὐτὸς ὁ Κύριος ἔφησεν· «Ὥσπερ ἡ ἀστραπὴ ἐξέρχεται ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ φθάνει ἕως δυσμῶν, οὕτως ἔσται ἡ παρουσία τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Αὐτὸν οὖν ἐκδεχόμενοι ἐπὶ ἀνατολὰς προσκυνοῦμεν. Ἄγραφος δέ ἐστιν ἡ παράδοσις αὕτη τῶν ἀποστόλων· πολλὰ γὰρ ἀγράφως ἡμῖν παρέδωκαν.

Και η σκηνή του Μωυσή είχε το καταπέτασμα και το ιλαστήριο προς την ανατολή. Και η φυλή του Ιούδα, σαν η πιο εκλεκτή, ήταν παραταγμένη ανατολικά. Και στον φημισμένο Ναό του Σολομώντα η πύλη του Κυρίου ήταν προς την ανατολή. Ο Κύριος όμως, όταν σταυρωνόταν, έβλεπε προς τη δύση, και έτσι τον προσκυνούμε βλέποντας το πρόσωπό του. Και όταν αναλήφθηκε, προς την ανατολή ανέβαινε, και έτσι οι Απόστολοι τον προσκύνησαν· και πάλι έτσι θα έλθει (στη Δευτέρα Παρουσία), με τον τρόπο που τον είδαν ν᾿ αναλαμβάνεται στον ουρανό, όπως ο ίδιος ο Κύριος είπε: «Όπως η αστραπή βγαίνει από την ανατολή και φθάνει έως τη δύση, έτσι θα γίνει και η (δευτέρα) παρουσία του Υιού του ανθρώπου». Προσμένοντάς τον, λοιπόν, προσκυνούμε ανατολικά. Και αυτό αποτελεί άγραφη αποστολική παράδοση· διότι πολλά μας τα παράδοσαν χωρίς να τα γράψουν.

 

[ΜΕΡΟΣ 13]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας