Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 9

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 8]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 10]

 

Κεφάλαιο 54

Περὶ τοῦ τρισαγίου
(Για τον Τρισάγιο Ύμνο)

Ἐντεῦθεν καὶ τὴν ἐν τῷ τρισαγίῳ προσθήκην ὑπὸ τοῦ ματαιόφρονος Πέτρου τοῦ κναφέως γεγενημένην βλάσφημον ὁριζόμεθα ὡς τέταρτον παρεισάγουσαν πρόσωπον καὶ ἀναμέρος τιθεῖσαν τὸν τοῦ Θεοῦ Υἱόν, τὴν τοῦ Πατρὸς ἐνυπόστατον δύναμιν καὶ ἀναμέρος τὸν ἐσταυρωμένον, ὡς ἄλλον ὄντα παρὰ τὸν ἰσχυρόν, ἢ παθητὴν τὴν Ἁγίαν Τριάδα δοξάζουσαν καὶ συσταυροῦσαν τῷ Υἱῷ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἄπαγε ταύτην τὴν βλάσφημον καὶ παρέγγραπτον φλυαρίαν. Ἡμεῖς γὰρ τὸ «Ἅγιος ὁ Θεὸς» ἐπὶ τοῦ Πατρὸς ἐκλαμβάνομεν, οὐκ αὐτῷ μόνῳ τὸ τῆς θεότητος ἀφορίζοντες ὄνομα, ἀλλὰ καὶ τὸν Υἱὸν Θεὸν εἰδότες καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· καὶ τὸ «Ἅγιος ἰσχυρὸς», ἐπὶ τοῦ Υἱοῦ τίθεμεν οὐκ ἀπαμφιεννύντες τῆς ἰσχύος τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· καὶ τὸ «Ἅγιος ἀθάνατος» ἐπὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος τάττομεν, οὐκ ἔξω τῆς ἀθανασίας τιθέντες τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱόν, ἀλλ᾿ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν ὑποστάσεων πάσας τὰς θεωνυμίας ἁπλῶς καὶ ἀπολύτως ἐκλαμβάνοντες καὶ τὸν θεῖον ἀπόστολον ἐκμιμούμενοι φάσκοντα· «Ἡμῖν δὲ εἷς Θεὸς, ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς ἐξ αὐτοῦ, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ καί ἕν Πνεῦμα Ἅγιον, ἐν ᾧ τά πάντα καί ἡμεῖς ἐν αὐτῷ». Οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὸν θεολόγον Γρηγόριον, ὧδέ πῃ λέγοντα· «Ἡμῖν δὲ εἷς Θεὸς ὁ Πατήρ, ἐξ οὗ τὰ πάντα, καὶ εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, δι᾿ οὗ τὰ πάντα, καὶ ἓν Πνεῦμα Ἅγιον, ἐν ᾧ τὰ πάντα», τοῦ «ἐξ οὗ» καὶ «δι᾿ οὗ» καὶ «ἐν ᾧ» μὴ φύσεις τεμνόντων – οὐδὲ γὰρ ἂν μετέπιπτον αἱ προθέσεις ἢ αἱ τάξεις τῶν ὀνομάτων – ἀλλὰ χαρακτηριζόντων μιᾶς καὶ ἀσυγχύτου φύσεως ἰδιότητας· καὶ τοῦτο δῆλον· ἐξ ὧν εἰς ἓν συνάγονται πάλιν, εἴ τῳ μὴ παρέργως ἐκεῖνο ἀναγινώσκεται παρὰ τῷ αὐτῷ ἀποστόλῳ, τὸ «ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα· αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν».

Γι᾿ αυτό τον λόγο και χαρακτηρίζουμε βλάσφημη την προσθήκη που έκανε στον Τρισάγιο Ύμνο ο ανόητος Πέτρος ο Κναφέας· διότι εισάγει εσφαλμένα τέταρτο πρόσωπο (στην Τριάδα) και διακρίνει τον Υιό του Θεού, την ενυπόστατη δύναμη του Πατέρα, από τον Εσταυρωμένο, ότι τάχα είναι άλλος από τον ισχυρό (Θεό)· ή θεωρεί ότι η Αγία Τριάδα πάσχει και ότι μαζί με τον Υιό σταυρώνεται και ο Πατέρας και το ΄Αγιο Πνεύμα. Ας αφήσουμε στην άκρη αυτή τη βλάσφημη και πρωτοφανή φλυαρία. Διότι εμείς θεωρούμε ότι το «΄Αγιος ο Θεός» αναφέρεται στον Πατέρα, χωρίς να περιορίζουμε το όνομα του Θεού μόνο σ᾿ αυτόν, αλλά αναγνωρίζουμε (ως Θεό) και τον Υιό και το ΄Αγιο Πνεύμα. Το «΄Αγιος ισχυρός» το απευθύνουμε στον Υιό χωρίς ν᾿ απογυμνώνουμε από τη δύναμη τον Πατέρα και το ΄Αγιο Πνεύμα. Και το «΄Αγιος αθάνατος» το απευθύνουμε στο ΄Αγιο Πνεύμα, χωρίς ν᾿ αποκλείουμε από την αθανασία τον Πατέρα και τον Υιό, αλλά αποδίδουμε σε κάθε υπόσταση όλα τα ονόματα του Θεού με απλό και κατηγορηματικό τρόπο· μιμούμαστε το θείο απόστολο που λέει: «Για μας ένας είναι ο Θεός, ο Πατέρας, από τον οποίο προήλθαν τα πάντα και εμείς, και ένας Κύριος Ιησούς Χριστός, με τον οποίο έγιναν όλα και εμείς απ᾿ αυτόν, και ένα το ΄Αγιο Πνεύμα, μέσα στο οποίο ζουν όλα και εμείς επίσης». Δεχόμαστε, επίσης, και τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του θεολόγου: «Για μας ένας είναι ο Θεός, ο Πατέρας, που έκανε τα πάντα, ένας ο Κύριος Ιησούς Χριστός, με τον οποίο έγιναν όλα, και ένα το ΄Αγιο Πνεύμα, μέσα στο οποίο είναι όλα»· οι φράσεις «από τον οποίο», «με τον οποίο» και «μέσα στο οποίο» δεν κάνουν ξεχωριστές φύσεις – διότι δεν θα μεταβάλλονταν οι προθέσεις ή η σειρά των ονομάτων – αλλά αποδίδουν τις ιδιότητες της μίας και αδιαίρετης φύσεως. Και είναι φανερό αυτό· διότι ενώνονται πάλι σε μία φύση, εάν διαβαστεί με προσοχή εκείνο που λέει ο ίδιος απόστολος, ότι «όλα προέρχονται απ᾿ αυτόν και γίνονται μ᾿ αυτόν και απευθύνονται σ᾿ αυτόν· σ᾿ αυτόν ανήκει η αιώνια δόξα. Αμήν».

Ὅτι γὰρ οὐκ εἰς τὸν Υἱὸν μόνον λέλεκται τὸ τρισάγιον, ἀλλ᾿ εἰς τὴν Ἁγίαν Τριάδα, μάρτυς ὁ θεῖος καὶ ἱερὸς Ἀθανάσιος, Βασίλειός τε καὶ Γρηγόριος καὶ πᾶς ὁ τῶν θεοφόρων πατέρων χορός· ὅτιπερ διὰ τῆς τρισσῆς ἁγιότητος τὰς τρεῖς τῆς ὑπερουσίου θεότητος ὑποστάσεις τὰ ἅγια Σεραφὶμ ἡμῖν ὑπεμφαίνουσι, διὰ δὲ τῆς μιᾶς κυριότητος τὴν μίαν τῆς θεαρχικῆς Τριάδος οὐσίαν τε καὶ βασιλείαν γνωρίζουσι. Φησὶ γοῦν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος· «Οὕτω μὲν οὖν τὰ ἅγια τῶν ἁγίων, ἃ καὶ τοῖς Σεραφὶμ συγκαλύπτεται καὶ δοξάζεται τρισὶν ἁγιασμοῖς εἰς μίαν συνιοῦσι κυριότητα καὶ θεότητα· ὃ καὶ ἄλλῳ τινὶ πρὸ ἡμῶν πεφιλοσόφηται κάλλιστά τε καὶ ὑψηλότατα».

Ότι ο τρισάγιος Ύμνος δεν αποδίδεται μόνο στον Υιό, αλλά στην Αγία Τριάδα, μάρτυρας είναι ο θείος και ιερός Αθανάσιος, ο Βασίλειος, ο Γρηγόριος και όλη η χορεία των θεοφόρων πατέρων· τα άγια Σεραφείμ με την τριπλή αγιότητα φανερώνουν τις τρεις υποστάσεις της υπερουσίου θεότητος, και με την μία κυριότητα γνωρίζουν σε μας τη μία ουσία και βασιλεία της θεαρχικής Τριάδος. Λέει πράγματι ο θεολόγος Γρηγόριος: «Έτσι, λοιπόν, τα άγια των αγίων, τα οποία κρύβονται και από τα Σεραφείμ και δοξάζονται με τριπλό αγιασμό, οδηγούν σε μία κυριότητα και θεότητα· αυτό έχει μελετηθεί πολύ καλά και πολύ σοβαρά και από κάποιον άλλον απο τους προηγουμένους μας».

Φασὶ μὲν οὖν οἱ τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν συντάξαντες ὅτι λιτανεύοντος τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει λαοῦ διά τινα θεήλατον ἀπειλὴν ἐπὶ Πρόκλου τοῦ ἀρχιεπισκόπου γεγενημένην, συνέβη ἁρπαγῆναι παιδίον τοῦ λαοῦ καὶ οὕτω μυηθῆναι ὑπ᾿ ἀγγελικῆς τινος διδασκαλίας τὸν τρισάγιον ὕμνον «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς» καὶ αὖθις ἐπιστραφέντος τοῦ παιδίου καὶ τὸ μυηθὲν ἀπαγγείλαντος ᾆσαι τὸν ὕμνον ἅπαν τὸ πλῆθος καὶ οὕτω κοπάσαι τὴν ἀπειλήν. Καὶ ἐν τῇ Ἁγίᾳ δὲ καὶ μεγάλῃ τῇ Οἰκουμενικῇ τετάρτῃ Συνόδῳ, τῇ ἐν Χαλκηδόνι φημί, οὕτως ὑμνηθῆναι ὁ τρισάγιος οὗτος ὕμνος παραδέδοται· οὕτω γὰρ τοῖς πεπραγμένοις τῆς αὐτῆς ἁγίας Συνόδου ἐμφέρεται. Γέλως οὖν ὄντως καὶ παίγνιον τὴν δι᾿ ἀγγέλων μυηθεῖσαν καὶ τῇ τῆς ἐπαγωγῆς λήξει πιστωθεῖσαν καὶ τῇ τοσῶνδε ἁγίων πατέρων Συνόδῳ κυρωθεῖσαν καὶ βεβαιωθεῖσαν καὶ πρότερον ὑπὸ τῶν Σεραφὶμ ὑμνηθεῖσαν τὴν τρισάγιον ᾠδὴν ὡς τῆς τρισυποστάτου θεότητος ἐμφαντικὴν τῇ τοῦ Κναφέως οἷον καταπατηθῆναι ἀλόγῳ οἰήσει καὶ δῆθεν διορθωθῆναι, ὡς τῶν Σεραφὶμ ὑπερβάλλοντος. Ἀλλ᾿ ὢ τῆς αὐθαδείας, ἵνα μὴ λέγω τῆς ἀνοίας! Ἡμεῖς δὲ οὕτω φαμέν, κἂν δαίμονες διαρρήγνυνται· «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος ἰσχυρός, Ἅγιος ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς».

Αυτοί που έγραψαν την εκκλησιαστική ιστορία διηγούνται ότι, όταν κάποτε ο λαός στην Κωνσταντινούπολη έκανε λιτανεία εξαιτίας κάποιος θεόσταλτης απειλής, την εποχή που ήταν πατριάρχης ο Πρόκλος, συνέβη ένα παιδί του λαού να αρπαγεί και να διδαχθεί από αγγέλους τον τρισάγιο ύμνο «΄Αγιος ο Θεός, ΄Αγιος ισχυρός, ΄Αγιος αθάνατος, ελέησον εμάς»· και όταντο παιδί επανήλθε στον εαυτό του και ανήγγειλε αυτό που διδάχθηκε, τότε όλος ο λαός έψαλε τον ύμνο κι έτσι η απειλή σταμάτησε. Επίσης, η παράδοση λέει ότι ο τρισάγιος αυτός ύμνος ψάλθηκε και στην αγία και μεγάλη τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος· διότι έτσι αναφέρουν τα πρακτικά της ίδιας αυτής Αγίας Συνόδου. Επομένως, αποτελεί όντως γελειότητα και λογοπαίγνιο η τρισάγια ωδή που φανερώνει την τρισυπόστατη θεότητα, που την δίδαξαν οι άγγελοι και καθιερώθηκε με τη λήξη της λιτανείας και επικυρώθηκε και πιστοποιήθηκε από τη Σύνοδο τόσων Αγίων Πατέρων και υμνήθηκε προηγουμένως από τα Σεραφείμ, (η τρισάγια αυτή ωδή) να καταπατηθεί από την ανόητη αλαζονεία του Κναφέως και να διορθωθεί τάχα, σαν να είναι ανώτερος από τα Σεραφείμ. Αλίμονο στην αυθάδεια, για να μην πω την ανοησία! Εμείς όμως, ακόμη κι αν οι δαίμονες σκάζουν από το κακό τους, έτσι λέμε: «΄Αγιος ο Θεός, ΄Αγιος ισχυρός, ΄Αγιος αθάνατος, ελέησον εμάς».

 

Κεφάλαιο 55

Περὶ τῆς ἐν εἴδει καὶ ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένης φύσεως καὶ διαφορᾶς, ἑνώσεως καὶ σαρκώσεως, καὶ πῶς ἐκληπτέον «τὴν μίαν φύσιν τοῦ θεοῦ λόγου σεσαρκωμένην»
(Για τη φύση και διαφορά, την ένωση και σάρκωση που θεωρείται στο γένος και στο άτομο, και πώς πρέπει να εννοούμε «τη μία φύση του Θεού Λόγου σαρκωμένη»)

Ἡ φύσις ἢ ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοεῖται καθ᾿ ἑαυτὴν γὰρ οὐχ ὑφέστηκεν, ἢ κοινῶς ἐν πάσαις ταῖς ὁμοειδέσιν ὑποστάσεσι ταύτας συνάπτουσα καὶ λέγεται ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένη φύσις, ἢ ὁλικῶς ἡ αὐτὴ ἐν προσλήψει συμβεβηκότων ἐν μιᾷ ὑποστάσει καὶ λέγεται ἐν ἀτόμῳ θεωρουμένη φύσις ἡ αὐτή οὖσα τῇ ἐν τῷ εἴδει θεωρημένῃ. Ὁ οὖν Θεὸς Λόγος σαρκωθεὶς, οὔτε τὴν ἐν ψιλῇ θεωρίᾳ κατανοουμένην φύσιν ἀνέλαβεν – οὐ γὰρ σάρκωσις τοῦτο, ἀλλ᾿ ἀπάτη καὶ πλάσμα σαρκώσεως – οὔτε τὴν ἐν τῷ εἴδει θεωρουμένην – οὐ γὰρ πάσας τὰς ὑποστάσεις ἀνέλαβεν – ἀλλὰ τὴν ἐν ἀτόμῳ, τὴν αὐτὴν οὖσαν τήν ἐν τῷ εἴδει – ἀπαρχὴν γὰρ ἀνέλαβε τοῦ ἡμετέρου φυράματος – οὐ καθ᾿ ἑαυτὴν ὑποστᾶσαν καὶ ἄτομον χρηματίσασαν πρότερον καὶ οὕτως ὑπ᾿ αὐτοῦ προσληφθεῖσαν, ἀλλ᾿ ἐν τῇ αὐτοῦ ὑποστάσει ὑπάρξασαν.

Η φύση ή γίνεται αντιληπτή με απλή παρατήρηση διότι δεν υφίσταται μόνη της ή γενικά συνδέει αυτές με όλες τις ομοειδείς υποστάσεις· και ονομάζεται φύση που γίνεται αντιληπτή στο είδος, ή γενικά η ίδια με την πρόσληψη των συμβεβηκότων σε μια υπόσταση και ονομάζεται φύση που γίνεται αντιληπτή στο μεμονωμένο άτομο. Ο Θεός Λόγος, λοιπόν, σαρκώθηκε χωρίς να προσλάβει φύση που γίνεται αντιληπτή με απλή παρατήρηση – διότι αυτό δεν είναι σάρκωση, αλλά απάτη και φαντασία σαρκώσεως – ούτε (φύση) που γίνεται αντιληπτή στο είδος – διότι δεν προσέλαβε όλες τις υποστάσεις – αλλά ατομική φύση, η οποία είναι η ίδια που γίνεται αντιληπτή στο είδος – διότι προσέλαβε ό,τι εκλεκτό από το γένος μας – η οποία δεν υπήρχε μόνη της ούτε ήταν προηγουμένως άτομο, και στη συνέχεια την προσέλαβε, αλλά άρχισε να υπάρχει στην υπόστασή του.

Αὐτὴ γὰρ ἡ ὑπόστασις τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐγένετο τῇ σαρκὶ ὑπόστασις, καὶ κατὰ τοῦτο «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», ἀτρέπτως δηλαδή, καὶ ἡ σὰρξ Λόγος ἀμεταβλήτως, καὶ ὁ Θεὸς ἄνθρωπος· Θεὸς γὰρ ὁ Λόγος, καὶ ὁ ἄνθρωπος Θεὸς διὰ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν. Ταὐτὸν οὖν ἐστιν εἰπεῖν φύσιν τοῦ Λόγου καὶ τὴν ἐν ἀτόμῳ φύσιν· οὔτε γὰρ τὸ ἄτομον, ἤγουν τὴν ὑπόστασιν κυρίως καὶ μόνως δηλοῖ, οὔτε τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν μιᾷ τῶν ὑποστάσεων θεωρουμένην καὶ ἐξεταζομένην.

Διότι η ίδια η υπόσταση του Θεού Λόγου έγινε υπόσταση με σάρκα, και σχετικά μ᾿ αυτό «ο Λόγος σαρκώθηκε», δηλαδή χωρίς μεταβολή, και η σάρκα έγινε Λόγος χωρίς μεταβολή, και ο Θεός έγινε άνθρωπος· διότι ο Λόγος ήταν Θεός και ο άνθρωπος έγινε Θεός χάρη στην υποστατική ένωση. Επομένως, είναι το ίδιο να πούμε φύση του Λόγου και ατομική φύση· διότι δεν φανερώνει αποκλειστικά και μόνο το άτομο, δηλαδή την υπόσταση, ούτε φανερώνει το κοινό των υποστάσεων, αλλά την κοινή φύση, όταν θεωρείται και εξετάζεται σε μία από τις υποστάσεις.

Ἄλλο μὲν οὖν ἐστιν ἕνωσις, καὶ ἕτερον σάρκωσις· ἡ μὲν γὰρ ἕνωσις μόνην δηλοῖ τὴν συνάφειαν, πρὸς τί δὲ γέγονεν ἡ συνάφεια, οὐκέτι· ἡ δὲ σάρκωσις, ταὐτὸν δ᾿ ἐστὶν εἰπεῖν καὶ ἐνανθρώπησις, τὴν πρὸς σάρκα, ἤτοι πρὸς ἄνθρωπον συνάφειαν δηλοῖ· καθάπερ καὶ ἡ πύρωσις τοῦ σιδήρου τὴν πρὸς τὸ πῦρ ἕνωσιν. Αὐτὸς μὲν οὖν ὁ μακάριος Κύριλλος ἐν τῇ πρὸς Σούκενσον δευτέρᾳ ἐπιστολῇ ἑρμηνεύων τὸ «μίαν φύσιν τοῦ Θεοῦ Λόγου σεσαρκωμένην» οὕτω φησίν· «Εἰ μὲν γὰρ μίαν εἰπόντες τοῦ Λόγου φύσιν σεσιγήκαμεν, οὐκ ἐπενεγκόντες τὸ «σεσαρκωμένην», ἀλλ᾿ οἷον ἔξω τιθέντες τὴν οἰκονομίαν, ἦν αὐτοῖς τάχα που καὶ οὐκ ἀπίθανος ὁ λόγος προσποιουμένοις ἐρωτᾶν· εἰ μία φύσις τὸ ὅλον, ποῦ τὸ τέλειον ἐν ἀνθρωπότητι; Ἢ πῶς ὑφέστηκεν ἡ καθ᾿ ἡμᾶς οὐσία; Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ ἐν ἀνθρωπότητι τελειότης καὶ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς οὐσίας ἡ δήλωσις εἰσκεκόμισται διὰ τοῦ λέγειν «σεσαρκωμένην», παυσάσθωσαν καλαμίνην ῥάβδον ἑαυτοῖς ὑποστήσαντες».

΄Αλλο πράγμα βέβαια είναι η ένωση και άλλο η σάρκωση· διότι η ένωση φανερώνει τη συνάφεια, όχι όμως σε σχέση με ποιό πράγμα έχει γίνει· η σάρκωση πάλη ή ο ταυτόσημος όρος ενανθρώπηση, φανερώνει τη συνάφεια προς τη σάρκα, δηλαδή προς τον άνθρωπο· όπως ακριβώς και το πύρωμα του σίδερου δείχνει την ένωση με τη φωτιά. Ο ίδιος, λοιπόν, ο μακάριος Κύριλλος στη δεύτερη επιστολή του προς τον Σούκενσο, ερμηνεύοντας τη φράση «μία φύση του Θεού Λόγου σαρκωμένη», λέει τα εξής: «Αν πούμε ότι η φύση του Λόγου είναι μία και σιωπήσουμε, χωρίς να προσθέσουμε το «σαρκωμένη», απορρίπτοντας κατά κάποιο τρόπο την οικονομία (της σωτηρίας), ίσως ο λόγος δεν θα ήταν απαράδεκτος γι᾿ αυτούς που προσποιούνται ότι ρωτούν· εάν το όλο πρόσωπο ήταν μία φύση, πού υπάρχει η τελειότητα στην ανθρώπινη φύση; Ή πώς υφίσταται η φύση μας; Επειδή όμως και η τελειότητα της ανθρωπίνης φύσεως και η φανέρωση της ουσίας μας δηλώνεται με τον όρο «σαρκωμένη», ας σταματήσουν αυτοί που στηρίζονται σε καλαμένιο ραβδί».

Ἐνταῦθα μὲν οὖν τὴν φύσιν τοῦ Λόγου ἐπὶ τῆς φύσεως ἔταξεν. Εἰ γὰρ ἀντὶ ὑποστάσεως τὴν φύσιν παρείληφεν, οὐκ ἄτοπον ἦν, καὶ δίχα τοῦ «σεσαρκωμένην» τοῦτο εἰπεῖν· μίαν γὰρ ὑπόστασιν τοῦ Θεοῦ Λόγου ἀπολύτως λέγοντες οὐ σφαλλόμεθα. Ὁμοίως δὲ καὶ Λεόντιος ὁ Βυζάντιος ἐπὶ τῆς φύσεως τὸ ῥητὸν ἐνόησεν, οὐκ ἀντὶ τῆς ὑποστάσεως. Ἐν δὲ τῇ πρὸς τὰς Θεοδωρήτου μέμψεις τοῦ δευτέρου ἀναθεματισμοῦ οὕτω φησὶν ὁ μακάριος Κύριλλος· «Ἡ φύσις τοῦ Λόγου, ἤγουν ἡ ὑπόστασις, ὅ ἐστιν αὐτὸς ὁ Λόγος». Ὥστε τὸ εἰπεῖν «φύσιν τοῦ Λόγου» οὔτε τὴν ὑπόστασιν μόνην σημαίνει οὔτε τὸ κοινὸν τῶν ὑποστάσεων, ἀλλὰ τὴν κοινὴν φύσιν ἐν τῇ τοῦ Λόγου ὑποστάσει ὁλικῶς θεωρουμένην.

Εδώ, λοιπόν, χρησιμοποίησε τον όρο «φύση του Λόγου» σχετικά με τη φύση. Διότι, εάν πήρε τον όρο φύση αντί για τον όρο υπόσταση, δεν θα ήταν παράδοξο να το πει αυτό και χωρίς τον όρο «σαρκωμένη»· καθώς, όταν λέμε χωρίς περιορισμό μία υπόσταση του Θεού Λόγου, δεν πέφτουμε σε σφάλμα. Το ίδιο και ο Λεόντιος ο Βυζάντιος θεώρησε τον όρο σε σχέση με τη φύση και όχι με την υπόσταση. Μάλιστα, ο μακάριος Κύριλλος στην απάντησή του στις κατηγορίες του Θεοδώρητου για το δεύτερο αναθεματισμό, λέει τα εξής: «Η φύση του Λόγου, δηλαδή η υπόσταση, δηλαδή ο ίδιος ο Λόγος». Ώστε ο όρος «φύση του Λόγου» δεν δηλώνει ούτε μόνο την υπόσταση ούτε το κοινό των υποστάσεων, αλλά την κοινή φύση που θεωρείται καθολικά στην υπόσταση του Λόγου.

Ὅτι μὲν οὖν ἡ φύσις τοῦ Λόγου ἐσαρκώθη, ἤτοι ἡνώθη σαρκί, εἴρηται· φύσιν δὲ τοῦ Λόγου παθοῦσαν σαρκὶ οὐδέπω καὶ νῦν ἀκηκόαμεν, Χριστὸν δὲ παθόντα σαρκὶ ἐδιδάχθημεν· ὥστε οὐ τὴν ὑπόστασιν δηλοῖ τὸ εἰπεῖν «φύσιν τοῦ Λόγου». Λείπεται τοίνυν εἰπεῖν, ὅτι τὸ σεσαρκῶσθαι μὲν ἡνῶσθαί ἐστι σαρκί, τὸ δὲ σάρκα γενέσθαι τὸν Λόγον αὐτὴν τὴν τοῦ Λόγου ὑπόστασιν ἀτρέπτως γενέσθαι τῆς σαρκὸς ὑπόστασιν.

Είπαμε, λοιπόν, ότι η φύση του Λόγου σαρκώθηκε, δηλαδή προσέλαβε τη σάρκα. Μέχρι τώρα όμως ποτέ δεν έχουμε ακούσει ότι η φύση του Λόγου έπαθε στη σάρκα της, αλλά διδαχθήκαμε ότι ο Χριστός έπαθε στη σάρκα. Επομένως, ο όρος «φύση του Λόγου» δεν φανερώνει την υπόσταση. Απομένει, λοιπόν, να πούμε ότι η σάρκωση είναι ένωση με τη σάρκα, και το ότι ο Λόγος έγινε σάρκα σημαίνει ότι η ίδια η υπόσταση του Λόγου χωρίς μετατροπή έγινε και υπόσταση της σάρκας.

Καὶ ὅτι μὲν ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γέγονε καὶ ὁ ἄνθρωπος Θεός, εἴρηται. Θεὸς γὰρ ὁ Λόγος, γέγονεν δὲ ἀμεταβλήτως ἄνθρωπος. Ὅτι δὲ ἡ θεότης ἄνθρωπος γέγονεν ἢ ἐσαρκώθη ἢ ἐνηνθρώπησεν, οὐδαμῶς ἀκηκόαμεν. Ὅτι δὲ ἡ θεότης ἡνώθη τῇ ἀνθρωπότητι ἐν μιᾷ τῶν αὐτῆς ὑποστάσεων, μεμαθήκαμεν. Καὶ ὅτι ὁ Θεὸς μορφοῦται, ἤτοι οὐσιοῦται τὸ ἀλλότριον, ἤτοι τὸ καθ᾿ ἡμᾶς, εἴρηται. Ἐφ᾿ ἑκάστης γὰρ τῶν ὑποστάσεων τὸ Θεὸς ὄνομα τάττεται, θεότητα δὲ ἐπὶ ὑποστάσεως εἰπεῖν οὐ δυνάμεθα. Θεότητα γὰρ τὸν Πατέρα μόνον ἢ τὸν Υἱὸν μόνον ἢ μόνον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον οὐκ ἀκηκόαμεν· θεότης μὲν γὰρ τὴν φύσιν δηλοῖ, τὸ δὲ Πατὴρ τὴν ὑπόστασιν, ὥσπερ καὶ ἀνθρωπότης τὴν φύσιν, Πέτρος δὲ τὴν ὑπόστασιν. Θεὸς δὲ καὶ τὸ κοινὸν τῆς φύσεως σημαίνει καὶ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν ὑποστάσεων τάττεται παρωνύμως ὥσπερ καὶ ἄνθρωπος· Θεὸς γάρ ἐστιν ὁ θείαν ἔχων φύσιν, καὶ ἄνθρωπος ὁ ἀνθρωπίνην.

Και ήδη έχουμε πει ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος και ο άνθρωπος Θεός. Διότι ο Λόγος ήταν Θεός και έγινε χωρίς τροπή άνθρωπος. Πουθενά όμως δεν έχουμε ακούσει ότι η θεότητα έγινε άνθρωπος ή σαρκώθηκε ή ενανθρώπησε. Αντίθετα, έχουμε μάθει ότι η θεότητα ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση σε μία από τις υποστάσεις της. Είπαμε, επίσης, ότι ο Θεός παίρνει μορφή, δηλαδή κάνει ύπαρξή του την ξένη φύση, εννοώ τη δική μας. Διότι το όνομα του Θεού χρησιμοποιείται σε καθεμία από τις υποστάσεις, αλλά δεν μπορούμε να αποδώσουμε τη θεότητα σε μία από τις υποστάσεις. Δεν ακούστηκε ότι μόνον ο Πατέρας είναι Θεός ή μόνον ο Υιός ή μόνον το ΄Αγιο Πνεύμα· διότι ο όρος θεότητα δείχνει τη φύση, ενώ ο Πατέρας την υπόσταση, όπως και η ανθρωπότητα τη φύση και ο Πέτρος την υπόσταση. Και ο όρος Θεός φανερώνει το κοινό της φύσεως και χρησιμοποιείται σαν επώνυμο σε καθεμία από τις υποστάσεις, όπως και ο όρος άνθρωπος· διότι Θεός είναι αυτός που έχει θεία φύση, και άνθρωπος αυτός που έχει ανθρώπινη φύση.

Ἐπὶ πᾶσι τούτοις ἰστέον, ὡς ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον κατ᾿ οὐδένα λόγον τῇ σαρκώσει τοῦ Λόγου κεκοινώνηκεν εἰ μὴ κατὰ τὰς θεοσημίας καὶ κατ᾿ εὐδοκίαν καὶ βούλησιν.

Επιπλέον, απ᾿ αυτά πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Πατέρας και το ΄Αγιο Πνεύμα με κανένα τρόπο δεν έχουν συμμετάσχει στη σάρκωση του Λόγου, παρά μόνον με σημάδια που δείχνουν την συγκατάθεση και τη θέλησή τους.

 

Κεφάλαιο 56

Ὅτι Θεοτόκος ἡ ἁγία παρθένος
(Ότι η αγία παρθένος είναι Θεοτόκος)

Θεοτόκον δὲ κυρίως καὶ ἀληθῶς τὴν Ἁγίαν Παρθένον κηρύττομεν· ὡς γὰρ Θεὸς ἀληθὴς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, ἀληθὴς Θεοτόκος ἡ τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἐξ αὐτῆς σεσαρκωμένον γεννήσασα· Θεὸν γάρ φαμεν ἐξ αὐτῆς γεγεννῆσθαι, οὐχ ὡς τῆς θεότητος τοῦ Λόγου ἀρχὴν τοῦ εἶναι λαβούσης ἐξ αὐτῆς, ἀλλ᾿ ὡς αὐτοῦ τοῦ Θεοῦ Λόγου τοῦ πρὸ αἰώνων ἀχρόνως ἐκ τοῦ Πατρὸς γεννηθέντος καὶ ἀνάρχως καὶ ἀιδίως ὑπάρχοντος σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Πνεύματι ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἐν τῇ γαστρὶ αὐτῆς ἐνοικήσαντος καὶ ἐξ αὐτῆς ἀμεταβλήτως σαρκωθέντος καὶ γεννηθέντος.

Κηρύττουμε μάλιστα ότι η αγία Παρθένος είναι κυριολεκτικά και αληθινά Θεοτόκος· όπως δηλαδή αυτός που γεννήθηκε απ᾿ αυτήν είναι αληθινός Θεός, και αυτή που γέννησε με σάρκα τον αληθινό Θεό είναι πραγματική Θεοτόκος. Διότι ισχυριζόμαστε ότι γέννησε τον Θεό, όχι με την έννοια ότι η θεότητα του Λόγου έχει την αρχή της απ᾿ αυτήν, αλλά ότι ο ίδιος ο Θεός Λόγος, που γεννήθηκε από τον Πατέρα προαιώνια και έξω από τον χρόνο και υπάρχει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα άχρονα και αΐδια, αυτός ο ίδιος τις έσχατες ημέρες για τη δική μας σωτηρία κατοίκησε μέσα στα σπλάγχνα της και χωρίς μεταβολή σαρκώθηκε και γεννήθηκε απ᾿ αυτήν.

Οὐ γὰρ ἄνθρωπον ψιλὸν ἐγέννησεν ἡ Ἁγία Παρθένος, ἀλλὰ Θεὸν ἀληθινόν· οὐ γυμνὸν ἀλλὰ σεσαρκωμένον, οὐκ οὐρανόθεν τὸ σῶμα καταγαγόντα καὶ ὡς διὰ σωλῆνος δι᾿ αὐτῆς παρελθόντα, ἀλλ᾿ ἐξ αὐτῆς ὁμοούσιον ἡμῖν σάρκα ἀναλαβόντα καὶ ἐν ἑαυτῷ ὑποστήσαντα. Εἰ γὰρ οὐρανόθεν τὸ σῶμα κεκόμισται καὶ οὐκ ἐκ τῆς καθ᾿ ἡμᾶς φύσεως εἴληπται, τίς χρεία τῆς ἐνανθρωπήσεως; Ἡ γὰρ ἐνανθρώπησις τοῦ Θεοῦ Λόγου διὰ τοῦτο γέγονεν, ἵνα αὐτὴ ἡ ἁμαρτήσασα καὶ πεσοῦσα καὶ φθαρεῖσα φύσις νικήσῃ τὸν ἀπατήσαντα τύραννον καὶ οὕτω τῆς φθορᾶς ἐλευθερωθῇ, καθώς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Ἐπειδὴ δι᾿ ἀνθρώπου ὁ θάνατος, καὶ δι᾿ ἀνθρώπου ἀνάστασις νεκρῶν»· εἰ τὸ πρῶτον ἀληθῶς, καὶ τὸ δεύτερον.

Διότι η αγία Παρθένος δεν γέννησε μόνο άνθρωπο, αλλά αληθινό Θεό· όχι φανταστικό, αλλά με σάρκα· δεν κατέβηκε το σώμα από τον ουρανό και πέρασε μέσα από το σώμα της όπως περνά από σωλήνα, αλλά προσέλαβε απ᾿ αυτήν όμοια σάρκα με τη δική μας και της έδωσε τη δική του υπόσταση. Διότι, εάν έφερνε το σώμα από τον ουρανό και δεν το πήρε από τη φύση μας, τότε ποιά ανάγκη υπήρχε για να ενανθρωπίσει; Η ενανθρώπηση μάλιστα του Λόγου του Θεού έγινε για τον εξής λόγο, για να μπορέσει η φύση μας που αμάρτησε, έπεσε και διαφθάρθηκε, να νικήσει τον δυνάστη που μας ξεγέλασε, και έτσι να ελευθερωθεί από τη φθορά· ακριβώς το λέει ο θείος Απόστολος: «Επειδή ο θάνατος εισήλθε μέσω του ανθρώπου, και η ανάσταση από τους νεκρούς θα γίνει με άνθρωπο»· εφόσον το πρώτο γεγονός συνέβη αληθινά, θα συμβεί και το δεύτερο.

Εἰ δὲ καὶ λέγει· «Ὁ πρῶτος Ἀδὰμ ἐκ γῆς χοϊκός, ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Κύριος, ἐξ οὐρανοῦ», οὐ τὸ σῶμά φησιν ἐξ οὐρανοῦ, ἀλλὰ δηλῶν ὡς οὐ ψιλὸς ἄνθρωπός ἐστιν. Ἰδοὺ γὰρ καὶ Ἀδὰμ αὐτὸν ὠνόμασε καὶ Κύριον τὸ συναμφότερον σημαίνων. Ἀδὰμ μὲν γὰρ ἑρμηνεύεται γηγενής· γηγενὴς δὲ δῆλον, ὅτι ἐστίν ἡ ἀνθρώπου φύσις ἡ ἐκ χοὸς πλασθεῖσα· τό Κύριος δὲ τῆς θείας οὐσίας ἐστὶ παραστατικόν.

Όμως, αν και λέει, «ο πρώτος Αδάμ ήταν χοϊκός από τη γη, ενώ ο δεύτερος Αδάμ, ο Κύριος, είναι από τον ουρανό», δεν εννοεί ότι το σώμα είναι από τον ουρανό, αλλά δείχνει ότι δεν είναι απλός άνθρωπος. Γι᾿ αυτό και τον κάλεσε και Αδάμ και Κύριο, δείχνοντας ότι είναι και το ένα και το άλλο. Επειδή το όνομα Αδάμ εξηγείται γήινος· και είναι γήινος διότι η φύση του ανθρώπου πλάστηκε από χώμα· ενώ το όνομα Κύριος παριστάνει τη θεία ουσία.

Πάλιν δέ φησιν ὁ ἀπόστολος· «Ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ γενόμενον ἐκ γυναικός». Οὐκ εἶπε διὰ γυναικός, ἀλλ᾿ «ἐκ γυναικός». Ἐσήμανεν οὖν ὁ θεῖος ἀπόστολος, ὡς αὐτός ἐστιν ὁ μονογενὴς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς, ὁ ἐκ τῆς Παρθένου γενόμενος ἄνθρωπος, καὶ αὐτός ἐστιν ὁ ἐκ τῆς Παρθένου γεννηθεὶς, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός· γεννηθεὶς δὲ σωματικῶς, καθὸ γέγονεν ἄνθρωπος, οὐ προδιαπλασθέντι ἀνθρώπῳ ἐνοικήσας, ὡς ἐν προφήτῃ, ἀλλ᾿ αὐτὸς οὐσιωδῶς καὶ ἀληθῶς γενόμενος ἄνθρωπος, ἤτοι ἐν τῇ ὑποστάσει αὐτοῦ ἐψυχωμένην σάρκα ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ ὑποστήσας, αὐτὸς γεγονὼς αὐτῇ ὑπόστασις· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ «γενόμενον ἐκ γυναικός». Πῶς γὰρ ἂν αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος ὑπὸ νόμον γέγονεν, εἰ μὴ ἄνθρωπος ἡμῖν ὁμοούσιος γέγονεν;

Και πάλι λέει ο Απόστολος: «Ο Θεός έστειλε τον Υιό του τον μονογενή που έγινε από γυναίκα». Δεν είπε με γυναίκα, αλλά «από γυναίκα». Έδειξε, λοιπόν, ο θείος Απόστολος, ότι αυτός είναι ο μονογενής Υιός του Θεού και Θεός ο ίδιος, ο οποίος έγινε άνθρωπος από την Παρθένο, και αυτός που γεννήθηκε από τα σπλάγχνα της Παρθένου είναι ο Υιός του Θεού και Θεός· γεννήθηκε με σώμα, χάρη στο οποίο έγινε άνθρωπος, και δεν μπήκε μέσα σε προκατασκευασμένο άνθρωπο, όπως συμβαίνει με τους προφήτες, αλλά ο ίδιος έγινε πραγματικός και αληθινός άνθρωπος· έδωσε δηλαδή μέσα στην υπόστασή του ύπαρξη σε σάρκα που έχει ψυχή λογική και νοερή, και έγινε ο ίδιος υπόστασή της· αυτό πράγματι σημαίνει η έκφραση «έγινε από γυναίκα». Διότι πώς θα μπορούσε ο ίδιος ο Λόγος του Θεού να υποταχθεί στο νόμο, αν δεν είχε γίνει άνθρωπος όμοιος στην ουσία με μας;

Ὅθεν δικαίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Μαρίαν ὀνομάζομεν· τοῦτο γὰρ τὸ ὄνομα ἅπαν τὸ μυστήριον τῆς οἰκονομίας συνίστησι. Εἰ γὰρ Θεοτόκος ἡ γεννήσασα, πάντως Θεὸς ὁ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς, πάντως δὲ καὶ ἄνθρωπος. Πῶς γὰρ ἂν ἐκ γυναικὸς γεννηθείη Θεὸς ὁ πρὸ αἰώνων ἔχων τὴν ὕπαρξιν, εἰ μὴ ἄνθρωπος γέγονεν; Ὁ γὰρ Υἱὸς ἀνθρώπου ἄνθρωπος δηλονότι. Εἰ δὲ αὐτὸς ὁ γεννηθεὶς ἐκ γυναικὸς Θεός ἐστιν, εἷς ἐστι δηλονότι ὁ ἐκ Θεοῦ Πατρὸς γεννηθεὶς κατὰ τὴν θείαν καὶ ἄναρχον οὐσίαν καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων τῶν χρόνων ἐκ τῆς Παρθένου τεχθεὶς κατὰ τὴν ἠργμένην καὶ ὑπὸ χρόνον οὐσίαν, ἤτοι τὴν ἀνθρωπίνην. Τοῦτο δὲ μίαν ὑπόστασιν καὶ δύο φύσεις καὶ δύο γεννήσεις σημαίνει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Δίκαια, λοιπόν, και αληθινά ονομάζουμε την αγία Μαρία Θεοτόκο· διότι αυτό το όνομα εκφράζει όλο το μυστήριο της θείας οικονομίας. Διότι αυτή που γέννησε είναι Θεοτόκος, και οπωσδήποτε είναι Θεός αυτός που γεννήθηκε απ᾿ αυτήν και οπωσδήποτε είναι και άνθρωπος. Διότι πώς θα μπορούσε αυτός που προαιώνια υπάρχει να γεννηθεί από γυναίκα Θεός, εάν δεν γινόταν άνθρωπος; Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι φανερό ότι είναι άνθρωπος. Και εάν αυτός που γεννήθηκε από γυναίκα είναι Θεός, είναι φανερό ότι ένας και ίδιος είναι αυτός που γεννήθηκε από τον Θεό Πατέρα σε σχέση με τη θεία και άναρχη ουσία του και αυτός που γεννήθηκε τους έσχατους καιρούς από την Παρθένο σε σχέση με την ουσία που έχει αρχή και είναι μέσα στον χρόνο, δηλαδή την ανθρώπινη. Αυτό φανερώνει μία υπόσταση και δύο φύσεις και δύο γεννήσεις του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Χριστοτόκον δὲ οὔ φαμεν τὴν Ἁγίαν Παρθένον, διότι ἐπ᾿ ἀναιρέσει τῆς Θεοτόκος φωνῆς ὁ μιαρὸς καὶ βδελυρὸς καὶ ἰουδαιόφρων Νεστόριος, τὸ σκεῦος τῆς ἀτιμίας, καὶ ἐπὶ ἀτιμίᾳ τῆς μόνης ὄντως τετιμημένης ὑπὲρ πᾶσαν κτίσιν Θεοτόκου, κἂν αὐτὸς διαρρήγνυται σὺν τῷ πατρὶ αὐτοῦ τῷ Σατανᾷ, ταύτην τήν προσηγορίαν ἐξηύρατο, ὡς ἐπηρεαζομένην· Χριστὸς γὰρ καὶ Δαυὶδ ὁ βασιλεὺς καὶ Ἀαρὼν ὁ ἀρχιερεύς – ταῦτα γὰρ τὰ χριόμενα, βασιλεία τε καὶ ἱερωσύνη – καὶ πᾶς θεοφόρος ἄνθρωπος Χριστὸς λέγεσθαι δύναται, ἀλλ᾿ οὐ Θεὸς φύσει, ὡς καὶ Νεστόριος ὁ θεήλατος τὸν ἐκ Παρθένου τεχθέντα θεοφόρον εἰπεῖν ἐφρυάξατο· ἡμᾶς δὲ μὴ γένοιτο θεοφόρον αὐτὸν εἰπεῖν ἢ νοῆσαι, ἀλλὰ Θεὸν σεσαρκωμένον.

Δεν ονομάζουμε την αγία Παρθένο Χριστοτόκο, διότι την ονομασία αυτή σαν προσβλητική την επινόησε ο αχρείος και σιχαμερός και οπαδός του Ιουδαϊσμού Νεστόριος, το όργανο της ντροπής, σκάζοντας ο ίδιος από το κακό του μαζί με τον πατέρα του τον Σατανά, για να καταργήσει το όνομα «Θεοτόκος» και να ατιμάσει την πιο τιμημένη απ᾿ όλη την κτίση Θεοτόκο. Διότι χριστός (χρισμένος) είναι και ο βασιλιάς Δαβίδ και ο αρχιερέας Ααρών – καθώς αυτά τα δύο χρίονται, η βασιλεία και η ιερωσύνη – και κάθε θεοφόρος άνθρωπος μπορεί να λέγεται χριστός (χρισμένος), αλλά όχι Θεός στη φύση του, όπως ο τιμωρημένος από τον Θεό Νεστόριος με μανία είπε θεοφόρο (=δέχθηκε εκ των υστέρων τον Θεό) αυτόν που γεννήθηκε από την Παρθένο· εμείς όμως δεν είναι δυνατόν να τον καλέσουμε ή να τον θεωρήσουμε θεοφόρο, αλλά σαρκωμένο Θεό.

Αὐτὸς γὰρ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο, κυηθεὶς μὲν ἐκ τῆς Παρθένου, προελθὼν δὲ Θεὸς μετὰ τῆς προσλήψεως, ἤδη καὶ αὐτῆς ὑπ᾿ αὐτοῦ θεωθείσης ἅμα τῇ εἰς τὸ εἶναι ταύτης παραγωγῇ, ὡς ὁμοῦ γενέσθαι τὰ τρία, τὴν πρόσληψιν, τὴν ὕπαρξιν, τὴν θέωσιν αὐτῆς ὑπὸ τοῦ Λόγου· καὶ οὕτω νοεῖσθαι καὶ λέγεσθαι Θεοτόκον τὴν ἁγίαν Παρθένον οὐ μόνον διὰ τὴν φύσιν τοῦ Λόγου, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν θέωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου, ὧν ἅμα ἡ σύλληψις καὶ ἡ ὕπαρξις τεθαυματούργηται· ἡ μὲν σύλληψις τοῦ Λόγου, τῆς δὲ σαρκὸς ἡ ἐν αὐτῷ τῷ Λόγῳ ὕπαρξις, αὐτῆς τῆς Θεομήτορος ὑπερφυῶς χορηγούσης τὸ πλασθῆναι τῷ πλάστῃ καὶ τὸ ἀνθρωπισθῆναι τῷ Θεῷ καὶ ποιητῇ τοῦ παντὸς, θεοῦντι τὸ πρόσλημμα, σῳζούσης τῆς ἑνώσεως τὰ ἑνωθέντα τοιαῦτα, οἷα καὶ ἥνωνται· οὐ τὸ θεῖον λέγω μόνον, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀνθρώπινον τοῦ Χριστοῦ τὸ ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ καθ᾿ ἡμᾶς. Οὔτε γὰρ γενόμενος πρότερον καθ᾿ ἡμᾶς ὕστερον γέγονεν ὑπὲρ ἡμᾶς, ἀλλ᾿ ἢ ἐκ πρώτης ὑπάρξεως ἄμφω ὑπῆρξε διὰ τὸ ἐξ ἄκρας συλλήψεως ἐν αὐτῷ τῷ Λόγῳ τὴν ὕπαρξιν ἐσχηκέναι· ἀνθρώπινον μὲν οὖν ἐστι κατὰ τὴν οἰκείαν φύσιν, Θεοῦ δὲ καὶ θεῖον ὑπερφυῶς. Ἔτι δὲ καὶ τῆς ἐμψύχου σαρκὸς τὰ ἰδιώματα ἔσχε· κατεδέξατο γὰρ αὐτὰ ὁ Λόγος οἰκονομίας λόγῳ φυσικῆς κινήσεως τάξει κατὰ ἀλήθειαν φυσικῶς γινόμενα.

Διότι ο ίδιος ο Λόγος έγινε άνθρωπος, επειδή η Παρθένος τον κυοφόρησε· και προήλθε Θεός μετά την πρόσληψη, καθώς η σάρκα θεώθηκε αμέσως μόλις την προσέλαβε και δημιουργήθηκε, ώστε συγχρόνως να γίνουν και τα τρία, η πρόσληψη, η ύπαρξη και η θέωση της σάρκας από τον Λόγο. Έτσι νοείται και λέγεται Θεοτόκος η αγία Παρθένος, όχι μόνον εξαιτίας της φύσεως του Λόγου, αλλά και εξαιτίας της θεώσεως της ανθρωπίνης φύσεως, που η σύλληψη και η ύπαρξή τους έγινε με θαυμαστό τρόπο συγχρόνως. Η σύλληψη βέβαια ανήκει στον Λόγο, ενώ η ύπαρξη μέσα στον ίδιο τον Λόγο ανήκει στη σάρκα, καθώς η ίδια η Θεομήτωρ με υπερφυσικό τρόπο χορηγεί στον πλάστη την πλάση του και στον Θεό και Δημιουργό του σύμπαντος την ανθρώπινη φύση του, διότι θέωσε αυτό που προσέλαβε· ενώ η ένωση διέσωζε αυτά που ενώθηκαν να είναι όπως όταν ενώθηκαν· και δεν εννοώ μόνο τη θεία φύση, αλλά και την ανθρώπινη φύση του Χριστού, αυτό που μας ξεπερνά αλλά και είναι σύμφωνο μ᾿ εμάς. Διότι δεν έγινε πρώτα σαν κι εμάς κι έπειτα έγινε πάνω από μας, αλλά από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς του ήταν και τα δύο, επειδή είχε από την αρχή της συλλήψεως την ύπαρξή του μέσα στον ίδιο τον Λόγο· το ανθρώπινο βέβαια είναι σύμφωνο με την ανθρώπινη φύση, ενώ ο Θεός και το θείο εννοούνται υπερφυσικά. Ακόμη μάλιστα απόκτησε και τα ιδιώματα της έμψυχης σάρκας· ο Λόγος τα δέχτηκε για λόγους οικονομίας, για να γίνουν αυτά με την τάξη της φυσικής σειράς, αληθινά και φυσιολογικά.

 

Κεφάλαιο 57

Περὶ τῶν ἰδιωμάτων τῶν δύο φύσεων
(Για τα γνωρίσματα των δύο φύσεων)

Τέλειον δὲ Θεὸν ὁμολογοῦντες τὸν αὐτὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν καὶ τέλειον ἄνθρωπόν φαμεν τὸν αὐτὸν πάντα ἔχειν, ὅσα ὁ Πατήρ, πλὴν τῆς ἀγεννησίας, καὶ πάντα ἔχειν, ὅσα ὁ Ἀδὰμ ὁ πρῶτος, δίχα μόνης τῆς ἁμαρτίας, ἅτινά ἐστι σῶμα καὶ ψυχὴ λογική τε καὶ νοερά· ἔχειν δὲ αὐτὸν καταλλήλως ταῖς δύο φύσεσι διπλᾶ τὰ τῶν δύο φύσεων φυσικά· δύο θελήσεις φυσικάς, τήν τε θείαν καὶ τὴν ἀνθρωπίνην, καὶ ἐνεργείας δύο φυσικάς, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην, καὶ αὐτεξούσια δύο φυσικά, θεῖόν τε καὶ ἀνθρώπινον, καὶ σοφίαν καὶ γνῶσιν, θείαν τε καὶ ἀνθρωπίνην. Ὁμοούσιος γὰρ ὢν τῷ Θεῷ καὶ Πατρὶ αὐτεξουσίως θέλει καὶ ἐνεργεῖ ὡς Θεός, ὁμοούσιος δὲ ὢν καὶ ἡμῖν αὐτεξουσίως θέλει καὶ ἐνεργεῖ ὡς ἄνθρωπος ὁ αὐτός· αὐτοῦ γὰρ τὰ θαύματα, αὐτοῦ καὶ τὰ παθήματα.

Ομολογώντας ότι ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, υποστηρίζουμε ότι έχει όλα όσα έχει ο Πατέρας, εκτός από την αγεννησία, και όλα όσα είχε ο πρώτος Αδάμ, εκτός από την αμαρτία· αυτά που έχει από τον Αδάμ είναι το σώμα και η λογική και νοερή ψυχή. Αυτός έχει ακόμη, ανάλογα με τις δύο φύσεις, διπλά τα φυσικά γνωρίσματα των δύο φύσεων· έχει δύο φυσικές θελήσεις, τη θεία και την ανθρώπινη, δύο φυσικές ενέργειες, τη θεία και την ανθρώπινη, δύο φυσικά αυτεξούσια, το θείο και το ανθρώπινο, και σοφία και γνώση, τη θεία και την ανθρώπινη. Επειδή είναι ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα, θέλει και ενεργεί αυτεξούσια σαν Θεός· και επειδή είναι ομοούσιος με μας, ο ίδιος θέλει και ενεργεί σαν άνθρωπος· δηλαδή, δικά του είναι τα θαύματα, δικά του και τα παθήματα.

 

Κεφάλαιο 58

Περὶ θελημάτων καὶ αὐτεξουσίων τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
(Για τα θελήματα και τα αυτεξούσια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού)

Ἐπειδὴ μὲν οὖν δύο φύσεις τοῦ Χριστοῦ, δύο αὐτοῦ καὶ τὰ φυσικὰ θελήματα καὶ τὰς φυσικὰς ἐνεργείας φαμέν. Ἐπειδὴ δὲ μία τῶν δύο αὐτοῦ φύσεων ἡ ὑπόστασις, ἕνα καὶ τὸν αὐτόν φαμεν θέλοντά τε καὶ ἐνεργοῦντα φυσικῶς κατ᾿ ἄμφω, ἐξ ὧν καὶ ἐν αἷς καὶ ἅπερ ἐστὶ Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν· θέλειν δὲ καὶ ἐνεργεῖν οὐ διῃρημένως, ἀλλ᾿ ἡνωμένως· θέλει γὰρ καὶ ἐνεργεῖ ἑκατέρα μορφὴ μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας. Ὧν γὰρ ἡ οὐσία ἡ αὐτή, τούτων καὶ ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή· ὧν δὲ διάφορος ἡ οὐσία, τούτων διάφορος καὶ ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐνέργεια. Καὶ τὸ ἀνάπαλιν, ὧν ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή, τούτων καὶ ἡ οὐσία ἡ αὐτή· ὧν δὲ διάφορος ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐνέργεια, τούτων καὶ ἡ οὐσία διάφορος.

Επειδή, λοιπόν, λέμε ότι οι φύσεις του Χριστού είναι δύο, δύο είναι και τα φυσικά του θελήματα και οι φυσικές του ενέργειες. Επειδή όμως μία είναι η υπόσταση των δύο φύσεών του, γι᾿ αυτό λέμε ότι ένας είναι αυτός που θέλει και ενεργεί φυσικά και στις δύο φύσεις, από τις οποίες, στις οποίες και οι οποίες είναι ο Χριστός ο Θεός μας· θέλει και ενεργεί όχι χωριστά, αλλά ενωμένα· θέλει και ενεργεί κάθε μορφή (φύση) σε συνεργασία με την άλλη. Διότι αυτά που έχουν την ίδια φύση, έχουν και την ίδια θέληση και ενέργεια· και όποια έχουν διαφορετική ουσία, αυτά έχουν και διαφορετική θέληση και ενέργεια. Και το αντίστροφο, όσα έχουν την ίδια θέληση και ενέργεια έχουν και την ίδια ουσία· όσα έχουν διαφορετική θέληση και ενέργεια έχουν και διαφορετική ουσία.

Διὸ δὴ ἐπὶ μὲν Πατρὸς καὶ Υἱοῦ καὶ Ἁγίου Πνεύματος ἐκ τῆς ταυτότητος τῆς τε ἐνεργείας καὶ τοῦ θελήματος τὴν ταυτότητα τῆς φύσεως ἐπιγινώσκομεν. Ἐπὶ δὲ τῆς θείας οἰκονομίας ἐκ τῆς διαφορᾶς τῶν ἐνεργειῶν καὶ τῶν θελημάτων καὶ τὴν τῶν φύσεων διαφορὰν ἐπιγινώσκομεν καὶ τὴν τῶν φύσεων διαφορὰν εἰδότες συνομολογοῦμεν καὶ τὸ τῶν θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν διάφορον. Ὥσπερ γὰρ τῶν τοῦ αὐτοῦ καί ἑνὸς Χριστοῦ φύσεων ὁ ἀριθμὸς εὐσεβῶς νοούμενός τε καὶ λεγόμενος οὐ διαιρεῖ τὸν ἕνα Χριστόν, ἀλλὰ σῳζομένην καὶ ἐν τῇ ἑνώσει παρίστησι τῶν φύσεων τὴν διαφοράν, οὕτω καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν οὐσιωδῶς προσόντων ταῖς αὐτοῦ φύσεσι θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν – κατ᾿ ἄμφω γὰρ τὰς φύσεις θελητικὸς ἦν καὶ ἐνεργητικὸς τῆς ἡμῶν σωτηρίας – οὐ διαίρεσιν εἰσάγει – μὴ γένοιτο – ἀλλὰ τὴν αὐτῶν δηλοῖ καὶ μόνον, κἂν τῇ ἑνώσει, φυλακὴν καὶ σωτηρίαν· φυσικὰ γὰρ καὶ οὐχ ὑποστατικά φαμεν τὰ θελήματα καὶ τὰς ἐνεργείας. Λέγω δὲ αὐτὴν τὴν θελητικὴν καὶ ἐνεργητικὴν δύναμιν, καθ᾿ ἣν θέλει καὶ ἐνεργεῖ τά τε θέλοντα καὶ ἐνεργοῦντα. Εἰ γὰρ ὑποστατικὰ δῶμεν αὐτά, ἑτεροθελεῖς καὶ ἑτεροενεργεῖς τὰς τρεῖς ὑποστάσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος εἰπεῖν ἀναγκασθησόμεθα.

Γι᾿ αυτό, λοιπόν, για τον Πατέρα, τον Υιό και το ΄Αγιο Πνεύμα γνωρίζουμε την ταυτότητα της φύσεως από την ταυτότητα της ενεργείας και του θελήματος. Σχετικά με τη θεία οικονομία γνωρίζουμε τη διαφορά των φύσεων από τη διαφορά των ενεργειών και των θελημάτων· και επειδή γνωρίζουμε τη διαφορά των φύσεων, δεχόμαστε και τη διαφορά των θελημάτων και των ενεργειών. Διότι, όπως ακριβώς ο αριθμός των φύσεων του ίδιου και ενός Χριστού, όταν τον εννοούμε και τον λέμε με ευσέβεια, δεν κομματιάζει τον ένα Χριστό, αλλά παρουσιάζει τη διαφορά των φύσεων να διατηρείται στην ενότητα, παρόμοια και ο αριθμός των θελημάτων και ενεργειών που υπάρχουν στις φύσεις του, σύμφωνα με την ουσία τους – διότι και με τις δύο φύσεις του ήθελε και ενήργησε τη σωτηρία μας – δεν εισάγει διαίρεση – αλίμονο – αλλά φανερώνει μόνο τη διαφύλαξη και διάσωσή τους, παρ᾿ όλη την μεταξύ τους ένωση. Διότι ισχυριζόμαστε ότι τα θελήματα και οι ενέργειες ανήκουν στις φύσεις και όχι στην υπόσταση. Και εννοώ τη θελητική και ενεργητική δύναμή του, με την οποία θέλει και ενεργεί αυτά που θέλει και ενεργεί. Διότι, αν τα θεωρήσουμε ότι ανήκουν στην υπόσταση, τότε υποχρεωτικά θα θεωρήσουμε τις τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος να έχουν διαφορετική θέληση και ενέργεια.

Ἰστέον γάρ, ὡς οὐ ταὐτόν ἐστι, θέλειν καὶ πῶς θέλειν· τὸ μὲν γὰρ θέλειν φύσεως, ὥσπερ καὶ τὸ ὁρᾶν – πᾶσι γὰρ ἀνθρώποις πρόσεστι – τὸ δὲ πῶς θέλειν οὐ φύσεως, ἀλλὰ τῆς ἡμετέρας γνώμης, ὥσπερ καὶ τὸ πῶς ὁρᾶν, καλῶς ἢ κακῶς – οὐ γὰρ πάντες ἄνθρωποι ὁμοίως θέλουσιν οὐδ᾿ ὁμοίως ὁρῶσι. Τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν δώσομεν· τὸ γὰρ πῶς θέλειν, πῶς ὁρᾶν, ἤ πῶς ἐνεργεῖν, τρόπος ἐστὶ τῆς τοῦ θέλειν καὶ ὁρᾶν καὶ ἐνεργεῖν χρήσεως, μόνῳ τῷ κεχρημένῳ προσὸν καὶ τῶν ἄλλων αὐτὸν κατὰ τὴν κοινῶς λεγομένην διαφορὰν χωρίζον.

Πρέπει, δηλαδή, να γνωρίζουμε ότι δεν είναι το ίδιο πράγμα η θέληση και ο τρόπος της θελήσεως· διότι η θέληση ανήκει στη φύση, όπως και η όραση – καθώς όλοι οι άνθρωποι είναι προικισμένοι μ᾿ αυτήν – ο τρόπος όμως της θελήσεως δεν ανήκει στη φύση, αλλά στην απόφασή μας, όπως ο καλός ή κακός τρόπος της όρασης – διότι όλοι οι άνθρωποι δεν θέλουν ούτε βλέπουν το ίδιο. Αυτό το δεχόμαστε και για τις ενέργειες· διότι ο τρόπος της θελήσεως, ο τρόπος της οράσεως, ο τρόπος της ενεργείας ανήκουν στον τρόπο χρήσεως της θελήσεως, της οράσεως και της ενεργείας· διακρίνει αυτόν που τα χρησιμοποιεί και τον ξεχωρίζει από τους άλλους σε ό,τι κατά κοινή ομολογία διαφέρει.

Λέγεται οὖν τὸ μὲν ἁπλῶς θέλειν θέλησις, ἤτοι ἡ θελητικὴ δύναμις, λογικὴ οὖσα ὄρεξις καὶ θέλημα φυσικόν· τὸ δὲ πῶς θέλειν, ἤτοι τὸ τῇ θελήσει ὑποκείμενον, θελητὸν καὶ θέλημα γνωμικόν· θελητικὸν δέ ἐστι τὸ πεφυκὸς θέλειν, οἷον θελητική ἐστιν ἡ θεία φύσις, ὡσαύτως καὶ ἡ ἀνθρωπίνη· θέλων δέ ἐστιν ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει, ἤτοι ἡ ὑπόστασις, οἷον ὁ Πέτρος.

Επομένως, το να θέλει απλά κανείς λέγεται θέληση· πρόκειται δηλαδή για τη θελητική δύναμη, η οποία είναι λογική επιθυμία και θέλημα της φύσεως. Ο τρόπος πάλι της θελήσεως, αυτό δηλαδή που είναι στη διάθεση της θελήσεως, λέγεται θελητό και γνωμικό θέλημα· θελητικό πάλι είναι αυτό που από τη φύση του θέλει· θελητική για παράδειγμα είναι η θεία και η ανθρώπινη φύση. Αυτός πάλι που θέλει είναι εκείνος που χρησιμοποιεί τη θέληση, δηλαδή η υπόσταση· για παράδειγμα ο Πέτρος.

Ἐπειδὴ τοίνυν εἷς μέν ἐστιν ὁ Χριστὸς καὶ μία αὐτοῦ ἡ ὑπόστασις, εἷς καὶ ὁ αὐτός ἐστιν ὁ θέλων καὶ ἐνεργῶν θεϊκῶς τε καὶ ἀνθρωπίνως. Ἐπειδὴ δὲ δύο φύσεις ἔχει θελητικὰς ὡς λογικάς – πᾶν γὰρ λογικὸν θελητικόν τε καὶ αὐτεξούσιον – δύο θελήσεις, ἤτοι θελήματα φυσικὰ ἐπ᾿ αὐτοῦ ἐροῦμεν. Θελητικὸς γάρ ἐστιν ὁ αὐτὸς κατ᾿ ἄμφω τάς αὐτοῦ φύσεις· τὴν γὰρ φυσικῶς ἐνυπάρχουσαν ἡμῖν θελητικὴν δύναμιν ἀνέλαβε. Καὶ ἐπειδὴ εἷς ἐστιν ὁ Χριστὸς καὶ ὁ αὐτὸς ὁ θέλων καθ᾿ ἑκατέραν φύσιν, τὸ αὐτὸ θελητὸν λέξομεν ἐπ᾿ αὐτοῦ οὐχ ὡς μόνα θέλοντος, ἃ φυσικῶς ὡς Θεὸς ἤθελεν – οὐ γὰρ θεότητος τὸ θέλειν φαγεῖν, πιεῖν καὶ τὰ τοιαῦτα – ἀλλὰ καὶ τὰ συστατικὰ τῶν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, οὐκ ἐναντιότητι γνώμης, ἀλλ᾿ ἐν ἰδιότητι φύσεων· τότε γὰρ ταῦτα φυσικῶς ἤθελεν, ὅτε ἡ θεία αὐτοῦ θέλησις ἤθελε καὶ παρεχώρει τῇ σαρκὶ πάσχειν καὶ πράττειν τὰ ἴδια.

Επειδή, λοιπόν, ένας είναι ο Χριστός και μία η υπόστασή του, και αυτός που θέλει και ενεργεί και θεϊκά και ανθρώπινα είναι ένας και ο ίδιος. Και επειδή έχει δύο θελητικές φύσεις που είναι λογικές – διότι κάθε τι το λογικό είναι θελητικό και αυτεξούσιο – θα δεχθούμε ότι έχει δύο θελήσεις, δύο θελήματα δηλαδή της φύσεως. Είναι δηλαδή θεληματικός και στις δύο φύσεις του· διότι πήρε τη θελητική δύναμη από τη φύση που υπάρχει μέσα μας. Και επειδή ένας είναι ο Χριστός και ο ίδιος θέλει και με τη μία και με την άλλη φύση, θα του αποδώσουμε το δικό του θέλημα· και δεν θέλει μόνον αυτά που ως Θεός ήθελε – διότι δεν χαρακτηρίζει τον Θεό η επιθυμία του φαγητού, του πιοτού και τα παρόμοια – αλλά θέλει και αυτά που χαρακτηρίζουν την ανθρώπινη φύση· και δεν έρχονται σε αντίθεση (οι δύο φύσεις), αλλά εκφράζουν το ιδιαίτερο γνώρισμά τους. Διότι τότε η (ανθρώπινη) φύση του ήθελε να πάσχει και να κάμει αυτά που της ανήκουν, αφού η θεία θέλησή του της τα παραχωρούσε (στην ανθρώπινη).

Ὅτι δὲ φυσικῶς πρόσεστι τῷ ἀνθρώπῳ ἡ θέλησις, ἐντεῦθεν δῆλον. Ὑπεξαιρουμένης τῆς θείας τρία εἴδη ζωῆς εἰσιν· ἡ φυτική, ἡ αἰσθητική, ἡ νοερά. Τῆς μὲν οὖν φυτικῆς ἴδιον ἡ θρεπτική, ἡ αὐξητική, ἡ γεννητικὴ κίνησις· τῆς δὲ αἰσθητικῆς ἡ καθ᾿ ὁρμὴν κίνησις, τῆς δὲ λογικῆς καὶ νοερᾶς ἡ αὐτεξούσιος. Εἰ οὖν κατὰ φύσιν πρόσεστι τῇ φυτικῇ ἡ θρεπτικὴ καὶ τῇ αἰσθητικῇ ἡ καθ᾿ ὁρμὴν κίνησις, κατὰ φύσιν ἄρα πρόσεστι καὶ τῇ λογικῇ καὶ νοερᾷ ἡ αὐτεξούσιος· αὐτεξουσιότης δὲ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ἡ θέλησις· γεγονὼς τοίνυν ὁ Λόγος σὰρξ ἔμψυχος, νοερὰ καὶ αὐτεξούσιος, γέγονε καὶ θελητικός.

Και είναι φανερό εδώ ότι η θέληση δίδεται στον άνθρωπο από τη φύση του. Αν εξαιρέσουμε τη θεία ζωή, υπάρχουν τρία είδη ζωής: η φυτική, η αισθητική και η νοερή. Γνωρίσματα της φυτικής ζωής είναι η θρεπτική, η αυξητική και αναπαραγωγική κίνηση· της αισθητικής είναι η κίνηση των ορμών (ενστίκτων) και της λογικής και νοερής η κίνηση του αυτεξουσίου. Εάν, λοιπόν, προστίθεται σύμφωνα με τη φύση η θρεπτική κίνηση στη φυτική ζωή και η κίνηση των ορμών στην αισθητική, είναι επόμενο να προστίθεται σύμφωνα με τη φύση και η αυτεξούσια κίνηση στη λογική και νοερή ζωή. Το αυτεξούσιο μάλιστα τίποτε άλλο δεν είναι παρά θέληση· εφόσον, λοιπόν, ο Λόγος έγινε σάρκα με ψυχή, νοερή και αυτεξούσια, απόκτησε και (ανθρώπινη) θέληση.

Ἔτι δὲ καὶ ἀδίδακτά εἰσι τὰ φυσικά· οὐδεὶς γὰρ λογίζεσθαι ἢ ζῆν ἢ πεινῆν ἢ διψῆν ἢ ὑπνοῦν μανθάνει. Οὔτε δὲ θέλειν μανθάνομεν· ὥστε φυσικὸν τὸ θέλειν.

Ακόμη, αυτά που χαρακτηρίζουν τη φύση δεν διδάσκονται· κανείς δηλαδή δεν μαθαίνει να σκέφτεται, να ζει, να πεινά, να διψά και να κοιμάται. Ούτε πάλι μαθαίνουμε να θέλουμε· επομένως, η θέληση είναι φυσικό πράγμα.

Καὶ πάλιν· εἰ ἐν τοῖς ἀλόγοις ἄγει μὲν ἡ φύσις, ἄγεται δὲ ἐν τῷ ἀνθρώπῳ ἐξουσιαστικῶς κατὰ θέλησιν κινουμένῳ, ἄρα φύσει θελητικὸς ὁ ἄνθρωπος.

Και επίσης· εάν τα άλογα ζώα εξουσιάζονται από τη φύση, ο άνθρωπος όμως, ο οποίος κινείται με τη θέλησή του, εξουσιάζει (τη φύση)· επομένως, ο άνθρωπος έχει τη θέληση από τη φύση του.

Καὶ πάλιν· εἰ κατ᾿ εἰκόνα τῆς μακαρίας καὶ ὑπερουσίου θεότητος ὁ ἄνθρωπος γεγένηται, αὐτεξούσιος δὲ φύσει καὶ θελητικὴ ἡ θεία φύσις, ἄρα καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὡς αὐτῆς εἰκὼν, αὐτεξούσιος φύσει καὶ θελητικός· τὸ γὰρ αὐτεξούσιον θέλησιν ὡρίσαντο οἱ πατέρες.

Ακόμη· εάν ο άνθρωπος έγινε κατ᾿ εικόνα του μακάριου και υπερούσιου Θεού, και η θεία φύση είναι αυτεξούσια και θελητική από τον εαυτό της, είναι επόμενο και ο άνθρωπος, σαν εικόνα του (Θεού), να είναι από τη φύση του αυτεξούσιος και θελητικός· διότι οι Πατέρες ονόμασαν το αυτεξούσιο θέληση.

Ἔτι δὲ εἰ πᾶσιν ἀνθρώποις ἐνυπάρχει τὸ θέλειν καὶ οὐ τοῖς μὲν ἐνυπάρχει, τοῖς δὲ οὐκ ἐνυπάρχει, τὸ δὲ κοινῶς πᾶσιν ἐνθεωρούμενον φύσιν χαρακτηρίζει ἐν τοῖς ὑπ᾿ αὐτὸ ἀτόμοις, ἄρα φύσει θελητικὸς ὁ ἄνθρωπος.

Και ακόμη η θέληση υπάρχει σ᾿ όλους τους ανθρώπους· δεν είναι σ᾿ άλλους έμφυτη και σ᾿ άλλους όχι. Και εάν αυτό που αποτελεί κοινό γνώρισμα σε όλους διακρίνει τη φύση των ατόμων που το έχουν, επομένως από τη φύση του ο άνθρωπος είναι θελητικός.

Καὶ αὖθις· εἰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἡ φύσις οὐκ ἐπιδέχεται, ἐπίσης δὲ πᾶσιν ἐνυπάρχει τὸ θέλειν καὶ οὐ τοῖς μὲν πλέον, τοῖς δὲ ἔλαττον, ἄρα φύσει θελητικὸς ὁ ἄνθρωπος· ὥστε, εἰ φύσει θελητικὸς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ὁ Κύριος, οὐ μόνον καθὸ Θεός, ἀλλὰ καὶ καθὸ ἄνθρωπος γέγονε, φύσει θελητικός ἐστιν. Ὥσπερ γὰρ τὴν ἡμετέραν φύσιν ἀνέλαβεν, οὕτω καὶ τὸ ἡμέτερον θέλημα φύσει ἀνείληφεν· καὶ κατὰ τοῦτο οἱ πατέρες τὸ ἡμέτερον ἐν ἑαυτῷ τυπῶσαι αὐτὸν ἔφησαν θέλημα.

Επίσης, εάν η φύση δεν επιδέχεται το περισσότερο ή το λιγότερο και σ᾿ όλους η θέληση είναι έμφυτη, και όχι σ᾿ άλλους περισσότερο και σ᾿ άλλους λιγότερο, άρα είναι από τη φύση θελητικός ο άνθρωπος. Επομένως, αν ο άνθρωπος είναι από τη φύση του θελητικός, και ο Κύριος, όχι μόνον επειδή είναι Θεός, αλλά και επειδή έγινε άνθρωπος, είναι θελητικός από τη φύση του. Διότι, όπως ανέλαβε τη φύση μας, έτσι πήρε και το φυσικό μας θέλημα· και σχετικά μ᾿ αυτό οι Πατέρες είπαν ότι Αυτός σχημάτισε στο πρόσωπό του το δικό μας θέλημα.

Εἰ φυσικὸν οὐκ ἔστι τὸ θέλημα, ἢ ὑποστατικὸν ἔσται ἢ παρὰ φύσιν· ἀλλ᾿ εἰ μὲν ὑποστατικόν, ἑτερόβουλος οὕτω γε ἔσται ὁ Υἱὸς τῷ Πατρί· μόνης γὰρ ὑποστάσεως χαρακτηριστικὸν τὸ ὑποστατικόν· εἰ δὲ παρὰ φύσιν, ἔκπτωσις τῆς φύσεως ἔσται τὸ θέλημα· φθαρτικὰ γὰρ τῶν κατὰ φύσιν τὰ παρὰ φύσιν.

Αν το θέλημα δεν είναι φυσικό, ή θα ανήκει στην υπόσταση ή θα είναι παρά φύση· αλλά, αν ανήκει στην υπόσταση, τότε ο Υιός θα έχει διαφορετική θέληση από τον Πατέρα· διότι το υποστατικό θέλημα χαρακτηρίζει μόνο την υπόσταση. Εάν πάλι είναι παρά φύση, τότε το θέλημα θ᾿ αποτελεί ξεπεσμό της φύσεως· διότι τα αφύσικα καταστρέφουν τα φυσικά.

Ὁ τῶν ὅλων Θεὸς καὶ Πατὴρ ἤ καθὸ Πατὴρ θέλει ἢ καθὸ Θεός. Ἀλλ᾿ εἰ μὲν καθὸ Πατήρ, ἄλλο αὐτοῦ ἔσται παρὰ τὸ τοῦ Υἱοῦ θέλημα· οὐ γὰρ Πατὴρ ὁ Υἱός. Εἰ δὲ καθὸ Θεός, Θεὸς δὲ ὁ Υἱός, Θεὸς δὲ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ἄρα τὸ θέλημα φύσεως, ἤγουν φυσικόν.

Ο Θεός και Πατέρας όλου του κόσμου θέλει ή επειδή είναι Πατέρας ή επειδή είναι Θεός. Αν βέβαια θέλει σαν Πατέρας, το θέλημά του θα είναι διαφορετικό από του Υιού· διότι ο Υιός δεν είναι Πατέρας. Εάν όμως θέλει σαν Θεός – και ο Υιός, όπως και το ΄Αγιο Πνεύμα, είναι Θεός – είναι επόμενο το θέλημα να είναι γνώρισμα της φύσεως, να είναι δηλαδή φυσικό.

Ἔτι, εἰ κατὰ τοὺς πατέρας, ὧν τὸ θέλημα ἕν, τούτων καὶ ἡ οὐσία μία, ἓν δὲ θέλημα τῆς θεότητος τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἀνθρωπότητος αὐτοῦ, ἄρα μία καὶ ἡ αὐτὴ τούτων ἔσται καὶ ἡ οὐσία.

Επίσης, εάν σύμφωνα με τους Πατέρες, που έχουν ένα θέλημα, είναι και η ουσία τους μία, και εφόσον το θέλημα της θείας και της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού είναι ένα, άρα και η ουσία τους θα είναι μία και η ίδια.

Καὶ πάλιν· εἰ κατὰ τοὺς πατέρας ἡ τῆς φύσεως διαφορὰ τῷ ἑνὶ θελήματι οὐ διαφαίνεται, ἀνάγκη ἢ ἓν θέλημα λέγοντας φυσικὴν ἐν Χριστῷ μὴ λέγειν διαφορὰν ἢ φυσικὴν λέγοντας διαφορὰν ἓν θέλημα μὴ λέγειν.

Ακόμη, εάν, σύμφωνα με τους Πατέρες, η διαφορά της φύσεως δεν φαίνεται καθαρά με το ένα θέλημα, είναι ανάγκη ή λέγοντας ένα θέλημα να μην εννοούμε διαφορά φύσεως στον Χριστό ή, όταν μιλάμε για φυσική διαφορά, να μην εννοούμε ένα θέλημα.

Καὶ αὖθις· εἰ, καθώς φησι τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον, ἐλθὼν ὁ Κύριος εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος «καὶ εἰσελθὼν εἰς οἶκον οὐδένα ἠθέλησε γνῶναι καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν», εἰ τὸ θεῖον αὐτοῦ θέλημα παντοδύναμον, θελήσας δὲ λαθεῖν οὐ δεδύνηται, ἄρα καθὸ ἄνθρωπος θελήσας οὐκ ἠδυνήθη καὶ θελητικὸς ἦν καὶ καθὸ ἄνθρωπος.

Και επιπλέον, εάν, όπως λέει το ιερό Ευαγγέλιο, ήλθε ο Κύριος στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος, «και μπήκε σ᾿ ένα σπίτι χωρίς να θέλει να τον δει κανένας, αλλά δεν μπόρεσε να διαφύγει την προσοχή», τότε, εφόσον το θείο θέλημά του είναι παντοδύναμο, και παρόλο που θέλησε να διαφύγει την προσοχή δεν τα κατάφερε, επομένως, σαν άνθρωπος ήθελε (να διαφύγει την προσοχή) και δεν τα κατάφερε· και ήταν θελητικός, επειδή ήταν άνθρωπος.

Καὶ πάλιν· «Ἐλθών», φησίν, «εἰς τὸν τόπον» «εἶπε· Διψῶ». «Καὶ ἔδωκαν αὐτῷ οἶνον μετὰ χολῆς μεμιγμένον, καὶ γευσάμενος οὐκ ἠθέλησε πιεῖν». Εἰ μὲν οὖν καθὸ Θεὸς ἐδίψησε, καὶ γευσάμενος οὐκ ἠθέλησε πιεῖν, ἐμπαθὴς ἄρα καθὸ Θεός· πάθος γὰρ ἥ τε δίψα καὶ ἡ γεῦσις. Εἰ δὲ οὐ καθὸ Θεός, πάντως καθὸ ἄνθρωπος ἐδίψησε καί θελητικὸς ἦν καί καθό ἄνθρωπος.

Και πάλι λέει η Γραφή: «Αφού ήλθε στον τόπο, είπε «διψώ». Και του έδωσαν να πιεί κρασί ανάμεικτο με ξύδι· όταν όμως το δοκίμασε, δεν ήθελε να πιεί». Εάν, λοιπόν, σαν Θεός δίψασε και αφού δοκίμασε δεν θέλησε να πιεί, άρα σαν Θεός έχει πάθη· διότι η δίψα και η γεύση είναι είναι πάθος. Εάν όμως σαν άνθρωπος και όχι σαν Θεός δίψασε και θέλησε να πιεί, ήταν θελητικός διότι ήταν άνθρωπος.

Καὶ ὁ μακάριος δὲ Παῦλος ὁ ἀπόστολος· «Γενόμενος», φησίν, «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ». Ἡ ὑπακοὴ τοῦ ὄντος θελήματός ἐστιν ὑποταγή, ἤ τοῦ μὴ ὄντος· οὐ γὰρ τὸ ἄλογον ὑπήκοον ἢ παρήκοον λέξομεν· ὑπήκοος δὲ γενόμενος τῷ Πατρὶ ὁ Κύριος οὐ καθὸ Θεὸς γέγονεν, ἀλλὰ καθὸ ἄνθρωπος. «Καθὸ γὰρ Θεὸς οὔτε ὑπήκοος οὔτε παρήκοος· τῶν ὑπὸ χεῖρα γὰρ ταῦτα», καθὼς ὁ θεηγόρος ἔφη Γρηγόριος. Θελητικὸς ἄρα καὶ καθὸ ἄνθρωπος ὁ Χριστός.

Και ο μακάριος απόστολος Παύλος λέει ακόμη: «Υπάκουσε (στο θέλημα του Πατέρα) μέχρι να πεθάνει, και μάλιστα με σταυρικό θάνατο». Η υπακοή δείχνει ότι υφίσταται θέλημα, όχι ότι δεν υφίσταται· διότι δεν θα πούμε ότι αυτό που δεν έχει λογική κάνει υπακοή ή παρακοή. Και ο Κύριος δεν έκανε την υπακοή του στον Πατέρα σαν Θεός, αλλά σαν άνθρωπος. Διότι, όπως λέει ο θεολόγος Γρηγόριος «σαν Θεός δεν έκανε ούτε υπακοή ούτε παρακοή· αυτά ανήκουν στους κατώτερους». Επομένως, ο Χριστός είναι θελητικός, επειδή είναι και άνθρωπος.

Φυσικὸν δὲ τὸ θέλημα λέγοντες, οὐκ ἠναγκασμένον τοῦτό φαμεν, ἀλλ᾿ αὐτεξούσιον· εἰ γὰρ λογικόν, πάντως καὶ αὐτεξούσιον. Οὐ μόνον γὰρ ἡ θεία καὶ ἄκτιστος φύσις οὐδὲν ἠναγκασμένον ἔχει, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἡ νοερὰ καὶ κτιστή. Τοῦτο δὲ δῆλον· φύσει γὰρ ὢν ἀγαθὸς ὁ Θεὸς καὶ φύσει δημιουργὸς καὶ φύσει Θεὸς οὐκ ἀνάγκῃ ταῦτά ἐστι· τίς γὰρ ὁ τὴν ἀνάγκην ἐπάγων;

Λέγοντας φυσικό θέλημα, δεν εννοούμε ότι επιβάλλεται με βία, αλλά είναι αυτεξούσιο· εφόσον είναι λογικό, οπωσδήποτε είναι και αυτεξούσιο. Διότι όχι μόνον η θεία και άκτιστη φύση δεν έχει τίποτε αναγκαστικά, αλλά ούτε και η νοερή και κτιστή. Και είναι φανερό αυτό· επειδή ο Θεός είναι από τη φύση του αγαθός και από τη φύση του δημιουργός και Θεός, δεν τα έχει αυτά με εξαναγκασμό· διότι ποιός είναι αυτός που επιβάλλει με εξαναγκασμό;

Δεῖ δὲ εἰδέναι, ὡς αὐτεξουσιότης ὁμωνύμως λέγεται, ἄλλως μὲν ἐπὶ Θεοῦ, ἄλλως δὲ ἐπὶ ἀγγέλων, καὶ ἄλλως ἐπὶ ἀνθρώπων. Ἐπὶ Θεοῦ μὲν γὰρ ὑπερουσίως, ἐπὶ δὲ ἀγγέλων ὡς συντρεχούσης τῇ ἕξει τῆς προχειρήσεως καὶ παρενθήκην ὅλως χρόνου μὴ παραδεχομένης· ἔχων γὰρ φυσικῶς τὸ αὐτεξούσιον ἀπαρεμποδίστως τούτῳ κέχρηται, μηδὲ τὴν ἐκ σώματος ἀντιπάθειαν ἔχων μηδὲ τὸν προσβάλλοντα. Ἐπὶ δὲ ἀνθρώπων ὡς χρονικῶς τῆς ἕξεως προεπινοουμένης τῆς ἐγχειρήσεως· αὐτεξούσιος μὲν γάρ ἐστιν ὁ ἄνθρωπος καὶ φυσικῶς ἔχει τὸ αὐτεξούσιον, ἔχει δὲ καὶ τὴν ἐκ τοῦ Διαβόλου προσβολὴν καὶ τὴν τοῦ σώματος κίνησιν. Διὰ οὖν τὴν προσβολὴν καὶ τὸ βάρος τοῦ σώματος ἐφυστερίζει ἡ προχείρησις τῆς ἕξεως.

Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι η αυτεξουσιότητα ως όρος χρησιμοποιείται σε όλες τις περιπτώσεις, αλλά με άλλο νόημα για τον Θεό, άλλο για τους αγγέλους και άλλο για τους ανθρώπους. Για τον Θεό χρησιμοποιείται υπερβατικά, ενώ για τους αγγέλους με την προϋπόθεση ότι η επιλογή τους συμφωνεί μ᾿ αυτό που έχουν συνηθίσει και δεν υποπίπτει καθόλου στις συνθήκες του χρόνου· επειδή, δηλαδή, ο άγγελος έχει από τη φύση του το αυτεξούσιο, το χρησιμοποιεί ανεμπόδιστα, χωρίς να έχει ούτε την αντίδραση του σώματος ούτε αυτόν που θα του επιτεθεί. Για τους ανθρώπους, πάλι, με την προϋπόθεση ότι η συνήθεια εξετάζει εκ των προτέρων αυτό που πρόκειται να κάνει. Είναι βέβαια αυτεξούσιος ο άνθρωπος και έχει από τη φύση του το αυτεξούσιο, αλλά δέχεται και την επίθεση του Διαβόλου και έχει και την ροπή του σώματος. Εξαιτίας, λοιπόν, της προσβολής του διαβόλου και της αντίδρασης του σώματος, η εκτέλεση καθυστερεί μετά τη συνήθεια.

Εἰ οὖν θέλων ὁ Ἀδὰμ ὑπήκουσε καὶ θελήσας ἔφαγεν, ἄρα πρωτοπαθὴς ἐν ἡμῖν ἡ θέλησις· εἰ δὲ πρωτοπαθὴς ἡ θέλησις, ταύτην δὲ μετὰ τῆς φύσεως ὁ Λόγος σαρκωθεὶς οὐκ ἀνέλαβεν, οὐκ ἄρα ἔξω τῆς ἁμαρτίας γεγόναμεν. Ἔτι δὲ εἰ ἔργον αὐτοῦ ἡ αὐτεξούσιος τῆς φύσεως ὑπάρχει δύναμις, ταύτην δὲ οὐκ ἀνέλαβεν, ἢ καταγνοὺς τῆς οἰκείας δημιουργίας ὡς οὐ καλῆς ἢ φθονήσας ἡμῖν τῆς κατ᾿ αὐτὴν θεραπείας, ἡμᾶς μὲν τῆς παντελοῦς ἀποστερῶν θεραπείας, ἑαυτὸν δὲ ὑπὸ πάθος ὄντα δεικνὺς τῷ μὴ θέλειν ἢ τῷ μὴ δύνασθαι τελείως σῴζειν.

Αν, λοιπόν, ο Αδάμ υπάκουσε και έφαγε με τη θέλησή του, είναι επόμενο η θέληση να είναι για μας πρωτοπαθής. Και εάν είναι πρωτοπαθής και αν ο Λόγος, όταν σαρκώθηκε, δεν την προσέλαβε μαζί με όλη τη φύση μας, τότε δεν ελευθερωθήκαμε από την αμαρτία. Επιπλέον, εάν ο Θεός δημιούργησε την αυτεξούσια δύναμη της φύσεως, αλλά δεν την προσέλαβε, είτε επειδή θεώρησε ότι τα δημιουργήματά του δεν ήταν τάχα καλά, είτε επειδή δεν θέλησε αυτήν συγκεκριμένα να θεραπεύσει, τότε δεν μας έδωσε την τέλεια θεραπεία και παρουσίασε τον εαυτό του να κυριαρχείται από το πάθος να μη θέλει – και όχι να μην μπορεί – τελείως να μας σώσει.

Ἀδύνατον δὲ ἕν τι σύνθετον ἐκ τῶν δύο θελημάτων λέγειν, ὥσπερ ἐκ τῶν φύσεων σύνθετον τὴν ὑπόστασιν. Πρῶτον μὲν ὅτι αἱ συνθέσεις τῶν ἐν ὑποστάσει ὄντων καὶ οὐ τῶν ἑτέρῳ λόγῳ καὶ οὐκ ἰδίῳ θεωρουμένων εἰσί· δεύτερον δέ, ὅτι, εἰ τῶν θελημάτων καὶ ἐνεργειῶν σύνθεσιν λέξομεν, καὶ τῶν ἄλλων φυσικῶν ἰδιωμάτων σύνθεσιν εἰπεῖν ἀναγκασθησόμεθα, τοῦ ἀκτίστου καὶ τοῦ κτιστοῦ, τοῦ ἀοράτου καὶ ὁρατοῦ καὶ τῶν τοιούτων. Πῶς δὲ καὶ τὸ ἐκ τῶν θελημάτων σύνθετον θέλημα προσαγορευθήσεται; Ἀδύνατον γὰρ τὸ σύνθετον τῇ τῶν συντεθέντων ὀνομάζεσθαι προσηγορίᾳ, ἐπεὶ καὶ τὸ ἐκ τῶν φύσεων σύνθετον φύσιν προσαγορεύσομεν καὶ οὐχ ὑπόστασιν; Ἔτι δὲ καὶ εἰ ἓν σύνθετον θέλημα ἐπὶ Χριστοῦ λέξομεν, θελήματι τοῦ Πατρὸς αὐτὸν χωρίζομεν· οὐ γὰρ σύνθετον τὸ τοῦ Πατρὸς θέλημα. Λείπεται τοίνυν εἰπεῖν μόνην τὴν ὑπόστασιν τοῦ Χριστοῦ σύνθετον καὶ κοινὴν, ὥσπερ τῶν φύσεων, οὕτω καὶ τῶν φυσικῶν αὐτοῦ.

Είναι αδύνατο να καλέσουμε κάποιο σύνθετο με δύο θελήματα, όπως ακριβώς μία υπόσταση σύνθετη από τις φύσεις. Πρώτα βέβαια διότι οι συνθέσεις ανήκουν στα όντα με υπόσταση και όχι σ᾿ αυτά που τα θεωρούμε σε άλλη βάση από την υπόστασή τους. Έπειτα, εάν θα μιλήσουμε για σύνθεση των θελημάτων και των ενεργειών, υποχρεωτικά θα πούμε και για σύνθεση και των άλλων ιδιοτήτων, για παράδειγμα του ακτίστου με το κτιστό, του αοράτου με το ορατό, και τα παρόμοια. Και πώς τότε θα καλέσουμε το σύνθετο θέλημα που προήλθε από τα θελήματα; Διότι δεν μπορεί το σύνθετο να παίρνει την ονομασία των συνθετικών του μερών, επειδή και αυτό που προέρχεται από τη σύνθεση των φύσεων θ᾿ αναγκαστούμε να το ονομάσουμε φύση και όχι υπόσταση. Ακόμη, εάν μιλήσουμε για ένα σύνθετο θέλημα του Χριστού, θα τον αποκόψουμε από το θέλημα του Πατέρα· διότι το θέλημα του Πατέρα δεν είναι σύνθετο. Απομένει, λοιπόν, μόνο την υπόσταση του Χριστού να την ονομάσουμε σύνθετη και κοινή, όπως ακριβώς για τις φύσεις του, έτσι και για τις φυσικές του ιδιότητες.

Γνώμην δὲ καὶ προαίρεσιν ἐπὶ τοῦ Κυρίου λέγειν ἀδύνατον, εἴπερ κυριολεκτεῖν βουλόμεθα. Ἡ γνώμη γὰρ μετὰ τὴν περὶ τοῦ ἀγνοουμένου ζήτησιν καὶ βούλευσιν, ἤτοι βουλὴν καὶ κρίσιν πρὸς τὸ κριθέν ἐστι διάθεσις· μεθ᾿ ἣν ἡ προαίρεσις ἐκλεγομένη καὶ αἱρουμένη πρὸ τοῦ ἑτέρου τὸ ἕτερον. Ὁ δὲ Κύριος οὐ ψιλὸς ὢν ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεὸς καὶ πάντα εἰδὼς ἀνενδεὴς σκέψεως καὶ ζητήσεως καὶ βουλῆς ὑπῆρχε καὶ κρίσεως καὶ φυσικῶς τήν τε πρὸς τὸ καλὸν εἶχεν οἰκείωσιν καὶ τὴν πρὸς τὸ κακὸν ἀλλοτρίωσιν.

Και εάν θέλουμε να κυριολεκτήσουμε, είναι αδύνατο να μιλούμε για γνώμη και προαίρεση του Κυρίου. Διότι η γνώμη είναι διάθεση προς το αποτέλεσμα που βγήκε από την κρίση, μετά από έρευνα και σκέψη γύρω από αυτό που αγνοούμε, δηλαδή μετά από απόφαση και κρίση· μετά απ᾿ αυτήν (τη γνώμη) ακολουθεί η προαίρεση που επιλέγει το ένα αντί για το άλλο. Ο Κύριος όμως, επειδή δεν είναι μόνον απλός άνθρωπος αλλά και Θεός και τα γνωρίζει όλα, δεν έχει ανάγκη από σκέψη, έρευνα, απόφαση και κρίση· από τη φύση του έχει την κλίση προς το καλό και την αποφυγή του κακού.

Οὕτω γοῦν καὶ Ἡσαΐας φησίν, ὅτι «πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον ἢ προελέσθαι πονηρά, ἐκλέξεται τὸ ἀγαθόν· διότι πρὶν ἢ γνῶναι τὸ παιδίον ἀγαθὸν ἢ κακόν, ἀπειθεῖ πονηρίᾳ τοῦ ἐκλέξασθαι τὸ ἀγαθόν». Τὸ γὰρ «πρὶν» δηλοῖ, ὅτι οὐ καθ᾿ ἡμᾶς ζητήσας καὶ βουλευσάμενος, ἀλλὰ Θεὸς ὢν καὶ θεϊκῶς καὶ τὸ κατὰ σάρκα ὑποστάς, τουτέστι καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένος τῇ σαρκί, αὐτῷ τῷ εἶναι καὶ τὸ πάντα εἰδέναι τὸ ἐκ φύσεως εἶχεν ἀγαθόν· φυσικαὶ γάρ εἰσιν αἱ ἀρεταὶ καὶ φυσικῶς καὶ ἐπίσης πᾶσιν ἐνυπάρχουσιν, εἰ καὶ μὴ πάντες ἐπίσης ἐνεργοῦμεν τὰ τῆς φύσεως· ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν γὰρ εἰς τὸ παρὰ φύσιν διὰ τῆς παραβάσεως ἠλάσαμεν.

Έτσι, λοιπόν, και ο προφήτης Ησαΐας λέει ότι «προτού το παιδί γνωρίσει ή επιλέξει τα κακά, θα έχει επιλέξει τα καλά· διότι πριν το παιδί γνωρίσει το καλό ή το κακό, θα παρακούσει στο κακό και θα διαλέξει το αγαθό». Διότι το «πριν» δείχνει ότι δεν αναζήτησε ούτε σκέφθηκε όπως εμείς, αλλά όντας Θεός και επειδή έγινε άνθρωπος με θεϊκό τρόπο – ενώθηκε δηλαδή υποστατικά με την ανθρώπινη σάρκα – είχε από τη φύση του το αγαθό, την ίδια την ύπαρξη και τη γνώση όλων. Οι αρετές, δηλαδή, είναι γνωρίσματα της φύσεως και υπάρχουν μέσα σ᾿ όλους, αν και όλοι δεν ενεργούμε εξίσου αυτά που αρμόζουν στη φύση μας· διότι, με την παράβαση, οδηγηθήκαμε από τη φυσική στην αφύσικη ζωή.

Ὁ δὲ Κύριος ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν ἡμᾶς ἐπανήγαγε· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ «κατ᾿ εἰκόνα καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν». Καὶ ἡ ἄσκησις δὲ καὶ οἱ ταύτης πόνοι οὐ πρὸς τὸ ἐπικτήσασθαι τὴν ἀρετὴν ἔξωθεν ἐπείσακτον οὖσαν ἐπενοήθησαν, ἀλλὰ πρὸς τὸ τὴν ἐπείσακτον καὶ παρὰ φύσιν κακίαν ἀποβαλέσθαι, ὥσπερ καὶ τὸν τοῦ σιδήρου ἰὸν οὐ φυσικὸν ὄντα, ἀλλ᾿ ἐξ ἀμελείας ἐπιγενόμενον, διὰ μόχθου ἀποβάλλοντες τὴν φυσικὴν τοῦ σιδήρου λαμπρότητα ἐμφανίζομεν.

Ο Κύριος όμως μας επανέφερε από την αφύσικη στη φυσική ζωή· διότι αυτή είναι η έννοια του «κατ᾿ εικόνα και καθ᾿ ομοίωσιν». Η άσκηση πάλι και οι κόποι της δεν επινοήθηκαν για ν᾿ αποκτήσουμε την αρετή απέξω, σαν να είναι κάτι το εξωτερικό, αλλά για ν᾿ αποβάλλουμε την επείσακτη και αφύσικη κακία· όπως και η σκουριά του σίδηρου δεν είναι φυσική, αλλά προέρχεται από αμέλεια, και την βγάζουμε με κόπο εμφανίζοντας τη φυσική λαμπρότητα του σιδήρου.

Ἰστέον δέ, ὡς τὸ τῆς γνώμης ὄνομα πολύτροπον καὶ πολυσήμαντόν ἐστι. Ποτὲ μὲν γὰρ δηλοῖ τὴν παραίνεσιν, ὥς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Περὶ δὲ τῶν παρθένων ἐπιταγὴν Κυρίου οὐκ ἔχω, γνώμην δὲ δίδωμι»· ποτὲ δὲ βουλήν, ὡς ὅταν φησὶν ὁ προφήτης Δαυίδ· «Ἐπὶ τὸν λαόν σου κατεπανουργεύσαντο γνώμην», ποτὲ δὲ ψῆφον, ὡς ὁ Δανιήλ· «Περὶ τίνος ἐξῆλθεν ἡ γνώμη ἡ ἀναιδὴς αὕτη;»· ποτὲ δὲ ἐπὶ πίστεως ἢ δόξης ἢ φρονήματος, καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν, κατὰ εἴκοσιν ὀκτὼ σημαινόμενα λαμβάνεται τὸ τῆς γνώμης ὄνομα.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η λέξη «γνώμη» έχει πολλές και διαφορετικές σημασίες. ΄Αλλοτε σημαίνει τη συμβουλή, όπως το λέει ο θείος απόστολος: «Για τις παρθένες δεν έχω εντολή από τον Κύριο, αλλά λέω τη συμβουλή μου»· άλλοτε σημαίνει βουλή, όπως όταν λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Σκέφθηκαν κακή βουλή ενάντια στο λαό σου»· άλλοτε σημαίνει απόφαση, όπως λέει ο Δανιήλ: «Για ποιόν βγήκε αυτή η ντροπιαστική απόφαση;»· άλλοτε το όνομα της γνώμης χρησιμοποιείται για να δηλώσει την πίστη, την άποψη, το φρόνημα και, μ᾿ ένα λόγο, έχει είκοσι οκτώ σημασίες.

 

[ΜΕΡΟΣ 10]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας