Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΕΣ ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΕΣ: ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ - ΜΕΡΟΣ Α´

της κας Ελένης Ανδρουλάκη

 

Β´ ΜΕΡΟΣ

 


 

 

1. Εισαγωγή

Η εποχή μας έχει χαρακτηρισθεί ως η εποχή των ψυχικών νοσημάτων. Πράγματι, τα ποσοστά ανθρώπων που πάσχουν από ψυχικές διαταραχές έχουν αυξηθεί ραγδαία. Από τη μια τα σωματικά, νευρολογικά νοσήματα, τα οποία χρήζουν ιατρικής-φαρμακευτικής αντιμετώπισης, και από την άλλη τα ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία είναι το φυσικό επακόλουθο μιας ζωής που είναι άδεια από Χριστό. Και όσο ολέθριο είναι ένας άνθρωπος που πάσχει από κάποια βιολογική ασθένεια, είτε αυτή εκδηλώνεται σωματικά είτε ψυχιατρικά, να αποφεύγει το γιατρό και τη φαρμακευτική αγωγή, άλλο τόσο ολέθριο είναι να στρέφεται κανείς στους διάφορους αυτοαποκαλούμενους ψυχοθεραπευτές για να θεραπεύσει την άρρωστη ψυχή του. Με έναν ύπουλο και συνάμα τραγικό τρόπο, το σταυρικό ήθος που οδηγεί στην Ανάσταση και το Χριστό έχει αντικατασταθεί σήμερα από ένα ψυχαναλυτικό/ψυχολογικό μοντέλο ζωής που οδηγεί στα πάθη και τον εαυτό. «Αυτο-ανάλυση, αυτο-κατανόηση, αυτο-αποδοχή, αυτο-πεποίθηση, αυτο-εκτίμηση, αυτο-πραγμάτωση»: οι βασικές αυτές έννοιες που κυριαρχούν στα περισσότερα συγγράμματα ψυχικής υγείας έχουν σαφώς τις ρίζες τους σε εγωκεντρικά συστήματα αυτο-σωτηρίας και αυτο-θέωσης. Και για να πετύχει κανείς το σκοπό της προσωπικής αυτο-ανύψωσης που ταυτίζεται με την ψυχική υγεία, χρειάζεται «βοήθεια ζωής» από έναν «σύμβουλο» ή «ψυχοθεραπευτή». Αυτός, μέσα από μια «θεραπευτική διαδικασία», θα βοηθήσει τον «ασθενή/πελάτη» «να ανακαλύψει τις κρυμμένες του Δυνάμεις»[1] κι έτσι να «θεραπευτεί».

 

2. Τι είναι η ψυχοθεραπευτική

Ψυχοθεραπευτική, λένε οι ψυχοθεραπευτές, είναι η «θεραπεία της ψυχής», χωρίς ωστόσο να μπορούν να δώσουν ορισμό της ψυχής. Να τονιστεί εξαρχής ότι όταν λέμε ψυχοθεραπευτική δεν εννοούμε μία μέθοδο και κάποιες τεχνικές, αλλά εκατοντάδες μεθόδους και χιλιάδες τεχνικές, που ποικίλλουν ανάλογα με τις θεωρίες και τη φιλοσοφία που ασπάζεται ο κάθε ψυχοθεραπευτής. Να πούμε ότι ψυχοθεραπευτής μπορεί να γίνει ο καθένας, δεν χρειάζεται να είναι κανείς γιατρός ή ψυχολόγος. Μιλάμε λοιπόν όχι για μία ψυχοθεραπεία, αλλά για πολλές ψυχοθεραπείες, οι οποίες θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις συμβατικές και τις εναλλακτικές. Θα εξετάσουμε πρώτα τις συμβατικές.

 

3. Πρώτος μύθος: «Επιστημονική η ψυχοθεραπευτική»

Να ξεκινήσουμε ρωτώντας: είναι η ψυχοθεραπευτική επιστήμη; «Ή απλώς χρησιμοποιεί την “επιστήμη” για να προωθηθεί»;[2] Παρότι η ψυχολογία μπορεί να έχει ένα λόγο στην παρατήρηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, οι ίδιοι οι ψυχολόγοι/ ψυχοθεραπευτές εκφράζουν έντονες επιφυλάξεις ή και διαψεύδουν πλήρως τον επιστημονικό χαρακτήρα της ψυχολογίας. Υπάρχει σήμερα τεράστια διεθνής βιβλιογραφία που καταρρίπτει το μύθο του επιστημονικού χαρακτήρα της ψυχοθεραπευτικής σχετικά με την ερμηνεία, αλλαγή και πρόβλεψη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και σχετικά με τα θεραπευτικά αποτελέσματα. Προσέξτε τους ορισμούς και τα πορίσματα των ίδιων των «ειδικών».

Η ψυχοθεραπεία είναι «ένα συνονθύλευμα θεωριών, μία σύγχυση διαδικασιών, ένα σύμφυρμα θεραπειών και μια κακοφωνία δραστηριοτήτων που δεν έχουν καμία κατάλληλη λογική εξήγηση και είναι αδύνατον να ελεγχθούν ή να αξιολογηθούν»[3]. «Η ψυχοθεραπεία είναι μια ακαθόριστη τεχνική που εφαρμόζεται σε απροσδιόριστες περιπτώσεις με απρόβλεπτα αποτελέσματα»[4], «ένα πολύ εντυπωσιακό οικοδόμημα [που] έχει χτιστεί σε πολύ αδύναμα θεμέλια»[5]. «Η ψυχολογία είναι καταδικασμένη να αυτοακυρώνεται ως επιστήμη»[6], «η διαδικασία της ψυχοθεραπείας είναι τέχνη και όχι επιστήμη»[7], «η ψυχολογία δεν είναι και δεν μπορεί να είναι επιστήμη»[8]. Και υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις «για τη γνησιότητα της ψυχολογίας, τόσο ως θεραπευτικής όσο και ως ερμηνευτικής επιστήμης»[9]. Το ότι η ψυχολογία, σύμφωνα και με τους ίδιους τους ασκούντες αυτήν, στερείται επιστημονικής ταυτότητας δεν πρέπει να μας εκπλήσσει, διότι τι επιστημονική οντότητα θα μπορούσε να έχει μία τέχνη που δεν έχει ουσιαστική επίγνωση της φύσεως και της ταυτότητας του αντικειμένου της;

Είναι «σοκαριστικό» ότι οι διάφορες μορφές ψυχοθεραπείας «που προσφέρονται σήμερα στους καταναλωτές δεν στηρίζονται σε αξιόπιστες επιστημονικές αποδείξεις»[10], δηλώνει ο Christopher Barden, ψυχολόγος, νομικός και πρόεδρος του Αμερικανικού Εθνικού Συλλόγου για την προστασία των καταναλωτών σε θέματα ψυχικής υγείας. Και σύμφωνα με τη διακεκριμένη κλινική ψυχολόγο Dr Tana Dineen, η οποία έπειτα από πολυετή εμπειρία στο χώρο της ψυχοθεραπείας και έρευνας αποφάσισε να εγκαταλείψει το επάγγελμά της, διαμαρτυρόμενη για τα τεκταινόμενα, «η μεγάλη πλειονότητα των ψυχολόγων ή δεν βλέπουν καμία ανάγκη να στηρίξουν τους ισχυρισμούς τους ή παρουσιάζουν απατηλά και παραπλανητικά στοιχεία... [Στην πραγματικότητα], οι επιστημονικές αρχές παραβιάζονται, η έρευνα αγνοείται και, σε κάποιες περιπτώσεις, τα στοιχεία ερμηνεύονται λαθεμένα ή ακόμα και κατασκευάζονται για να ταιριάξουν με τις ανάγκες»[11]. Ο αμερικανός καθηγητής ψυχολογίας και ερευνητής Dr Robyn Dawes στο βιβλίο του «Χάρτινος Πύργος: η Ψυχολογία και η Ψυχοθεραπεία Βασίζονται σε Μύθο» επισημαίνει ότι ενώ μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950 οι ψυχικές ασθένειες ήταν αντικείμενο των γιατρών, από τις αρχές της δεκαετίας του 1970 ο αριθμός των ανθρώπων που ισχυρίζονται ότι είναι «ειδικοί» στις ψυχικές παθήσεις έχει αυξηθεί δραματικά. Η θεραπεία – τονίζει – παρέχεται σήμερα κυρίως από μη-γιατρούς οι οποίοι δεν είναι αυτό που ισχυρίζονται, αφού η κατοχή μιας άδειας εξασκήσεως επαγγέλματος δεν σημαίνει ότι χρησιμοποιούνται επιστημονικές μέθοδοι στη θεραπεία ανθρώπων αλλά ούτε και στην παροχή «γνώμης ειδικού». Όλα αυτά – λέει ο καθηγητής – τεκμηριώνονται από «έναν εντυπωσιακό όγκο ερευνητικών αποδείξεων»[12]. Αλλά και άλλοι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ψυχοθεραπεία δεν είναι τίποτα άλλο από «μια ψεύτικη εφαρμογή του ιατρικού μοντέλου»[13].

Δεν λείπουν και εκείνοι – κοσμικοί ή θρησκευόμενοι – που ορίζουν την ψυχολογία ως θρησκεία. «Οι ψυχοθεραπείες και οι υποκείμενες ψυχολογίες συνιστούν θρησκεία μάλλον, παρά επιστήμη. Επιχειρώντας να αλλάξουν τον έσω άνθρωπο, παρεισδύουν στην περιοχή του Θεού»[14]. ΄Αλλοι ψυχολόγοι περιγράφουν την ψυχοθεραπεία ως «είδος εθνικής θρησκείας, με ένα ευαγγέλιο αυτο-εκπλήρωσης και με τους θεραπευτές ως τους νέους ιερείς»[15]. Ο γνωστός για τις αντι-ψυχιατρικές θέσεις του ψυχίατρος Thomas Szasz, στο βιβλίο του «Ο Μύθος της Ψυχοθεραπείας», έγραφε ότι η ψυχοθεραπεία «δεν είναι απλώς μία θρησκεία που προσποιείται ότι είναι επιστήμη, αλλά στην πραγματικότητα είναι μία ψεύτικη θρησκεία που επιδιώκει να καταστρέψει την αληθινή θρησκεία». ΄Αλλοι υποστηρίζουν ότι «η ψυχολογία είναι σήμερα ανάμεσα στις ποικιλίες της θρησκευτικής εμπειρίας»[16]. Και φυσικά πώς μπορούν να αιτιολογηθούν επιστημονικά ή να μετρηθούν αντικειμενικά έννοιες της ψυχολογίας που βασίζονται σε φιλοσοφικές υποθέσεις όπως «η αυτοπραγμάτωση»[17], η έννοια του «εαυτού» κ.ά.; Γιατί να αγνοείται η βιολογική μας φύση και να υπερτονίζεται η θεωρία του «εαυτού»[18]; αναρωτιέται εύλογα ο καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης Paul Vitz. «Η θεωρία του εαυτού είναι μια πολύ δημοφιλής, κοσμική και ουμανιστική λατρεία ή “θρησκεία”, όχι ένας κλάδος επιστήμης»[19], επισημαίνει ο καθηγητής.

Ένα πολύ σημαντικό κλειδί στην όλη κατανόηση της ψυχοθεραπευτικής είναι η ύπαρξη διαφόρων κατευθύνσεων ή σχολών (ψυχαναλυτική, συμπεριφοριστική, ουμανιστική, υπερπροσωπική, κ.ά.). Έχει υπολογιστεί ότι υπάρχουν σήμερα διεθνώς περισσότερες από 400 διαφορετικές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις[20], με διαφορετικές θεωρίες και διαφορετικές μεθόδους. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι εκατοντάδες αυτές προσεγγίσεις, που κάνουν χρήση τουλάχιστον 10.000 συγκεκριμένων τεχνικών[21], δεν μπορούν να τεκμηριωθούν επιστημονικά, αφού στηρίζονται σε φιλοσοφίες και θεωρητικές υποθέσεις, οι οποίες συχνά συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται. Και μόνο από αυτό γίνεται εύκολα κατανοητό ότι η ψυχοθεραπεία δεν πληροί τα κριτήρια της επιστήμης. Αφού το ίδιο ακριβώς φαινόμενο «ερμηνεύεται εντελώς διαφορετικά από διαφορετικές θεωρίες, οι αρχές και η ορολογία των οποίων δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους»[22]. Με απλά λόγια, οι ψυχοθεραπευτές ακούνε τους ανθρώπους έχοντας μία θεωρία στο μυαλό τους και με βάση αυτήν την υποθετική-υποκειμενική θεωρία προσπαθούν να ερμηνεύσουν, να διαγνώσουν και να θεραπεύσουν. Έτσι λοιπόν, ανάλογα με τη «θεραπευτική» προσέγγιση που υιοθετεί ο κάθε «ψυχοθεραπευτής», υποθέτει ότι στη ρίζα του προβλήματος του ανθρώπου βρίσκονται π.χ.: η οικογένεια, τραύματα της παιδικής ηλικίας, καταπιεσμένη σεξουαλικότητα, αρνητικές πεποιθήσεις, μειωμένη αυτοεκτίμηση κ.λπ., ακόμα και τα αστέρια, η ενεργειακή ανισορροπία, το κάρμα από προηγούμενες ζωές – και οι υποθέσεις δεν έχουν τέλος. Και είναι συγκλονιστικό αυτό που ανακάλυψε η Dr Tana Dineen ερευνώντας το θέμα στο χώρο των ψυχιάτρων τη δεκαετία του 1970: οι προσωπικές πεποιθήσεις των ψυχιάτρων σχετικά με το τι νόμιζαν ότι προκαλούσε τα προβλήματα καθόριζαν τη διάγνωση που έκαναν και τη θεραπεία που όριζαν[23]. Τώρα, αν η θεωρούμενη ως η αιτία του προβλήματος είναι όντως η πραγματική αιτία, αυτό δεν απασχολεί κανέναν[24].

Ορισμένοι πολύ διαδεδομένοι μύθοι που δεν έχουν επιστημονική βάση ή έχουν καταρριφθεί επιστημονικά είναι και οι ακόλουθοι:

1. Το «Εκείνο», το «Εγώ» και το «Υπερεγώ» είναι πραγματικά μέρη της ψυχής.

2. Ο ασυνείδητος νους του ανθρώπου οδηγεί τη συμπεριφορά του περισσότερο από ό,τι ο συνειδητός νους.

3. Τα όνειρα είναι κλειδιά για την κατανόηση του ανθρώπου.

4. Η τωρινή συμπεριφορά καθορίζεται από άλυτες συγκρούσεις της παιδικής ηλικίας.

5. Οι γονείς ευθύνονται για τα περισσότερα προβλήματα των ανθρώπων.

6. Οι άνθρωποι χρειάζονται ενόραση στο παρελθόν τους για να κάνουν σημαντικές αλλαγές στις σκέψεις, τις στάσεις και τις πράξεις τους.

7. Τα παιδιά πρέπει να περάσουν επιτυχώς από τα «ψυχοσεξουαλικά στάδια» της ανάπτυξης, αλλιώς θα υποφέρουν από νευρώσεις αργότερα.

8. Για να βιώσω μια σημαντική αλλαγή, θα πρέπει να θυμηθώ και να ξαναζήσω οδυνηρά γεγονότα στο παρελθόν μου.

9. Οι άνθρωποι χρειάζεται να αποδίδουν αξία στον εαυτό τους.

10. Οι άνθρωποι πρέπει να βλέπουν τον εαυτό τους θετικά.

11. Τα περισσότερα προβλήματα προκύπτουν λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης, λέει ο μύθος. Το ότι η χαμηλή αυτοεκτίμηση επιφέρει προβλήματα στην προσωπική ή κοινωνική συμπεριφορά διαψεύδεται από τις επιστημονικές αποδείξεις[25].

12. Οι επαγγελματίες ψυχολόγοι/ψυχοθεραπευτές είναι καλύτεροι από τους υπόλοιπους ανθρώπους για να ασχοληθούν με τα διανοητικά-συναισθηματικά-συμπεριφοριστικά προβλήματα.

13. Η εκπαίδευση, τα πιστοποιητικά και η εμπειρία του ψυχοθεραπευτή είναι όλα σημαντικά συστατικά που εγγυώνται ότι μπορεί να βοηθήσει αποτελεσματικά ανθρώπους που έχουν προβλήματα ζωής[26], λέει ο μύθος. Πάνω από 500 μελέτες δείχνουν το αντίθετο[27].

14. Η φροϋδική έννοια της «απώθησης» (“repression”) είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη. Όσα γεγονότα του παρελθόντος ξεχνούμε είναι λόγω της «απώθησης», λέει ο μύθος. Στην πραγματικότητα, όμως, ξεχνούμε λόγω της φυσιολογικής διαδικασίας της λήθης, της επιλεκτικής μνήμης κ.λπ.[28].

15. Oι διάφορες «προβολικές δοκιμασίες» μελετούν σε βάθος την προσωπικότητα του ατόμου.

16. Οι διάφορες ψυχολογικές δοκιμασίες (tests) ερμηνεύουν και προβλέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

17. H θεωρία της «ιεραρχίας αναγκών» του Maslow ισχύει στην πράξη[29].

18. Οι ψυχολόγοι και ψυχίατροι έχουν την ικανότητα να κάνουν προγνώσεις και προβλέψεις.

19. Οι ψυχοθεραπευτές έχουν εξειδικευμένη γνώση που τους επιτρέπει να δίδουν στα δικαστήρια μαρτυρία ως «ειδικοί».

20. Η αυτοεκτίμηση είναι αναγκαίος πρόδρομος της ανάπτυξης ενός παραγωγικού ανθρώπου.

21. ΄Ανθρωποι που δεν έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους για οποιονδήποτε λόγο (και λόγω «ταπείνωσης που προκύπτει από τη θρησκευτικότητά τους») είναι αποτυχημένοι και στερούνται ψυχικής υγείας.

22. Τα γεγονότα της παιδικής ηλικίας καθορίζουν τη μοίρα μας ως ενήλικες.

23. Πρέπει να αγαπήσεις τον εαυτό σου πριν μπορέσεις να αγαπήσεις τους άλλους. Και αυτός ο μύθος στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης. Τα συναισθήματα μόνο δεν κυβερνούν τη συμπεριφορά μας.

24. Οι διαγνώσεις των ψυχοθεραπευτών είναι αντικειμενικές και αξιόπιστες[30].

25. Υπάρχει ένα τεράστιο ποσοστό του εγκεφάλου μας που δεν χρησιμοποιούμε και εάν το χρησιμοποιήσουμε θα γίνουμε πολύ καλύτεροι[31].

26. Μερικοί από εμάς χρησιμοποιούμε αποκλειστικά το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, ενώ άλλοι χρησιμοποιούμε μόνο το δεξιό[32].

Θα πρέπει να έγινε ήδη σαφές ότι πίσω από κάθε θεωρία υπάρχει και μια φιλοσοφία και οι διάφορες θεωρίες της ψυχοθεραπείας δεν είναι τόσο επιστημονικές και αντικειμενικές όσο πιστεύεται ή παρουσιάζεται. Πολλοί ερευνητές στο Δυτικό κόσμο σήμερα το παραδέχονται αυτό με ειλικρίνεια[33]. Έτσι λοιπόν, μία ψυχολογική διάγνωση δεν είναι τίποτα άλλο από «το αποτέλεσμα μιας θεωρίας»[34], γι᾿ αυτό και «η διάγνωση “ασθενειών” στον ψευδο-επιστημονικό χώρο της Βιομηχανίας της Ψυχολογίας[35] είναι κυρίως αποκύημα φαντασίας»[36].

Σκληρό αλλά αληθινό. Για να κάνουν διαγνώσεις πολλοί ψυχοθεραπευτές βασίζονται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό εγχειρίδιο (το γνωστό ως “DSM”) που άρχισε να εκδίδεται από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία τη δεκαετία του 1950. Σήμερα βρισκόμαστε στην τέταρτη αναθεωρημένη εκδοχή του, στο “DSM IV-TR”. Είναι όμως το DSM ένα αξιόπιστο σύστημα; Αν δηλαδή ακολουθείται πιστά, γίνεται η ίδια κατηγοριοποίηση του ίδιου ασθενούς από διαφορετικούς ψυχοθεραπευτές; Οι σχετικές μελέτες καταδεικνύουν το αντίθετο: «Δεν υπάρχει ακόμα καμία μεγάλη μελέτη που να δείχνει ότι το DSM (σε καμία εκδοχή) χρησιμοποιείται στερεότυπα με υψηλή αξιοπιστία από σωστούς κλινικούς γιατρούς της ψυχικής υγείας. Ούτε υπάρχει καμιά σοβαρή απόδειξη ότι οποιαδήποτε εκδοχή του εγχειριδίου έχει αυξήσει την αξιοπιστία του πέρα από την προηγούμενη εκδοχή»[37]. Αντιθέτως, οι μελέτες έχουν δείξει «την ολική αναξιοπιστία που έχουν αυτές οι ψυχιατρικές ταμπέλες»[38]. Και, σύμφωνα με τους ειδικούς, «κανένα σύστημα ταξινόμησης δεν είναι παγκοσμίως αποδεκτό για την ψυχιατρική διάγνωση»[39].

Ένα άλλο σημείο που κλονίζει την επιστημονικότητα της διάγνωσης ασθενειών μέσω DSM είναι το γεγονός ότι κάτι που θεωρείται ψυχική διαταραχή στη μία έκδοση του DSM, δεν θεωρείται διαταραχή στην επόμενη και αντιστρόφως. Ενδεικτικά παραδείγματα αποτελούν η ομοφυλοφιλία και η παιδοφιλία. Ενώ η ομοφυλοφιλία ήταν διαταραχή για το DSMΙ, στο DSMΙΙ άλλαξε σε διαταραχή μόνο για εκείνους που αισθάνονταν άβολα ή που επιθυμούσαν να αλλάξουν το σεξουαλικό προσανατολισμό τους. Και τελικά στο DSMΙΙΙ και DSMIV έπαψε να θεωρείται διαταραχή. Παρομοίως, η παιδοφιλία στο DSMΙ και στο DSMΙΙ ήταν απόκλιση, ενώ στο DSMΙΙΙ ονομάστηκε πιο μετριασμένα «παραφιλία» για να καταλήξει το 1994 στο DSMIV να θεωρείται διαταραχή «μόνον εφόσον η συμπεριφορά προξενεί θλίψη ή δυσλειτουργία στο άτομο, ή – με άλλα λόγια – είναι διαταραχή μόνον όταν ο παιδόφιλος τη θεωρήσει διαταραχή. Και το επόμενο λογικό βήμα είναι να καταργηθεί εντελώς από το DSM, όπως έγινε και με την ομοφυλοφιλία»[40], Αντίθετα, μία νέα διαγνωστική κατηγορία που εμφανίστηκε το 1994 στο DSMIV είναι αυτή του «θρησκευτικού ή πνευματικού προβλήματος». Η κατηγορία αυτή, που εισήχθη κατόπιν προτάσεως των εκπροσώπων του «Συνδέσμου Υπερπροσωπικής Ψυχολογιας»[41], ορίζει μεταξύ άλλων ως «ψυχοθρησκευτικό πρόβλημα» την «επίμονη προσκόλληση σε θρησκευτικές πρακτικές και δόγματα»[42], ενώ ταυτόχρονα τονίζει ότι οι εμπειρίες που σχετίζονται με το διαλογισμό δεν αποτελούν ψυχοπαθολογία[43]. Από τη μια δηλαδή, η προσκόλληση στα δόγματα και τις θρησκευτικές πρακτικές θεωρείται διαταραχή, από την άλλη όμως, η προσκόλληση σε ανατολικο-θρησκευτικά δόγματα και πρακτικές θεωρείται υγεία. Διευκρινίζεται μάλιστα ότι «οι μυστικιστικές εμπειρίες, η αφύπνιση της κουνταλίνι, η σαμανιστική μυητική κρίση, οι καταστάσεις δαιμονοληψίας και το πνευματιστικό άνοιγμα... είναι έκτακτες πνευματικές καταστάσεις... οι οποίες μπορεί να έχουν πολύ επωφελείς, μεταμορφωτικές επιδράσεις στα άτομα που τις βιώνουν». Ακόμα, η επικοινωνία με τους πεθαμένους, το ESP, τα οράματα και άλλες παρόμοιου τύπου εμπειρίες είναι «συνηθισμένες, θετικές και συχνά ωφέλιμες». Ακόμα και «οι απαγωγές από UFOs, οι παραφυσικές και εξωσωματικές εμπειρίες συχνά βιώνονται ως κάτι που έχει νόημα, μεταμορφώνει θετικά και είναι πνευματικό»![44] Μίλησε κανείς για επιστήμη;

 

4. Δεύτερος μύθος: «Αναγκαία η ψυχοθεραπευτική»

Φυσικά δεν αρνούμαστε την ύπαρξη ψυχικών ασθενειών και τις προσπάθειες που καταβάλλουν πολλοί ευσυνείδητοι γιατροί να τις θεραπεύσουν. Οι γιατροί που παραμένουν στα όρια της επιστήμης τους προσφέρουν πολύτιμο έργο, όποια και αν είναι η ειδικότητά τους. Διότι υπάρχουν βιολογικές παθήσεις, για παράδειγμα η σχιζοφρένεια και κάποια είδη κατάθλιψης έχουν σαφέστατα νευρολογικό υπόστρωμα. Υπάρχουν νευρολογικές ασθένειες, υπάρχουν παθήσεις που προέρχονται από βλάβες του εγκεφάλου, από ορμονικές, βιοχημικές ανισορροπίες οι οποίες χρειάζονται οπωσδήποτε ιατρική-φαρμακευτική αγωγή. Εκεί είναι αναγκαία η νευρολογία-ψυχιατρική και μάλιστα είναι «αιρετικό» θα έλεγα να αρνηθούμε την προσφυγή σε αυτήν. Οι ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν έχουν λόγο να αρνούνται την επιστήμη. Αντιθέτως, η Σαϊεντολογία και η λεγομένη «Χριστιανική επιστήμη», για παράδειγμα, αρνούνται η μεν πρώτη την ψυχιατρική, η δε δεύτερη κάθε μορφή ιατρικής ως αμαρτία. Και πρέπει να τονιστεί ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει μεγαλύτερη έμφαση στη βιολογική ψυχιατρική. «Μόλις την προηγούμενη δεκαετία... μάθαμε ότι οι συνδέσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος αλλάζουν σε όλη τη διάρκεια της ζωής, ...ότι η οξεία κατάθλιψη μπορεί να προκληθεί από την εν τω βάθει διέγερση του εγκεφάλου και ότι η σχιζοφρένεια συνδέεται με απώλεια φαιάς ουσίας»[45]. Μάλιστα πρόσφατα δημιουργήθηκε και μια νέα ειδικότητα, η υποειδικότητα της νευρο-ψυχιατρικής, το μέλλον της οποίας «διαφαίνεται λαμπρό». Έτσι, στα χρόνια που έρχονται, η ψυχιατρική «θα βασιστεί περισσότερο σε σωματικές παρά σε ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις»[46].

Η ερώτηση είναι: στον ψυχοθεραπευτή καταφεύγουν μόνο οι ιατρικά ασθενείς; Η μελέτη του ψυχιάτρου E. Fuller Torrey έδειξε το αντίθετο: το 75% αυτών που επισκέπτονται ψυχίατρο δεν έχουν οργανική ασθένεια, αλλά είναι άνθρωποι που έχουν προβλήματα πώς να ζήσουν[47], δηλαδή αναζητούν απαντήσεις και «βοήθεια ζωής». Και η Tana Dineen καταθέτει την εμπειρία της από τους ανθρώπους που επισκέπτονταν το γραφείο της για ψυχολογική θεραπεία. «Οι άνθρωποι που αναζητούσαν βοήθεια ήταν, κυρίως, όχι ψυχικά ασθενείς, αλλά μπλεγμένοι άθελά τους σε εκλαϊκευμένες αντιλήψεις για το άγχος, την αυτοεκτίμηση και το ανθρώπινο δυναμικό»[48]. ΄Ανθρωποι απλώς μπερδεμένοι ή στενοχωρημένοι, άνθρωποι φυσιολογικοί που αναζητούν νόημα ζωής μπλέκουν σε αυτή την «ψυχο-βαβέλ», επειδή επείσθησαν ότι πρέπει να αγοράσουν ψυχολογικές ή συμβουλευτικές «θεραπείες» για να γίνει η ζωή τους πιο χαρούμενη και πιο ολοκληρωμένη. «Η βιομηχανία της ψυχολογίας», όπως έχει χαρακτηριστεί, είναι από τις πιο ραγδαία αναπτυσσόμενες: στην Αμερική του 1960 το ποσοστό του πληθυσμού που είχε κάνει χρήση κάποιας ψυχολογικής υπηρεσίας ήταν 14%, ενώ το 1995 το ποσοστό αυτών που είχαν επισκεφθεί «ειδικό» ψυχικής υγείας έφτανε στο 46% του πληθυσμού[49]. Στον τρέχοντα αιώνα υπολογίζεται ότι οι χρήστες υπηρεσιών ψυχικής υγείας μπορεί να φτάσουν το 80% του πληθυσμού. Ο αριθμός των «ειδικών» είναι επίσης τεράστιος, άλλοι εγεγραμμένοι σε επαγγελματικούς συνδέσμους, άλλοι ανεξάρτητοι, άλλοι εκπαιδευμένοι μόνο σε σεμινάρια, άλλοι ασκούντες «ερασιτεχνικές ψυχοθεραπείες»[50], άλλοι ασκούντες εναλλακτικές ψυχοθεραπείες, όλοι έχουν μια θέση στην «ψυχο-αγορά» όπου τα ποσά που ξοδεύονται ετησίως ανέρχονται, στη Γερμανία μόνο, σε 5-10 δισεκατομμύρια ευρώ[51]. Στο βιβλίο του «Ψυχοθεραπεία: Δρόμος για την Ευτυχία;» ο Hansjőrg Hemminger, θεολόγος και ειδικός στις σέκτες, χαρακτηρίζει εύστοχα τη «θεραπεία» ως καταναλωτικό αγαθό «στο σούπερμαρκετ των θεωριών»[52].

Ποιος είναι υπεύθυνος για όλα αυτά; Από τη μια ο καταναλωτισμός μας και από την άλλη η ευπιστία μας ή η άκριτη αποδοχή όσων μας προωθούν. Και σε αυτό το χώρο, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτηση, με άλλα λόγια οι θεραπευτές έχουν ανάγκη από πελατεία, οπότε για να την εξασφαλίσουν, καλλιεργούν την ιδέα της αναγκαιότητας της ψυχοθεραπευτικής, επινοώντας ακόμα και διαταραχές. Τα συμπτώματα μερικές φορές διογκώνονται και νέες κατηγορίες «ασθενειών» δημιουργούνται. Η Tana Dineen, στο πολύ εμπεριστατωμένο βιβλίο της «Κατασκευάζοντας Θύματα – Τι επιφέρει η Βιομηχανία της Ψυχολογίας στους Ανθρώπους», αποκαλύπτει πώς η ψυχοθεραπευτική λειτουργεί ως επιχείρηση που, για να αυξήσει τα κέρδη και τη δύναμή της, κατασκευάζει «θύματα».Το σχήμα που ακολουθείται είναι το εξής:

«ΑΝΘΡΩΠΟΣ=ΘΥΜΑ=ΑΣΘΕΝΗΣ=ΚΕΡΔΟΣ»[53]. Μάλιστα στη σημερινή «ψυχο-αγορά», οι ψυχολογικές υπηρεσίες προωθούνται με ψυχολογικές μεθόδους, δηλαδή χρησιμοποιούνται συγκεκριμένες τεχνικές κατασκευής «θυμάτων». Η Dineen περιγράφει πώς λειτουργούν τρεις από αυτές τις τεχνικές: η ψυχολογοποίηση, η παθολογοποιηση και η γενίκευση. Ψυχολογοποίηση είναι η χρήση ψυχολογικών εννοιών για να μετατραπούν οι πραγματικές εμπειρίες που έχει κάποιος σε θεωρίες, τις οποίες μπορεί στη συνέχεια να «ερμηνεύσει» η ψυχολογία, προσποιούμενη ότι καταλαβαίνει το ασυνείδητο. Παθολογοποίηση είναι η μετατροπή συνηθισμένων ή λιγότερο συνηθισμένων ανθρώπων κάτω από δύσκολες συνθήκες σε αφύσικους, δίνοντάς τους ετικέτες, π.χ. «τραυματισμένος, πληγωμένος, κακοποιημένος». Οι άνθρωποι αυτοί θεωρούνται ανίκανοι να χειριστούν τις δυσκολίες, οπότε η ψυχοθεραπεία είναι απαραίτητη για να «διαγνώσει» και να βοηθήσει. Η γενίκευση είναι η εξίσωση του ασυνήθιστου με το συνηθισμένο[54], η μετατροπή των εμπειριών του ενός ατόμου σε γενικές εμπειρίες∙ δηλαδή αγνοούνται οι διαφορές μεταξύ των ανθρώπων και «ένας ασθενής εξισώνεται με όλους τους άλλους που έχουν “παρόμοια προβλήματα”»[55]. Η ψυχολογοποίηση είναι ο κατεξοχήν τρόπος κατασκευής «θυμάτων», αφού περιλαμβάνει: την κατασκευή μιας θεωρίας για τη θυματοποίηση, την εφαρμογή αυτής της θεωρίας στα άτομα και την μετατροπή προσωπικών γεγονότων σε ψυχολογικά σύμβολα που εκφράζονται με ψυχολογική γλώσσα. Η ψυχολογοποίηση καταλήγει στη δημιουργία της ανάγκης για ψυχολόγους που μπορούν να ερμηνεύσουν αυτά τα σύμβολα[56]. Έτσι, «κάθε άνθρωπος γίνεται δήθεν κάποιος του οποίου ο εσωτερικός κόσμος πρέπει να ερευνηθεί, προσδοκώντας την επιβεβαίωση των θεωριών για την “εμπειρία του θύματος”»[57]. Η παθολογοποίηση θεωρεί αυτούς που βαπτίστηκαν «θύματα», ως άτομα με ψυχολογικές βλάβες, οπότε και χρειάζονται ψυχοθεραπεία, ως δήθεν στερούμενα της απαραίτητης «εσωτερικής δύναμης», «αυτοεκτίμησης» κ.λπ. για να χειριστούν μόνα τους τη ζωή τους. Και η γενίκευση σημαίνει ότι ακόμα και άνθρωποι που είχαν ακραία επώδυνες εμπειρίες στη ζωή τους, ήταν δηλαδή αληθινά και όχι κατασκευασμένα θύματα, και τα κατάφεραν μια χαρά, χρήζουν και αυτοί ψυχοθεραπείας, έστω και μεταγενέστερα, έστω και αν ζουν φυσιολογικές ζωές. Γιατί το ψυχολογικό μοντέλο δεν μπορεί να κάνει λάθος!

Είναι όντως ανησυχητικό το πώς κατασκευάζονται ψυχασθένειες και διαταραχές. Ακόμα και στο χώρο της ψυχιατρικής διάγνωσης, οι 106 ασθένειες και διαταραχές του DSMΙ το 1952, το 1994 έφτασαν στις 340 στο DSMIV[58]. Δηλαδή, σχεδόν ένας στους δύο σήμερα φέρεται ότι υποφέρει από κάποια ψυχική ασθένεια! Είναι αυτές πραγματικές ασθένειες, ή κατασκευασμένες; Και δεν χρησιμοποιούνται μόνο «ψευδο-διαγνωστικές ετικέτες για να δημιουργηθεί η αγορά για τις θεραπείες, χρησιμοποιείται επίσης και η “δύναμη του τρόμου” για να τις πουλήσει... [είναι] η ψυχολογική καταστροφή που [υποτίθεται ότι] θα επέλθει αν κανείς δεν αγοράσει βοήθεια»[59].

Ψυχολόγοι όλων των θεωρητικών πεποιθήσεων έχουν «ψυχολογοποιήσει τη ζωή, από την “εμπειρία της γέννησης” ως την “εμπειρία του θανάτου”, μέσα σε μια περίπλοκη παράθεση ψυχολογικών θεωριών και διαδικασιών... Οι ψυχολόγοι στοχεύουν να περιληφθεί ολόκληρη η ζωή στη σφαίρα της επιρροής τους και, για να διασφαλίσουν ότι κανείς δεν θα ξεφύγει, έχουν χωρίσει τη ζωή σε φάσεις και γεγονότα»[60]. «Υπάρχουν ψυχο-ειδικοί για το θάνατο και την πορεία προς το θάνατο, την παχυσαρκία και τις διατροφικές διαταραχές, το γάμο και την αγαμία, τη σεξουαλική ευχαρίστηση και δυσλειτουργία, την απόλυση και την επιτυχία, την κρίση της μέσης ηλικίας και τα γηρατειά, τη φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων»[61]. Η βίωση της πραγματικής ζωής «βαφτίζεται “ψυχοτραυματικό γεγονός” που απειλεί την ζωή και ο άνθρωπος... βαφτίζεται “άρρωστος” που έχει ανάγκη τον ειδικό»[62]. Παρουσιάζονται χίλιοι λόγοι για να προστρέξει κανείς στον ειδικό. Και πόσοι ειδικοί! «Σύμβουλοι θλίψεως, σύμβουλοι κρίσεων, σύμβουλοι πένθους», ψυχολόγοι «ειδικοί στους εθισμούς και την πρόληψη», ψυχολόγοι που κάνουν στα σχολεία «συμβουλευτική σταδιοδρομίας με βιωματικές ασκήσεις διαχείρισης του άγχους και ανάπτυξης της αυτοεκτίμησης», ψυχολόγοι για τους δασκάλους – «για να μπορέσουν να βοηθήσουν αποτελεσματικά τα παιδιά», ψυχολόγοι για τους γονείς – αφού οι γονείς που δεν περνούν από τα σεμινάρια «ειδικών» κρίνονται «ερασιτέχνες και ένοχοι», ψυχολόγοι που διδάσκουν την «ανάπτυξη συναισθηματικής νοημοσύνης» και το ξεπέρασμα των «μαθησιακών δυσκολιών» χρησιμοποιώντας ύποπτες τεχνικές. Και βέβαια ψυχοθεραπευτές για τους ψυχοθεραπευτές – αναγκαία προϋπόθεση εξάσκησης επαγγέλματος είναι η προσωπική «θεραπεία» – ο αέναος κύκλος της ψυχοθεραπείας! Τέλος, τα τελευταία χρόνια, ψυχολόγοι και για τους κατηχητές και για τους ιερείς, οι οποίοι υποσχόμενοι την πρόληψη για τα ναρκωτικά κλπ. διδάσκουν ποιμένες και ποίμνιο «να αγαπούν τον εαυτό τους, να ανακαλύπτουν τις δυνάμεις που κρύβουν μέσα τους»[63] και άλλα απίστευτα. Οι ίδιοι οι ψυχολόγοι του εξωτερικού, οι κοσμικοί ψυχολόγοι που διαθέτουν εντιμότητα, τονίζουν ότι τα ψυχολογικά προγράμματα είναι «ψευδο-θεραπείες που συνεισφέρουν στο εισόδημα της βιομηχανίας της ψυχολογίας, αλλά κάνουν ελάχιστα για να θεραπεύσουν τα κακά της κοινωνίας... Αντί να πληρώνουμε ψυχολόγους να πηγαίνουν στα σχολεία για να διδάξουν την αυτοεκτίμηση, [όπως συμβαίνει και στην Ελλάδα][64], ας διδάξουμε στα παιδιά αυτοσεβασμό. Αντί να προσλαμβάνουμε ψυχολόγους για να διδάξουν την τρέχουσα εκδοχή του πώς να ανατρέφεις παιδιά, ας δώσουμε φαγητό, στέγη και ανακούφιση σε φτωχές οικογένειες»[65].

 

5. Τρίτος μύθος: «Αποτελεσματική η ψυχοθεραπευτική»

Σε περιπτώσεις ανθρώπων που δεν είναι Χριστιανοί ή που δεν θέλουν να συμμετέχουν στα Μυστήρια της Εκκλησίας, σε αυτές τις περιπτώσεις, θα πρέπει να πούμε ότι οι προσπάθειες κάποιων έντιμων ψυχοθεραπευτών μπορούν να προσφέρουν, όχι θεραπεία, αλλά ωστόσο ανακούφιση στους ανθρώπους που υποφέρουν. Φυσικά, όπως έλεγε και ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος, «το παν είναι η Χάρη του Θεού, και την ψυχή μπορεί να την βοηθήσει μόνο χαριτωμένος Πνευματικός, με πίστη, που αγαπάει την ψυχή και την πονάει, γιατί γνωρίζει την μεγάλη της αξία, την βοηθάει στην μετάνοια, την ξαλαφρώνει με την εξομολόγηση, την ελευθερώνει από το άγχος και την οδηγεί στον Παράδεισο ή πετάει τον λογισμό, με τον οποίο βασανίζει την ευαίσθητη ψυχή ο πονηρός, και θεραπεύεται»[66]. Όλοι όμως δεν θέλουν να είναι μέλη ή συνειδητά μέλη της Εκκλησίας.

Από την άλλη, οι ειλικρινείς ψυχοθεραπευτές δεν κρύβουν ότι η συνεχής αναζήτηση νέων τρόπων ψυχοθεραπείας δείχνει ότι «δεν έχουν βρει έναν τρόπο θεραπείας που να είναι ικανοποιητικός[67]. Παρότι μέσω άρθρων, εκπομπών, διαφημίσεων κ.λπ. οι καταναλωτές χειραγωγούνται να πιστεύουν ότι κάθε μορφή ψυχοθεραπείας έχει αποτελέσματα, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Πόσοι από εμάς γνωρίζουμε ότι ήδη από το 1961 οι ειδικοί τόνιζαν: «Δεν υπάρχει ούτε ίχνος απόδειξης ότι τα ψυχαναλυμένα άτομα επωφελούνται από την εμπειρία [της ψυχανάλυσης]»[68]; Πόσοι από εμάς γνωρίζουμε ότι ακόμα και τα ίδια τα εγχειρίδια ψυχιατρικής γράφουν ότι, για παράδειγμα, «άτομα με αντικοινωνική προσωπικότητα που δεν ενδιαφέρονται για τις βασικές ανθρώπινες αξίες και έχουν βαθιά ριζωμένες μέσα τους σαδιστικές ιδιότητες, δεν αλλάζουν με καμιά θεραπεία»[69]; Με καμιά ψυχοθεραπεία δεν αλλάζουν, με τη θεραπευτική της Εκκλησίας αλλάζουν και γίνονται ακόμα και άγιοι.

Ήδη από το 1952 ξεκίνησαν οι πρώτες μελέτες για την αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπευτικής. Ενδεικτικά αναφέρουμε τη μελέτη του Βρετανού ψυχολόγου Dr Hans Eysenk ο οποίος μελετώντας χιλιάδες ασθενείς κατέληξε ότι «περίπου τα 2/3 των νευρωτικών ασθενών θα γίνουν καλά ή θα παρουσιάσουν αξιοσημείωτη βελτίωση μέσα σε δύο χρόνια από την έναρξη της ασθένειάς τους, είτε έχουν κάνει ψυχοθεραπεία είτε όχι»[70]. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, ο Eysenk δήλωνε: «μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμιά πραγματική απόδειξη σχετικά με την αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας»[71], ενώ το 1995 τόνιζε ότι σύμφωνα με πολυάριθμες μελέτες οι ψυχοθεραπείες έχουν περίπου τόση αποτελεσματικότητα όση και η αυθόρμητη υποχώρηση ή το πλασέμπο[72]. Αλλά και πολλοί άλλοι ερευνητές – Frank, Danziger, Strupp, Koch κ.ά. – αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των ψυχοθεραπευτικών μεθόδων. Ενδεικτικά να αναφέρουμε τα συμπεράσματα του Dr Robyn Dawes ο οποίος στηρίχθηκε σε 300 έρευνες: «Δεν υπάρχει καμία θετική απόδειξη που να υποστηρίζει την αποτελεσματικότητα της επαγγελματικής ψυχολογίας. Υπάρχουν μαρτυρίες προσωπικών εμπειριών, υπάρχει αληθοφάνεια, υπάρχουν κοινές αντιλήψεις, αλλά δεν υπάρχει έγκυρη έρευνα»[73]. ΄Αλλοι, ευφυολογώντας, σχολιάζουν: «ο ιδανικός ασθενής είναι ψυχολογικά σκεπτόμενος, αρκετά έξυπνος, αγχώδης, ομιλητικός και όχι πολύ άρρωστος... όσο πιο υγιής είναι ο ασθενής, τόσο καλύτερο θα είναι το αποτέλεσμα»[74].

 

6. Τέταρτος μύθος: «Ακίνδυνη η ψυχοθεραπευτική»

Η κατάσταση θα ήταν ίσως υποφερτή αν τα πράγματα σταματούσαν στην έλλειψη αποτελεσματικότητας. Δυστυχώς όμως, υπάρχουν μελέτες που καταδεικνύουν και το επικίνδυνο της ψυχοθεραπευτικής, κάτι που συχνά αποσιωπάται. Πάει δηλαδή ο άλλος για ψυχοθεραπεία και, αντί να καλυτερεύσει, χειροτερεύει.

Να αναφέρουμε ενδεικτικά τη γνωστή ως “Cambridge-Somerville Youth Study” που έγινε σε πληθυσμό 650 παιδιών που πέρασαν από ψυχοθεραπεία προκειμένου να παρεμποδιστεί η εγκληματικότητα στα παιδιά αυτά που ανήκαν στην κατηγορία των μη-προνομιούχων (παιδιών με μειωμένες ευκαιρίες). Η μελέτη έδειξε ότι τα παιδιά που δέχτηκαν την «ψυχοθεραπευτική στήριξη» όχι μόνο δεν βοηθήθηκαν, αλλά διέπραξαν πολύ πιο σοβαρά εγκλήματα σε σχέση με τα παιδιά της ομάδας που δεν είχαν δεχτεί ψυχοθεραπεία. Η ψυχοθεραπεία όχι μόνο δεν συνετέλεσε στην πρόληψη της εγκληματικότητας όπως αναμενόταν, αλλά είχε αρνητικές συνέπειες, οι οποίες μάλιστα ήταν και μακροχρόνιες. Παρακολουθώντας τα παιδιά αυτά για 30 χρόνια, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όσα είχαν δεχτεί ψυχοθεραπεία στην παιδική τους ηλικία, παρουσίασαν υψηλότερα ποσοστά ψυχικής ασθένειας, αλκοολισμού και αγχωδών διαταραχών ως ενήλικες[75].

Επίσης ο Rogers, ο θεμελιωτής της προσωποκεντρικής προσέγγισης, αναφέρει μεταξύ των κινδύνων από τις ομάδες του, τις ομάδες «αυτογνωσίας» («ομάδες συνάντησης ή έντονης εμπειρίας», όπως αλλιώς ονομάζονται)[76] ότι υπάρχουν και οι περιπτώσεις «ψυχικής βλάβης» και οι περιπτώσεις ατόμων «που υπέστησαν κάποιο ψυχωτικό επεισόδιο κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από μια ομάδα έντονης εμπειρίας»[77]. Αλλού διαβάζουμε ότι «αν δεν χρησιμοποιηθούν σωστά οι τεχνικές [ο ελεύθερος συνειρμός, η ύπνωση, η ανάλυση ονείρων κ.λπ.] μπορεί να έχουν αντίθετα αποτελέσματα από ό,τι επιδιώκεται»[78]. Σε πρόσφατο δημοσίευμα στο επίσημο περιοδικό της Βρετανικής Ψυχολογικής Εταιρείας διαβάζουμε αποκαλυπτικό άρθρο με τίτλο «Όταν η ψυχοθεραπεία προξενεί βλάβη»[79]. Εκεί αναφέρεται ότι «περίπου το 10% των πελατών χειροτερεύουν μετά την έναρξη της θεραπείας» και μάλιστα επισημαίνεται ότι αυτό είναι άγνωστο ακόμα και σε μια σημαντική μερίδα των ψυχολόγων. ΄Αλλη μελέτη υποστηρίζει ότι το 38% των πελατών που δέχτηκαν «συμβουλευτική πένθους» θα τα κατάφερναν καλύτερα αν δεν την είχαν δεχθεί καθόλου. Επιπλέον, σχετικά με τα τεστ που χρησιμοποιούν οι ψυχολόγοι, αποκαλύπτεται ότι τα τεστ αξιολόγησης που είναι γνωστά ως Rorschach[80], για τα οποία η Dineen έγραφε ότι «είναι τόσο σχετικά και προβλέψιμα όσο ένα ωροσκόπιο»[81], προκαλούν και αυτά βλάβη: βγάζουν το 70% των ανθρώπων που δεν έχουν καμία ψυχοπαθολογία σοβαρά διαταραγμένους. ΄Αλλοι ψυχίατροι κάνουν λόγο για τις δήθεν «εμπειρικά επαληθεύσιμες ή βασισμένες σε αποδείξεις θεωρίες» και δεν κρύβουν ότι χρησιμοποιούνται «ψευδο-ποσοτικές κλίμακες» και ότι «ο ασθενής ως πρόσωπο τείνει να εξαφανιστεί»[82].

Υπάρχουν αρκετές μελέτες που ασχολήθηκαν με τα ιατρογενή αποτελέσματα της ψυχοθεραπευτικής[83], δηλαδή με τα βλαπτικά αποτελέσματα που προκαλούνται από τον ίδιο το θεραπευτή και με τα ψυχο-επιβλαβή[84] (επιβλαβή για το μυαλό) αποτελέσματα που προκύπτουν από την ίδια την ψυχοθεραπεία[85]. Υπολογίζεται ότι 1 στους 10 ασθενείς είναι θύμα της ψυχο-επιβλαβούς επίδρασης της ίδιας της ψυχοθεραπείας[86]. Αν και αυτά ο μέσος άνθρωπος μπορεί να μην τα έχει ακούσει ποτέ ή να μην τα υποπτεύεται καν, κάποιοι ειδικοί υποστηρίζουν ότι η ψυχοθεραπεία είναι η μόνη μορφή θεραπείας «που προκαλεί τις ασθένειες που ισχυρίζεται ότι θεραπεύει»[87]. Μερικές φορές οι ίδιοι οι θεραπευτές εμφυτεύουν ιδέες στο μυαλό του ασθενούς[88]. Ξεκάθαρο παράδειγμα η «θεραπεία απωθημένων μνημών», η οποία βασίζεται στην εσφαλμένη υπόθεση ότι η ανάκληση μνημών σεξουαλικής κακοποίησης κατά την παιδική ηλικία αποτελεί «θεραπευτική διαδικασία»[89]. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι «απωθημένες μνήμες» είναι υπεύθυνες για τα προβλήματα πολλών ανθρώπων και ο στόχος του ψυχοθεραπευτή είναι να βοηθήσει τον άνθρωπο να ανακαλέσει αυτές τις μνήμες. Όμως, πρώτον, οι μνήμες της παιδικής ηλικίας είναι αναξιόπιστες, διότι συχνά μπερδεύονται με φαντασίες, με πληροφορίες από άλλες πηγές κ.λπ.[90]. Δεύτερον, σήμερα έχει αποδειχθεί ότι οι τεχνικές που χρησιμοποιούνται κατά τη διάρκεια της θεραπείας – όπως η ύπνωση – είναι εκείνες που δημιουργούν τις ψευδείς μνήμες[91]. Και τρίτον, ανακύπτουν σοβαρότατοι κίνδυνοι, όπως μας διαφωτίζει η σχετική έρευνα της καθηγήτριας Loftus και των συνεργατών της. Συγκεκριμένα, πριν τη «θεραπεία απωθημένων μνημών», μόνο το 10% των ατόμων που συμμετείχαν σε αυτήν, εμφάνιζαν αυτοκτονικό ιδεασμό ή απόπειρες αυτοκτονίας, μετά την ανάκληση μνημών το ποσοστό αυτό έφτανε στα 67%. Πριν την ανάκληση μνημών ένα 3% είχε επιχειρήσει αυτο-ακρωτηριασμό, μετά την ανάκληση μνημών, το ποσοστό έφτανε στα 27%. Το 77% του συνόλου των ατόμων ήταν σε συζυγία πριν την έναρξη της θεραπείας, ενώ τρία χρόνια αργότερα το 48% του συνόλου ήταν διαζευγμένοι ή σε διάσταση και όλοι (100%) είχαν αποξενωθεί από τις ευρύτερες οικογένειές τους[92]. Τα σχόλια περιττεύουν.

Δεν ξέρω πόσοι από εμάς έχουμε αναλογιστεί και τις αρνητικές επιδράσεις της ψυχοθεραπευτικής στον ίδιο το θεραπευτή που την ασκεί. Καταρχάς, υπολογίζεται ότι τα ποσοστά αυτοκτονιών στον πληθυσμό των ψυχοθεραπευτών είναι πολύ υψηλότερα από ό,τι στον υπόλοιπο. Παρότι υπάρχουν βέβαια κάποιες ασφαλιστικές δικλείδες, η ακρόαση και το σκάλισμα τόσων «σκουπιδιών» είναι φυσικό να αρρωστήσει και τον άνθρωπο που είναι αναγκασμένος και μόνο να τα ακούει, χωρίς να είναι προστατευμένος από τη χάρη του Μυστηρίου, όπως ένας πνευματικός την ώρα της εξομολόγησης. Τώρα αν κανείς τα αναλύει κιόλας, όπως συνήθως συμβαίνει, ίσως να μπορούμε να κάνουμε λόγο για τον «άρρωστο θεραπευτή», κάτι που μάλλον αποτελεί κοινό μυστικό στους κύκλους των ψυχιάτρων. Τέλος, η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι ο ψυχοθεραπευτής ίσως κινδυνεύει και από αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «η αλαζονεία του θεραπευτή».

Δυστυχώς, οι καταστρεπτικές συνέπειες της ψυχοθεραπείας δεν περιορίζονται μόνο στον ψυχοθεραπευόμενο και τον ψυχοθεραπευτή, αλλά επεκτείνονται, σύμφωνα με κάποιους μελετητές, και σε ολόκληρη την κοινωνία. Τι σημαίνει το να ζεις σε μια «ψυχολογοποιημένη» κοινωνία; Σημαίνει ότι η επιρροή της ψυχολογίας είναι τόσο μεγάλη, ώστε να ζούμε – λένε – υπό το καθεστώς της «ψυχοκρατίας». Δηλαδή, οι άνθρωποι «βλέπουν όλα τα γεγονότα και τις καταστάσεις ως ψυχολογικές και αναζητούν την παρέμβαση της ψυχολογίας»[93], ακόμα και αν αυτό σημαίνει την απώλεια της ελευθερίας τους· οι πάντες χειραγωγούνται να δεχτούν «την ταυτότητα του θύματος», πράγμα που συνεπάγεται ότι γίνονται το «κέντρο του κόσμου» και απαλλάσσονται και των ευθυνών τους. Οι άνθρωποι, μαθαίνοντας να είναι ανήμποροι, αδυνατούν να διαχειριστούν την ίδια τη ζωή τους, και η κοινωνία χάνει την ηθική της. Το κακό ή η καταστροφική συμπεριφορά συχνά δικαιολογούνται λόγω ψυχολογικών προβλημάτων ή «λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης»[94]. «Είμαστε σήμερα “ενωμένοι” όντας τα θύματα του καθετί, από το ρατσισμό και το σεξισμό, μέχρι του να είμαστε τα ενήλικα παιδιά αλκοολικών. Η Αμερική [η κατεξοχήν χώρα της ψυχοθεραπευτικής] έχει γίνει ένας τεράστιος κύκλος όπου ο καθένας δείχνει με το δάχτυλό του κάποιον άλλον που φταίει»[95].

Η διείσδυση της ψυχολογίας στο χώρο του σχολείου κρύβει επίσης κινδύνους: διαλογιστικές ασκήσεις για τη μείωση του άγχους, η καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης και της ατομικής ευτυχίας, η προώθηση της ψυχικής ανημπόριας, της σεξουαλικής διαστροφής, της θεωρίας του «εαυτού». Στα αμερικανικά σχολεία εισήχθη και η «αποσαφήνιση των αξιών». Οι αξίες δεν διδάσκονται πια με τον παραδοσιακό τρόπο – δηλαδή αυτό είναι καλό, αυτό είναι κακό – αλλά ο κάθε μαθητής μπορεί να διαλέξει όποια «αξία» του ταιριάζει, αλλιώς λένε οι «ειδικοί» δημιουργούνται στα παιδιά «αναστολές»[96].

Η διείσδυση της ψυχολογίας και στον τομέα της Ιατρικής κρίνεται επικίνδυνη, ειδικά όταν οι άνθρωποι χρήζουν ιατρικής βοήθειας. Σήμερα οι άνθρωποι υποβάλλονται σε ασύλληπτες θεραπείες: «θεραπεία των Λάμα, θεραπεία της κόπωσης από τη συμπόνια, θεραπεία του συνδρόμου νομικής κατάχρησης»[97] και λοιπά απίστευτα που θα δούμε αναλυτικότερα στο κομμάτι των εναλλακτικών ψυχοθεραπειών. Παρόλα αυτά, ο κόσμος εξακολουθεί να βλέπει τους ψυχο-ειδικούς με δέος, σαν αυθεντίες ή γκουρού. Ελάχιστοι αμφισβητούν τους ισχυρισμούς των ψυχολόγων και τα δικαστήρια βγάζουν αποφάσεις συχνά στηριζόμενα στη γνώμη των ψυχο-ειδικών. Προσέξτε κάποια πραγματικά περιστατικά από δικαστήρια του εξωτερικού. Γυναίκα από το Liverpool που σκότωσε το σύζυγό της αθωώθηκε, επειδή διαγνώστηκε ότι έπασχε από «προεμμηνορροϊκό σύνδρομο». Καναδός σκότωσε τα πεθερικά του και το δικαστήριο έκανε αποδεκτή τη διάγνωση ότι έπασχε από το «σύνδρομο του υπνοβάτη», παρότι οδήγησε 15 ολόκληρα μίλια για να πάει να διαπράξει το έγκλημα. Γυναίκα από το Denver κατηγορήθηκε για το φόνο του υιοθετημένου δίχρονου παιδιού της και ο ψυχολόγος παρουσίασε τη θεωρία ότι το παιδάκι που ζούσε σε ορφανοτροφείο υπέφερε από «διαταραχή προσκόλλησης» και αυτοτραυματίστηκε οπότε σκοτώθηκε μόνο του[98].

Να τονιστεί ότι και οι σέκτες χρησιμοποιούν συχνά ψυχολογικές μεθόδους και ψυχίατρους ή ψυχοθεραπευτές για να στρατολογήσουν οπαδούς. Πολύ εύστοχα Γερμανοί μελετητές παρατηρούν: «οι επονομαζόμενες ψυχοθεραπείες ή ψυχολογικές τεχνικές μπορεί να είναι τόσο επικίνδυνες όσο πολλά προϊόντα για τα οποία το κράτος προειδοποιεί τους καταναλωτές. Αλλά το κράτος δεν έχει κανέναν μηχανισμό ελέγχου των ψυχο-προϊόντων»[99]. Τι μπορεί να γίνει; Την απάντηση μας τη δίνει η ψυχολόγος που έπειτα από χρόνια σπουδών, απόκτηση διδακτορικού διπλώματος και πολυετή καριέρα στο χώρο της ψυχοθεραπείας και έρευνας, παραιτήθηκε επειδή, όπως δήλωσε η ίδια δημόσια, θεώρησε τελικά «ανήθικο να εξασκεί την ψυχολογία»[100]. «Οι άνθρωποι μπορούν να μποϋκοτάρουν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες της ψυχολογίας, να διαμαρτυρηθούν για την επιρροή της Βιομηχανίας της Ψυχολογίας και να αντισταθούν στο να γίνουν θύματα. Και να δουν τι θα συνέβαινε αν η φιλοσοφία [η θρησκεία, θα λέγαμε εμείς] έπαιρνε πίσω την έννοια της ψυχής και του νοήματός της, αν η επιστήμη έπαιρνε πίσω τη μελέτη του σώματος και της συμπεριφοράς, αν η φιλία έπαιρνε πίσω τη θέση της... και όλοι, ακόμα και τα κατασκευασμένα θύματα, έπαιρναν πίσω τις προσωπικές τους ζωές»[101].

 

7. Πέμπτος μύθος: «Η Εκκλησία χρειάζεται την ψυχοθεραπεία και τους Χριστιανούς ψυχοθεραπευτές»

Μετά από όλα αυτά, έχει ανάγκη η Εκκλησία από τη «θρησκεία» της ψυχολογίας και τους διακόνους της τους ψυχοθεραπευτές; Έχει ανάγκη η Εκκλησία από αποτυχημένες, ή και επικίνδυνες κοσμικές μεθόδους; «Ο χαρακτηριστικός άνθρωπος της “Νέας Εποχής” έχει σαν καταφύγιο τη θεωρητική ψυχολογία, όχι την Εκκλησία»[102], έγραφε ο μακαριστός π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος. Ο άνθρωπος της Εκκλησίας, όμως, μπορεί να παραδίδει τη ζωή και τη ψυχή του «στην επιστημονικοφάνεια των κτιστών μεθόδων της ψυχοθεραπείας»[103]; Οι οπαδοί των ανατολικο-θρησκευτικών εγωκεντρικών συστημάτων συχνά βρίσκουν έκφραση στην ψυχοθεραπεία η οποία, με τα εύστοχα λόγια του διακεκριμένου ψυχολόγου Philip Cushman, «διαποτισμένη από το ήθος του αυτάρκους ατομικισμού, εν αγνοία της ενισχύει τον απομονωμένο, προσανατολισμένο στο status quo, άδειο εαυτό»[104]. Τα μέλη της Εκκλησίας δεν ζουν έναν πλήρη τρόπο ζωής, δεν βιώνουν την αποκεκαλυμμένη αλήθεια, δεν θεραπεύονται από την ασκητική και μυστηριακή βίωση της Ορθοδοξίας; Χρειάζονται συμπληρωματικές μεθόδους, χρειάζονται «βοήθεια ζωής», «συμβουλευτική πένθους», «τεχνικές ανάπτυξης της αυτοεκτίμησης» και αμφιλεγόμενα προγράμματα «πρόληψης για την εγκληματικότητα και τα ναρκωτικά»; Δεν καλύπτονται οι Χριστιανοί από το Ευαγγέλιο του Χριστού και έχουν ανάγκη από το νέο, ψυχολογικό «ευαγγέλιο του Εαυτού»; Χρειάζονται οι άνθρωποι της Εκκλησίας να μάθουν πώς να αγαπούν τον εαυτό τους και πώς να μη διαλυθούν ασκώντας την αρετή της ταπείνωσης; Χρειάζονται να «κατηχούνται» σε αντι-ευαγγελικές έννοιες ψυχολογικών θεωριών μέσα στους ίδιους τους ιερούς ναούς; «Επιστημονικό σεμινάριο ψυχολογίας», ομιλίες για την «αξία των αρνητικών συναισθημάτων», «το σεβασμό της αδυναμίας μας να ξεπεράσουμε τα πάθη μας», «την ανωτερότητα της ψυχολογίας έναντι των πατέρων»[105] και πολλά άλλα απίστευτα γίνονται και ακούγονται μέσα σε ιερούς ναούς και χώρους εκκλησιαστικούς. Είναι δυνατόν να ανοίγεις περιοδικό για ιερείς και να διαβάζεις για τεχνικές και στάδια συμβουλευτικής προς χρήση «στην ποιμαντική θεραπευτική»; Ο ιερέας που έχει εντρυφήσει στην ψυχοθεραπεία είναι καλύτερος στη διακονία του από τον άλλον που δεν έχει γνώσεις ψυχοθεραπείας; Ή κινδυνεύει να πέσει στον πειρασμό του Βαρλάαμ; Ή ψυχολογοποιεί την ποιμαντική του, χωρίς να το καταλαβαίνει; Έλεγε ο γέροντας Παΐσιος: «Αυτοί που δεν είναι καλά πνευματικά, είναι μερικοί Ιερωμένοι που σπουδάζουν ψυχολογία, για να βοηθήσουν τις ψυχές (με ανθρώπινες τέχνες). Και το παράξενο είναι που οι δάσκαλοί τους οι ψυχολόγοι δεν πιστεύουν στο Θεό και δεν παραδέχονται ούτε ψυχή ή την παραδέχονται με ένα δικό τους τρόπο (σχεδόν όλοι). Από αυτήν την πράξη τους, οι Κληρικοί αυτοί φανερώνουν ότι πνευματικά είναι άρρωστοι και έχουν ανάγκη από Αγιοπατερικές εξετάσεις και, αφού θεραπευθούν, τότε θα διακρίνουν και μόνοι τους το άρρωστο αυτό πνεύμα και θα γνωρίσουν παράλληλα και την θεία Χάρη, για να χρησιμοποιούν στο εξής στις ψυχές που πάσχουν την θεία ενέργεια και όχι τις ανθρώπινες τέχνες»[106]. Τέτοια σεμινάρια χρειαζόμαστε σήμερα, σεμινάρια αγιότητας, όχι «επιστημονικής ψυχολογίας».

Όσοι όμως δεν τα καταλαβαίνουν αυτά, αντιλέγουν ότι άλλο η σωτηρία και άλλο η ανακούφιση του πόνου, λες και ο πνευματικός που διακονεί τα Μυστήρια και έχει αγάπη αδυνατεί να διακονήσει τον πόνο των ανθρώπων. Μάλιστα θεωρούν κάποιοι ότι χρειαζόμαστε και στην Εκκλησία ψυχολόγους, αλλά «Χριστιανούς ψυχολόγους και Χριστιανούς ψυχοθεραπευτές». Όμως ο μύθος της «Χριστιανικής ψυχολογίας και των Χριστιανών ψυχοθεραπευτών», που αποτελεί τα τελευταία χρόνια πρόβλημα «εντός των τειχών», έχει καταρριφθεί από πολλούς μελετητές στο εξωτερικό, τόσο ψυχολόγους όσο και θεολόγους. Υπάρχει, αναρωτιούνται κάποιοι, Χριστιανική Φυσική, Χριστιανική Χημεία, Χριστιανική Βιολογία, γιατί να υπάρχει Χριστιανική Ψυχολογία; Και λένε οι εκπρόσωποι του «Χριστιανικού Συνδέσμου Ψυχολογικών Σπουδών» στην Αμερική: «Μας ρωτούν συχνά αν είμαστε “Χριστιανοί ψυχολόγοι” και το βρίσκουμε δύσκολο να απαντήσουμε... Είμαστε Χριστιανοί που είμαστε ψυχολόγοι, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει καμία αποδεκτή Χριστιανική ψυχολογία που να είναι σαφώς διαφορετική από τη μη-Χριστιανική ψυχολογία. Είναι δύσκολο να υποδηλώνουμε ότι λειτουργούμε με έναν τρόπο που είναι ουσιαστικά διαφορετικός από ό,τι οι μη-Χριστιανοί συνάδελφοί μας. Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει καμιά αποδεκτή θεωρία, κανένας τρόπος έρευνας ή μεθοδολογία θεραπείας που να είναι ευδιάκριτα Χριστιανική»[107].

Πριν λίγα χρόνια σε ένα χωριό του Quebec έγινε ένα πολύνεκρο αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Όπως συνηθίζεται έξω, πριν καλά-καλά τελειώσει η τραγωδία είχαν καταφθάσει οι «σύμβουλοι της θλίψης». Ο εφημέριος του χωριού, γνωστός σε όλους τους κατοίκους της κοινότητας, έδιωξε τους ψυχολόγους άρον-άρον. «Το χωριό θα θεραπεύσει τα τραύματα».

Σκεφθείτε σε μερικά χρόνια να μπαίνει κανείς σε ορθόδοξο ναό και να συναντά αριστερά το εξομολογητάριο και δεξιά το γραφείο του ψυχολόγου. Στο εξωτερικό, πάντως, είναι συνήθης πρακτική οι διάφοροι ψυχολόγοι και ψυχοθεραπευτές να χρησιμοποιούν εκκλησιαστικά πρόσωπα για να προβληθούν και να αποκτήσουν πελάτες.

 

8. Έκτος μύθος: «Η Εκκλησία μπορεί να προσλάβει τις ψυχοθεραπευτικές θεωρίες και μεθοδολογίες»

Μπορεί η Εκκλησία να σπρώχνει τα μέλη της σε φιλοσοφίες που έρχονται σε αντίθεση με την Ορθόδοξη Χριστιανική θεώρηση; Μπορεί η Εκκλησία να παραπέμπει σε ψυχολόγους, ακόμα και αν αυτοί είναι όντως καλοί Χριστιανοί; Για τις ψυχικές διαταραχές που όπως είπαμε έχουν οργανική αιτιολογία, ο άνθρωπος πρέπει να βρει τον κατάλληλο γιατρό. Αλλά αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο άνθρωπος μόνος του; Πρέπει η Εκκλησία να του συστήσει τον ψυχίατρο; Για τα άλλα προβλήματα που έχουν να κάνουν με ασθένειες της ψυχής, δηλαδή για προβλήματα που έχουν πνευματικά αίτια και σχετίζονται με πάθη, πώς μπορεί να επιτελέσει θεραπεία ακόμα και ο τελειότερος Χριστιανός ψυχοθεραπευτής; Εδώ χρειάζεται η θεραπευτική της άκτιστης χάριτος του Θεού και μόνο αυτή μπορεί να θεραπεύσει τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο και καμία κτιστή ψυχοθεραπευτική μεθοδολογία δεν μπορεί – και κανείς ψυχοθεραπευτής, όσο καλοπροαίρετος και αν είναι. Και ας κατηγορούνται οι κληρικοί που επιμένουν να χρησιμοποιούν τη θεραπευτική του Αγίου Πνεύματος ότι διακατέχονται δήθεν από «ανασφάλεια και άγνοια». Ποιον πρέπει να υπηρετούν οι ιερείς, το Θεό και τη θεραπευτική της Εκκλησίας ή τον Freud, τον Rogers, τον Jung και τις ανθρώπινες, κοσμικές φιλοσοφίες; Γιατί υπάρχουν και εκείνοι που ξεκίνησαν ίσως με καλή διάθεση, με την επιθυμία να εκχριστιανίσουν την ψυχολογία, κατέληξαν όμως στην ψυχολογοποίηση της Χριστιανικής θεολογίας και Παραδόσεως. Και πας να ακούσεις ένα κήρυγμα ή να διαβάσεις μια ανάλυση των Πατέρων ή της Αγίας Γραφής και βρίσκεσαι μπροστά σε ατελείωτους όρους και έννοιες της ψυχολογίας. Και ξέρεις ότι πολλά από αυτά είναι αμφιλεγόμενα επιστημονικά ή ελέγχονται θεολογικά και απορείς για το μπλέξιμο. Αυτό, λέει ο καθηγητής της θεολογίας κ. Κορναράκης, αποτελεί «πλήγμα» τόσο στη θεολογική σκέψη όσο και στο πνεύμα των Πατέρων, δηλαδή το να προσπαθούν ορισμένοι «να κατευθύνουν την ερμηνεία των πατερικών κειμένων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να έλθει σε συμφωνία με ήδη υπάρχοντα σχήματα σκέψεως ή ποικίλα στερεότυπα... εισάγοντας στην ερμηνευτική τους τα κριτήρια των θύραθεν επιστημών»[108].

Λένε μερικοί ότι ούτε οι Πατέρες δεν αγνόησαν την επιστημονική γνώση της εποχής τους. Φυσικά. Η επιστήμη προσλαμβάνεται. Αλλά οι Πατέρες ποτέ δεν προσέλαβαν ψυχοθεραπευτικές-φιλοσοφικές μεθόδους της εποχής τους οι οποίες, λένε οι ιστορικές μαρτυρίες, και τότε υπήρχαν[109]. Αλλιώς, σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Κορναράκη, καταλήγουμε στην «προτεσταντοποίηση της θεολογικής μας σκέψεως»[110], «με το να εισάγουμε δια της πατερικής παραδόσεως εκλογικευμένες αντιλήψεις της θύραθεν παιδείας (ψυχολογίας, φιλοσοφίας, κοινωνιολογίας κ.λπ.)»[111]. Όταν μάλιστα οι μύθοι περί επιστημονικότητας, αποτελεσματικότητας, ασφάλειας κ.λπ. της ψυχοθεραπευτικής έχουν καταρριφθεί, τι μεθοδολογίες και τι τεχνικές της ψυχολογίας να προσλάβει η Εκκλησία; Πώς μπορεί να αναμιχθεί η θεραπευτική του Αγίου Πνεύματος με φθαρτές, αποτυχημένες, κτιστές μεθόδους; Είναι πολύ επικίνδυνο να εξομολογεί ο πνευματικός έχοντας «προσχηματισμένες αντιλήψεις και ψυχολογικά ερμηνευτικά μοντέλα»[112] ή χρησιμοποιώντας τεχνικές τις οποίες έμαθε σε κάποιο σεμινάριο ψυχοθεραπείας, ειδικό για ιερείς. Είναι πολύ επικίνδυνο να προσπαθεί ο πιστός να αποκτήσει, για παράδειγμα, αγάπη και συγχώρεση με τεχνικές. Διότι στο χαώδη χώρο της ψυχο-«επιστήμης», υπάρχουν και τεχνικές για να αποκτήσει κανείς αγάπη[113]. Μάλιστα, τον τελευταίο καιρό δημοσιεύονται σε έγκυρα ψυχιατρικά περιοδικά και άρθρα για τη συγχώρεση[114]. Πέρα από τις γνωστές θέσεις της ψυχοθεραπευτικής ότι δήθεν «πρέπει να συγχωρούμε τον εαυτό μας και για να συγχωρέσουμε τον άλλον πρέπει πρώτα να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας», οι οποίες κλείνουν το δρόμο προς τη μετάνοια, τώρα κάποιοι ψυχίατροι προτείνουν ασκήσεις διαλογισμού για να επιτευχθεί δήθεν η συγχώρεση[115]. ΄Αλλοι ψυχοθεραπευτές κάνουν λόγο για «τη θεραπευτική αξία της συγχώρεσης», και παρότι φαίνεται εκ πρώτοις ότι αυτό θα ήταν συμβατό με το Χριστιανισμό ο οποίος κατεξοχήν διδάσκει τη συγχώρεση, οι ψυχοθεραπευτές διδάσκουν τεχνικές κυρίως διαλογιστικού τύπου για να αξιοποιηθεί «το τεράστιο δυναμικό» που έχει η συγχώρεση[116]. Φαινομενικά ο ίδιος στόχος με το Χριστιανισμό, αλλά στην ουσία άλλος ο σκοπός, άλλα τα μέσα και άλλα τα αποτελέσματα. Εκεί μπορεί να οδηγήσει μία άστοχη πρόσληψη. Πάει ο άνθρωπος στον ψυχοθεραπευτή, Χριστιανό ή μη, καθοδηγείται με βάση ανθρωποκεντρικές ή και αιρετικές διδασκαλίες και τεχνικές, πάει παράλληλα και στον πνευματικό (πολλοί Χριστιανοί ψυχοθεραπευτές παραπέμπουν στους πνευματικούς) ίσα για να πάρει άφεση και – νομίζει ότι – όλα είναι μια χαρά. Οι Χριστιανοί ψυχοθεραπευτές είναι συνήθως καλοπροαίρετοι και προσπαθούν από την πλευρά τους να βοηθήσουν, αλλά συχνά αγνοούν πολλά πράγματα, οι άνθρωποι δεν είναι θεολόγοι ή πνευματικοί. Και οι βάσεις αυτού που σπούδασαν και εξασκούν, είναι θεωρίες και τεχνικές χωρίς Θεό. Έτσι μάλλον γίνεται ζημιά στις ψυχές.

Να τονιστεί ότι οι θεωρίες, οι διδασκαλίες, οι αρχές, οι τεχνικές και τα μοντέλα της ψυχοθεραπείας συχνά προσκρούουν στην Ορθόδοξη Χριστιανική διδασκαλία. Θα παραθέσω μερικά σημεία που έρχονται σε αντίθεση με την Ορθόδοξη διδασκαλία και βιοτή.

1. Οι διάφορες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις είναι δημιουργήματα ανθρώπων που σε μεγάλο βαθμό απέρριπταν το Χριστιανισμό ή και τον αληθινό Θεό. Ο Freud αποκαλούσε τη θρησκεία «νεύρωση της ανθρωπότητας». Ο Fromm θεωρούσε την πίστη στο Θεό «παιδική αυταπάτη». Ο Albert Ellis καταδίκαζε το Χριστιανισμό σαν «ένα παράλογο σύστημα πεποιθήσεων που ήταν στον πυρήνα πολλών ψυχικών προβλημάτων». Ο Carl Jung ασχολείτο συστηματικά με αποκρυφισμό, πνευματισμό, αλχημεία, έκανε πειράματα με τους χρησμούς του Ι-Τσινγκ, είχε επιρροές από το γνωστικισμό, είχε πλήθος μυστικιστικών εμπειριών και έβλεπε τις θρησκείες ως «συλλογικούς μύθους». Ο Carl Jung ήταν εκείνος που έφερε την παραψυχολογία στο χώρο της ψυχολογίας[117].

2. Στόχος των ψυχαναλυτικών προσεγγίσεων είναι να αποκτήσει ο άνθρωπος συνείδηση του ασυνείδητου και ο ψυχοθεραπευτής «σκάβει» την ψυχή, συχνά με βίαιο τρόπο, για να βρει απωθημένα βιώματα. Μόλις όμως αυτά βγουν προς τα έξω, ο άνθρωπος μπορεί να οδηγηθεί, αντί για τη θεραπεία, στην τρέλα και την απελπισία. Η ψυχή αρρωσταίνει περισσότερο με όλη αυτή την εγωκεντρική αυτο-ανάλυση· η εύρεση και το σκάλισμα «σκουπιδιών» δεν την θεραπεύει. Γι᾿ αυτό στην Ορθόδοξη θεραπευτική, όλα προσεγγίζονται σε σχέση με το Χριστό, με απλό τρόπο και με τη μετάνοια που αποκλείει την αυτο-ανάλυση. Ο άνθρωπος μετανοεί για αυτά που συνειδητοποιεί, εξομολογείται και ο Χριστός σβήνει το παρελθόν, διορθώνει και καθαρίζει τον άνθρωπο από τα φανερά και τα κρυμμένα – «εκ των κρυφίων μου καθάρισόν με» δεν λέει και ο ψαλμός;

3. Η ψυχοθεραπευτική είναι μια ανθρωποκεντρική πρακτική, ενώ η αληθινή ψυχοθεραπευτική, η Ορθόδοξη ψυχοθεραπεία, είναι θεοκεντρική. Η θεραπεία και το φάρμακο είναι ο Χριστός και όπου είναι αναγκαίο ο άνθρωπος λαμβάνει φάρμακα για το σώμα.

4. Στην Ορθοδοξία η θεραπεία είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, ενώ ο καρπός των ποικίλων ψυχοθεραπειών είναι συνήθως η σύγχυση. Εμείς γνωρίζουμε ότι θεραπεύει ο Θεός, ενώ στο χώρο της ψυχοθεραπευτικής ο καθένας προσπαθεί να θεραπεύσει τον εαυτό του μόνος του.

5. Για μας η απάντηση στα προβλήματα είναι η προσευχή και η μετάνοια, εκεί είναι «περισσότερη ψυχοθεραπεία».

6. Οι διάφορες ψυχοθεραπευτικές και συμβουλευτικές προσεγγίσεις εστιάζονται στην επεξεργασία σκέψεων και συναισθημάτων συχνά με τρόπο πολύπλοκο, αναζητούν βασανιστικά τα αίτια και επικεντρώνονται στο πρόβλημα. Η όντως ψυχοθεραπεία της Εκκλησίας επικεντρώνεται στο Χριστό. Οι ιερείς δεν ασκούν συμβουλευτική επικεντρωμένη στο πρόβλημα, αλλά Χριστοκεντρική διακονία. Η κίνηση προς το Θεό είναι εκείνη που θεραπεύει, όχι η εύρεση αιτίων. Η θεϊκή συγχώρεση θεραπεύει.

7. Η εντολή για εμάς είναι να λατρεύουμε το Θεό, για την ψυχοθεραπεία η υπερβολική σκέψη για το Θεό είναι ασθένεια· συγκαταλέγεται στις νευρώσεις.

8. Η ψυχολογία αδυνατεί να κατανοήσει τη Θεία Χάρη, την αμαρτία, τον μετανοούντα, το δαιμονισμένο, τον άγιο. Για εμάς υπάρχει και ο ασθενής, ο σχιζοφρενής, υπάρχει όμως και ο δαιμονισμένος.

9. «Κάποια συναισθήματα όπως ο φόβος, η ενοχή ή και το μίσος είναι φυσιολογικά»[118], λένε. Για το Χριστιανό αυτά δεν είναι καθόλου φυσιολογικά.

10. Το διαζύγιο είναι αποδεκτό και επιθυμητό σε πολλές περιπτώσεις, γι΄ αυτό και ανθούν οι ψυχοθεραπευτικές ομάδες στήριξης μονογονεϊκών οικογενειών. Η έννοια της θυσίας είναι ακατανόητη ή και καταδικαστέα.

11. Για ανθρώπους που έχουν κάνει έκτρωση, η ψυχοθεραπεία συνίσταται στη διερεύνηση που κάνει ο ψυχοθεραπευτής των συναισθημάτων του πελάτη και στη βοήθεια που του/της παρέχει «να εκφράσει και να κατανοήσει αυτά τα συναισθήματα»[119]. Και ο θεραπευτής διδάσκεται ότι, αν θέλει να είναι καλός επιστήμονας, πρέπει «να παραμερίσει τις δικές του θρησκευτικές πεποιθήσεις»[120].

12. Συχνά πολλοί που πάσχουν από πνευματικές ασθένειες καταφεύγουν στον ψυχοθεραπευτή για να βοηθηθούν. Η συμβουλή είναι να μιλούν για το πρόβλημα μέσα στην ψυχοθεραπευτική ομάδα. «Βίασα την αδελφή μου» και «πρέπει να μιλάω για αυτό, γιατί έτσι δεν θα με βαραίνουν οι ενοχές σε όλη μου τη ζωή»[121]. Όχι μόνο δεν θεραπεύεται ο ταλαίπωρος, αλλά αρρωσταίνουν και οι άλλοι ακούγοντάς τον.

13. Για πολλές ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, ο άνθρωπος θεωρείται θύμα των άλλων. Το παρελθόν φταίει, ο άλλος φταίει. Η ενοχή φορτώνεται στους άλλους· αλλά έτσι εμποδίζεται η μετάνοια. Για εμάς, ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για τις αμαρτίες του και οι πατέρες συμβουλεύουν ποτέ να μην δικαιολογούμε τον εαυτό μας. Μάλιστα, στα ώριμα στάδια της μετανοίας ο άνθρωπος μετανιώνει ακόμα και για τα λάθη των άλλων. Στο χώρο της ψυχοθεραπείας, αντίθετα, οι αμαρτίες ενθαρρύνονται και τα πάθη χαϊδεύονται, αφού το ζητούμενο είναι «να είμαι εγώ καλά και να περνώ εγώ καλά».

14. Το κακό και το καλό σχετικοποιούνται, ανάλογα με την κρίση του εκάστοτε θεραπευτή και του εκάστοτε πελάτη. «Δεν υπάρχει τίποτα κακό, αν δεν μας δημιουργείται πρόβλημα», λένε συχνά οι ψυχοθεραπευτές. Για εμάς, όμως, οι αξίες είναι απόλυτες, όπως τις όρισε ο Θεός.

15. «Η σύγχρονη ψυχολογία είναι μια μορφή κοσμικού ουμανισμού βασισμένη στην απόρριψη του Θεού και τη λατρεία του εαυτού»[122]. Αντί ο άνθρωπος να στραφεί στο Θεό και τον άλλο, στρέφεται στον εαυτό του. Η ψυχολογία μας διδάσκει να επικεντρωνόμαστε στις σκέψεις μας, τα συναισθήματα μας, τις ανάγκες μας, στο τι χρειαζόμαστε εμείς. Ο εαυτός γίνεται είδωλο και έτσι καλλιεργείται η υπερηφάνεια. Αντίθετα, η προσπάθεια του Χριστιανού είναι να μειώσει την αγάπη που έχει στον εαυτό του, που συνήθως είναι υπερβολική, να απαλλαγεί από τη φιλαυτία του και να «απαρνηθεί τον εαυτό του», ώστε να θεραπευθεί και να σωθεί.

16. Η εντολή των ψυχολογικών συστημάτων «να γνωρίσεις και να εκφράσεις τον εαυτό σου», είναι «στη βάση ένας γνωστικιστικός στόχος»[123], που έχει αντικαταστήσει την εντολή «να αγαπάς το Θεό και τους άλλους». Οι γνωστικοί πίστευαν ότι η σωτηρία έρχεται δια της γνώσεως, η ψυχολογία πιστεύει ότι η σωτηρία από τα προβλήματα έρχεται δια της γνώσεως του εαυτού.

17. Η αυτοεκτίμηση αποτελεί θεμελιώδη ψυχολογική αρχή, που αντιτίθεται στη χριστιανική αρετή της αυτομεμψίας και της ταπείνωσης. Η επιβαλλόμενη από την ψυχολογία καλλιέργεια της αυτοεκτίμησης των παιδιών, καλλιεργεί τον εγωισμό τους.

18. Η διδασκαλία για τις δήθεν ανεξάντλητες δυνάμεις μέσα μας και η χρήση της «θετικής σκέψης» στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία ως «τρόπος ανάπτυξης του εαυτού» είναι μη ρεαλιστικές, αλλά και επιζήμιες πνευματικά, αφού κλείνουν το δρόμο προς την ταπείνωση και τη σωτηρία. Όταν βέβαια πρόκειται για εκρίζωση παθών, η διδασκαλία των ψυχοθεραπευτών περί μεγάλων δυνάμεων αλλάζει και γίνεται: «μη ζορίζεις τον εαυτό σου. Τόσο μπορείς, δεν μπορείς παραπάνω. Δεν είσαι άγιος»[124].

19. Στο πεδίο της ψυχολογίας βρίθουν τεχνικές αυτοβελτίωσης και αυτοπραγμάτωσης, οι οποίες είναι η αποθέωση του εγωκεντρισμού. Στην Εκκλησία δεν έχουμε αυτοπραγμάτωση. Ο Χριστιανός αγωνίζεται να πραγματώσει το θέλημα του Θεού, χωρίς τεχνικές.

20. H ανάλυση και ερμηνεία ονείρων, οι τεχνικές οραματισμού, καθοδηγούμενης φαντασίας, διαλογισμού, ύπνωσης, οι βιωματικές ασκήσεις χαλάρωσης με διαλογισμό[125] και λοιπές πρακτικές που χρησιμοποιούνται κατά κόρον και στις συμβατικές ψυχοθεραπείες είναι ασυμβίβαστες με το Χριστιανισμό και ιδιαιτέρως επικίνδυνες για την ψυχή του ανθρώπου. Υπενθυμίζουμε ότι οι πατέρες της Εκκλησίας στρέφονται κατά της φαντασίας, για το λόγο ότι ο πειρασμός μπαίνει μέσα μας ως φαντασία. Η φαντασία είναι εκείνη που οδηγεί στην καρδιά την προσβολή του πειρασμού. Και ενώ ο διαλογισμός χρησιμοποιεί τη φαντασία, η προσευχή την αποκλείει. Οι πατέρες συνιστούν τη νέκρωση της φαντασίας και συμβουλεύουν η προσευχή μας να είναι «αφάνταστος», αφού ο Θεός είναι «αφάνταστος και καθαρός νους», ενώ η φαντασία είναι όπλο που χρησιμοποιεί ο διάβολος για να πολεμήσει τον άνθρωπο. Το ίδιο ισχύει και για τα όνειρα που ως γνωστόν «επλάνησαν πολλούς».

21. «Η ψυχολογία ήταν μία από τις κύριες διανοητικές και κοινωνικές δυνάμεις που έφεραν το σημερινό κίνημα [της “Νέα Εποχής”] σε περίοπτη θέση... Η πρωταρχική ψυχολογική πηγή της “Νέα Εποχής” ήταν η ουμανιστική ψυχολογία και ιδιαιτέρως ο Abraham Maslow»[126], ο οποίος στην πυραμίδα του τοποθέτησε την εμπειρία της ολότητας και ενότητας με το σύμπαν, στην οποία φτάνει κανείς με γιόγκα και διαλογισμό. Ο Maslow ήταν από τους πρωτεργάτες του «Περιοδικού της Υπερπροσωπικής Ψυχολογίας», το οποίο φιλοξενούσε άρθρα για το υπερβατικό και διοργάνωνε Νεοεποχίτικα συνέδρια. Αλλά και ο Jung επηρέασε το χώρο της ψυχολογίας με καθαρά Νεοεποχίτικες θέσεις – και πολλοί άλλοι επίσης. Έτσι, η ψυχολογική λατρεία του εαυτού οδήγησε στην αντι-πνευματική λατρεία του εαυτού της «Νέας Εποχής»[127].

22. Η εμμονή με την αυτοεκτίμηση – παρά την έλλειψη επιστημονικής τεκμηρίωσης – και τη δήθεν αναγκαιότητα της ψυχοθεραπευτικής για όλους, συγκαταλέγεται στα δόγματα της «Νέας Εποχής»[128].

23. Τα εγχειρίδια ψυχολογίας μπορεί να μην περιλαμβάνουν τίποτα χριστιανικό, αλλά περιλαμβάνουν κεφάλαια περί Βουδιστικής θεωρίας[129]. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια η σύνδεση μεταξύ ψυχιατρικής και ανατολικο-θρησκευτικών δογμάτων εξαπλώνεται[130]. Πρόσφατο παράδειγμα το τελευταίο συνέδριο της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας[131], επιστημονικό συνέδριο, όπου όμως πολλές εισηγήσεις είχαν θέμα τη χρήση διαλογισμού, γιόγκα, αγιουρβέδα κ.ά. για τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών.

 

Μόνο μία εκκοσμικευμένη Εκκλησία θα μπορούσε να τα προσλάβει όλα αυτά. «Η χρησιμοποίηση της σύγχρονης ψυχολογίας για την καθοδήγηση των ανθρώπων είναι μια εκκοσμικευμένη θεώρηση της ποιμαντικής»[132]. Ο Χριστιανός που μετανοεί δεν χρειάζεται ψυχο-φιλοσοφικά υποστηρίγματα. Η Εκκλησία του Χριστού δεν μπορεί να ενσωματώσει ψυχοθεραπευτικές θεωρίες, μεθοδολογίες ή τεχνικές.

 


 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. http://www.psychologos.gr/index2.php?option=com_content&task=view&id=67&pop=1&page=0&Itemid=28

[2]. Tana Dineen, Manufacturing Victims – What the Psychology Industry is Doing to People, Constable, London, 1999, σελ. 87.

[3]. Eysenk in Manufacturing Victims – What the Psychology Industry is Doing to People, ένθ. ανωτέρω, σελ. 101.

[4]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 234.

[5]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 122.

[6]. Carl Jung, Εισαγωγή στην ψυχολογία του Γιουνγκ, Ιάμβλιχος, 1994, σελ. 113.

[7]. Matarazzo, J. (πρόεδρος του Αμερικανικού Ψυχολογικού Συνδέσμου) (1971). “The process of psychotherapy is art and not science”. In. A.R. Mahrer (Ed.), Creative Development in Psychotherapy. Cleveland: Western Reserve.

[8]. Από τα πορίσματα εκτενούς μελέτης που ανέθεσε ο Αμερικανικός Ψυχολογικός Σύνδεσμος σε 80 διακεκριμένους επιστήμονες το 1979.

[9]. Paul Vitz, Psychology as Religion – The Cult of Self-Worship, WM. B. Eerdmans, 2002, σελ. xvi.

[10]. Martin & Deidre Bobgan, The End of “Christian Psychology”, Eastgate Publishers, 1997, σελ. 8.

[11]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 88.

[12]. Robyn Dawes, House of Cards: Psychology and Psychotherapy Built on Myth, Free Press, 1996, σελ. 3-4.

[13]. Martin & Deidre Bobgan, ένθ.ανωτ., σελ. 39.

[14]. Bobgan, Martin & Deidre, Competent to Minister: The Biblical Care of Souls, Santa Barbara, CA: Eastgate, 1996, σελ. 21.

[15]. Οι κοσμικοί ψυχολόγοι Sam Keen και Philip Reiff στο Occult Invasion, κάτωθι, σελ. 457.

[16]. http://online.wsj.com/article/SB117522112255454141.html

[17]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 4.

[18]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 47.

[19]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 32.

[20]. http://e-psychology.gr

[21]. Martin & Deidre Bobgan, ένθ. ανωτ., σελ. 5.

[22]. Χρυσ. Κοσμίδου-Hardy & Αθ. Γαλανουδάκη-Ράπτη, Συμβουλευτική – Θεωρία και Πρακτική, εκδ. Ασημάκης,1996, σελ. 101.

[23]. http://tanadineen.com/psychologist/bio.htm

[24]. Carroll R.T., The Skeptic᾿s Dictionary, Wiley, 2003, σελ. 319.

[25]. Robyn Dawes, ένθ. ανωτ., σελ. 10.

[26]. (1-13) Martin & Deidre Bobgan, ένθ. ανωτ.

[27]. Robyn Dawes, ένθ. ανωτ., σελ. 38.

[28]. (14-16) Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 120 και http://tanadineen.com/

[29]. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, οι ανθρώπινες ανάγκες χωρίζονται σε 5 επίπεδα: α) βασικές ανάγκες, β) ανάγκες ασφάλειας, γ) ανάγκες κοινωνικής αποδοχής, δ) ανάγκες αυτοεκτίμησης και ε) ανάγκες αυτοπραγμάτωσης. Για να ανεβεί κάποιος μια βαθμίδα, θα πρέπει να έχει ικανοποιήσει προηγουμένως τις ανάγκες της προηγούμενης βαθμίδας. Αυτή η ιεραρχία που υποτίθεται ότι βρίσκεται στη βάση της ανάπτυξης της προσωπικότητας, διαψεύδεται και από τους ψυχολόγους: «Υπάρχουν άνθρωποι που είναι πρόθυμοι να υποφέρουν πείνα και δίψα... ακόμα και να πεθάνουν για αξίες που ο Maslow υπέθεσε ότι είναι λιγότερο ισχυρές από τις ανάγκες της φυσιολογίας», στο Psychology as Religion – The Cult of Self-Worship, ένθ. ανωτ., σελ. 38.

[30]. (18-24) Robyn Dawes, ένθ. ανωτ.

[31]. Είναι ο γνωστός μύθος που χρησιμοποιούν συχνά διάφορες παραθρησκευτικές ομάδες.

[32]. Αυτός ο μύθος έχει καταρριφθεί από τους νευροεπιστήμονες.

[33]. Cushman, Baumeister, Bellah et al, Sampson, Shweder & Bourne, Danziger κ.ά.

[34]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 70.

[35]. Με αυτό εννοούν όλο τον χώρο της ψυχολογίας και ψυχοθεραπευτικής.

[36]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 69.

[37]. http://www.academyanalyticarts.org/kirk&kutchins.htm

[38]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 237.

[39]. Α. Tasman, «Το μέλλον της Ψυχιατρικής», Ψυχιατρική 2002, 13:258-264.

[40]. http://www.section21.m6.net/res-apa.php

[41]. Η Υπερπροσωπική Ψυχολογία περιλαμβάνει την πίστη στο υπερφυσικό και μυστικιστικές εμπειρίες του αποκρυφισμού και των ανατολικών θρησκευμάτων. Η Υπερπροσωπική Ψυχολογία εισήγαγε την ανατολική θρησκευτικότητα στη Δύση. Ο ψυχολόγος Goleman παραθέτει τα λόγια γνωστού Θιβετιανού Λάμα «Ο Βουδισμός θα έρθει στη Δύση ως ψυχολογία».

[42]. http://www.spiritualcompetency.com/jhpseart.html

[43]. http://www.spiritualcompetency.com/jhpseart.html

[44]. http://www.spiritualcompetency.com/jhpseart.html

[45]. Zeina N. Chemail, «Τα βασικά στοιχεία της νευροψυχιατρικής: διδάσκοντας σε ειδικευόμενους και υποτρόφους τη διασύνδεση μεταξύ ψυχιατρικής και νευρολογίας», Harvard Review of Psychiatry, Μάιος-Ιούνιος 2006.

[46]. Α. Tasman, «Το μέλλον της Ψυχιατρικής», Ψυχιατρική 2002, 13:258-264.

[47]. Joint Commission on Mental Health – Action for Mental Health, σελ. 103.

[48]. http://tanadineen.com/psychologist/bio.htm

[49]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 7.

[50]. Bernard Brusset, Les psychothérapies, online έκδοση.

[51]. http://de.wikipedia.org/wiki/Psychomarkt

[52]. www.agpf.de/Hemminger.htm

[53]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 6.

[54]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 27.

[55]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 32.

[56]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 28.

[57]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 35.

[58]. Martin & Deidre Bobgan, ένθ. ανωτ., σελ. 74.

[59]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 148.

[60]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 136.

[61]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 138.

[62]. http://www.oodegr.com/oode/psyxotherap/psyxologika/kako1.htm

[63]. www.archdiocese.gr/diakonia/news/n_k_stoxos.html

[64]. www.archdiocese.gr/diakonia/news/n_g_prolipsi.html

[65]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 261.

[66]. Γέροντος Παϊσίου, Επιστολές, έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστού Ιωάννη, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 1995, σελ. 103.

[67]. Jean Claude Larchet, στην εκπομπή «Ράδιο-Παράγκα», στον 89,5, στις 6/2/2000 και σε απομαγνητοφώνηση στο www.floga.gr

[68]. Ο τότε Πρόεδρος του Αμερικανικού Ψυχολογικού Συνδέσμου στο Manufacturing Victims, ένθ. ανωτ., σελ. 130.

[69]. Πέτρος Χαρτοκόλλης, Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Θεμέλιο, 1986, σελ. 230.

[70]. Hans J. Eysenk, “The Effects of Psychotherapy: An Evaluation”, Journal of Consulting Psychology, 1952:16, σελ. 322.

[71]. Hans J. Eysenk, “New Ways in Psychotherapy”, Psychology Today, Ιούνιος 1967, σελ. 40.

[72]. Hans J. Eysenk, “The Outcome Problem in Psychotherapy: What Have We Learned?”, Behavioural Research and Therapy, 1994:32:5, σελ. 477.

[73]. Robyn Dawes, ένθ. ανωτ., σελ. 58.

[74]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 109.

[75]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 104-105.

[76]. «Encounter groups».

[77]. Carl Rogers, Ομάδες Συνάντησης, εκδ. Δίοδος, 1991, σελ. 63.

[78]. Χρυσ. Κοσμίδου-Hardy, ένθ. ανωτ., σελ. 76.

[79]. www.thepsychologist.org.uk, volume 21, Ιανουάριος 2008.

[80]. Τεστ όπου ζητούνται οι συνειρμοί του ατόμου σε σχέση με μια σειρά από ασαφείς εικόνες.

[81]. http:// tanadineen.com/writer/writings/FamilyLaw.html

[82]. Bernard Brusset, Οι Ψυχοθεραπείες, Το Βήμα, 2007, σελ. 140.

[83]. Martin & Deidre Bobgan, ένθ. ανωτ., σελ. 67.

[84]. “Psychonoxious”.

[85]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 106.

[86]. Μελέτη του Hans Strupp στο Manufacturing Victims, ένθ. ανωτ., σελ. 106.

[87]. Dave Hunt, Occult Invasion, Harvest House Publishers, 1998, σελ. 438 και σύμφωνα με κάποιους ψυχιάτρους όπως ο Jerome Frank.

[88]. Carroll R.T., σελ. 319-320.

[89]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 108.

[90]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 119.

[91]. Dave Hunt, ένθ. ανωτ., σελ. 449.

[92]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 106-108.

[93]. http://tanadineen.com/writer/articles/ForDistribution/Psychocracy.pdf

[94]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 20.

[95]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 86.

[96]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 82.

[97]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 175.

[98]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 150.

[99]. www.agpf.de/Hemminger.htm

[100]. http://tanadineen.com/psychologist/bio.htm

[101]. Tana Dineen, ένθ. ανωτ., σελ. 263.

[102]. †π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου, Αντιμετώπιση των αιρέσεων – Προβληματική και Στρατηγική, Αθήνα 1996, σελ. 21.

[103]. Πρωτοπρ. Σαράντης Σαράντος και λοιποί κληρικοί, Ορθόδοξος Τύπος, 30 Ιουνίου 2006.

[104]. http://www.amazon.com/Constructing-Self-America-Cultural-Psychotherapy/dp/0201441926/=pd_bbs_sr_2?ie=UTF8&s=books&qid=1208162853&sr=1-2

[105]. Ακριβή στοιχεία από το αρχείο μας.

[106]. Γέροντος Παϊσίου, Επιστολές, έκδ. Ι. Ησυχαστηρίου Ευαγγελιστού Ιωάννη, Σουρωτή Θεσσαλονίκης, 1995, σελ. 102.

[107]. http://www.rapidnet.com/~jbeard/bdm/Psychology/psych.htm

[108]. Τόλμη, Μάιος 2004, σελ. 34.

[109]. Γεώργιος Χασούρος, «Ψυχανάλυση και Εκκοσμίκευση της Εκκλησίας», στο: www.egolpio.com/NEW_AGE/apanthsh_se_arthro_giannara.htm

[110]. Τόλμη, Μάιος 2004, σελ. 32.

[111]. Πρωτοπρ. Σαράντης Σαράντος και λοιποί κληρικοί, ένθ. ανωτ.

[112]. Τόλμη, Μάρτιος 2007.

[113]. Χρυσ. Κοσμίδου-Hardy, ένθ. ανωτ., σελ. 98.

[114]. Harvard Health Publications, Τετράδια Ψυχιατρικής.

[115]. Harvard Θέματα Υγείας, ελληνική έκδοση, τεύχος 3, Ιανουάριος 2006.

[116]. www.theforgivingway.com/whyforgive.htm

[117]. Καρλ Γιουνγκ – Η Ζωή και το Έργο του – Βιογραφία, (Gerhard Wehr), Αρχέτυπο, 2003 και Κ. Γκ. Γιουνγκ – Βιογραφία, (Aniela Jaffé), Ιάμβλιχος 2003.

[118]. Ορέστης Γιωτάκος & Θεώνη Τριανταφύλλου, Ψυχολογική στήριξη από το τηλέφωνο, Ελληνικά Γράμματα 2006, σελ. 216.

[119]. Ορέστης Γιωτάκος & Θεώνη Τριανταφύλλου, ένθ. ανωτ., σελ. 213.

[120]. Ορέστης Γιωτάκος & Θεώνη Τριανταφύλλου, ένθ. ανωτ., σελ. 225.

[121]. Carl Rogers, ένθ. ανωτ., σελ. 43.

[122]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. xii.

[123]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 3.

[124]. Ακριβή στοιχεία από το αρχείο μας από ομιλίες ψυχοθεραπευτών σε εκκλησιαστικούς χώρους.

[125]. Χρυσ. Κοσμίδου-Hardy, ένθ. ανωτ., σελ. 239-249.

[126]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 117.

[127]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 120-125.

[128]. Robyn Dawes, ένθ. ανωτ., σελ. 234-244.

[129]. Paul Vitz, ένθ. ανωτ., σελ. 56.

[130]. Dr Jean-Marie Abgrall, Healing Or Stealing – Medical Charlatans in the New Age, Algora, 2001, σελ. 152 και Harvard Review of Psychiatry, ελληνική έκδοση, εκδόσεις Πιτσιλίδη (διάφορα τεύχη).

[131]. www.psych.org/MainMenu//EducationCareerDevelopment/Meetings/AnnualMeeting/ScientificProgram.aspx, 3-8/5/08.

[132]. Σεβασμιώτατος Ναυπάκτου Ιερόθεος Βλάχος, Εκκλησιαστικό Φρόνημα, Ι.Μ. Γενεθλίου της Θεοτόκου, 1993, σελ. 243.

 


 

Β´ ΜΕΡΟΣ

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας