Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 14

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 13]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 15]

 

Κεφάλαιο 89

Περὶ εἰκόνων
(Για τις εικόνες)

Ἐπειδὴ δέ τινες ἡμῖν καταμέμφονται προσκυνοῦσί τε καὶ τιμῶσι τήν τε τοῦ Σωτῆρος καὶ τῆς Δεσποίνης ἡμῶν εἰκόνα, ἔτι δὲ καὶ τῶν λοιπῶν ἁγίων καὶ θεραπόντων Χριστοῦ, ἀκουέτωσαν, ὡς ἐξ ἀρχῆς ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον κατ᾿ οἰκείαν εἰκόνα ἐποίησε. Τίνος οὖν ἕνεκεν ἀλλήλους προσκυνοῦμεν, εἰ μὴ ὡς κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ πεποιημένους; Ὡς γάρ φησιν ὁ θεοφόρος καὶ πολὺς τὰ θεῖα Βασίλειος, «ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ ἐπὶ τὸ πρωτότυπον διαβαίνει»· πρωτότυπον δέ ἐστι τὸ εἰκονιζόμενον, ἐξ οὗ τὸ παράγωγον γίνεται. Τίνος ἕνεκεν ὁ Μωσαϊκὸς λαὸς τῇ σκηνῇ κυκλόθεν προσεκύνει, εἰκόνα καὶ τύπον φερούσῃ τῶν ἐπουρανίων, μᾶλλον δὲ τῆς ὅλης κτίσεως; Φησὶ γοῦν ὁ Θεὸς τῷ Μωσεῖ· «Ὅρα, ποιήσεις πάντα κατὰ τὸν τύπον τὸν δειχθέντα σοι ἐν τῷ ὄρει». Καὶ τὰ Χερουβὶμ δὲ τὰ σκιάζοντα τὸ ἱλαστήριον οὐχὶ ἔργα χειρῶν ἀνθρώπων ἦν; Τί δὲ ὁ ἐν Ἱεροσολύμοις περιώνυμος ναός; Οὐχὶ χειροποίητος καὶ ἀνθρώπων τέχνῃ κατεσκευασμένος;

Επειδή ορισμένοι μας κατηγορούν ότι προσκυνούμε και τιμούμε την εικόνα του Σωτήρα και της Δέσποινάς μας, και ακόμη τις εικόνες των υπολοίπων αγίων και διακόνων του Χριστού, ας μάθουν ότι εξαρχής ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο σύμφωνα με τη δική του εικόνα. Για ποιό λόγο, για παράδειγμα, προσκυνούμε ο ένας τον άλλο, παρά μόνο διότι έχουμε πλασθεί κατ᾿ εικόνα Θεού; Διότι, όπως λέει ο θεοφόρος και βαθύς γνώστης των θείων Βασίλειος, «η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο· και πρωτότυπο είναι το εικονιζόμενο πρόσωπο, του οποίου γίνεται αντίγραφο. Για ποιό λόγο, ακόμη, ο λαός του Μωυσή προσκυνούσε γύρω από τη σκηνή, που εικόνιζε και προτύπωνε τα επουράνια ή καλύτερα όλη τη δημιουργία; Λέει μάλιστα ο Θεός στον Μωυσή: «Πρόσεξε, να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το πρότυπο που είδες στο Όρος». Και τα Χερουβείμ, επίσης, που έριχναν τη σκιά τους στο θυσιαστήριο, δεν ήταν ανθρώπινα κατασκευάσματα; Τί ήταν πάλι ο περίφημος ναός των Ιεροσολύμων; Δεν ήταν χειροποίητος και κτισμένος με την ανθρώπινη τέχνη;

Ἡ δὲ θεία Γραφὴ κατηγορεῖ τῶν προσκυνούντων τοῖς γλυπτοῖς, ἀλλὰ καὶ τῶν θυόντων τοῖς δαιμονίοις. Ἔθυον μὲν καὶ Ἕλληνες, ἔθυον δὲ καὶ Ἰουδαῖοι· ἀλλ᾿ Ἕλληνες μὲν δαίμοσιν, Ἰουδαῖοι δὲ τῷ Θεῷ. Καὶ ἀπόβλητος μὲν ἡ τῶν Ἑλλήνων θυσία ἦν καὶ κατάκριτος, ἡ δὲ τῶν δικαίων τῷ Θεῷ εὐαπόδεκτος. «Ἔθυσε γὰρ Νῶε, καὶ ὠσφράνθη ὁ Θεὸς ὀσμὴν εὐωδίας», τῆς ἀγαθῆς προαιρέσεως καὶ τῆς πρὸς αὐτὸν εὐνοίας τὸ εὐῶδες ἀποδεχόμενος. Οὕτω τὰ μὲν τῶν Ἑλλήνων γλυπτά, ἐπεὶ δαιμόνων ἦσαν ἐξεικονίσματα ἀπόβλητά τε καὶ ἀπηγορευμένα τυγχάνουσι.

Η Αγία Γραφή όμως κατηγορεί αυτούς που προσκυνούν τα γλυπτά, αλλά και όσους θυσιάζουν στα δαιμόνια. Θυσίαζαν βέβαια οι ειδωλολάτρες, θυσίαζαν όμως και οι Ιουδαίοι· οι ειδωλολάτρες θυσίαζαν στους δαίμονες, ενώ οι Ιουδαίοι στον Θεό. Και η θυσία των ειδωλολατρών ήταν απορριπτέα και κατακριτέα, ενώ των δικαίων ευπρόσδεκτη από τον Θεό. «Θυσίασε, δηλαδή, ο Νώε και μύρισε ο Θεός οσμή ευωδίας», καθώς με την ευωδία αποδέχτηκε την καλή προαίρεση και την ευχαριστία (του Νώε) προς αυτόν. Έτσι, τα γλυπτά των ειδωλολατρών, επειδή απεικόνιζαν δαίμονες, είναι απορρίψιμα και απαγορευμένα.

Πρὸς δὲ τούτοις τοῦ ἀοράτου καὶ ἀσωμάτου καὶ ἀπεριγράπτου καὶ ἀσχηματίστου Θεοῦ τίς δύναται ποιήσασθαι μίμημα; Παραφροσύνης τοίνυν ἄκρας καὶ ἀσεβείας τὸ σχηματίζειν τὸ θεῖον. Ἐντεῦθεν ἐν τῇ Παλαιᾷ οὐκ ἦν τετριμμένη ἡ τῶν εἰκόνων χρῆσις. Ἐπεὶ δὲ ὁ Θεὸς διὰ σπλάγχνα ἐλέους αὐτοῦ κατὰ ἀλήθειαν γέγονεν ἄνθρωπος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν, οὐχ ὡς τῷ Ἀβραὰμ ὤφθη ἐν εἴδει ἀνθρώπου, οὐχ ὡς τοῖς προφήταις, ἀλλὰ κατ᾿ οὐσίαν ἀληθῶς γέγονεν ἄνθρωπος διέτριψέ τε ἐπὶ τῆς γῆς «καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη», ἐθαυματούργησεν, ἔπαθεν, ἐσταυρώθη, ἀνέστη, ἀνελήφθη, καὶ πάντα ταῦτα κατὰ ἀλήθειαν γέγονε, καὶ ὡράθη ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, ἐγράφη μὲν εἰς ὑπόμνησιν ἡμῶν καὶ διδαχὴν τῶν τηνικαῦτα μὴ παρόντων, ἵνα μὴ ἑωρακότες, ἀκούσαντες δὲ καὶ πιστεύσαντες τύχωμεν τοῦ μακαρισμοῦ τοῦ Κυρίου.

Επιπλέον, ποιός μπορεί να φτιάξει ομοίωμα του αόρατου, ασώματου, απερίγραπτου και ασχημάτιστου Θεού; Η απεικόνιση του θείου αποτελεί ακραία παραφροσύνη και ασέβεια. Γι᾿ αυτό η χρήση εικόνων δεν ήταν συνηθισμένη στην Παλαιά Διαθήκη. Αφότου όμως ο Θεός, από την πολλή του αγάπη, έγινε αληθινός άνθρωπος για τη σωτηρία μας, όχι όπως εμφανίσθηκε στον Αβραάμ με μορφή ανθρώπου, ούτε όπως στους προφήτες, αλλά έγινε στην ουσία αληθινά άνθρωπος· έζησε πάνω στη γη «και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους», έκανε θαύματα, έπαθε, σταυρώθηκε, αναστήθηκε, αναλήφθηκε και όλα αυτά ήταν αληθινά γεγονότα· οι άνθρωποι τον είδαν και τα έγραψαν αυτά για να τα γνωρίσουμε κι εμείς, και να τα διδαχθούν όσοι δεν έζησαν εκείνη την εποχή, για ν᾿ αξιωθούμε τον μακαρισμό του Κυρίου (που λέει) ότι, αν και δεν είδαμε, ακούσαμε μόνο και πιστέψαμε.

Ἐπεὶ δὲ οὐ πάντες ἴσασι γράμματα οὐδὲ τῇ ἀναγνώσει σχολάζουσιν, οἱ πατέρες συνεῖδον ὥσπερ τινὰς ἀριστείας ἐν εἰκόσι ταῦτα γράφεσθαι εἰς ὑπόμνησιν σύντομον. Ἀμέλει πολλάκις μὴ κατὰ νοῦν ἔχοντες τὸ τοῦ Κυρίου πάθος, τὴν εἰκόνα τῆς Χριστοῦ σταυρώσεως ἰδόντες, τοῦ σωτηρίου πάθους εἰς ἀνάμνησιν ἐλθόντες, πεσόντες προσκυνοῦμεν οὐ τῇ ὕλῃ, ἀλλὰ τῷ εἰκονιζομένῳ, ὥσπερ οὐ τῇ ὕλῃ τοῦ Εὐαγγελίου οὐδὲ τῇ τοῦ σταυροῦ ὕλῃ προσκυνοῦμεν, ἀλλὰ τῷ ἐκτυπώματι. Τί γὰρ διαφέρει σταυρὸς μὴ ἔχων τὸ τοῦ Κυρίου ἐκτύπωμα τοῦ ἔχοντος; Ὡσαύτως καὶ τῆς Θεομήτορος· ἡ γὰρ εἰς αὐτὴν τιμὴ εἰς τὸν ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντα ἀνάγεται. Ὁμοίως καὶ τὰ τῶν ἁγίων ἀνδραγαθήματα ἐπαλείφοντα ἡμᾶς πρὸς ἀνδρείαν καὶ ζῆλον καὶ μίμησιν τῆς αὐτῶν ἀρετῆς καὶ δόξαν Θεοῦ. Ὡς γὰρ ἔφημεν, ἡ πρὸς τοὺς εὐγνώμονας τῶν ὁμοδούλων τιμὴ ἀπόδειξιν ἔχει τῆς πρὸς τὸν κοινὸν δεσπότην εὐνοίας, καὶ ἡ τῆς εἰκόνος τιμὴ πρὸς τὸ πρωτότυπον διαβαίνει. Ἔστι δὲ ἄγραφος ἡ παράδοσις ὥσπερ τὸ κατὰ ἀνατολὰς προσκυνεῖν, τὸ προσκυνεῖν σταυρὸν καὶ ἕτερα πλεῖστα τούτοις ὅμοια.

Επειδή όμως δεν γνωρίζουν όλοι γράμματα και ούτε ασχολούνται με τη μελέτη, οι Πατέρες αποφάσισαν ν᾿ απεικονισθούν αυτά σε εικόνες, όπως απεικονίζονται κάποια ανδραγαθήματα, για σύντομη υπενθύμιση. Διότι χωρίς αμφιβολία, πολλές φορές, ενώ δεν έχουμε στο νου το πάθος του Κυρίου, βλέποντας την εικόνα της σταυρώσεως του Χριστού, θυμόμαστε το σωτήριο πάθος του και κάνοντας μετάνοια προσκυνούμε όχι την ύλη, αλλά το εικονιζόμενο πρόσωπο· όπως ακριβώς δεν προσκυνούμε την ύλη του Ευαγγελίου ή του σταυρού αλλά το σχήμα. Διότι, σε τί διαφέρει ο σταυρός που δεν έχει τη μορφή του Κυρίου από εκείνον που την έχει; Το ίδιο και με τη Θεοτόκο· η τιμή, δηλαδή, προς το πρόσωπό της απευθύνεται στον γιό της, που έλαβε σάρκα απ᾿ αυτήν. Παρόμοια, και τα κατορθώματα των αγίων μας παρακινούν στην ανδρεία, τον ζήλο, τη μίμηση της αρετής τους και για τη δόξα του Θεού. Διότι, όπως είπαμε, η τιμή προς τους συνδούλους μας που αποδείχτηκαν ευγνώμονες φανερώνει την καλή διάθεση προς τον κοινό δεσπότη· και η τιμή προς την εικόνα απευθύνεται στο πρωτότυπο (πρόσωπο). Υπάρχει ακόμη άγραφη παράδοση, όπως προσκυνούμε στραμμένοι στην ανατολή, να προσκυνούμε και τον σταυρό· και άλλες πολλές παρόμοιες παραδόσεις.

Φέρεται δὲ καί τις ἱστορία, ὡς ὁ Κύριος τῷ Αὐγάρῳ τῆς Ἐδεσσηνῶν πόλεως βασιλεύοντι ζωγράφον ἀποστείλαντι τὴν τοῦ Κυρίου ὁμοιογραφῆσαι εἰκόνα μὴ δυνηθέντος τοῦ ζωγράφου διὰ τὴν ἀποστίλβουσαν τοῦ προσώπου λαμπρότητα, αὐτὸς ἱμάτιον τῷ οἰκείῳ καὶ καί θείῳ καί ζωοποιῷ προσώπῳ ἐπιθεὶς ἐναπομάξασθαι τῷ ἱματίῳ τὸ ἑαυτοῦ ἀπεικόνισμα καὶ οὕτως ἀπέστειλε τοῦτο ποθοῦντι τῷ Αὐγάρῳ.

Διηγούνται κι ένα σχετικό περιστατικό. Όταν ο Αύγαρος βασίλευε στην πόλη της Έδεσσας, έστειλε ένα ζωγράφο για να κάνει πανομοιότυπη εικόνα με τη μορφή του Κυρίου. Ο ζωγράφος όμως δεν τα κατάφερε, διότι το πρόσωπο του Κυρίου έλαμπε εκθαμβωτικά. Τότε ο ίδιος Κύριος άγγιξε ένα κομμάτι ύφασμα στο θείο και ζωοποιό πρόσωπό του και αποτύπωσε σ᾿ αυτό τη μορφή του. Έτσι, έστειλε το ύφασμα στον Αύγαρο με την απεικόνιση που τόσο ποθούσε.

Ὅτι δὲ καὶ πλεῖστα οἱ ἀπόστολοι ἀγράφως παραδεδώκασι, γράφει Παῦλος, ὁ τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος· «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἡμῶν, ἃς ἐδιδάχθητε, εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν». Καὶ πρὸς Κορινθίους· «Ἐπαινῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, ὅτι πάντα μου μέμνησθε καί, καθὼς παρέδωκα ὑμῖν, τὰς παραδόσεις κατέχετε».

Επίσης, οι Απόστολοι μας έχουν μεταφέρει πολλές άγραφες παραδόσεις, όπως γράφει ο απόστολος των εθνών Παύλος: «Επομένως, αδελφοί, προσέχετε να διατηρείτε τις παραδόσεις μας, που σας διδάξαμε είτε προφορικά είτε γραπτά. Και στους Κορινθίους (γράφει): «Σας επαινώ, αδέλφια μου, διότι θυμάσθε όλα τα δικά μου, και διατηρείτε τις παραδόσεις που σας μετάδωσα».

 

Κεφάλαιο 90

Περὶ γραφῆς
(Για την Αγία Γραφή)

Εἷς ἐστιν ὁ Θεὸς ὑπό τε Παλαιᾶς Διαθήκης καὶ Καινῆς κηρυττόμενος, ὁ ἐν Τριάδι ὑμνούμενός τε καὶ δοξαζόμενος, τοῦ Κυρίου φήσαντος· «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον, ἀλλὰ πληρῶσαι». Αὐτὸς γὰρ τὴν ἡμῶν σωτηρίαν εἰργάσατο, ὑπὲρ ἧς πᾶσα Γραφὴ καὶ ἅπαν μυστήριον. Καὶ πάλιν· «Ἐρευνᾶτε τὰς Γραφάς· αὗται γὰρ μαρτυροῦσι περὶ ἐμοῦ». Καὶ τοῦ ἀποστόλου εἰπόντος· «Πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως πάλαι ὁ Θεὸς λαλήσας τοῖς πατράσιν ἡμῶν ἐν τοῖς προφήταις, ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν τούτων ἐλάλησεν ἡμῖν ἐν Υἱῷ». Διὰ Πνεύματος τοίνυν Ἁγίου ὅ τε νόμος καὶ οἱ προφῆται, εὐαγγελισταὶ καὶ ἀπόστολοι καὶ ποιμένες ἐλάλησαν καὶ διδάσκαλοι.

Ένας είναι ο Θεός που υμνείται και δοξάζεται ως Τριάδα και τον οποίο κηρύσσει η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, σύμφωνα με τα λόγια τού Κυρίου: «Δεν ήλθα να καταργήσω το νόμο, αλλά να τον συμπληρώσω». Διότι Αυτός πραγματοποίησε τη σωτηρία μας, για την οποία ομιλεί όλη η Γραφή και όλα τα μυστήρια. Και πάλι λέει: «Ερευνάτε τις Γραφές, επειδή αυτές μιλούν για μένα». Και ο Απόστολος είπε: «Σε πολλές περιπτώσεις και με πολλούς τρόπους ο Θεός μίλησε τον παλιό καιρό στους πατέρες μας μέσω των προφητών, και τις τελευταίες αυτές ημέρες μας μίλησε μέσω του Υιού». Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, λοιπόν, ο νόμος, οι προφήτες, οι ευαγγελιστές, οι απόστολοι, οι ποιμένες και οι δάσκαλοι μίλησαν».

«Πᾶσα τοίνυν Γραφὴ θεόπνευστος πάντως ὠφέλιμος». Ὥστε κάλλιστον καὶ ψυχωφελέστατον ἐρευνᾶν τὰς θείας Γραφάς. Ὥσπερ γὰρ δένδρον παρὰ τὰς διεξόδους τῶν ὑδάτων πεφυτευμένον, οὕτω καὶ ψυχὴ τῇ θείᾳ ἀρδευομένη Γραφῇ πιαίνεται καὶ καρπὸν ὥριμον δίδωσι, πίστιν ὀρθόδοξον, καὶ ἀειθαλέσι τοῖς φύλλοις, ταῖς θεαρέστοις, φημὶ, ὡραΐζεται πράξεσι· πρός τε γὰρ πρᾶξιν ἐνάρετον καὶ θεωρίαν ἀθόλωτον ἐκ τῶν ἁγίων Γραφῶν ῥυθμιζόμεθα. Πάσης γὰρ ἀρετῆς παράκλησιν καὶ κακίας ἁπάσης ἀποτροπὴν ἐν ταύταις εὑρίσκομεν. Ἐὰν οὖν ἐσόμεθα φιλομαθεῖς, ἐσόμεθα καὶ πολυμαθεῖς· ἐπιμελείᾳ γὰρ καὶ πόνῳ καὶ τῇ τοῦ διδόντος χάριτι κατορθοῦνται ἅπαντα. «Ὁ γὰρ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται».

«Κάθε Γραφή, λοιπόν, είναι θεόπνευστη και πολύ ωφέλιμη». Επομένως, είναι πολύ ωραίο και πολύ ωφέλιμο στην ψυχή να ερευνάμε τις θείες Γραφές. Όπως ακριβώς ένα δένδρο που είναι φυτεμένο στο μέρος που υπάρχουν πολλά νερά, έτσι και η ψυχή που αρδεύεται με την Αγία Γραφή, ευδοκιμεί και αποδίδει ώριμους καρπούς, δηλαδή ορθόδοξη πίστη, και είναι στολισμένη με αειθαλή φύλλα, δηλαδή με θεάρεστες πράξεις. Διότι οι άγιες Γραφές μας οδηγούν στις ενάρετες πράξεις και την καθαρή θεωρητική γνώση, επειδή μέσα σ᾿ αυτές βρίσκουμε την προτροπή για κάθε αρετή και την αποτροπή για κάθε κακία. Αν είμαστε, λοιπόν, φιλομαθείς, θα είμαστε και πολυμαθείς· διότι όλα τα πετυχαίνει η επιμέλεια, ο κόπος και η χάρη που δίνει ο Θεός. «Καθόσον, αυτός που ζητά παίρνει, αυτός που ψάχνει βρίσκει και αυτός που χτυπά την πόρτα του ανοίγουν».

Κρούσωμεν τοίνυν εἰς τὸν κάλλιστον παράδεισον τῶν Γραφῶν, τὸν εὐώδη, τὸν γλυκύτατον, τὸν ὡραιότατον, τὸν παντοίοις νοερῶν θεοφόρων ὀρνέων κελαδήμασι περιηχοῦντα ἡμῶν τὰ ὦτα, τὸν ἁπτόμενον ἡμῶν τῆς καρδίας, καὶ λυπουμένην μὲν παρακαλοῦντα, θυμουμένην δὲ κατευνάζοντα καὶ χαρᾶς ἀιδίου ἐμπιπλῶντα, τὸν ἐπιβιβάζοντα ἡμῶν τὴν διάνοιαν ἐπὶ τὰ χρυσαυγῆ μετάφρενα τῆς θείας περιστερᾶς καὶ ὑπέρλαμπρα καὶ ταῖς φανωτάταις αὐτῆς πτέρυξι πρὸς τὸν μονογενῆ Υἱὸν καὶ κληρονόμον τοῦ φυτουργοῦ τοῦ νοητοῦ ἀμπελῶνος ἀνάγοντα καὶ δι᾿ αὐτοῦ τῷ Πατρὶ τῶν φώτων προσάγοντα.

Ας χτυπήσουμε, λοιπόν την πόρτα του πολύ ωραίου παραδείσου των Γραφών, που είναι μυρωδάτος, πολύ γλυκύς και ωραίος και γεμίζει τ᾿ αυτιά μας με κάθε είδους κελαδήματα των νοερών θεοφόρων πτηνών· αυτός (ο παράδεισος των Γραφών) αγγίζει την καρδιά μας και, όταν αυτή είναι λυπημένη την παρηγορεί, όταν είναι ταραγμένη την ηρεμεί και τη γεμίζει με ανέκφραστη χαρά· ανεβάζει το νου μας στα χρυσαυγή και υπέρλαμπρα ενδότερα του νου του «θείου περιστεριού», το οποίο με τα φωτεινά φτερά του μας οδηγεί στον μονογενή Υιό και κληρονόμο του γεωργού του νοητού αμπελώνα, και μέσω αυτού μας παρουσιάζει στον Πατέρα των φώτων.

Ἀλλὰ μὴ παρέργως κρούσωμεν, προθύμως δὲ μᾶλλον καὶ ἐπιμόνως· μὴ ἐκκακήσωμεν κρούοντες· οὕτω γὰρ ἡμῖν ἀνοιγήσεται. Ἐὰν ἀναγνῶμεν ἅπαξ καὶ δὶς καὶ μὴ διαγνῶμεν, ἃ ἀναγινώσκομεν, μὴ ἐκκακήσωμεν, ἀλλ᾿ ἐπιμείνωμεν, ἀδολεσχήσωμεν, ἐρωτήσωμεν· «ἐπερώτησον» γάρ, φησίν, «τὸν πατέρα σου, καὶ ἀναγγελεῖ σοι, τοὺς πρεσβυτέρους σου, καὶ ἐροῦσί σοι». Οὐ γὰρ πάντων ἡ γνῶσις. Ἀρυσώμεθα ἐκ τῆς τούτου τοῦ παραδείσου πηγῆς ἀένναα καὶ καθαρώτατα νάματα ἁλλόμενα εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἐντρυφήσωμεν, ἀπλήστως κατατρυφήσωμεν· τὴν γὰρ χάριν ἀδάπανον κέκτηνται. Εἰ δέ τι καὶ παρὰ τῶν ἔξωθεν χρήσιμον καρπώσασθαι δυνηθείημεν, οὐ τῶν ἀπηγορευμένων ἐστί. Γενώμεθα δόκιμοι τραπεζῖται τὸ μὲν γνήσιον καὶ καθαρὸν χρυσίον σωρεύοντες, τὸ δὲ κίβδηλον παραιτούμενοι. Λάβωμεν λόγους καλλίστους, θεοὺς δὲ γελοίους καὶ μύθους ἀλλοτρίους τοῖς κυσὶν ἀπορρίψωμεν· πλείστην γὰρ ἐξ αὐτῶν κατ᾿ αὐτῶν ἰσχὺν κτήσασθαι δυνηθείημεν.

Όμως, ας μη χτυπήσουμε τη θύρα με αδιαφορία, αλλά με περισσότερη προθυμία και επιμονή· ας μην αποθαρρυνθούμε κρούοντας· διότι έτσι θα μας ανοίξει τη θύρα. Αν, δηλαδή, διαβάσουμε μία και δύο φορές και δεν καταλάβουμε αυτά που διαβάσαμε, ας μην αποθαρρυνθούμε, αλλά να επιμείνουμε, να εντρυφήσουμε, να ρωτήσουμε. Διότι λέει (η Γραφή) «ρώτησε τον πατέρα σου και θα σε πληροφορήσει, ρώτησε τους πρεσβυτέρους και θα σου πουν». Διότι η γνώση δεν είναι κτήμα όλων. Ας αντλήσουμε από την πηγή του παραδείσου τα πάντοτε αναβλύζοντα και ολοκάθαρα νερά που μας προσφέρουν την αιώνια ζωή· ας τ᾿ απολαύσουμε, ας τα χαρούμε με απληστία· διότι έχουν ανεξάντλητη τη χάρη. Αν πάλι μπορέσουμε ν᾿ αποκομίσουμε κάτι ωφέλιμο από τους εκτός Εκκλησίας, δεν είναι απαγορευμένο. Ας γίνουμε επιτυχημένοι τραπεζίτες συσσωρεύοντας το ατόφιο και καθαρό χρυσάφι και αποφεύγοντας το νοθευμένο. Ας δεχθούμε τους ωραιότατους λόγους και ας πετάξουμε τους γελοίους θεούς και τις ξένες μυθολογίες στα σκυλιά· διότι θα μπορέσουμε ν᾿ αποκτήσουμε απ᾿ αυτούς μεγάλη δύναμη εναντίον τους.

Ἰστέον δέ, ὡς εἴκοσι δύο βίβλοι εἰσὶ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης κατὰ τὰ στοιχεῖα τῆς Ἑβραΐδος φωνῆς. Εἴκοσι δύο γὰρ στοιχεῖα ἔχουσιν, ἐξ ὧν πέντε διπλοῦνται, ὡς γίνεσθαι αὐτὰ εἴκοσι ἑπτά· διπλοῦν γάρ ἐστι τὸ Χὰφ καὶ τὸ Μὲμ καὶ τὸ Νοῦν καὶ τὸ Φὶ καὶ τὸ Σαδί. Διὸ καὶ αἱ βίβλοι κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον εἴκοσι δύο μὲν ἀριθμοῦνται, εἴκοσι ἑπτὰ δὲ εὑρίσκονται διὰ τὸ πέντε ἐξ αὐτῶν διπλοῦσθαι. Συνάπτεται γὰρ ἡ Ῥοὺθ τοῖς Κριταῖς καὶ ἀριθμεῖται παρ᾿ Ἑβραίοις μία βίβλος· ἡ πρώτη καὶ δευτέρα τῶν Βασιλειῶν μία βίβλος· ἡ τρίτη καὶ ἡ τετάρτη τῶν Βασιλειῶν μία βίβλος· ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα τῶν Παραλειπομένων μία βίβλος· ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα τοῦ Ἔσδρα μία βίβλος.

Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είναι είκοσι δύο, σύμφωνα με τα γράμματα της Εβραϊκής γλώσσας. Διότι αυτή έχει είκοσι δύο γράμματα, από τα οποία τα πέντε διπλασιάζονται, για να γίνουν αυτά είκοσι εφτά· διπλό δηλαδή είναι το Χάφ, το Μεμ, το Νουν, το Φι και το Σαδί. Γι᾿ αυτό και τα βιβλία, σύμφωνα μ᾿ αυτό τον τρόπο, αριθμούνται είκοσι δύο, αλλά είναι είκοσι επτά, επειδή πέντε απ᾿ αυτά διπλασιάζονται. Ενώνεται, δηλαδή, το βιβλίο της Ρουθ με των Κριτών και οι Εβραίοι τα υπολογίζουν ως ένα βιβλίο· ένα βιβλίο αριθμούνται η πρώτη και δεύτερη των Βασιλειών· ένα, επίσης, η τρίτη και τέταρτη Βασιλειών· ένα βιβλίο ακόμη η πρώτη και δεύτερη των Παραλειπομένων, και ένα η πρώτη και δεύτερη του Έσδρα.

Οὕτως οὖν σύγκεινται αἱ βίβλοι ἐν πεντατεύχοις τέτρασι, καὶ μένουσιν ἄλλαι δύο, ὡς εἶναι τὰς ἐνδιαθέτους βίβλους οὕτως· πέντε νομικάς· Γένεσιν, Ἔξοδον, Λευιτικόν, Ἀριθμούς, Δευτερονόμιον· αὕτη πρώτη πεντάτευχος, ἣ καὶ νομοθεσία. Εἶτα ἄλλη πεντάτευχος, τὰ καλούμενα Γραφεῖα, παρά τισι δὲ Ἁγιόγραφα, ἅτινά ἐστιν οὕτως· Ἰησοῦς ὁ τοῦ Ναυῆ, Κριταὶ μετὰ τῆς Ῥούθ, Βασιλειῶν πρώτη μετὰ τῆς δευτέρας, βίβλος μία, Βασιλειῶν τρίτη μετὰ τῆς τετάρτης, βίβλος μία, καὶ αἱ δύο τῶν Παραλειπομένων, βίβλος μία· αὕτη δευτέρα πεντάτευχος. Τρίτη πεντάτευχος αἱ στιχήρεις βίβλοι· τοῦ Ἰώβ, τὸ Ψαλτήριον, Παροιμίαι Σολομῶντος, Ἐκκλησιαστὴς τοῦ αὐτοῦ, τὰ ᾌσματα τῶν ᾀσμάτων τοῦ αὐτοῦ. Τετάρτη πεντάτευχος, ἡ προφητική· τὸ δωδεκαπρόφητον, βίβλος μία, Ἡσαΐας, Ἰερεμίας Ἰεζεκιήλ, Δανιήλ. Εἶτα τοῦ Ἔσδρα, αἱ δύο εἰς μίαν συναπτόμεναι βίβλον, καὶ ἡ Ἐσθήρ. Ἡ δὲ Πανάρετος, τουτέστιν ἡ Σοφία τοῦ Σολομῶντος, καὶ ἡ Σοφία τοῦ Ἰησοῦ, ἣν ὁ πατὴρ μὲν τοῦ Σιρὰχ ἐξέθετο Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστὶ δὲ ἡρμήνευσεν ὁ τούτου μὲν ἔγγονος Ἰησοῦς, τοῦ δὲ Σιρὰχ υἱός· ἐνάρετοι μὲν καὶ καλαί, ἀλλ᾿ οὐκ ἀριθμοῦνται οὐδὲ ἔκειντο ἐν τῇ κιβωτῷ.

Έτσι, λοιπόν, τα βιβλία συναποτελούν τέσσερις πεντατεύχους και υπολείπονται άλλα δύο, ώστε τα βιβλία που περιλαμβάνονται στον Κανόνα να είναι τα εξής: τα νομικά πέντε· η Γένεση, η Έξοδος, το Λευϊτικό, οι Αριθμοί και το Δευτερονόμιο· αυτή είναι η πρώτη πεντάτευχος, η οποία λέγεται και νομοθεσία. Έπειτα είναι η άλλη πεντάτευχος, που λέγεται Γραφεία, και από ορισμένους Αγιόγραφα, τα οποία είναι είναι τα εξής: Ιησούς του Ναυή, Κριτές με τη Ρουθ, πρώτη και δεύτερη Βασιλειών (ένα βιβλίο), τρίτη και τέταρτη Βασιλειών (ένα βιβλίο) και τα δύο Παραλειπόμενα (πάλι ένα βιβλίο)· αυτή είναι η δεύτερη πεντάτευχος. Τρίτη πεντάτευχος είναι τα στιχηρά βιβλία· δηλαδή ο Ιώβ, το Ψαλτήρι, οι Παροιμίες του Σολομώντα, ο Εκκλησιαστής του ίδιου, το ΄Ασμα Ασμάτων, πάλι του ίδιου συγγραφέα (Σολομώντα). Τέταρτη πεντάτευχος είναι η προφητική· οι δώδεκα (μικροί) προφήτες, ένα βιβλίο, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ιεζεκιήλ, ο Δανιήλ. Έπειτα τα δύο βιβλία του Έσδρα, που αποτελούν ένα, και η Εσθήρ. Και η Πανάρετος, δηλαδή η Σοφία του Σολομώντα και η Σοφία του Ιησού, την οποία ο πατέρας του Σιράχ έγραψε στα εβραϊκά, και στα ελληνικά την ερμήνευσε ο εγγονός του Ιησούς, ο γιος του Σιράχ. Είναι ηθικά και καλά βιβλία, αλλά δεν υπολογίζονται στον αριθμό (των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης) και ούτε ήταν τοποθετημένα μέσα στην κιβωτό.

Τῆς δὲ Νέας Διαθήκης εὐαγγέλια τέσσαρα· τὸ κατὰ Ματθαῖον, τὸ κατὰ Μάρκον, τὸ κατὰ Λουκᾶν, τὸ κατὰ Ἰωάννην· Πράξεις τῶν ἁγίων ἀποστόλων διὰ Λουκᾶ τοῦ εὐαγγελιστοῦ· καθολικαὶ ἐπιστολαὶ ἑπτά· Ἰακώβου μία, Πέτρου δύο, Ἰωάννου τρεῖς, Ἰούδα μία· Παύλου ἀποστόλου ἐπιστολαὶ δεκατέσσαρες, Ἀποκάλυψις Ἰωάννου εὐαγγελιστοῦ, κανόνες τῶν ἁγίων ἀποστόλων διὰ Κλήμεντος.

Και (ο Κανόνας) της Καινής Διαθήκης είναι τα τέσσερα Ευαγγέλια· του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη· επίσης, οι Πράξεις των αγίων Αποστόλων που έγραψε ο ευαγγελιστής Λουκάς· ακόμη, οι επτά Καθολικές Επιστολές: μία του Ιακώβου, δύο του Πέτρου, τρεις του Ιωάννου, μία του Ιούδα· οι δεκατέσσερις επιστολές του αποστόλου Παύλου, η Αποκάλυψη του ευαγγελιστή Ιωάννη και οι Κανόνες των Αγίων Αποστόλων, που έγραψε ο Κλήμης.

 

Κεφάλαιο 91

Περὶ τῶν ἐπὶ Χριστοῦ λεγομένων
(Γι᾿ αυτά που λέγονται για τον Χριστό)

Τῶν ἐπὶ Χριστοῦ λεγομένων τρόποι γενικοί εἰσι τέσσαρες· Α΄ τὰ μὲν γὰρ καὶ πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως ἁρμόσει αὐτῷ, Β΄ τὰ δὲ ἐν τῇ ἑνώσει, Γ΄ τὰ δὲ μετὰ τὴν ἕνωσιν, Δ΄ τὰ δὲ μετὰ τὴν ἀνάστασιν.

Υπάρχουν τέσσερις γενικοί τρόποι αυτών που λέγονται για τον Χριστό: Α΄ όσα αφορούν στα γεγονότα πριν την ενανθρώπησή του, Β΄ όσα αφορούν στην ενανθρώπηση, Γ΄ στα μετά την ενανθρώπηση και Δ΄ στα μετά την ανάσταση.

Α΄ Καὶ τῶν πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως μὲν τρόποι εἰσὶν ἕξ.

Α΄ Και υπάρχουν έξι τρόποι γι᾿ αυτά (που λέγονται) πριν από την ενανθρώπηση:

α΄ Τὰ μὲν γὰρ αὐτῶν τὸ συναφὲς τῆς φύσεως καὶ τὸ πρὸς τὸν Πατέρα ὁμοούσιον δηλοῖ ὡς τὸ «Ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν» καὶ «ὁ ἑωρακὼς ἐμὲ ἑώρακε τὸν Πατέρα» καὶ τὸ «Ὅς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων» καὶ τὰ τοιαῦτα.

α΄ ΄Αλλα απ᾿ αυτά δηλώνουν τη συνάφεια και το ομοούσιο της φύσεώς του προς τον Πατέρα, όπως τα χωρία «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα», το «όποιος είδε εμένα είδε και τον Πατέρα» και το «Αυτός έχει τη μορφή του Θεού» και τα παρόμοια.

β΄ Τὰ δὲ τὸ τέλειον τῆς ὑποστάσεως ὡς τὸ «Υἱὸς τοῦ Θεοῦ» καὶ «χαρακτὴρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» καὶ τὸ «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος, θαυμαστός, σύμβουλος» καὶ τὰ ὅμοια.

β΄ ΄Αλλα δηλώνουν την τελειότητα της υποστάσεώς του, όπως το «Υιός του Θεού», το «χαρακτήρας της υποστάσεώς του» και το «αγγελιαφόρος της σπουδαίας βουλής του, θαυμαστός σύμβουλος» και τα παρόμοια.

γ΄ Τὰ δὲ τὴν ἐν ἀλλήλαις τῶν ὑποστάσεων περιχώρησιν, ὡς τὸ «ἐγὼ ἐν τῷ Πατρί, καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί» καὶ τὴν ἀνεκφοίτητον ἵδρυσιν ὡς «λόγος», «σοφία καὶ δύναμις» καὶ «ἀπαύγασμα». Ὅ τε γὰρ λόγος ἐν τῷ νῷ – λόγον δέ φημι τὸν οὐσιώδη – καὶ ἡ σοφία ὁμοίως, καὶ ἐν τῷ δυναμένῳ ἡ δύναμις, καὶ ἐν τῷ φωτὶ τὸ ἀπαύγασμα ἀνεκφοιτήτως ἵδρυται, ἐξ αὐτῶν πηγαζόμενα.

γ΄ ΄Αλλα χωρία φανερώνουν την αλληλοπεριχώρηση των υποστάσεων, όπως το «εγώ είμαι με τον Πατέρα και ο Πατέρας με μένα»· ακόμη άλλα δηλώνουν την αδιάκοπη διαμονή όπως «λόγος», «σοφία και δύναμη» και «απαύγασμα». Διότι ο λόγος είναι πάντοτε με το νου – εννοώ τον λόγο που έχει ύπαρξη – και η σοφία το ίδιο, και η δύναμη είναι πάντα σ᾿ αυτό που έχει δύναμη και η ακτινοβολία είναι πάντοτε στο φως, επειδή πηγάζουν απ᾿ αυτά.

δ΄ Τὰ δὲ ὡς ἐξ αἰτίου τοῦ Πατρὸς ὡς τὸ «ὁ Πατήρ μου μείζων μού ἐστιν»· ἐξ αὐτοῦ γὰρ ἔχει τό τε εἶναι καὶ πάντα, ὅσα ἔχει, τὸ μὲν εἶναι γεννητῶς καὶ οὐ δημιουργητικῶς ὡς τὸ «Ἐγὼ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐξῆλθον», «κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν Πατέρα», πάντα δέ, ὅσα ἔχει, οὐ μεταδοτικῶς οὔτε διδακτικῶς, ἀλλ᾿ ὡς ἐξ αἰτίου ὡς τὸ «οὐ δύναται ὁ Υἱὸς ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν Πατέρα οὕτω ποιοῦντα». Εἰ μὴ γὰρ ὁ Πατήρ ἐστιν, οὐδὲ ὁ Υἱός· ἐκ τοῦ Πατρὸς γὰρ ὁ Υἱὸς καὶ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ οὐ μετὰ τὸν Πατέρα. Ὁμοίως καί, ἃ ποιεῖ, ἐξ αὐτοῦ καὶ σὺν αὐτῷ· μία γὰρ καὶ ἡ αὐτή, οὐχ ὁμοία, ἀλλ᾿ ἡ αὐτὴ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θέλησις ἐνέργειά τε καὶ δύναμις.

δ΄ ΄Αλλα χωρία δηλώνουν ότι προήλθε από τον Πατέρα ως αίτιο, όπως «ο Πατέρας μου είναι μεγαλύτερός μου»· διότι απ᾿ αυτόν έχει και την ύπαρξη και όλα όσα έχει· την ύπαρξη την έχει με γέννηση και όχι με δημιουργία, όπως (τα χωρία) «Εγώ προήλθα από τον Πατέρα» και «εγώ ζω για τον Πατέρα». Και όλα όσα έχει δεν τα έχει από μετάδοση ή διδασκαλία, αλλά από τον (Πατέρα) ως αίτιο, όπως το (χωρίο) «ο Υιός δεν μπορεί μόνος του να κάνει κάτι, αν δεν βλέπει τον Πατέρα να το κάνει». Εάν, δηλαδή, δεν υπάρχει ο Πατέρας, δεν υπάρχει και ο Υιός· ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα και είναι με τον Πατέρα και όχι μετά τον Πατέρα. Το ίδιο, και όσα κάνει, με αίτιο και συνεργό αυτόν (τον Πατέρα) τα κάνει. Διότι η θέληση, η ενέργεια και η δύναμη του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι μία και ίδια, και όχι παρόμοια.

ε΄ Τὰ δὲ ὡς τῆς πατρικῆς εὐδοκίας διὰ τῆς αὐτοῦ ἐνεργείας πληρουμένης οὐχ ὡς δι᾿ ὀργάνου ἢ δούλου, ἀλλ᾿ ὡς δι᾿ οὐσιώδους καὶ ἐνυποστάτου αὐτοῦ Λόγου καὶ σοφίας καὶ δυνάμεως διὰ τὸ μίαν ἐν Πατρὶ καὶ Υἱῷ θεωρεῖσθαι κίνησιν, ὡς τὸ «Πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο», καὶ τὸ «ἀπέστειλε τὸν Λόγον αὐτοῦ καὶ ἰάσατο αὐτούς», καὶ τὸ «ἵνα γνῶσιν, ὅτι σύ με ἀπέστειλας».

ε΄ ΄Αλλα πάλι (χωρία) φανερώνουν ότι η ευδοκία του Πατέρα εκπληρώνεται με τη δική του (του Υιού) ενέργεια, όχι βέβαια ενεργώντας σαν όργανο ή δούλος, αλλά σαν πραγματικός και ενυπόστατος Λόγος και σοφία και δύναμή του (του Πατέρα), επειδή μία κίνηση νοείται στον Πατέρα και τον Υιό, όπως τα (χωρία) «Όλα έγιναν απ᾿ αυτόν», το «απέστειλε τον Λόγο του και τους θεράπευσε» και το «για να γνωρίσουν ότι συ με απέστειλες».

στ΄ Τὰ δὲ προφητικῶς· καὶ τούτων τὰ μὲν ὡς μέλλοντα, οἷον «ἐμφανῶς ἥξει», καὶ τὸ τοῦ Ζαχαρίου «ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι», καὶ τὸ ὑπὸ Μιχαίου εἰρημένον «ἰδοὺ Κύριος ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ τόπου αὐτοῦ καὶ καταβήσεται καὶ ἐπιβήσεται ἐπὶ τὰ ὑψηλὰ τῆς γῆς»· τὰ δὲ μέλλοντα ὡς παρῳχηκότα· «Οὗτος ὁ Θεὸς ἡμῶν μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῆς γῆς ὤφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη», καὶ τὸ «Κύριος ἔκτισέ με ἀρχὴν ὁδῶν αὐτοῦ εἰς ἔργα αὐτοῦ», καὶ «διὰ τοῦτο ἔχρισέ σε ὁ Θεὸς ὁ Θεός σου ἔλαιον ἀγαλλιάσεως παρὰ τοὺς μετόχους σου» καὶ τὰ τοιαῦτα.

στ΄ ΄Αλλα (χωρία) λέγονται προφητικά· κι απ᾿ αυτά άλλα ως μέλλοντα να συμβούν, όπως το «θα έλθει ολοφάνερα», ή αυτό του Ζαχαρίου «να, έρχεται ο βασιλιάς σου» και αυτό που είπε ο Μιχαίας, «να, ο Κύριος φεύγει από τον τόπο του και θα κατέβει και θα ανέβει στα υψηλά μέρη της γης»· άλλα πάλι δείχνουν τα μέλλοντα σαν παρελθόντα, όπως: «Έπειτα, αυτός ο Θεός μας φανερώθηκε στη γη και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους», ή το (χωρίο) «ο Κύριος μ᾿ έφτιαξε αρχή των σχεδίων του για τα έργα του» και το «γι᾿ αυτό ο Κύριος ο Θεός σου σε έχρισε με λάδι αγαλλιάσεως περισσότερο από τους μετόχους σου» και τα παρόμοια.

Τὰ μὲν οὖν πρὸ τῆς ἑνώσεως καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐπ᾿ αὐτῷ λεχθήσεται, τὰ δὲ μετὰ τὴν ἕνωσιν πρὸ τῆς ἑνώσεως οὐδαμῶς, εἰ μήτιγε προφητικῶς, ὡς ἔφημεν.

Εκείνα που λέγονται γι᾿ αυτόν πριν τη σάρκωσή του θα του ειπωθούν και μετά απ᾿ αυτήν· ενώ εκείνα που του αποδίδονται μετά την ένωση καθόλου δεν λέγονται πριν απ᾿ αυτήν, παρά μόνον προφητικά, όπως είπαμε.

Β΄ Τῶν δὲ ἐν τῇ ἑνώσει τρόποι εἰσὶ τρεῖς.

Β΄ Οι τρόποι των λόγων που αναφέρονται στην ένωση είναι τρεις:

α΄ Ὅτε μὲν γὰρ ἐκ τοῦ κρείττονος τὸν λόγον ποιούμεθα, θέωσιν τῆς σαρκὸς καὶ λόγωσιν καὶ ὑπερύψωσιν λέγομεν καὶ τὰ τοιαῦτα, τὸν προσγενόμενον τῇ σαρκὶ πλοῦτον ἐκ τῆς πρὸς τὸν ὕψιστον Θεὸν Λόγον ἑνώσεώς τε καὶ συμφυΐας ἐμφαίνοντες.

α΄ Όταν, πρώτα, κάνουμε αρχή από το ανώτερο· τότε ομιλούμε για θέωση της σάρκας, για «λόγωση», υπερύψωση και τα παρόμοια, φανερώνοντας τον πλούτο που προστέθηκε στη σάρκα από την ένωση και σύνδεσή της με τον ύψιστο Θεό Λόγο.

β΄ Ὅτε δὲ ἀπὸ τοῦ ἐλάττονος, σάρκωσιν τοῦ Λόγου, ἐνανθρώπησιν, κένωσιν, πτωχείαν, ταπείνωσίν φαμεν· ταῦτα γὰρ καὶ τὰ τοιαῦτα ἐκ τῆς πρὸς τὸ ἀνθρώπινον κράσεως ἐπιλέγεται τῷ Λόγῳ τε καὶ Θεῷ.

β΄ Έπειτα, όταν κάνουμε αρχή από το κατώτερο, τότε λέμε για σάρκωση του Λόγου, για ενανθρώπηση, κένωση, πτωχεία και ταπείνωση· αυτά δηλαδή και τα παρόμοια αποδίδονται στον Θεό Λόγο εξαιτίας της ενώσεώς του με την ανθρώπινη φύση.

γ΄ Ὅταν δὲ ἐξ ἀμφοῖν ἅμα, ἕνωσιν, κοινωνίαν, χρίσιν, συμφυΐαν, συμμόρφωσιν καὶ τὰ τοιαῦτα φάσκομεν. Διὰ τοῦτον οὖν τὸν τρίτον τρόπον οἱ προλελεγμένοι δύο τρόποι λέγονται. Διὰ γὰρ τῆς ἑνώσεως δηλοῦται, τί ἔσχεν ἑκάτερον ἐκ τῆς τοῦ συνυφεστῶτος αὐτῷ ἁρμογῆς καὶ περιχωρήσεως· διὰ γὰρ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν ἡ σὰρξ τεθεῶσθαι λέγεται καὶ Θεὸς γενέσθαι καὶ ὁμόθεος τῷ Λόγῳ· καὶ ὁ Θεὸς Λόγος σαρκωθῆναι καὶ ἄνθρωπος γενέσθαι καὶ κτίσμα λέγεσθαι καὶ ἔσχατος καλεῖσθαι, οὐχ ὡς τῶν δύο φύσεων μεταβληθεισῶν εἰς μίαν φύσιν σύνθετον – ἀδύνατον γὰρ ἐν μιᾷ φύσει ἅμα τὰ ἐναντία φυσικὰ γενέσθαι – ἀλλ᾿ ὡς τῶν δύο φύσεων καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνωθεισῶν καὶ τὴν εἰς ἀλλήλας περιχώρησιν ἀσύγχυτον καὶ ἀμετάβλητον ἐχουσῶν. Ἡ δὲ περιχώρησις οὐκ ἐκ τῆς σαρκός, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς θεότητος γέγονεν· ἀμήχανον γὰρ τὴν σάρκα περιχωρῆσαι διὰ τῆς θεότητος, ἀλλ᾿ ἡ θεία φύσις ἅπαξ περιχωροῦσα διὰ τῆς σαρκὸς ἔδωκε καὶ τῇ σαρκὶ τὴν πρὸς αὐτὴν ἄρρητον περιχώρησιν, ἣν δὴ ἕνωσιν λέγομεν.

γ΄ Όταν πάλι ομιλούμε ξεκινώντας και από τα δύο ταυτόχρονα, κάνουμε λόγο για ένωση, κοινωνία, χρίση, φυσική σύνδεση, συμμόρφωση και τα παρόμοια. Οι δύο προηγούμενοι τρόποι λέγονται γι᾿ αυτόν τον τρίτο τρόπο. Διότι με την ένωση φανερώνεται τί απόκτησε το καθένα από τη σύναψη και περιχώρηση αυτού με το οποίο συνδέθηκε. Εξαιτίας της υποστατικής ενώσεως λέγεται ότι η σάρκα έχει θεωθεί και έγινε Θεός και ομόθεος με τον Λόγο· και ο Θεός Λόγος σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και θεωρείται κτίσμα και ονομάζεται «έσχατος», όχι διότι τάχα οι δύο φύσεις μεταβλήθηκαν σε μία σύνθετη φύση – διότι είναι αδύνατο τα αντίθετα φυσικά γνωρίσματα να ενωθούν ταυτόχρονα σε μία φύση – αλλά διότι οι δύο φύσεις ενώθηκαν υποστατικά και διατηρούν μεταξύ τους ασύγχυτη και αμετάβλητη την περιχώρηση. Και η περιχώρηση δεν έγινε εξαιτίας της σάρκας, αλλά χάρη στη θεότητα. Διότι είναι αδύνατο η σάρκα να περιχωρήσει μέσω της θεότητος, αλλά η θεία φύση με το να περιχωρήσει μία φορά μέσω της σάρκας έδωσε και στη σάρκα την ανέκφραστη περιχώρηση προς αυτήν, την οποία ονομάζουμε ένωση.

Ἰστέον δέ, ὡς ἐπὶ τοῦ πρώτου καὶ δευτέρου τρόπου τῶν ἐν τῇ ἑνώσει τὸ ἀνάπαλιν θεωρεῖται. Ὅτε γὰρ περὶ τῆς σαρκὸς τὸν λόγον ποιούμεθα, θέωσιν καὶ λόγωσιν καὶ ὑπερύψωσιν καὶ χρίσιν φαμέν· ἀπὸ μὲν γὰρ τῆς θεότητος ταῦτα, περὶ δὲ τὴν σάρκα θεωρεῖται. Ὅτε δὲ περὶ τοῦ Λόγου, κένωσιν, σάρκωσιν, ἐνανθρώπησιν, ταπείνωσιν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἅτινα, ὡς ἔφημεν, ἐκ τῆς σαρκὸς ἐπιλέγεται τῷ Λόγῳ τε καὶ Θεῷ· αὐτὸς γὰρ ταῦτα ὑπέμεινεν ἑκών.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι στον πρώτο και δεύτερο τρόπο αυτών που λέγονται για την ένωση νοείται το αντίστροφο. Όταν, δηλαδή, μιλούμε για τη σάρκα, κάνουμε λόγο για θέωση, λόγωση, υπερύψωση και χρίση· διότι αυτά προέρχονται βέβαια από τη θεότητα, αλλά νοούνται σχετικά με τη σάρκα. Όταν πάλι ομιλούμε για τον Λόγο, κάνουμε λόγο για κένωση, σάρκωση, ενανθρώπηση, ταπείνωση και τα παρόμοια, τα οποία, όπως είπαμε, αποδίδονται στον Λόγο και Θεό από τη σάρκα· διότι αυτός υπέμεινε αυτά με τη θέλησή του.

Γ΄ Τῶν δὲ μετὰ τὴν ἕνωσιν τρόποι εἰσὶ τρεῖς. Πρῶτος ὁ τῆς θείας φύσεως δηλωτικὸς, ὡς τὸ «ἐγὼ ἐν τῷ Πατρὶ καὶ ὁ Πατὴρ ἐν ἐμοί», καὶ «ἐγὼ καὶ ὁ Πατὴρ ἕν ἐσμεν», καὶ πάντα, ὅσα πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως αὐτῷ ἐπιλέγεται, ταῦτα καὶ μετὰ τὴν ἐνανθρώπησιν αὐτῷ ἐπιλεχθήσεται πλὴν τοῦ μὴ εἰληφέναι σάρκα καὶ τὰ ταύτης φυσικά. Δεύτερος ὁ τῆς ἀνθρωπίνης ὡς τὸ «τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι ἄνθρωπον, ὃς τὴν ἀλήθειαν ὑμῖν λελάληκα;» καὶ τὸ «οὕτω δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου» καὶ τὰ τοιαῦτα.

Γ΄ Είναι πάλι τρεις οι τρόποι γι᾿ αυτά που αποδίδονται μετά την ένωση. Πρώτος είναι αυτός που δείχνει τη θεία φύση, όπως «εγώ είμαι με τον Πατέρα και ο Πατέρας με μένα» ή «εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα»· και όλα όσα του αποδίδονται πριν την ενανθρώπηση, εκτός του ότι δεν προσέλαβε σάρκα και τα φυσικά της ιδιώματα, αυτά θα του αποδοθούν και μετά την ενανθρώπηση. Δεύτερος τρόπος είναι αυτός που δείχνει την ανθρώπινη φύση, όπως «γιατί ζητάτε να με σκοτώσετε, έναν άνθρωπο που σας είπα την αλήθεια;» ή το «έτσι ο υιός του ανθρώπου πρέπει ν᾿ ανυψωθεί», και τα παρόμοια.

Τούτων δὲ τῶν ἀνθρωποπρεπῶς ἐπὶ τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ λεγομένων καί γεγραμμένων, εἴτε ἐν ῥήμασιν εἴτε ἐν πράγμασιν, τρόποι εἰσὶ ἕξ.

Απ᾿ αυτά πάλι που έχουν λεχθεί και γραφεί για τον Σωτήρα Χριστό με ανθρωπομορφικό τρόπο, είτε στα λόγια είτε στα γεγονότα, οι τρόποι έξι είναι.

α΄ Τὰ μὲν γὰρ αὐτῶν κατὰ φύσιν οἰκονομικῶς πέπρακταί τε καὶ λέλεκται, οἷον ὁ ἐκ Παρθένου τόκος, ἡ καθ᾿ ἡλικίαν αὔξησίς τε καὶ προκοπή, ἡ πεῖνα, ἡ δίψα, ὁ κόπος, τὸ δάκρυον, ὁ ὕπνος, ἡ τῶν ἥλων τρῆσις, ὁ θάνατος καὶ τὰ τοιαῦτα, ὅσα φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη ὑπάρχουσιν· ἐν τούτοις γὰρ ἅπασι μίξις μέν ἐστι τοῦ θείου πρὸς τὸ ἀνθρώπινον, πλὴν τοῦ σώματος ἀληθῶς εἶναι πιστεύεται, οὐδὲν τούτων τοῦ θείου πάσχοντος, δι᾿ αὐτῶν δὲ τὴν ἡμῶν οἰκονομοῦντος σωτηρίαν.

α΄ ΄Αλλα, δηλαδή, απ᾿ αυτά έχουν γίνει και λεχθεί σύμφωνα με το φυσικό σχέδιο της θείας οικονομίας, όπως η γέννηση από την Παρθένο, η σωματική ανάπτυξη και πρόοδος, η πείνα, η δίψα, ο κόπος, τα δάκρυα, ο ύπνος, το τρύπημα των καρφιών, ο θάνατος και τα παρόμοια, όσα αποτελούν τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη. Διότι σ᾿ όλα αυτά ενώνεται η θεία με την ανθρώπινη φύση· θεωρείται όμως ότι ανήκουν πραγματικά μόνο στο σώμα, χωρίς το θείο να παθαίνει τίποτε απ᾿ αυτά, αλλά οικονομεί με αυτά τη σωτηρία μας.

β΄ Τὰ δὲ κατὰ προσποίησιν, οἶον τὸ ἐρωτᾶν «ποῦ τεθείκατε Λάζαρον;», ὁ ὑπὸ τὴν συκῆν δρόμος, τὸ ὑποδύεσθαι, ἤγουν ὑπαναχωρεῖν, ἡ προσευχή, τὸ «προσεποιήσατο πορρωτέρω πορεύεσθαι». Τούτων γὰρ καὶ τῶν παραπλησίων οὔτε ὡς Θεὸς οὔτε ὡς ἄνθρωπος ἔχρῃζε, πλὴν ἀνθρωποπρεπῶς ἐσχηματίζετο, πρὸς ὅπερ ἡ χρεία καὶ τὸ λυσιτελὲς ἀπῄτει, οἷον τὴν μὲν προσευχὴν διὰ τὸ δεῖξαι, ὡς οὐκ ἔστιν ἀντίθεος καὶ ὡς αἰτίαν αὐτοῦ τιμῶν τὸν Πατέρα· τὸ ἐρωτᾶν οὐκ ἀγνοῶν, ἀλλ᾿ ἵνα δείξῃ, ὡς κατὰ ἀλήθειάν ἐστιν ἄνθρωπος μετὰ τοῦ εἶναι Θεός· τὸ ὑπαναχωρεῖν, ἵνα διδάξῃ μὴ προπετεύεσθαι μηδ᾿ ἑαυτοὺς προδιδόναι.

β΄ ΄Αλλα λέγονται προσποιητά, όπως το ερώτημα «πού θάψατε τον Λάζαρο;», ή όπως η πορεία με τη συκιά, η φυγή κρυφά, δηλαδή η αποχώρηση, η προσευχή, «η προσποίηση ότι θα πορευθεί μακρύτερα». Διότι απ᾿ αυτά και τα παρόμοια δεν είχε ανάγκη ούτε ως Θεός ούτε ως άνθρωπος, όμως προσποιούνταν με τρόπο που ταιριάζει στους ανθρώπους, ανάλογα με την ανάγκη· και απαιτούσε το ωφέλιμο, όπως την προσευχή, για να δείξει ότι δεν είναι ασεβής και ότι τιμούσε τον Πατέρα του ως αίτιό του. Ρωτούσε όχι από άγνοια, αλλά για να δείξει ότι, εκτός του ότι είναι Θεός, είναι και αληθινά άνθρωπος. Και αποχώρησε κρυφά, για να διδάξει να μην είμαστε απερίσκεπτοι στους κινδύνους και να μην παραδίνουμε τον εαυτό μας στους εχθρούς.

γ΄ Τὰ δὲ κατ᾿ οἰκείωσιν καὶ ἀναφορὰν ὡς τὸ «Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τί με ἐγκατέλιπες»; καὶ τὸ «μὴ γνόντα ἁμαρτίαν ὑπὲρ ἡμῶν ἁμαρτίαν ἐποίησε», καὶ τὸ «γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα», καὶ τὸ «αὐτὸς ὁ Υἱὸς ὑποταγήσεται τῷ ὑποτάξαντι αὐτῷ τὰ πάντα». Οὔτε γὰρ ὡς Θεὸς οὔτε ὡς ἄνθρωπος ἐγκατελείφθη ποτὲ ὑπὸ τοῦ Πατρὸς, οὔτε ἁμαρτία οὔτε κατάρα γέγονεν, οὔτε ὑποταγῆναι χρῄζει τῷ Πατρί. Καθὸ μὲν γὰρ Θεὸς ἴσος ἐστὶ τῷ Πατρὶ καὶ οὐδὲ ἐναντίος οὐδὲ ὑποτεταγμένος, καθὸ δὲ ἄνθρωπος οὐδέπω ἀνήκοος γέγονε τοῦ γεννήτορος, ἵνα ὑποταγῆς δεηθῇ. Τὸ ἡμέτερον τοίνυν οἰκειούμενος πρόσωπον καὶ μεθ᾿ ἡμῶν τάσσων ἑαυτὸν ταῦτα ἔλεγεν· ἡμεῖς γὰρ ἦμεν οἱ ἁμαρτίας καὶ κατάρας ἔνοχοι ὡς ἀπειθεῖς καὶ παρήκοοι καὶ διὰ τοῦτο ἐγκαταλελειμμένοι.

γ΄ ΄Αλλα πάλι λέγονται οικεία και αναφορικά με την ανθρώπινη φύση, όπως το (χωρίο) «Θεέ μου, γιατί μ᾿ εγκατάλειψες;», το «αυτός που δε γνώριζε την αμαρτία, έκανε την αμαρτία για μας», το «έγινε καταραμένος εξαιτίας μας» και το «ο ίδιος ο Υιός θα υποταγεί σ᾿ αυτόν που υπόταξε τα πάντα». Διότι ποτέ, ούτε σαν Θεό ούτε σαν άνθρωπο, ο Πατέρας του τον εγκατάλειψε, ούτε έκανε αμαρτία, ούτε έγινε καταραμένος, ούτε χρειάζεται να υποταγεί στον Πατέρα. Επειδή είναι Θεός, είναι ίσος με τον Πατέρα και δεν είναι αντίθετος ή δούλος· και επειδή είναι άνθρωπος ποτέ δεν έγινε ανυπάκουος στον γεννήτορά του, για να χρειασθεί την υποταγή. Αυτά τα έλεγε επειδή έκανε δικό του το δικό μας πρόσωπο και επειδή έβαζε τον εαυτό του με μας· διότι εμείς ήμασταν οι ένοχοι της αμαρτίας και της κατάρας, εφόσον ήμασταν απειθείς, ανυπάκουοι και γι᾿ αυτό εγκαταλειμμένοι.

δ΄ Τὰ δὲ διὰ τὴν κατ᾿ ἐπίνοιαν διαίρεσιν. Ἐὰν γὰρ τῇ ἐπινοίᾳ διέλῃς τὰ τῇ ἀληθείᾳ ἀχώριστα, ἤτοι τὴν σάρκα ἐκ τοῦ Λόγου, λέγεται καὶ δοῦλος καὶ ἀγνοῶν· καὶ γὰρ τῆς δούλης καὶ ἀγνοούσης φύσεως ἦν καί, εἰ μὴ ἥνωτο τῷ Θεῷ Λόγῳ ἡ σάρξ, δούλη ἦν καὶ ἀγνοοῦσα, ἀλλὰ διὰ τὴν πρὸς Θεὸν Λόγον καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν οὔτε δούλη ἦν οὔτε ἠγνόει. Οὕτω καὶ Θεὸν ἑαυτοῦ τὸν Πατέρα ἐκάλεσεν.

δ΄ ΄Αλλα λέγονται για την υποθετική διαίρεση. Αν, δηλαδή, διαιρέσεις θεωρητικά αυτά που αληθινά είναι αχώριστα, δηλαδή τη σάρκα από τον Λόγο, τότε ονομάζεται και δούλος και άνθρωπος με άγνοια· η σάρκα μάλιστα ήταν στοιχείο της δούλης και αγνοούσης φύσεως και, αν δεν είχε ενωθεί με τον Θεό Λόγο, θα ήταν πάντα δούλη και μέσα στην άγνοια· εξαιτίας όμως της υποστατικής ένωσης με τον Θεό Λόγο, ούτε δούλη ήταν ούτε στην άγνοια. Και έτσι ονόμασε τον Πατέρα Θεό του.

ε΄ Τὰ δὲ διὰ τὴν πρὸς ἡμᾶς φανέρωσίν τε καὶ πίστωσιν ὡς τὸ «Πάτερ, δόξασόν με τῇ δόξῃ, ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί» – αὐτὸς μὲν γὰρ δεδοξασμένος ἦν τε καὶ ἔστιν, ἀλλ᾿ ἡμῖν οὐκ ἦν φανερωθεῖσα καὶ πιστωθεῖσα ἡ δόξα αὐτοῦ – καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ ἀποστόλου εἰρημένον «τοῦ ὁρισθέντος Υἱοῦ Θεοῦ ἐν δυνάμει, κατὰ πνεῦμα ἁγιωσύνης, ἐξ ἀναστάσεως νεκρῶν» – διὰ γὰρ τῶν θαυμάτων καὶ τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐφανερώθη καὶ ἐπιστώθη τῷ κόσμῳ, ὅτι Υἱός ἐστι τοῦ Θεοῦ – καὶ τὸ «προέκοπτε σοφίᾳ καὶ χάριτι».

ε΄ ΄Αλλα λέγονται σύμφωνα με τη φανέρωση και την πιστοποίησή του σε μας, όπως το χωρίο «Πατέρα μου, δόξασέ με με τη δόξα που είχα, πριν ο κόσμος δημιουργηθεί – διότι ο ίδιος ήταν και είναι δοξασμένος, αλλά η δόξα του δεν είχε φανερωθεί και βεβαιωθεί σε μας – και το (χωρίο) που ο απόστολος έχει πει, ότι «ο Υιός του Θεού ορίσθηκε με δύναμη και πνεύμα αγιωσύνης, αναστημένος από τους νεκρούς» – διότι με τα θαύματα, την ανάσταση και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος φανερώθηκε και επιβεβαιώθηκε στον κόσμο ότι είναι Υιός του Θεού – και το (χωρίο) «προόδευε στη σοφία και τη χάρη».

στ΄ Τὰ δὲ κατὰ τὴν τοῦ Ἰουδαίων προσώπου οἰκείωσιν μετὰ τῶν Ἰουδαίων ἀριθμῶν ἑαυτόν, ὡς πρὸς τὴν Σαμαρεῖτίν φησιν· «Ὑμεῖς προσκυνεῖτε, ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν, ὃ οἴδαμεν, ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν».

στ΄ ΄Αλλα λέγονται για να παρουσιασθεί οικείος στους Ιουδαίους, τάσσοντας τον εαυτό του με τους Ιουδαίους, όπως λέει στη Σαμαρείτιδα: «Εσείς προσκυνείτε αυτό που δεν γνωρίζετε, ενώ εμείς προσκυνούμε αυτό που γνωρίζουμε, διότι η σωτηρία προέρχεται από τους Ιουδαίους».

Τρίτος τρόπος ὁ τῆς μιᾶς ὑποστάσεως δηλωτικὸς καὶ τοῦ συναμφοτέρου παραστατικός, οἷον τὸ «ἐγὼ ζῶ διὰ τὸν Πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με, κἀκεῖνος ζήσεται δι᾿ ἐμέ», καὶ τὸ «ὑπάγω πρὸς τὸν Πατέρα, καὶ οὐκέτι θεωρεῖτέ με», καὶ τὸ «οὐκ ἂν τὸν Κύριον τῆς δόξης ἐσταύρωσαν», καὶ τὸ «οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανόν, εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ» καὶ τὰ τοιαῦτα.

Τρίτος τρόπος είναι αυτός που δηλώνει τη μία υπόσταση και παριστάνει τη συνένωση των δύο φύσεων, όπως (το χωρίο) «εγώ ζω για τον Πατέρα, και αυτός που με τρώει και εκείνος θα ζει για μένα», το (χωρίο) «πηγαίνω προς τον Πατέρα μου και πλέον δεν θα με βλέπετε», το (χωρίο) «δεν θα σταύρωναν τον Κύριο της δόξης», το (χωρίο) «κανείς δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνον αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Υιός του ανθρώπου, που είναι στον ουρανό», και τα παρόμοια.

Δ΄ Καὶ τῶν μετὰ τὴν ἀνάστασιν τὰ μέν εἰσι θεοπρεπῆ, ὡς τὸ «βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος», ὡς Θεοῦ δηλονότι, καὶ τὸ «ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» καὶ τὰ τοιαῦτα – ὡς γὰρ Θεός ἐστι μεθ᾿ ἡμῶν – τὰ δὲ ἀνθρωποπρεπῆ, ὡς τὸ «ἐκράτησαν αὐτοῦ τοὺς πόδας», καὶ τὸ «κἀκεῖ με ὄψονται» καὶ τὰ τοιαῦτα.

Δ΄ Και απ᾿ αυτά που λέγονται μετά την ανάσταση, άλλα είναι που αρμόζουν στον Θεό, όπως (το χωρίο) «να βαπτίζετε αυτούς στο όνομα του Πατέρα, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», επειδή δηλαδή είναι Θεός, και το «να, εγώ θα είμαι μαζί σας πάντοτε έως το τέλος του κόσμου» και τα παρόμοια – διότι ως Θεός είναι μαζί μας – άλλα πάλι (χωρία) αρμόζουν στον άνθρωπο, όπως το «κράτησαν τα πόδια του» και το «εκεί θα με δουν» και τα παρόμοια.

Τῶν δὲ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἀνθρωποπρεπῶν τρόποι εἰσὶ διάφοροι. Τὰ μὲν γὰρ ἀληθῶς, ἀλλ᾿ οὐ κατὰ φύσιν, ἀλλὰ κατ᾿ οἰκονομίαν πρὸς τὸ πιστώσασθαι, ὅτι αὐτὸ τὸ παθὸν σῶμα ἀνέστη, ὡς οἱ μώλωπες, ἡ βρῶσις καὶ ἡ πόσις ἡ μετὰ τὴν ἀνάστασιν, τὰ δὲ ἀληθῶς κατὰ φύσιν ὡς τὸ μεταβαίνειν τόπους ἐκ τόπων ἀμόχθως καὶ τὸ διὰ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων εἰσελθεῖν, τὰ δὲ κατὰ προσποίησιν ὡς τὸ «προσεποιήσατο πορρωτέρω πορεύεσθαι», τὰ δὲ τοῦ συναμφοτέρου, ὡς τὸ «ἀναβαίνω πρὸς τὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα ὑμῶν καὶ Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν», καὶ τὸ «εἰσελεύσεται ὁ βασιλεὺς τῆς δόξης», καὶ τὸ «ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τῆς μεγαλωσύνης ἐν τοῖς ὑψηλοῖς», τὰ δὲ ὡς μεθ᾿ ἡμῶν ἑαυτὸν τάττοντος τῷ τρόπῳ τῆς κατὰ ψιλὴν ἐπίνοιαν διαιρέσεως ὡς τὸ «Θεόν μου καὶ Θεὸν ὑμῶν».

Για όσα πάλι, μετά την ανάσταση, αρμόζουν στον άνθρωπο υπάρχουν διάφοροι τρόποι. ΄Αλλα, δηλαδή, λέγονται αληθινά, όχι όμως σύμφωνα με τη φύση, αλλά σύμφωνα με την οικονομία, για να βεβαιωθούμε ότι το ίδιο το σώμα που έπαθε, αναστήθηκε, όπως οι μωλωπισμοί, η βρώση και η πόση μετά την ανάσταση· άλλα λέγονται αληθινά σύμφωνα με τη φύση, όπως η μετάβαση χωρίς κόπο από τόπο σε τόπο και η είσοδος μέσα από κλειστές πόρτες· άλλα πάλι προσποιητά, όπως το «προσποιήθηκε ότι θα πάει πιο μακριά»· και άλλα ανήκουν και στις δύο φύσεις, όπως το «ανεβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα σας και Θεό μου και Θεό σας», και το «θα εισέλθει ο βασιλιάς της δόξης», και το «κάθισε στα δεξιά της μεγαλωσύνης του στα υψηλά»· και άλλα λέγονται, επειδή έβαλε τον εαυτό του μεταξύ μας, με τον τρόπο της απλής θεωρητικής διαιρέσεως, όπως το (χωρίο) «ο Θεός μου και Θεός σας».

Δεῖ οὖν τὰ μὲν ὑψηλὰ προσνέμειν τῇ θείᾳ καὶ κρείττονι φύσει παθῶν καὶ σώματος, τὰ δὲ ταπεινὰ τῇ ἀνθρωπίνῃ, τὰ δὲ κοινὰ τῷ συνθέτῳ, ἤγουν τῷ ἑνὶ Χριστῷ, ὅς ἐστι Θεὸς καὶ ἄνθρωπος, καὶ εἰδέναι ἀμφότερα ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ· ἑκάστου γὰρ τὸ ἴδιον γινώσκοντες καὶ ἀμφότερα ἐξ ἑνὸς πραττόμενα βλέποντες ὀρθῶς πιστεύομεν καὶ οὐ πλανηθησόμεθα. Ἐξ ὧν ἁπάντων τῶν μὲν ἑνωθεισῶν φύσεων ἡ διαφορὰ γινώσκεται καὶ «ὅτι μὴ ταὐτόν», ὥς φησιν ὁ θειότατος Κύριλλος, «ἐν ποιότητι φυσικῇ θεότης τε καὶ ἀνθρωπότης». Εἷς γε μὴν Υἱὸς καὶ Χριστὸς καὶ Κύριος, καὶ ὡς ἑνὸς ὄντος ἓν αὐτοῦ καὶ τὸ πρόσωπον κατ᾿ οὐδένα τρόπον διὰ τὴν ἐπίγνωσιν τῆς φυσικῆς διαφορᾶς μεριζομένης τῆς καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνώσεως.

Πρέπει, λοιπόν, ν᾿ αποδίδουμε τα υψηλά στη θεία φύση που είναι ανώτερη από τα πάθη και το σώμα, ενώ τα ταπεινά στην ανθρώπινη· και τα κοινά ν᾿ αποδίδουμε στη σύνθετη (υπόσταση), δηλαδή στον ένα Χριστό, ο οποίος είναι Θεός και άνθρωπος, και να γνωρίζουμε ότι και τα δύο είναι φύσεις του ενός και αυτού Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Διότι, αν γνωρίζουμε το ιδιαίτερο γνώρισμα του καθένα και βλέπουμε ότι ένας ενεργεί και τα δύο, τότε πιστεύουμε ορθά και δεν θα πλανηθούμε. Απ᾿ όλα αυτά διακρίνεται η διαφορά των φύσεων που ενώθηκαν και «δεν είναι το ίδιο η φυσική ποιότητα της θείας και ανθρωπίνης φύσεως», όπως λέει ο θειότατος Κύριλλος. Ένας είναι, λοιπόν, ο Υιός και Χριστός και Κύριος, και επειδή είναι ένας, ένα είναι και το πρόσωπό του, χωρίς, με κανένα τρόπο, να διαιρείται η υποστατική ένωση, για να φανεί η διαφορά των φύσεων.

 

Κεφάλαιο 92

Ὅτι οὐκ ἔστι τῶν κακῶν αἴτιος ὁ Θεός
(Ότι ο Θεός δεν είναι αίτιος των κακών)

Χρὴ εἰδέναι, ὅτι ἔθος τῇ θείᾳ Γραφῇ τὴν παραχώρησιν τοῦ Θεοῦ ἐνέργειαν αὐτοῦ καλεῖν, ὡς ὅταν λέγῃ ὁ ἀπόστολος ἐν τῇ πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολῇ· "Ἢ οὐκ ἔχει ἐξουσίαν ὁ κεραμεὺς τοῦ πηλοῦ ἐκ τοῦ αὐτοῦ φυράματος ποιῆσαι, ὃ μὲν εἰς τιμὴν σκεῦος, ὃ δὲ εἰς ἀτιμίαν;» Ὅτι μὲν γὰρ αὐτὸς ποιεῖ καὶ ταῦτα κἀκεῖνα· μόνος γὰρ αὐτός ἐστι τῶν ἁπάντων Δημιουργός, ἀλλ᾿ οὐκ αὐτὸς τίμια κατασκευάζει ἢ ἄτιμα, ἀλλ᾿ ἡ οἰκεία ἑκάστου προαίρεσις. Καὶ τοῦτο δῆλον, ἐξ ὧν ὁ αὐτὸς ἀπόστολος ἐν τῇ πρὸς Τιμόθεον δευτέρᾳ ἐπιστολῇ φησιν· «Ἐν μεγάλῃ οἰκίᾳ οὐκ ἔστι μόνον σκεύη χρυσᾶ καὶ ἀργυρᾶ, ἀλλὰ καὶ ξύλινα καὶ ὀστράκινα, καὶ ἃ μὲν εἰς τιμήν, ἃ δὲ εἰς ἀτιμίαν. Ἐὰν οὖν τις ἐκκαθάρῃ ἑαυτὸν ἀπὸ τούτων, ἔσται σκεῦος εἰς τιμήν, ἡγιασμένον καὶ εὔχρηστον τῷ Δεσπότῃ, εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθὸν ἡτοιμασμένον».

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι η Αγία Γραφή συνηθίζει να ονομάζει την παραχώρηση του Θεού ενέργεια, όπως όταν λέει ο απόστολος στην προς Ρωμαίους επιστολή του: «Μήπως δεν έχει τη δυνατότητα ο αγγειοπλάστης από το ίδιο υλικό να φτιάξει σκεύος χρήσιμο και σκεύος άχρηστο;». Ο ίδιος, δηλαδή, φτιάχνει και το ένα και το άλλο. Διότι μόνον αυτός είναι ο Δημιουργός όλων, αλλά τα σκεύη τα χρήσιμα ή άχρηστα δεν τα φτιάχνει ο ίδιος, αλλά η προσωπική διάθεση του καθένα. Και αυτό είναι φανερό απ᾿ όσα ο ίδιος απόστολος λέει στη δεύτερη επιστολή του στο Τιμόθεο: «Στο πλούσιο σπίτι δεν υπάρχουν μόνον χρυσά και ασημένια σκεύη, αλλά και ξύλινα και οστράκινα, και από αυτά άλλα είναι για καλή χρήση και άλλα όχι. Εάν, λοιπόν, κάποιος καθαρίσει τον εαυτό του από αυτά (τα άχρηστα), θα είναι χρήσιμο σκεύος, αγιασμένο και αρεστό στον Δεσπότη, έτοιμο για κάθε καλό έργο».

Δῆλον δέ, ὡς ἑκουσίως ἡ κάθαρσις γίνεται· «Ἐὰν γάρ τις», φησίν, «ἐκκαθάρῃ ἑαυτόν», ἡ δὲ ἀκόλουθος ἀντιστροφὴ ἀντιφωνεῖ· ἐὰν δὲ μὴ ἐκκαθάρῃ, ἔσται σκεῦος εἰς ἀτιμίαν, ἄχρηστον τῷ Δεσπότῃ, συντριβῆς ἄξιον. Τὸ οὖν προκείμενον ῥητὸν καὶ τὸ «συνέκλεισεν ὁ Θεὸς πάντας εἰς ἀπείθειαν», καὶ τὸ «ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεὸς πνεῦμα κατανύξεως, ὀφθαλμοὺς τοῦ μὴ βλέπειν καὶ ὦτα τοῦ μὴ ἀκούειν»· ταῦτα πάντα οὐχ ὡς τοῦ Θεοῦ ἐνεργήσαντος ἐκληπτέον, ἀλλ᾿ ὡς τοῦ Θεοῦ παραχωρήσαντος διὰ τὸ αὐτεξούσιον καὶ τὸ ἀβίαστον εἶναι τὸ καλόν.

Και είναι φανερό ότι η κάθαρση γίνεται με τη θέλησή μας. Διότι, λέει, «εάν κάποιος καθαρίσει τον εαυτό του», εννοείται ότι η αντίθετη φράση αποτελεί τον αντίλογο· εάν, δηλαδή, κάποιος δεν καθαρίσει τον εαυτό του, θα είναι άχρηστο σκεύος, αχρείαστο στον Δεσπότη, άξιο να πεταχθεί. Το συζητούμενο, λοιπόν, χωρίο και το «ο Θεός οδήγησε όλους σε ανυπακοή», όπως και το (χωρίο) «ο Θεός τους χάρισε πνεύμα κατανύξεως, μάτια να μη βλέπουν και αυτιά να μην ακούν», όλα αυτά δεν πρέπει να τα εννοήσουμε ως ενέργειες του Θεού, αλλά ως παραχώρηση του, επειδή το καλό είναι αυτεξούσιο και αβίαστο.

Τὴν οὖν παραχώρησιν αὐτοῦ ὡς ἐνέργειαν καὶ ποίησιν αὐτοῦ λέγειν σύνηθες τῇ θείᾳ Γραφῇ. Ἀλλὰ μὴν καὶ ὅτε φησὶ «τὸν Θεὸν κτίζειν κακὰ καὶ μὴ εἶναι ἐν πόλει κακίαν, ἣν ὁ Κύριος οὐκ ἐποίησεν», οὐ κακῶν αἴτιον τὸν Θεὸν δείκνυσιν, ἀλλ᾿, ἐπειδὴ δισέμφατον τὸ τῆς κακίας ὄνομα, δύο σημαῖνον· ποτὲ μὲν γὰρ τὸ τῇ φύσει κακὸν δηλοῖ, ὅπερ ἐναντίον ἐστὶ τῇ ἀρετῇ καὶ τῇ τοῦ Θεοῦ θελήσει, ποτὲ δὲ τὸ πρὸς τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν κακὸν καὶ ἐπίπονον, ἤγουν τὰς θλίψεις καὶ ἐπαγωγάς. Αὗται δὲ τῷ μὲν δοκεῖν κακαί εἰσιν ἀλγειναὶ τυγχάνουσαι, τῇ δὲ ἀληθείᾳ ἀγαθαί· ἐπιστροφῆς γὰρ καὶ σωτηρίας γίνονται τοῖς συνιοῦσι πρόξενοι· ταύτας διὰ Θεοῦ γίνεσθαί φησιν ἡ Γραφή.

Η Αγία Γραφή, λοιπόν, συνηθίζει να χαρακτηρίζει την παραχώρηση του Θεού ως ενέργεια και έργο του. Και μάλιστα, όταν λέει «ο Θεός φτιάχνει τα κακά και δεν υπάρχει κακία στην πόλη, την οποία να μην την έφτιαξε ο Θεός», δεν σημαίνει αυτό το πράγμα ότι ο Θεός είναι αίτιος των κακών, επειδή το όνομα της κακίας εκφράζει δύο πράγματα και έχει δύο σημασίες· άλλοτε, δηλαδή, σημαίνει το φυσικό κακό, το οποίο είναι αντίθετο στην αρετή και τη θέληση του Θεού, και άλλοτε σημαίνει την κακία και ταλαιπωρία σύμφωνα με τη δική μας αντίληψη, δηλαδή τις θλίψεις και κακουχίες. Αυτές, λοιπόν, φαινομενικά αποτελούν κακίες, επειδή είναι οδυνηρές, ενώ στην πραγματικότητα βγαίνουν σε καλό· διότι γίνονται αιτία επιστροφής και σωτηρίας σ᾿ αυτούς που τις δοκιμάζουν. Η Γραφή λέει ότι αυτές οι θλίψεις γίνονται με παραχώρηση Θεού.

Ἰστέον δέ, ὡς καὶ τούτων ἡμεῖς ἐσμεν αἴτιοι· τῶν γὰρ ἑκουσίων κακῶν τὰ ἀκούσιά εἰσιν ἔκγονα.

Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι εμείς είμαστε αίτιοι και αυτών· διότι τα αθέλητα κακά προκαλούν και αυτά (κακά) που έρχονται με τη θέλησή μας.

Καὶ τοῦτο δὲ ἰστέον, ὅτι ἔθος τῇ Γραφῇ τινα ἐκβατικῶς ὀφείλοντα λέγεσθαι αἰτιολογικῶς λέγειν, ὡς τὸ «σοὶ μόνῳ ἥμαρτον καὶ τὸ πονηρὸν ἐνώπιόν σου ἐποίησα, ὅπως ἂν δικαιωθῇς ἐν τοῖς λόγοις σου καὶ νικήσῃς ἐν τῷ κρίνεσθαί σε»· οὐ γὰρ ὁ ἁμαρτήσας, ἵνα νικήσῃ ὁ Θεός, ἥμαρτεν, οὔτε δὲ ὁ Θεὸς ἐδεῖτο τῆς ἡμῶν ἁμαρτίας, ἵνα ἐκ ταύτης νικητὴς ἀναφανῇ· φέρει γὰρ ἀσυγκρίτως κατὰ πάντων καὶ μὴ ἁμαρτανόντων τὰ νικητήρια δημιουργὸς ὢν καὶ ἀκατάληπτος καὶ ἄκτιστος καὶ φυσικὴν ἔχων τὴν δόξαν καὶ οὐκ ἐπίκτητον· ἀλλ᾿ ὅτι ἡμῶν ἁμαρτανόντων οὐκ ἄδικός ἐστιν ἐπιφέρων τὴν ὀργὴν καὶ μετανοοῦσι συγχωρῶν, νικητὴς τῆς ἡμετέρας κακίας ἀναδείκνυται. Οὐκ ἐπὶ τούτῳ δὲ ἡμεῖς ἁμαρτάνομεν, ἀλλ᾿ ὅτι οὕτως ἀποβαίνει τὸ πρᾶγμα, ὥσπερ, ἐὰν κάθηταί τις ἐργαζόμενος, φίλος δέ τις ἐπιστῇ, φησίν, ὅτι, ἵνα μηδὲ σήμερον ἐργάσωμαι, παρεγένετο ὁ φίλος. Ὁ μὲν οὖν φίλος οὐχ, ἵνα μὴ ἐργάσηται, παρεγένετο, οὕτω δὲ ἀπέβη· ἀσχολούμενος γὰρ περὶ τὴν τοῦ φίλου ὑποδοχὴν οὐκ ἐργάζεται. Λέγεται δὲ ταῦτα ἐκβατικά, ὅτι οὕτως ἀποβαίνουσι τὰ πράγματα. Οὐ θέλει δὲ ὁ Θεὸς μόνος εἶναι δίκαιος, ἀλλὰ πάντας ὁμοιοῦσθαι αὐτῷ κατὰ δύναμιν.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε και το εξής, ότι η Αγία Γραφή συνηθίζει ορισμένα που επιβάλλεται να λέγονται ως αποτέλεσμα, να τα λέει ως αιτία, όπως το (χωρίο) «μπροστά σου μόνο αμαρτάνω και κάνω το πονηρό, για να εκπληρωθούν τα λόγια σου και να δικαιωθούν οι κρίσεις σου»· δεν αμάρτησε ο αμαρτωλός, για να δικαιωθεί με τη νίκη του ο Θεός, ούτε πάλι ο Θεός εξαρτιόταν από τη δική μας αμαρτία, για να βγει απ᾿ αυτήν νικητής. Διότι χωρίς σύγκριση η δόξα της νίκης του ανήκει περισσότερο απ᾿ όλους, ακόμη κι απ᾿ αυτούς που δεν αμάρτησαν, επειδή είναι ο Δημιουργός, ακατάληπτος, άκτιστος, και έχει τη δόξα από τη φύση του και όχι ως απόκτημα. Διότι αποδεικνύεται νικητής της κακίας μας· και όταν εμείς αμαρτάνουμε, δεν είναι άδικος που οργίζεται εναντίον μας· και όταν μετανοούμε, μας συγχωρεί. Και εμείς βέβαια δεν αμαρτάνουμε σκόπιμα, αλλά διότι έτσι συμβαίνουν τα πράγματα· όπως ακριβώς, αν αναπαύεται κανείς από την εργασία του και έλθει κάποιος φίλος του, λέει ότι ήλθε φίλος και δεν θα εργασθώ σήμερα. Ο φίλος βέβαια δεν ήλθε για να μην εργασθεί, αλλά έτσι συνέπεσε· και επειδή ασχολείται με τη φιλοξενία του φίλου, δεν εργάζεται. Και αυτά λέγονται σύμφωνα με το αποτέλεσμα, διότι έτσι τα πράγματα καταλήγουν. Ο Θεός όμως δεν επιθυμεί να είναι ο μόνος δίκαιος, αλλά όλοι, κατά δύναμη, να του ομοιάσουν.

 

Κεφάλαιο 93

Ὅτι οὐ δύο ἀρχαί
(Ότι δεν υπάρχουν δύο αρχές)

Ὅτι οὐ δύο ἀρχαί, μία ἀγαθὴ καὶ μία πονηρά, ἐντεῦθεν εἰσόμεθα· ἐναντία γὰρ ἀλλήλοις τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ πονηρὸν καὶ ἀλλήλων φθαρτικὰ καὶ ἐν ἀλλήλοις ἢ σὺν ἀλλήλοις οὐχ ὑφιστάμενα. Ἐν μέρει τοίνυν τούτων ἕκαστον ἔσται τοῦ παντός. Καὶ πρῶτον μὲν περιγραφήσονται οὐχ ὑπὸ τοῦ παντὸς μόνον, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ μέρους τοῦ παντὸς τούτων ἕκαστον.

Θα μάθουμε από το εξής, ότι δεν υπάρχουν δύο αρχές, μία αγαθή και μία πονηρή: διότι το αγαθό και το πονηρό είναι αντίθετα μεταξύ τους, και το ένα καταστρέφει το άλλο, και δεν υπάρχουν το ένα μέσα στο άλλο ούτε συνυπάρχουν. Γι᾿ αυτό το καθένα απ᾿ αυτά θα υπάρχει σ᾿ ένα μόνο μέρος από το όλο. Και πρώτα βέβαια το καθένα απ᾿ αυτά θα οριστεί όχι μόνον από το όλο, αλλά από το ένα μέρος του όλου.

Ἔπειτα τίς ὁ τὴν χώραν ἑκάστῳ ἀποτεμόμενος; Οὐ γὰρ ἀλλήλοις συνενεχθῆναι καὶ συμβιβασθῆναι φήσουσιν, ἐπεὶ οὐ κακὸν τὸ κακὸν εἰρήνην ἄγον πρὸς τὸ ἀγαθόν τε συμβιβαζόμενον, οὐδ᾿ ἀγαθὸν τὸ ἀγαθὸν πρὸς τὸ κακὸν φιλικῶς διακείμενον. Εἰ δὲ ἕτερος ὁ τούτων ἑκάστῳ τὴν οἰκείαν ἀφώρισε διατριβήν, ἐκεῖνος μᾶλλον ἔσται Θεός.

Έπειτα, ποιός είναι αυτός που καθορίζει την περιοχή του καθενός; Διότι δεν θα πουν ότι συγκρούσθηκαν μεταξύ τους και συμφιλιώθηκαν, επειδή το κακό παύει να είναι κακό, όταν ειρηνεύει και συμφιλιώνεται με το αγαθό· και το αγαθό παύει να είναι αγαθό, αν συμφιλιώνεται με το κακό. Αν όμως αυτός που καθόρισε για τον καθένα απ᾿ αυτά την περιοχή του είναι άλλος, εκείνος μάλλον είναι ο Θεός.

Ἀνάγκη δὲ καὶ δυοῖν θάτερον ἢ ἅπτεσθαι καὶ φθείρειν ἀλλήλους ἢ εἶναί τι μέσον, ἐν ᾧ οὐδὲ τὸ ἀγαθὸν οὐδὲ τὸ κακὸν ἔσται, ὥσπερ τι διάφραγμα διεῖργον ἐξ ἀλλήλων ἀμφότερα. Καὶ οὐκέτι δύο, ἀλλὰ τρεῖς ἀρχαὶ ἔσονται.

Είναι υποχρεωτικό να συμβαίνει το ένα από τα δύο: ή να σχετίζονται και να καταστρέφει το ένα το άλλο ή να υπάρχει κάτι ενδιάμεσο στο οποίο δεν θα υπάρχει ούτε αγαθό ούτε το κακό, όπως ακριβώς κάποιο διάφραγμα που διαχωρίζει και τα δύο μεταξύ τους. Και έτσι δεν θα υπάρχουν δύο αλλά τρεις αρχές.

Ἀνάγκη δὲ καὶ τούτων τὸ ἕτερον ἢ εἰρηνεύειν, ὅπερ τὸ κακὸν οὐ δύναται – τὸ γὰρ εἰρηνεῦον οὐ κακόν – ἢ μάχεσθαι, ὅπερ τὸ ἀγαθὸν οὐ δύναται – τὸ γὰρ μαχόμενον οὐ τελέως ἀγαθόν – ἢ τὸ μὲν κακὸν μάχεσθαι, τὸ δὲ ἀγαθὸν μὴ ἀντιμάχεσθαι, ἀλλ᾿ ὑπὸ τοῦ κακοῦ φθείρεσθαι, ἢ ἀεί λυπεῖσθαι καὶ κακοῦσθαι, ὅπερ οὐ τοῦ ἀγαθοῦ γνώρισμα. Μία τοίνυν ἀρχὴ ἀγαθὴ πάσης κακίας ἀπηλλαγμένη.

Είναι ακόμη ανάγκη και το ένα απ᾿ αυτά ή να ειρηνεύει, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να το κάνει το κακό – διότι αυτό που ειρηνεύει δεν είναι κακό – ή να πολεμά, πράγμα που το αγαθό δεν μπορεί να το κάνει – διότι αυτό που πολεμά δεν είναι τελείως αγαθό – ή το μεν κακό να πολεμά και το αγαθό να μην ανταποδίδει τον πόλεμο, αλλά να καταστρέφεται από το κακό ή διαρκώς να λυπάται και να κακοπαθεί, πράγμα που δεν είναι γνώρισμα του αγαθού. Διότι μία αρχή του αγαθού υπάρχει, η οποία είναι ελεύθερη από κάθε κακία.

Ἀλλ᾿ εἰ τοῦτο, φασί, πόθεν τὸ κακόν; Ἀμήχανον γὰρ ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ τὸ κακὸν ἔχειν τὴν γένεσιν. Φαμὲν οὖν, ὅτι τὸ κακὸν οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν εἰ μὴ τοῦ ἀγαθοῦ στέρησις καὶ ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν παρατροπή· οὐδὲν γὰρ κακὸν κατὰ φύσιν. Πάντα γάρ, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, καλὰ λίαν, καθὸ γέγονεν. Οὕτω τοίνυν μένοντα, καθὼς ἔκτισται, «καλὰ λίαν εἰσίν», ἑκουσίως δὲ ἀνεκφοιτῶντα ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν καὶ εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἐρχόμενα, ἐν τῷ κακῷ γίνονται.

Αλλά, ρωτούν, αν συμβαίνει αυτό, από που προέρχεται το κακό; Διότι είναι αδύνατο να δημιουργηθεί το κακό από το αγαθό. Λέμε, λοιπόν, ότι το κακό δεν τίποτε άλλο παρά στέρηση του αγαθού και παρεκτροπή από τη φυσική κατάσταση στην παρά φύση· διότι κανένα κακό δεν αποτελεί φυσική κατάσταση. Όλα, δηλαδή, όσα ο Θεός δημιούργησε είναι πολύ καλά, σύμφωνα με το δημιουργικό τους σκοπό. Αν, λοιπόν, παραμένουν έτσι όπως δημιουργήθηκαν, «είναι πολύ καλά»· αν όμως απομακρυνθούν με τη θέλησή τους από τη φυσική κατάσταση και έλθουν στο παρά φύση, καταλήγουν στο κακό.

Κατὰ φύσιν μὲν οὖν πάντα δοῦλα καὶ ὑπήκοα τοῦ Δημιουργοῦ. Ὅταν οὖν ἑκουσίως τι τῶν κτισμάτων ἀφηνιάσῃ καὶ παρήκοον τοῦ ποιήσαντος αὐτὸ γένηται, ἐν ἑαυτῷ συνεστήσατο τὴν κακίαν· κακία γὰρ οὐκ οὐσία τίς ἐστιν, οὐδὲ οὐσίας ἰδίωμα, ἀλλὰ συμβεβηκὸς, ἤτοι ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν εἰς τὸ παρὰ φύσιν ἑκούσιος παρατροπή, ὅπερ ἐστὶν ἡ ἁμαρτία.

Στην κατά φύση βέβαια κατάσταση όλα είναι υπόδουλα και υπάκουα στον Δημιουργό. Όταν, λοιπόν, με τη θέλησή του κάποιο δημιούργημα επαναστατήσει και παρακούσει στον δημιουργό του, σχηματίζει μέσα του την κακία· η κακία, δηλαδή, δεν είναι κάποια ουσία, ούτε χαρακτηριστικό κάποιας υπάρξεως, αλλά είναι κάποιο συμβάν, δηλαδή θεληματική εκτροπή από τη φυσική στην παρά φύση κατάσταση, πράγμα που είναι η αμαρτία.

Πόθεν οὖν ἡ ἁμαρτία; Τῆς αὐτεξουσίου γνώμης τοῦ Διαβόλου εὕρημα. Κακὸς οὖν ὁ Διάβολος; Καθὸ μὲν γέγονεν, οὐ κακός, ἀλλ᾿ ἀγαθός· ἄγγελος γὰρ λαμπρὸς καὶ φωτεινὸς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἔκτισται, αὐτεξούσιος ὡς λογικός, ἑκουσίως τε τῆς κατὰ φύσιν ἀρετῆς ἀπεφοίτησε καὶ ἐν τῷ ζόφῳ τῆς κακίας γέγονε, Θεοῦ μακρυνθεὶς τοῦ μόνου ἀγαθοῦ καὶ φωτοποιοῦ· ἐξ αὐτοῦ γὰρ πᾶν ἀγαθὸν ἀγαθύνεται, καὶ καθόσον ἐξ αὐτοῦ μακρύνεται γνώμῃ (οὐ γὰρ τόπῳ), ἐν τῷ κακῷ γέγονεν.

Από πού, λοιπόν, προήλθε η αμαρτία; Είναι εφεύρημα της αυτεξούσιας γνώμης του Διαβόλου. Είναι, δηλαδή, ο Διάβολος κακός; Σύμφωνα με τη δημιουργία του δεν είναι κακός αλλά καλός· διότι ο Δημιουργός τον έπλασε λαμπρό και φωτεινό άγγελο, αυτεξούσιο ως λογικό ον· με τη θέλησή του όμως εγκατάλειψε τη φυσική αρετή και έπεσε στο σκοτάδι της κακίας, με την απομάκρυνσή του από τον μόνο αγαθό και φωτοποιό Θεό. Διότι απ᾿ Αυτόν προέρχεται κάθε αγαθό, και ανάλογα όποιος με την απόφασή του (και όχι τοπικά) απομακρύνεται απ᾿ Αυτόν, πέφτει στο κακό.

 

Κεφάλαιο 94

Τίνος ἕνεκεν προγινώσκων ὁ Θεὸς τοὺς ἁμαρτάνειν καὶ μὴ μετανοεῖν μέλλοντας ἔκτισεν
(Για ποιό λόγο, αν και ο Θεός γνώριζε εκ των προτέρων ότι αυτοί επρόκειτο να αμαρτήσουν και να μη μετανοήσουν, τους δημιούργησε)

Ὁ Θεὸς δι᾿ ἀγαθότητα ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει τὰ γινόμενα καὶ τῶν ἐσομένων προγνώστης ἐστίν. Εἰ μὲν οὖν μὴ ἔμελλον ἔσεσθαι, οὐδ᾿ ἂν κακοὶ ἔμελλον ἔσεσθαι, οὐδ᾿ ἂν προεγινώσκοντο. Τῶν γὰρ ὄντων αἱ γνώσεις, καὶ τῶν πάντως ἐσομένων αἱ προγνώσεις· πρῶτον γὰρ τὸ εἶναι, καὶ τότε τὸ καλὸν ἢ κακὸν εἶναι. Εἰ δὲ μέλλοντας ἔσεσθαι διὰ τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα τὸ κακοὺς ἐξ οἰκείας προαιρέσεως μέλλειν ἔσεσθαι ἐκώλυσεν αὐτοὺς γενέσθαι, τὸ κακὸν ἐνίκα ἂν τὴν τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα. Ποιεῖ τοιγαροῦν ὁ Θεὸς ἀγαθὰ ἅπαντα, ἃ ποιεῖ· ἕκαστος δὲ ἐξ οἰκείας προαιρέσεως καλός τε καὶ κακὸς γίνεται.

Ο Θεός από καλωσύνη δημιουργεί τα όντα από την ανυπαρξία στην ύπαρξη και προγνωρίζει αυτά που θα συμβούν. Αν, βέβαια, δεν επρόκειτο να υπάρχουν, ούτε κακοί επρόκειτο να γίνουν και ούτε θα είχε γίνει η πρόβλεψη της δημιουργίας τους. Διότι οι γνώσεις αφορούν σε ό,τι υπάρχει και οι προγνώσεις σε ό,τι θα υπάρξει· προηγείται, δηλαδή, η ύπαρξη και ακολουθεί η καλή ή κακή ύπαρξη. Εάν όμως (τα όντα) επρόκειτο να δημιουργηθούν από την αγαθότητα του Θεού αλλά κατόπιν θα γίνονταν κακοί εξαιτίας της δικής τους θελήσεως, και γι᾿ αυτό τον λόγο ο Θεός αρνούνταν να τα δημιουργήσει, τότε το κακό θα νικούσε την αγαθότητα του Θεού. Ο Θεός, όμως, πλάθει αγαθά όλα τα όντα που δημιουργεί· και καθένας με τη δική του θέληση γίνεται καλός ή κακός.

Εἰ καὶ τοίνυν ἔφη ὁ Κύριος· «Συνέφερε τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, εἰ οὐκ ἐγεννήθη», οὐ τὴν οἰκείαν κτίσιν κακίζων ἔλεγεν, ἀλλὰ τὴν ἐξ οἰκείας προαιρέσεως καὶ ῥαθυμίας ἐπιγενομένην τῷ κτίσματι αὐτοῦ κακίαν. Ἡ γὰρ τῆς οἰκείας γνώμης ῥαθυμία ἄχρηστον αὐτῷ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ εὐεργεσίαν ἐποίησεν, ὥσπερ ἄν, εἴ τις πλοῦτον καὶ ἀρχὴν παρὰ βασιλέως ἐγχειρισθεὶς τυραννήσει τὸν εὐεργέτην, ὃν ἀξίως χειρωσάμενος τιμωρήσεται, εἰ μέχρι τέλους τῇ τυραννίδι κατίδοι τοῦτον ἐναπομένοντα.

Μολονότι είπε ο Κύριος «συνέφερε σ᾿ εκείνον τον άνθρωπο να μη γεννιόταν», το έλεγε όχι επικρίνοντας το δημιούργημά του, αλλά επέκρινε την κακία που προστέθηκε στο πλάσμα του, εξαιτίας της θελήσεως και ραθυμίας του. Διότι η ραθυμία της γνώμης του πλάσματος αχρήστευσε την ευεργεσία του Δημιουργού, όπως ακριβώς συμβαίνει με κάποιον που, ενώ ο βασιλιάς του έδωσε πλούτο και εξουσία, αυτός φέρεται αχάριστα στον ευεργέτη· (ο βασιλιάς) αυτόν θα τον δέσει και θα τον τιμωρήσει, αν τον δει μέχρι τέλος να παραμένει στην εξουσία του τυράννου.

 

[ΜΕΡΟΣ 15]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας