Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΝΟΥ

 

Πρωτοπρ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνοῦ

 

(Ψαλμ. 89,10: «Καὶ τὸ πλεῖον αὐτῶν πόνος καὶ μόχθος»)

Ὁ Ψαλμωδὸς κάνει μία θλιβερὴ διαπίστωση. Τὰ χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου πού μπορεῖ νὰ φθάσουν, στὴν καλύτερη περίπτωση, τὰ ὀγδόντα ‒ τὸ μεγαλύτερο ὅμως μέρος τους εἶναι πόνος καὶ μόχθος. Εἶναι σύμφυτος ὁ πόνος ‒ καὶ ὁ ψυχικὸς καὶ ὁ σωματικὸς ‒ στὴ ζωή μας, ὡς μία ὄψη τοῦ ὑπάρχοντος στὸν κόσμο κακοῦ. Αὐτὸ ἐπιβεβαιώνει καὶ ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἔξετε». Δὲν ὑπόσχεται στοὺς πιστούς Του κάποιο οὐτοπικὸ – ἄλυπο βίο. Συμπληρώνει ὅμως: «ἀλλὰ θαρσεῖτε. ΕΓΩ νενίκηκα τὸν κόσμον». Συνεπῶς καὶ τὰ κακά τοῦ κόσμου. Μέσα σ᾿ αὐτή τὴν ἐν Χριστῷ δυνατότητα ὑπέρβασης τοῦ πόνου εὔχεται καὶ ἡ λειτουργική μας σύναξη: «Ὑπὲρ τοῦ ρυσθῆναι ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν». Ἡ διαπίστωση, συνεπῶς, τῆς πραγματικότητας τοῦ πόνου δὲν αἴρει τὴν ἀναζήτηση τῆς δυνατότητας ἀπαλλαγῆς ἀπὸ αὐτόν. Πῶς μποροῦν αὐτὰ νὰ κατανοηθοῦν;

1. Ὁ πόνος, σὲ κάθε πιθανὴ μορφή του, εἶναι ἄμεσα συναρτημένος μὲ τὴν οὐσία τοῦ κακοῦ. Τὸ κακὸ χριστιανικὰ εἶναι φυσικὸ καὶ ἠθικὸ. Φυσικὸ κακὸ εἶναι ὁ πόνος, ἡ φθορά, ὁ θάνατος. Ἠθικὸ κακὸ εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀποτυχία τοῦ ἀνθρώπου νὰ μείνει μέσα στὴν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, στὴν ἄμεση σχέση μαζί Του. Κατὰ τὸν Μ. Βασίλειο τὸ ἠθικὸ κακὸ «ἐξ ἡμῶν ἤρτηται» – ἐξαρτᾶται ἀπὸ μᾶς (ΕΠ. 31. 333). Καὶ κατὰ τὸν Ἰ. Χρυσόστομο: «ἡ ὄντως κακία» εἶναι τὸ ἠθικὸ κακό. Τὸ φυσικὸ κακὸ ‒ τονίζει ‒ «μᾶλλον οὐκ ἔστι κακία, ἀλλὰ λέγεται» (δηλαδὴ ὁ λιμός, ὁ λοιμός, ὁ θάνατος κ.λπ.). «Ταῦτα οὐκ ἂν εἴη κακὰ» (ΕΠ. 49. 241). Θὰ μποροῦσαν, δηλαδή, νὰ μὴν εἶναι κακά. Τὸ ἠθικὰ κακὸ εἶναι ἐκεῖνο, ποὺ προκαλεῖ καὶ τὸ φυσικό, κατὰ τὴν πατερικὴ συνείδηση. Ἡ ἄρση, συνεπῶς, τοῦ πόνου, ὡς μίας ὄψης τοῦ φυσικοῦ κακοῦ, προϋποθέτει δυνατότητα ἄρσης τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Χριστὸς καλεῖται χριστιανικὰ Σωτήρας, διότι εἶναι «ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου». Εἶναι αὐτὸς ποὺ μπορεῖ νὰ ἄρει τὴν ἁμαρτία, ἀπαλλάσσοντας τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: «Δεῦτε πρὸς με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγῶ ἀναπαύσω ὑμᾶς» (Ματθ. 11, 28). Ὁ Χριστὸς αὐτοπροσφέρεται ὡς αὐτός, ποὺ ἔχει τὴν δύναμη νὰ ἀπελευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὸ φυσικὸ κακό, διότι αὐτὸς «ἐνίκησε τὸν κόσμον», τὸ κακὸ δηλαδὴ τοῦ κόσμου.

Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ πραγματοποιήθηκε μὲ τὴν Ἀνάστασή του, τὴν καταπάτηση τοῦ θανάτου, προσφέρεται δὲ σὲ κάθε ἄνθρωπο, ποὺ ἔχει τὴν διάθεση συμμετοχῆς στὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Γι᾿ αὐτὸ εἶπε ὁ Χριστὸς λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωσή Του, κατὰ τὴ συνάντησή του μὲ τοὺς Ἕλληνες: «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσῶν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνη, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνη, πολὺν καρπὸν φέρει» (Ἰωὰν. 12, 24). Ὁ Χριστὸς σώζει μέσῳ τῆς θυσίας Του καὶ γίνεται Σωτὴρ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ μετέχουν στὸν θάνατό Του. Ἡ μετοχὴ αὐτὴ ἀπαιτεῖ τὴ συσταύρωση τοῦ πιστοῦ. Αὐτὸ ὁμολογεῖ ὁ ἀπ. Παῦλος, ποὺ εἶχε αὐτὴν τὴν ἐμπειρία. «Χριστῷ συνεσταύρωμαι» (Γαλ. 2, 20) ὁμολογεῖ. Μόνο ἔτσι μπόρεσε νὰ ὁμολογήσει ἐπίσης: «Χαίρω ἐν τοῖς παθήμασί μου (Κολ. 1, 24). Τὸ κήρυγμά του εἶναι «ὁ λόγος τοῦ σταυροῦ» (Α΄ Κορ. 1, 18), ὄχι μία ἐπιφανειακὴ θριαμβολογία. Κηρύττει τὴν ἀνάγκη τοῦ σταυροῦ, διότι μόνο αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν ἀνάσταση. Αὐτὸ εἶναι τὸ κήρυγμα τοῦ αὐθεντικοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ ἐνσαρκώθηκε στὴν παράδοση τοῦ Ἑλληνισμοῦ, μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ὁλοκαυτώματος, ὡς αὐτοπροσφορᾶς γιὰ τοὺς ἄλλους. Εἶναι ἕνα ἀπὸ τὰ σημεῖα συνάντησης Ἑλληνισμοῦ-Χριστιανισμοῦ. Ἀπὸ τὸν Λεωνίδα ὡς τὸ Κούγκι, τὸ Ἀρκάδι, τὴν Ἀλαμάνα καὶ τὸ Μανιάκι κυριαρχεῖ τὸ ἴδιο πνεῦμα τῆς σταυρώσιμης αὐτοπροσφορᾶς γιὰ τοὺς ἄλλους. Σταυρὸς καὶ ἀνάσταση εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένα στὴν χριστιανικὴ ἑλληνικότητα καὶ μέσῳ αὐτῆς μὲ ὅλη τὴν Ὀρθοδοξία. Ἡ ἀνάσταση γιορτάζεται ὡς ἀποκατάσταση ὅλης τῆς νεκρωμένης φύσεως. Ἡ Ὀρθοδοξία ὀνομάσθηκε ἀπὸ ἑτεροδόξους ὡς Ἐκκλησία τῆς ἀναστάσεως κατ᾿ ἐξοχήν, διότι ζεῖ μὲ τὴν ἀναστάσιμη ἐλπίδα. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι στὴ ρωσικὴ γλῶσσα ἡ Κυριακὴ ὀνομάζεται Βοσκρεσένιγιε, δηλαδὴ Ἀνάσταση. Ἡ Ὀρθοδοξία ὁλόκληρη, σφραγισμένη μὲ τὸ ἑλληνικὸ πνεῦμα, ζεῖ μόνιμα τὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως. Ὁ ἅγιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ χαιρετοῦσε κάθε ἄνθρωπο μὲ τὴ φράση: «Χριστὸς ἀνέστη, χαρά μου!». Εἶναι ἡ βίωση τῆς βεβαιότητας τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: «Θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον».

2. Ὁ ὀρθόδοξος Χριστιανισμὸς εἶναι διαρκὴς χαρά, ἀκόμη καὶ στὸ θάνατο, τὴν κορύφωση τοῦ πόνου (Λουκ. 7. 13). Ἡ μοναδικὴ αἰτία λύπης γι᾿ αὐτὸν εἶναι ἡ ἁμαρτία, διότι ἀπομακρύνει καὶ χωρίζει ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ λύπη ὅμως. ὅταν πρόκειται γιὰ ἀγωνιζόμενο πιστό, προσλαμβάνει ἀναστάσιμο καὶ χαρμόσυνο χαρακτήρα, διότι τὸν βοηθεῖ νὰ συνειδητοποιήσει τὴν ἁμαρτία του καὶ μέσα ἀπὸ τὴν ἔμπρακτη μετάνοια νὰ ἐπιστρέψει στὸ Θεό, μετέχοντας στὴν ἄκτιση Χάρη του. Αὐτὴ ἡ λύπη γιὰ τὴν ἁμαρτία ὀνομάζεται στὴ γλῶσσα τῆς Ὀρθοδοξίας «λύπη κατὰ Θεὸν» (Μ. Βασιλείου ΕΠ. 30. 640C, Ἰωάν. Χρυσοστόμου ΕΠ. 50. 651). Ἡ λύπη μεταμορφώνεται, ἔτσι, σὲ χαρά. Αὐτὸ φανερώνει ἡ παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου (Λουκ. 15) καὶ αὐτὸ σημαίνει ὁ μακαρισμὸς τοῦ Χριστοῦ: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες. ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται» (Ματθ. 5, 4). Μόνο ἡ Ὀρθοδοξία γνωρίζει τὸν ὅρο «χαρμολύπη», ἀλλὰ καὶ τὸ πρᾶγμα, ποὺ αὐτὸς ἐκφράζει. Σὲ ἕνα τροπάριο-ὕμνο τῆς Ἐκκλησίας μας ὁρίζεται τὸ περιεχόμενό της: «λύπη διὰ τὴν ἁμαρτίαν, χαρὰ διὰ τὴν σωτηρίαν». Εἶναι τὸ «χαροποιὸν πένθος». Αὐτὸ τὸ πνεῦμα δημιουργεῖ ἡ Ὀρθοδοξία. Ἡ δυτικὴ ζωγραφικὴ λ.χ. σταματᾶ στὸν θάνατο, στὸν πόνο τῆς ἀπουσίας κάθε ἐλπίδας ἀναστάσεως. Ἀπὸ αὐτὸ ἀκριβῶς διαφοροποιεῖ ὁ Ἀπ. Παῦλος τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τοὺς μὴ χριστιανούς, διότι οἱ τελευταῖοι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (Α΄ Θεσσ. 4, 13). (Βλ. Φ. Κόντογλου. Ἡ ἀπελπισία τοῦ θανάτου εἰς τὴν θρησκευτικὴν ζωγραφικήν τῆς Δύσεως καὶ ἡ εἰρηνόχυτος καὶ πλήρης ἐλπίδος ὀρθόδοξος εἰκονογραφία). Στὴ χριστιανικὴ Δύση βλέποντας κανεὶς τὸν Ἐσταυρωμένο, κυριαρχεῖται ἀπὸ ἀπελπισία. Εἶναι ἄγνωστη ἐκεῖ ἡ χαρμολύπη τοῦ Σταυροῦ. Τὸ ἴδιο καὶ στὸ Ἰσλάμ. Βρέθηκα στὸ Ἰσπαχάν (ΙΡΑΝ) κατὰ τὴν ἐπέτειο τῆς δολοφονίας τοῦ Ἀλῆ, Ἰμάμη τῶν Σιϊτῶν. Καὶ ὅταν μοῦ ζητήθηκε νὰ πῶ δύο λόγια, συνηθισμένος ἀπὸ τὴ δική μας σταύρωση, τοὺς μίλησα γιὰ τὴ «χαρμολύπη» τῆς γιορτῆς, καὶ ὅλοι ἔμειναν ἄναυδοι. Δὲν μποροῦσαν νὰ συλλάβουν τὸ νόημα τοῦ ὅρου. Διότι ἔμαθαν νὰ μένουν στὸ σπαραγμὸ (πρβλ. τὴν αὐτομαστίγωση τῶν «ἑορταστῶν»), στὴν ἀπελπισία τοῦ πόνου. Ἀντίθετα, στὴν Ὀρθοδοξία ὁ Σταυρὸς δὲν εἶναι σύμβολο τοῦ πόνου, ἀλλὰ τῆς ἐλπίδας. Γι᾿ αὐτὸ ἐξυμνεῖται ὡς «φύλαξ πάσης τῆς οἰκουμένης καὶ ὡραιότης τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ ὀμορφιὰ τοῦ σταυροῦ, ποὺ προϋποθέτει ἀπάλειψη τῆς φρικτότητάς του ὡς ὀργάνου θανάτωσης, πηγάζει ἀπὸ τὴ σύνδεσή του μὲ τὴν Ἀνάσταση. Εἶναι μία ὀμορφιά, ποὺ ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὴν ὀδύνη. Αὐτὸ ἐννοοῦσε ὁ μεγάλος Ὀρθόδοξος συγγραφέας Φιοντὸρ Ντοστογιέφσκυ, λέγοντας ὅτι «ἡ ὀμορφιὰ θὰ σώσει τὸν κόσμο!» ὄντας μία τάξη στὴν κτίση. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως καταλύει αὐτὴ τὴν τάξη καὶ ἐσωτερικά, στὴν ἴδια τὴν ὕπαρξή του, καὶ ἐξωτερικά, στὴ φύση. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ὁ αἴτιος τοῦ θανάτου, διότι «θάνατον οὐκ ἐποίησε», «φθόνῳ διαβόλου εἰσῆλθε θάνατος εἰς τὸν κόσμον». Ἡ μόλυνση τοῦ περιβάλλοντος, πηγή τόσων νόσων, ἡ ἀδικία καί ἐκμετάλλευση, πηγή τῆς οἰκονομικής ἀνισότητας στόν πλανήτη, ἡ αἰσχροκέρδεια καί πλεονεξία, πού κάνει τό ἔργο φυσικῶν φαινομένων (π.χ. σεισμῶν) ἐξολοθρευτικό, δέν εἶναι ἔργα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἔργα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεός δέν ἐνεργεῖ δικαστικά καί ἀστυνομικά, γιά νά ἐπιμερίζει ποινές καί εὐθύνες ἤ νά ζητεῖ ἱκανοποίηση ἀπό τόν ἄνθρωπο. (Κεντρική διδασκαλία τῆς δυτικῆς θεολογίας εἶναι ἡ θεωρία περί Satisfactio: ὁ Θεός σταυρώνει τόν Υἱό του, γιά νά ἱκανοποιηθεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο ἡ δικαιοσύνη του, πού προσεβλήθη ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἁμαρτία). Ὁ Θεὸς τῶν Ἁγίων μας ἐνεργεῖ στὴν ἱστορία θεραπευτικὰ καὶ σωστικά. Ὅλο τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας εἶναι καρπὸς τῆς ἀγάπης Του. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν (θυσίασε)... ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ»· (Ἰωάν. 3. 16). Ὁ Θεὸς μέσα στὴν ἀνιδιοτέλειά του κάνει τὰ πάντα «δι᾿ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν» καὶ «τὰ πάντα προσίεται, ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον». Νὰ τὸν ἀπαλλάξει δηλαδὴ ἀπὸ κάθε μορφὴ κακοῦ.

3. Οἱ Ἅγιοί μας, ὅπως ὁ ἅγιος Γεράσιμος, στρέφουν τὸν ἄνθρωπο στὸν ἑαυτό του καὶ στὸ βάθος τῆς συνειδήσεώς του. Ὅπως ἔλεγε πάλι ὁ Ντοστογιέφσκυ, «ὁ ἄνθρωπος φταίει γιὰ ὅλα», διότι στὴν ἀτομοκρατία τῆς πτώσης του νεκρώνει τὴν ἀγάπη καὶ τὴ φιλανθρωπία του (τὴν Μitmenschlichkeit, ὅπως λένε οἱ Γερμανοὶ). Νέκρωση τῆς ἀγάπης εἶναι κυρίως ἡ μεταβολή της σὲ ἰδιοτέλεια. Νὰ βλέπει κανεὶς τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο ὡς μέσο ἐκμετάλλευσης γιὰ τὴν προσωπικὴ ὠφέλεια καὶ εὐδαιμονία. Δὲν εἶναι περίεργο ὅτι στὸ ἐπίκεντρο τοῦ ἀλλοτριωμένου χριστιανισμοῦ εἶναι ἡ ζήτηση «ἀποτελεσματικότητας» (ὠφέλειας δηλαδὴ) στὸ κάθε τί καὶ «εὐδαιμονίας». (Ἐδῶ ἐντάσσονται προβλήματα, ὅπως τὰ ναρκωτικά). Ἡ ζήτηση τῆς ἀπόλαυσης διευκολύνει τὴν ἀνάπτυξη τῆς αἰσχροκέρδειας, σὲ μία διαδικασία «μαύρου κύκλου». Ἡ συναίσθηση ὅμως τῆς ἐνοχῆς ἔναντι τῶν ἄλλων ὁδηγεῖ στὴ συνείδηση, ὅτι εἴμεθα καὶ μεῖς ὑπόλογοι γιὰ τὶς ἁμαρτίες τους καὶ συμμετέχουμε στὴν πτώση τους. Καὶ αὐτὸ ὁδηγεῖ στὴν ἀνάληψη ὑπευθυνότητας γιὰ τὴ δυστυχία τῶν ἄλλων. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται, ἔτσι, ἀπὸ ἄτομο, πρόσωπο, ἀποκτώντας συνείδηση τῆς κοινωνικῆς του εὐθύνης. Ὁ ἀτομοποιημένος ἄνθρωπος, μέσα στὴν ἐπιλεγμένη μονότητά του, ρίχνει τὶς εὐθύνες στοὺς ἄλλους· ὁ ἄνθρωπος-πρόσωπο ἀναλαμβάνει τὶς εὐθύνες γιὰ τοὺς ἄλλους. Βλέπει τὴν ἁμαρτία διαφορετικὰ ‒ ὡς διασάλευση τῆς ἰσορροπίας τοῦ κόσμου. Καὶ συνειδητοποιεῖ τὴν ἄρση τῆς ἁμαρτίας ὡς ἀποκατάσταση τῶν αὐθεντικῶν σχέσεων μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Κυρίαρχο γίνεται τότε τὸ αἴσθημα τῆς ἀνάγκης συμφιλίωσης μὲ τὸν Θεὸ καὶ ὅλη τὴ κτίση, ποὺ τὴ μολύνει μὲ τὴν κακία του. Ὁ ὀρθόδοξος μοναχός, κάνοντας τὶς βαθειὲς μετάνοιές του, φιλεῖ τὴ γῆ καὶ τὴν ποτίζει μὲ τὰ δάκρυά του, ζητώντας της συγγνώμη, ποὺ τὴ μολύνει μὲ τὶς ἁμαρτίες του, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶναι ὅλες δικές του. Αὐτὸς εἶναι ὀρθόδοξα ὁ λυτρωτικὸς πόνος. Ὁ πόνος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ μετάνοια. Ἀνανοηματοδοτεῖται ἔτσι ὁ πόνος καὶ ἀποκτᾶ λυτρωτικὴ δύναμη. Διότι δίνει δύναμη γιὰ μεταστροφή. Γι᾿ αὐτὸ ἔλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: «Πληγή ‒κάθε κτύπημα τῆς ζωῆς‒ τοῖς εὖ φρονοῦσι μάθημα γίνεται· καὶ κρείσσων εὐημερίας κακοπάθεια». Δὲν εἶναι κάποια μορφὴ μαζοχισμοῦ, ἀλλὰ ἡ συνείδηση τοῦ διδακτικοῦ καὶ ἀφυπνιστικοῦ χαρακτήρα τοῦ πόνου. Μὲ τὴ μετάνοια καὶ τὴν καταξίωση τῆς ἀγάπης σὲ ἀνιδιοτέλεια, μεταμορφώνεται καὶ ὁ πόνος σὲ χαρά. «Ἡ λύπη ἡμῶν εἰς χαρὰν γενήσεται» (Ἰωάν. 16, 20). Ἔτσι, μετατίθεται μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος καὶ ἐνδοϊστορικὰ σὲ ἕνα τρόπο ὑπάρξεως, στὸν ὁποῖο «ὁ Θεὸς ἐξαλείφει πᾶν δάκρυον... καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔστι ἔτι, οὔτε πένθος, οὔτε κραυγή, οὔτε πόνος...» (Ἀποκ. 21,4). Δὲν πρόκειται γιὰ οὐτοπία, ἀλλὰ γιὰ ἐμπειρία ἐκείνων ποὺ μέσα ἀπὸ τὴν ἄσκηση καὶ τὴ ζήτηση θεϊκῆς Χάρης εἰσέρχονται στὴν ἀτελεύτητη πορεία τῆς ἁγιότητας, καθιστάμενοι δεκτικοί τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί, ἄλλωστε, εἶναι οἱ ἀληθινοὶ χριστιανοί, οἱ μεθιστάμενοι σ᾿ αὐτὸν τὸν τρόπο ὑπάρξεως.

Ὁ Χριστός, ὡς σταυρωμένη Παναγάπη, λόγῳ τῆς ἑκούσιας συμμετοχῆς Του στὸν πόνο μας, εἶναι «ὁ ὡραῖος κάλλει», ἡ ἔνσαρκη Ὀμορφιά, ποὺ σώζει μέσα ἀπὸ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν ἀγάπη Του. Ὁ χριστιανὸς μετέχοντας καὶ αὐτὸς ἑκούσια στὸ πάθος τοῦ Χριστοῦ, μετέχει μέσῳ τοῦ πόνου του καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Ἀληθινὴ ἀγάπη ὑπάρχει ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει καὶ ἀποδοχὴ τοῦ πόνου, ἀλλὰ καὶ προθυμία νὰ σηκώνει ὁ ἕνας τὸν πόνο τοῦ ἄλλου. Τότε καὶ ὁ πόνος τοῦ ἄλλου, ψυχικὸς καὶ σωματικός, γίνεται ἐλαφρότερος, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ μαθαίνω νὰ ἀγαπῶ ἀληθινά. Ἔτσι, μὲ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἀγάπης, γίνεται παράδεισος ὁ κόσμος. Ὁ ἕνας, δηλαδή, ζεῖ γιὰ τὸν ἄλλο καὶ «βαστάζει τὰ βάρη» του (Γαλ. 6, 2). Ὁ πόνος διαλύεται μέσα στὴν ἀμοιβαιότητα τῆς ἀγάπης καὶ τὴ δύναμη τῆς Χάρης. Ἔτσι ἀντιμετωπίζεται καὶ ὑπερβαίνεται χριστιανικὰ καὶ τὸ πρόβλημα τῆς εὐθανασίας. Ὅπου εἶναι ὁρατὴ καὶ αἰσθητὴ ἡ ἀγάπη τῶν ἄλλων γιὰ τὸν πάσχοντα, ἐκεῖ καὶ ὁ πόνος, ὅσο δυσβάστακτος καὶ ἂν εἶναι, γίνεται ἐλαφρότερος καὶ ὑποφερτός. Δὲν μπορεῖ ποτὲ νὰ νικήσει τὴν ἐπιθυμία γιὰ ζωή. Ἔτσι κατανοῶ τὸ στίχο τοῦ δικοῦ μας Σολωμοῦ «γλυκεία ἡ ζωὴ κι ὁ θάνατος μαυρίλα...».

Σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν κατανίκηση τοῦ πόνου εἶναι στρατευμένοι καὶ οἱ θεράποντες τῆς ἰατρικῆς ἐπιστήμης. Γι᾿ αὐτὸ ὁ γιατρὸς εἶναι τὸ προσφιλέστερο πρόσωπο στὴ ζωή μας, μετὰ τὴ μάννα μας. Ἀντιμετωπίζουν δὲ ἀποτελεσματικότερα τὸν πόνο ὄχι τόσο μὲ τὴν ἐπιστήμη τους, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη τους. Νικοῦν καὶ αὐτοί, λοιπόν, τὸν πόνο μὲ τὴν ἀγάπη τους.

 


 

(Πηγή: «Δοκίμια Ὀρθόδοξης Μαρτυρίας», ἔκδ. Ἄθως, σ. 217-225)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας