Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΓΝΗΣΙΕΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΝΟΘΕΣ

 

τοῦ Πρωτοπρ. Κυριακοῦ Τσουροῦ,
Γραμματέως τῆς Σ.Ε. ἐπί τῶν αἱρέσεων

 

Α΄ μέρος

1. Οἱ πνευματικές ἐμπειρίες εἶναι τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἐκδήλωση τῶν θείων Ἐνεργειῶν, οἱ ὁποῖες κάνουν τόν πιστόν «σύμμορφον τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. η΄ 29). Εἶναι λοιπόν τά χαρίσματα, οἱ ἐμπειρίες, «ἐκ Θεοῦ» (Α΄ Κορ. ζ΄ 7) καί δέν ἐξαρτῶνται οὔτε προκαλοῦνται ἤ καθορίζονται ἀπό τόν ἄνθρωπον. Ἔτσι ἀποκλείεται ἀπό τήν ἔννοια καί τόν χαρακτῆρα τῆς γνήσιας πνευματικῆς ἐμπειρίας κάθε ἐξωτερική τεχνική ἤ ἐκβιαστική πράξη ἤ μηχανική συμπεριφορά πού ἐξαναγκάζει τόν Θεόν.

Κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο τά χαρίσματα «ἐνεργεῖ τό ἕν καί τό αὐτό Πνεῦμα, διαιροῦν ἑκάστῳ καθώς βούλεται» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 11). Τό Ἅγιο Πνεῦμα διανέμει τά χαρίσματα ὅπως, ὅποτε καί γιά ὅποιους σκοπούς θέλει. Αὐτό ἀκριβῶς δηλώνουν οἱ λόγοι τοῦ Ἀποστόλου στήν πρός Ἑβραίους Ἐπιστολή: «συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καί τέρασι καί ποικίλαις δυνάμεσι καί Πνεύματος Ἁγίου μερισμοῖς κατά τήν αὐτοῦ θέλησιν» (β΄ 4).

Αὐτός ὁ «μερισμός», τό μοίρασμα τῶν χαρισμάτων, γίνεται στόν κάθε πιστό ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα καί σύμφωνα μέ τή θέληση τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή «αὐτός οἶδε τί ἑκάστῳ συμφέρει καί οὕτω καταμερίζει τήν χάριν» ὡς σημειώνει ὁ Θεοφύλακτος[1].

Οἱ γνήσιες ἐμπειρίες λοιπόν, τά γνήσια χαρίσματα, σάν ὁρατά φαινόμενα στή ζωή τῶν ἁγίων ἀνθρώπων, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνοικήσεως μέσα τους τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἡ μόνη ἀνθρώπινη προϋπόθεση γιά τήν «ἐνοίκησιν» αὐτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἐσωτερική κάθαρση, «πού δέν εἶναι μόνο τό ἀποτέλεσμα τῆς θείας ἐνέργειας, ἀλλά καί ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρώπινης προσπαθείας. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει μέ τόν ἱδρῶτα του νά ἀποδείξει πώς ἐπιθυμεῖ τή χάρη καί πώς εἶναι ἕτοιμος νά θυσιάσει τά πάντα γι᾿ αὐτήν». Γι᾿ αὐτό καί εἶναι ἀδιανόητη ἡ «συνύπαρξη τῆς χάριτος καί τῆς ἁμαρτίας»[2].

Ὁ π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος, σημειώνει: «Ὅταν ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ ἀποκτήσει τήν ἐλευθερία ἀπό τά πάθη ἐλευθερώνεται καί ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά του ἀπό τό σκοτισμό καί μπορεῖ νά δεῖ καθαρότερα τά πνευματικά πράγματα καί φθάνει στή συναίσθηση τῆς ἀγάπης καί τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καί μέ αἰσθητές εἰκόνες»[3].

Οἱ προκαλούμενες ἐκστασιακές καταστάσεις καί οἱ ψυχολογικοί ἐκβιασμοί τῶν πεντηκοστιανικῶν κινήσεων, ἤ οἱ τεχνικές τοῦ διαλογισμοῦ καί τῆς γιόγκα τῶν παραθρησκευτικῶν ὁμάδων, δέν εἶναι γνήσιες ἐμπειρίες. Ὄχι μόνον διότι δέν ἔχουν τήν πηγή τους στό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἀλλά καί διότι εἶναι τό «αὐτόματο» ἀποτέλεσμα τῆς ἀνθρωπίνης προσπαθείας. Καί γιά μέν τούς Πεντηκοστιανούς θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι οἱ λεγόμενες ἐμπειρίες τους εἶναι ἐκβιασμός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀφοῦ πιστεύουν σ᾿ Αὐτό. Γιά δέ τούς «νεοεποχίτες», πρέπει νά ποῦμε μέ βεβαιότητα ὅτι οἱ ἐκλαμβανόμενες ὡς «ἐμπειρίες» τους (ὅπως τό ἄνοιγμα τοῦ τρίτου ματιοῦ, οἱ ποικίλες ἀναδρομές καί οἱ λεγόμενες ὑπερβατικές ἐξωσωματικές καταστάσεις) εἶναι ὑποκειμενικές καταστάσεις. Πάντως δέν εἶναι μιά «ἐμπειρία», ἕνα «χάρισμα», ἀφοῦ γι᾿ αὐτούς δέν ὑπάρχει κἄν ἡ πίστη στό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ προσωπικός ὑπερτέλειος Θεός, ὁ παρέχων «πᾶν δώρημα τέλειον» στούς ἀνθρώπους.

2. Στήν Ἁγία Γραφή γίνεται λόγος γιά σειρά ὁλόκληρη πνευματικῶν χαρισμάτων. Ἰδιαιτέρως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρεται σ᾿ αὐτά σέ πολλές ἐπιστολές του: «εἴτε προφητείαν, κατά τήν ἀναλογίαν τῆς πίστως, εἴτε διακονίαν, ἐν τῇ διακονίᾳ, εἴτε ὁ διδάσκων ἐν τῇ διδασκαλίᾳ· εἴτε ὁ παρακαλῶν ἐν τῇ παρακλήσει· ὁ μεταδιδούς ἑν ἁπλότητι, ὁ προϊστάμενος ἐν σπουδῇ, ὁ ἐλεῶν, ἐν ἱλαρότητι» (Ρωμ. ιβ΄ 7-8). «ᾯ μέν γάρ διά τοῦ Πνεύματος δίδοται λόγος σοφίας, ἄλλῳ δέ λόγος γνώσεως κατά τό αὐτό Πνεῦμα, ἑτέρῳ δέ πίστις ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δέ χαρίσματα ἰαμάτων ἐν τῷ αὐτῷ Πνεύματι, ἄλλῳ δέ ἐνεργήματα δυνάμεων, ἄλλῳ δέ προφητεία, ἄλλῳ δέ διακρίσεις πνευμάτων, ἑτέρῳ δέ γένη γλωσσῶν, ἄλλῳ δέ ἑρμηνεία γλωσσῶν» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 8-10). «Καί οὕς μέν ἔθετο ὁ Θεός ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἴτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 28). «Ὁ δέ καρπός τοῦ Πνεύματος ἐστίν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. ε΄ 22).

Ἀκόμη, στήν Παλαιά καί στήν Καινή Διαθήκη περιγράφονται πολλές περιπτώσεις γνησίων πνευματικῶν ἐμπειριῶν. Ἐδῶ ἀναφέρομε μερικές πολύ χαρακτηριστικές.

Ὁ Προφήτης Ἡσαΐας περιγράφει μέ τά πιό ζωντανά χρώματα καί τίς πιό δυνατές λέξεις τήν ἐμπειρία του: «εἶδον τόν Κύριον καθήμενον ἐπί θρόνου ὑψηλοῦ καί ἐπηρμένου, καί πλήρης ὁ οἶκος τῆς δόξης αὐτοῦ» (βλ. κεφ. στ). Κι ἔπειτα, πόσες φορές ὁ «θεόπτης» Μωϋσῆς μίλησε μέ τόν Γιαχβέ στό «καπνίζον» ὄρος Σινᾶ καί στήν «φλεγόμενη καί μή καιομένη βάτο»!

Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος εἶδεν «ἡμέρας μέσης... οὐρανόθεν ὑπέρ τήν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου περιλάμψαν (αὐτόν) φῶς» (Πράξ. κστ΄ 13) καί ἡρπάγη μέχρι «τρίτου οὐρανοῦ... εἰς τόν παράδεισον» ὅπου «ἤκουσεν ἄρρητα ρήματα» (Β΄ Κορ. ιβ΄ 2-4). Ὁ Πρωτομάρτυρας Στέφανος εἶδε «τήν δόξαν τοῦ Θεοῦ καί Ἰησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ζ΄ 55). Καί στό ὄρος Θαβώρ οἱ τρεῖς μαθητές Πέτρος, Ἰάκωβος καί Ἰωάννης ἔζησαν μέσα στό ἄκτιστο φῶς τῆς θείας φύσεως τοῦ Κυρίου (Ματθ. ιζ΄ 1-8). Κι ἀκόμη, πλῆθος ἄλλων γνησίων ἐμπειριῶν καταγράφονται στά ἱερά κείμενα, ὅπου οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ καθημερινά δέχονται τά εὐεργετικά ἀποτελέσματα τῆς ἐπί γῆς παρουσίας τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. Καί ἐν συνεχείᾳ, ἡ ζωή τῶν Ἁγίων εἶναι μιά ἀτέλειωτη σειρά πνευματικῶν ἐμπειριῶν. Ὑπενθυμίζομε, ἐπιλεκτικά, τίς ἐμπειρίες τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ ὁποῖος «ἀγγέλους ἔσχεν συλλειτουργούντας», τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου, τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Πλανᾶ κ.λπ.

Κι ἔπειτα, στά συναξάρια τῶν ἁγίων διαβάζομε γιά «ἐσωτερική πληροφορία» τοῦ πιστοῦ, γιά «φωνή τοῦ Θεοῦ πού ἀκούει μέσα του», γιά «δάκρυα μετανοίας πού γίνονται δάκρυα χαρᾶς», γιά τήν «εἰρήνη τῆς ψυχῆς καί τήν χαρά» μετά τήν Θεία Κοινωνία γιά «θέα τοῦ ἀκτίστου Φωτός», πού θεωρεῖται ἡ ἀνώτερη ἐμπειρία κ.ο.κ.[4].

Ὅλα αὐτά ἔρχονται, βεβαίως, ὡς καρποί τῆς ἀληθινῆς πίστεως, τῆς μετανοίας, τῆς ἀσκήσεως, τῆς ταπεινώσεως, τοῦ πνευματικοῦ ἀγῶνος, τῆς νηστείας, δηλαδή τῆς ἐσωτερικῆς καθάρσεως.

Πῶς ὅμως ὅλα αὐτά τά παράδοξα φαινόμενα ἔχουν τήν ἐγγύηση τῆς γνήσιας πνευματικῆς ἐμπειρίας; Ἀσφαλῶς ὑπάρχουν τά κριτήρια ἐκεῖνα τά ὁποῖα μᾶς βοηθοῦν νά διακρίνουμε ἄν μιά ἐμπειρία εἶναι καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δηλαδή γνήσια, ἤ ἄν εἶναι μιά νόθη κατάσταση.

3. Ἤδη πιό πάνω ὑπογραμμίσαμε ὅτι ἡ γνήσια ἐμπειρία εἶναι δωρεά, χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Κι ἀκόμη ὅτι δέν μπορεῖ νά εἶναι ἀποτέλεσμα τεχνικῶν ἤ ἐκβιαστικῶν καταστάσεων οὔτε αὐτόματο ἀποτέλεσμα κάποιας διαδικασίας.

Κανένα ἀπό τά παραπάνω θαυμαστά γεγονότα δέν εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνθρώπινου παράγοντα. Ὅλα αὐτά εἶναι «θεοφάνειες», παρεμβάσεις τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, μέ συγκεκριμένο σκοπό καί στόχο καί ὁπωσδήποτε γιά τό καλό καί τήν σωτηρία ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

Ἐκεῖνο ὅμως πού πρέπει περαιτέρω νά ὑπογραμμίσωμε σάν γνήσιο χαρακτηριστικό τῆς γνήσιας ἐμπειρίας εἶναι ὅτι γιά τόν Χριστιανό ἀπαραίτητη προϋπόθεση αὐτῆς εἶναι ἡ ὀρθή πίστη στό πρόσωπο τοῦ Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἡ χριστιανική ζωή μέσα στήν ἀληθινή Ἐκκλησία. Ζῶντας κανείς μέσα στήν Ἀληθινή Ἐκκλησία «μένει ἐν τῷ Χριστῷ», μένει «ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ» (Β΄ Ἰωάν. 9-10) καί ἄρα μένει «ἐν τῇ Ἀληθείᾳ». Δέν εἶναι ἡ ἐμπειρία πού προσδιορίζει τό περιεχόμενο τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἀλλά ἡ ὀρθή πίστις πού «μετράει» τήν γνησιότητα τῆς ἀληθινῆς ἐμπειρίας[5].

«Ἐμπειρίες» συναντᾶ κανείς, ὄχι μόνον στίς σύγχρονες νεοπεντηκοστιανές ἤ «νεοεποχίτικες» ὁμάδες, ἀλλά καί στήν ἀρχαία Ἑλλάδα (Πυθίες) καί σέ ἐξωχριστιανικές θρησκεῖες (ὅπως στούς Δερβίσηδες, στόν Μοντανισμό καί στούς νεώτερους αἱρετικούς, τούς οὐγενόττους, κουάκερους, μορμόνους κ.λπ.).

Ὁ ἐσωτεριστής Πέτρος Γράβιγγερ, μιλῶντας γιά τήν «δαιμονοληψία», ὑποστηρίζει ὅτι «Ἡ δαιμονοληψία ἤ ἄλλως κατοχή εἶναι σύνηθες φαινόμενον τῶν πνευματιστικῶν συνεδριάσεων ὅπου τό μεσάζον (μέντιουμ) διά τοῦ στόματος καί τοῦ σώματος αὐτοῦ ἐξωτερικεύει τά κελεύσματα τοῦ ἐκδηλουμένου πνεύματος». Αὐτές οἱ καταστάσεις, συνεχίζει, εἶναι πολύ ἐπικίνδυνες, τόσον γιά τό ἴδιο τό μέντιουμ, ὅσον καί γιά τούς παρισταμένους. Ὅταν μάλιστα, κατά τόν Γράβιγγερ, τό μέντιουμ ἀνήκει «εἰς τόν τῦπον τοῦ Ἑρμοῦ, ἀρχίζει νά ὁμιλῆ ξένας γλώσσας, τελείως ἀγνώστους, εἰς αὐτόν, (Γλωσσολαλία) καί εἰς τούς παρισταμένους. Ἄλλοι πάλιν καταλαμβάνονται ὑπό προφητικῆς μανίας, ἀποκαλύπτουν πράξεις καί μυστικά, ἅτινα τυγχάνουν νά εἶναι τελείως ἄγνωστα εἰς τούς παρισταμένους»[6].

Ἀσφαλῶς, λοιπόν, ὑπάρχουν περιπτώσεις πού δέν μποροῦν μέ κανένα τρόπο νά εἶναι δῶρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί χρήζουν ἄλλης θεολογικῆς ἤ ἐπιστημονικῆς ἀντιμετωπίσεως.

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικό τῆς γνήσιας ἐμπειρίας εἶναι ἡ ἔλλειψη αὐτονόμησης καί ἡ συναίσθηση τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ σ᾿ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς μας. Ὅταν κάποιος ἀφεθῆ νά ὁδηγεῖται μόνον ἀπό προσωπικές ἐμπειρίες μπορεῖ νά καταλήξει σέ πλάνη[7]. Τότε μπορεῖ «τό φῶς» πού εἶναι μέσα στόν ἄνθρωπο νά γίνει «σκότος» (Λουκ. ια΄ 35). Αὐτό μπορεῖ νά συμβῆ ἀκόμη καί μέ τούς «θεολόγους-φιλοσόφους» πού κινοῦνται στόν χῶρο τοῦ ὀρθολογισμοῦ.

Στό βιβλίο του «Τό Νόημα τῆς ζωῆς στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας» ὁ π. Ἀντώνιος μεταφέρει τό λόγια τοῦ γέροντα Σωφρονίου (τοῦ Essex), ὁ ὁποῖος ἀναφέρει πώς πολλοί ὀρθολογιστές «θεολόγοι-φιλόσοφοι» «στήν προσπάθειά τους νά βροῦν τήν ἀλήθεια, ἀνεβαίνουν σέ μιά σφαίρα ὑπέρ-λογική πού ὅμως κινοῦνται στό χῶρο τῆς διανόησης. Ἡ σφαίρα αὐτή δέν εἶναι βέβαια ὁ θεῖος κόσμος· περικλείεται στά ὅρια τῆς ἀνθρωπίνης κτιστῆς φύσεως καί αὐτή της ἡ ἰδιότητα τήν κάνει ἐφικτή στό λογικό, σύμφωνα μέ τή φυσική τάξη τῶν πραγμάτων.

»Ὑπάρχει ἕνα φυσικό φῶς τοῦ νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος κτίστηκε “κατ᾿ εἰκόνα” τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού συγκεντρώνει ὅλη του τήν προσοχή στό “νοῦ”, ἀπομακρύνοντας τίς σκέψεις του τελείως ἀπό τόν ἐξωτερικό κόσμο μέ ὁποιεσδήποτε τεχνικές, ἀποκτᾶ ἐπίγνωση ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά ἀντιληφθεῖ ὁλόκληρο τό εἶναι στά περιορισμένα πλαίσια τῶν λογικῶν συλλογισμῶν, ἀνεβάζει τή “θεωρία” πάνω ἀπό τήν τυπική λογική καί βλέπει τήν ὡραιότητα τοῦ νοῦ, πού κτίστηκε “κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ”.

»Αἰσθάνεται τότε ἕνα “μυστικιστικό δέος” καί νομίζει πώς ἀποκτᾶ ἐμπειρία μυστικῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό, ἐνῶ στήν πραγματικότητα μένει στά ὅρια τῆς κτιστῆς ἀνθρωπίνης φύσεως...

»Αὐτή ἡ ἐμπειρία, ἀνεξάρτητα ἀπό τό πῶς θά ἑρμηνευθῆ καί ποιά δογματική διατύπωση θά λάβη, εἶναι οὐσιαστικά ἐμπειρία πανθεϊστικῆς τάξεως»[8].

Ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης προτρέπει: «δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν, ὅτι πολλοί ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασιν εἰς τόν κόσμον» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 1). Κι αὐτό μπορεῖ νά κατορθωθῆ μόνον μέσα στήν Ἐκκλησία. Ἡ ζωή μέσα στήν ἀληθινή Ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐγγύηση ὅτι ζοῦμε μέσα στόν χῶρο ὅπου δρᾶ καί κινεῖται τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό ὁποῖο «πάντα χορηγεῖ» τά χαρίσματα. Ἐξ ἄλλου, τό μέτρο γνησιότητος τοῦ γνησίου «πνεύματος» εἶναι ἡ ὁμολογία τῆς θεότητος καί τῆς μοναδικότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ: «ἐν τούτῳ γινώσκετε τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ· πᾶν πνεῦμα ὅ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα, ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστι» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 2-3).

Ὅποιος ὁμολογεῖ «Ἰησοῦν Χριστόν ἐν σαρκί ἐληλυθότα» κινεῖται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιον καί δέν ἀναγνωρίζει ἄλλον «χριστόν». Ἀκόμη ὁ πιστός πρέπει νά στολίζεται μέ τήν ἐσωτερική κάθαρση καί τήν ταπείνωση. Τότε μπορεῖ νά γίνη δοχεῖον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁ κτιστός ἄνθρωπος μπορεῖ νά γίνη κοινωνός τῶν θείων ἐνεργειῶν, νά θεωθῆ, νά ἁγιασθῆ. Ἄν σταματήσει ὁ ἄνθρωπος αὐτόν τόν ἀγῶνα «ἤ θεωρήσει πώς ἡ ἐμπειρία τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀποτέλεσμα δικῶν του καί μόνον προσπαθειῶν, ὁδηγεῖται στήν πλάνη. Τότε θά θεωρήσει καταστάσεις πού κινοῦνται στήν διανοητική σφαίρα ἤ στό χῶρο τῆς κτιστῆς πραγματικότητας ὡς ὑπερβατικές ἐμπειρίες. Αὐτό περικλείει μεγάλους κινδύνους γιά τήν ψυχική ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου καί “ἀνοίγουν” τήν πόρτα γιά δαιμονικές ἐπιδράσεις»[9].

Γράφει ὁ π. Σωφρόνιος: «Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε κατ᾿ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ Δημιουργοῦ. Ἡ κτιστή αὐτή εἰκόνα τοῦ Θεοῦ δέν μπορεῖ νά γίνη κοινωνός τῆς Θείας οὐσίας πού εἶναι ἀπολύτως ἀμέθεκτη· εἶναι ὅμως ἐπιδεκτική νά μετάσχη στήν ἄκτιστη θεότητα μέ τήν κοινωνία τῆς χάρης. Καί παρ᾿ ὅλο πού ὁ ἄνθρωπος δέν μετέχει στή Θεία οὐσία, ὅμως μέ τή χάρη γίνεται κοινωνός Θείας ζωῆς. Ἡ χάρη-Θεότητα ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, τόν θεώνει, δηλαδή τόν κάνει Θεό»[10].

Γιά νά ὑπάρξη λοιπόν γνήσια ἐμπειρία πρέπει νά συνυπάρξουν ἡ ὀρθή πίστη, ἡ ἀληθινή ἐκκλησία, ἡ ἐσωτερική κάθαρση, ἡ ταπείνωση καί τέλος ὁ γνήσιος χορηγός τῆς ἐμπειρίας, τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Παρατηρεῖ ὁ π. Ἀντώνιος: «Οἱ θεῖες ἐμπειρίες δίδονται στόν ἄνθρωπο ὄχι ὅταν τίς ἐπιδιώκει ἤ ὅταν ἔχει αὐτές κυρίως σάν στόχο του, ἀλλά ὅταν ἡ ψυχή του κατεβαίνει “στόν Ἅδη τῆς μετανοίας” καί αἰσθάνεται ἀληθινά πώς εἶναι “ἔκτρωμα”, χειρότερη ἀπό ὅλη τήν κτίση. Ἐμπειρίες πού κατακτῶνται μέ τή βία τῆς διανοίας ἤ μέ τή χρησιμοποίηση ὁποιωνδήποτε τεχνικῶν διαλογισμοῦ, δέν εἶναι ἀληθινές πνευματικές ἐμπειρίες, δέν εἶναι θείας προελεύσεως, ἀλλά “κατά τό δοκοῦν”. Καί ὅταν αὐτό τό “δοκοῦν” ἐκλαμβάνεται σάν ἀλήθεια, δημιουργεῖται στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου μιά κατάσταση πού παρεμποδίζει ἀκόμα καί τή δυνατότητα νά ἐνεργήσει ἡ χάρη, ἀποκλείει δηλαδή τή δυνατότητα τῆς ἀληθινῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας»[11].

Ἐξ ἄλλου, οὔτε ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἐκβιάση μέ τεχνικές τόν Θεό καί νά φθάση σέ ἐμπειρίες μέσω ἀνθρωπίνων διαδικασιῶν, ἀλλά οὔτε καί ὁ Θεός παραβιάζει τό αὐτεξούσιο τοῦ «κατά τήν εἰκόνα Του» πλασθέντος ἀνθρώπου. Ἄρα γιά νά εἶναι γνήσιες οἱ ἐμπειρίες πρέπει νά μήν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς «αὐτοερωτικῆς» στροφῆς τοῦ ἀνθρώπου πρός τόν ἴδιο τόν εἰδωλοποιημένο ἑαυτό του, οὔτε νά ἔχουν τήν πηγή τους στήν αὐτοδυναμία δῆθεν τοῦ ἀνθρώπου, ἤ στήν «θεϊκή» του ἰδιότητα.

Ἐπαναλαμβάνουμε: οἱ γνήσιες πνευματικές ἐμπειρίες εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἀποτέλεσμα ἀνθρωπίνης προσπαθείας τεχνικῶν ἤ ἐξαναγκασμοῦ. Οἱ γνήσιες πνευματικές ἐμπειρίες εἶναι ἐκδηλώσεις τῆς ἄκτιστης ἐνέργειας του Θεοῦ καί ὄχι τῆς κτιστῆς φύσεως τοῦ τρεπτοῦ ἀνθρώπου. «Δέν εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀναζητήσεως τοῦ Θεοῦ ἀπό μέρους τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀντίθετα τό ἀποτέλεσμα τῆς ἀναζητήσεως τοῦ ἀνθρώπου ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ»[12]. Εἶναι δηλαδή μιά πραγματική «θεοπιστία».

Κι ἀκόμη δέν εἶναι ἀτομικά βιώματα, κατακτώμενα μέ τήν «ἀπελευθέρωση», τήν «ἀνακάλυψη» ἤ τήν «αὐτοπραγμάτωση» τῶν δικῶν μας ἐσωτερικῶν δυνάμεων. Ἀλλά εἶναι βιώματα ταυτισμένα μέ τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό «σῶμα τοῦ Χριστοῦ» καί εἶναι πρωτίστως ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. «Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν θεολογοῦσαν, δέν παρουσίαζαν ἀτομικά τους βιώματα, ξεχωριστά ἀπό τή ζωή τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας· τά βιώματά τους ἐταυτίζοντο μέ τήν ἐμπειρία τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί θεολογοῦσαν ἐκφράζοντας τήν ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας. Γιαὐτό καί οἱ ἐμπειρίες τῶν ἀνθρώπων πού δέν φρονοῦν “τά τοῦ Θεοῦ” (Ματθ. ιστ΄ 23), δηλαδή δέν ἔχουν τό ἴδιο φρόνημα “μετά πάντων τῶν ἁγίων”, τό ὁποῖο ὑπῆρχε καί “ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ” (Φιλιπ. β΄ 5), δέν εἶναι γνήσιες χριστιανικές ἐμπειρίες»[13].

 

Β΄ μέρος

Στό πρῶτο μέρος τῆς μελέτης μας γιά τίς ἐμπειρίες, εἴπαμε ὅτι οἱ γνήσιες πνευματικές ἐμπειρίες εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἀποτέλεσμα ἀνθρωπίνης προσπαθείας τεχνικῶν ἤ ἐξαναγκασμοῦ, καί ὅτι προϋπόθεση αὐτῶν εἶναι ἡ ὀρθή πίστη στό πρόσωπο τοῦ Ιησοῦ Χριστοῦ καί ἡ χριστιανική ζωή μέσα στήν ἀληθινή Ἐκκλησία.

4. Ἄς φωτίσουμε λίγο περισσότερο μέ παραδείγματα τίς λεγόμενες «ἐμπειρίες» ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας.

Βεβαίως, πρέπει νά ἐπαναλάβουμε ὅ,τι καί παραπάνω εἴπαμε, δηλαδή ὅτι δέν ὑπάρχουν ἀληθινές «ἐμπειρίες», τόσο στόν χῶρο τῶν χριστιανικῶν αἱρέσεων καί τῶν παραχριστιανικῶν ὁμάδων, ὅσον καί στόν ἐξωχριστιανικό ἤ στόν ἀρχαιοειδωλολατρικό χῶρο.

«Ὅλα τά συστήματα καί οἱ ὁμάδες, ἰνδουϊστικῆς κυρίως προελεύσεως, πού προπαγανδίζουν διάφορες τεχνικές αὐτογνωσίας καί αὐτοεξελίξεως, καί ὑπόσχονται ὑπερβατικές καί “ἐξωσωματικές” ἐμπειρίες, κινοῦνται στό ἴδιο ἐπίπεδο τῆς πλάνης. Μ᾿ αὐτές τίς τεχνικές ὁ ἄνθρωπος εἰσέρχεται στό “γνόφο” τῆς ἀπεκδύσεως ἀπό καθετί ὁρατό καί νοητό. Τότε ὁ νοῦς δοκιμάζει μιά ἰδιόμορφη εὐχαρίστηση καί ἄν στρέψει τό βλέμμα του στόν ἑαυτό του, μπορεῖ νά αἰσθανθεῖ κάτι πού μοιάζει μέ φῶς. Αὐτό ὅμως δέν εἶναι τό ἄκτιστο φῶς τῆς Θεότητας, ἀλλά ἕνα φυσικό ἰδίωμα τοῦ νοῦ, πού κτίστηκε κατ εἰκόνα τοῦ Πρώτου νοῦ, δηλαδή τοῦ Θεοῦ», γράφει ὁ π. Σωφρόνιος.

Καί ὁ π. Ἀντώνιος συμπληρώνει: «Γίνεται φανερό πώς ὁ ἄνθρωπος ὁδηγεῖται μ᾿ αὐτό τόν τρόπο σέ ἀκραῖες νοητικές καταστάσεις, οἱ ὁποῖες περικλείουν κινδύνους γιά τήν ψυχική ὑγεία καί πνευματική ἰσορροπία τοῦ ἀνθρώπου. Ψυχίατροι πού μελέτησαν τό θέμα μέ βάση κλινικές καταστάσεις, στίς ὁποῖες κατέληξαν νεαρά κυρίως μέλη τέτοιων ὁμάδων, βεβαιώνουν πώς ὁ κίνδυνος εἶναι ὄχι ἁπλῶς ὑπαρκτός ἀλλά καί μεγάλος. Ὅμως ἀφήνουμε αὐτή τήν πλευρά τοῦ ζητήματος νά ἐξετασθεῖ ἀπό ἄλλους, εἰδικούς, καί ὑπενθυμίζουμε πώς ἡ Γραφή δέν ἀποκλείει καί τήν περίπτωση δαιμονικῶν καταστάσεων (Β΄ Κορ. ια΄ 14)»[14].

Ἀσφαλῶς, ἐκτός ἀπ αὐτές τίς «ἐμπειρίες» πού βρίσκονται καθαρά μέσα στά πλαίσια τῆς κτιστῆς φύσεως, ὑπάρχουν καί «ἐμπειρίες» δαιμονικῆς φύσεως, πού μπορεῖ νά τίς συναντήσει κανείς ἀκόμη καί σέ συναξάρια ἁγίων. Ακόμη ὑπάρχουν καί ἐκεῖνες οἱ καταστάσεις ὑποκειμενικῆς μορφῆς, πού εἶναι ἀποτέλεσμα εἴτε ἐντόνων φαντασιώσεων, εἴτε ἀπόρροια τῆς καλλιεργημένης αὐθυποβολῆς, πού προέρχεται ἀπό τήν σφοδρή ἐπιθυμία νά ἀποκτήσει κανείς ἔκτακτες ἰδιότητες, χαρίσματα, ἐμπειρίες. Ἔτσι, μέσα στήν ὅλη περιρρέουσα ἀτμόσφαιρα τῶν διαφόρων παραθρησκευτικῶν ὁμάδων πού δημιουργεῖται μέ τήν ἄσκηση τῆς ἔντονης ψυχολογικῆς πιέσεως, τήν πλήρη ἀποσχόληση, τήν ἀνεπαρκῆ σίτιση, τίς ἀτέλειωτες σειρές σεμιναρίων, ἀναπτύσσεται ἡ «πεποίθηση» ὅτι «οἱ ἐμπειρίες» αὐτές ἀποτελοῦν ἀπαραίτητο ἐξωτερικό σημεῖο τῆς «σωτηρίας» καί ἑπομένως ἡ ἔλλειψή τους ἀποτελεῖ ἀπόδειξη ἀνωριμότητος καί «πνευματικῆς πτωχείας»[15].

Μεταξύ τῶν ἄλλων, συνέπεια αὐτῆς τῆς καταστάσεως εἶναι καί ἡ ὑπέρμετρη ἀνάπτυξη τοῦ ἐγώ, ἡ ὑπεροψία καί ἡ ὑποδούλωση τοῦ θύματος σέ δαιμονικές ἐπιρροές. Ἔτσι, μπορεῖ τό θῦμα νά λέει ὅτι «βλέπει φῶς» ἤ ὅτι ζεῖ σέ «ἐξωκοσμικές» καταστάσεις ἤ ὅτι «ἄνοιξε τό τρίτο μάτι στό μέτωπό του». Ὅλα αὐτά ὅμως, ἐάν δέν ἐντάσσονται στόν νοσηρό χῶρο τῆς φαντασίας, μπορεῖ νά εἶναι «μεθοδεῖες τοῦ ἀνθρωποκτόνου», ὁ ὁποῖος μπορεῖ νά «μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτός» (Β΄ Κορ. ια΄ 14).

Ἄς δοῦμε ὅμως ἕνα μόνο παράδειγμα νόθης ἐμπειρίας ἀπό τόν χῶρο τῶν Πεντηκοστιανῶν, ἕνα χῶρο δηλαδή πού ὑποστηρίζει ὅτι εἶναι ἡ γνήσια Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ π. Ἀντώνιος περιγράφει μιά τέτοια κατάσταση ἀπό ἀπομαγνητοφωνημένη κασσέτα τοῦ ποιμένα τῆς Ἑλληνικῆς Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τῆς Πεντηκοστῆς. Σ αὐτήν φαίνεται καθαρά πῶς ἐφαρμόζεται ἡ τεχνική πού δημιουργεῖ τό κατάλληλο περιβάλλον γιά τήν ἄσκηση ψυχολογικῆς πιέσεως καί αὐθυποβολῆς, ὥστε νά προχωρήσει στήν μηχανική καί «αὐτοστιγμεί» κατάκτηση τῆς «ἐμπειρίας» (στήν συγκεκριμένη περίπτωση τῆς γλωσσολαλιᾶς).

Ἀρχίζει, λοιπόν, τό κήρυγμα μέ τό προσφιλές στούς Πεντηκοστιανούς θέμα τῶν «ἐσχάτων καιρῶν», ἀκολουθοῦν ὕμνοι, προχωρεῖ στήν διαπίστωση τῆς ἀφόρητης κοινωνικῆς καταστάσεως, προβάλλει τήν «ἁρπαγή» σάν τήν μόνη διέξοδο ἐν ὄψει τῆς «μεγάλης θλίψεως» καί τότε προχωράει στήν ἐφαρμογή τοῦ σχεδίου:

«Ἄν καμμιά ψυχή θέλει νά δώσει τήν καρδιά της στόν Χριστό, μπορεῖ νἄρθει ἐδῶ μπροστά νά γονατίσει καί νά πεῖ: “Χριστέ μου, σῶσε με καί ἐλέησέ με, σφράγισέ με καί μένα μέ τό Πνεῦμα σου τό Ἅγιο”...». Κατόπιν συνεχίζεται ὁ ὕμνος καί στό τέλος ὁ ποιμένας προτρέπει: «...ἐάν σύ θέλεις νά παραδοθεῖς στόν Χριστό, νά πεῖς: “Κύριε θέλω κι ἐγώ”... Πάρε μαξιλαράκι, γονάτισε καί θά σέ σώσει...!» Κατόπιν ξαναρχίζει ὁ ὕμνος... (κασ. 1.6.1982).

«Νά πεῖς: “Κύριε ἀναγέννησέ με”· μπορεῖς νά τό πεῖς, πές το σήμερα τό πρωΐ· “Κύριε, σήμερα νά μέ ἀναγεννήσεις”...» (κασ. 2.3.80). «Σήμερα τό πρωΐ ἔχω νά πῶ σ᾿ αὐτούς πού δέν ἀναγεννήθηκαν ὅτι ὁ ἄνεμος εἶναι ἕτοιμος νά πνεύσει στήν καρδιά τους...» (κασ. 2.3.80). «Θά ψάλλουμε τόν ὕμνο “Πρέπει νά γεννηθεῖς”... καί θέλω σήμερα τό πρωΐ ἐάν κανένας δέν ἀναγεννήθηκε, νά ἀναγεννηθεῖ. Εἶναι καμιά ψυχή πού δέν ἔχει ἀναγεννηθεῖ; Νά σηκώσει τό χέρι του!

- Μάλιστα! Ἐάν δέν ἔχεις ἀναγεννηθεῖ, σήμερα τό πρωΐ πρέπει να ἀναγεννηθεῖς».

Ἀφοῦ τελειώσει ὁ ὕμνος, ὁ ποιμένας συνεχίζει: «Ἐάν κανένας θέλει νά ἀναγεννηθεῖ, ἄς ἔλθει ἐδῶ μπροστά. Νά γονατίσεις νά πεῖς: “Κύριε ἀναγέννησέ με· ὄχι γι᾿ αὐτούς πού ἀναγεννήθηκαν, γι᾿ αὐτούς πού δέν ἀναγεννήθηκαν ἀκόμη”. Ἔλα μπροστά, πάρε ἕνα μαξιλάρι, γονάτισε καί πές: “Κύριε, ἀναγέννησέ με...”». Στή συνέχεια καί πάλι ὁ ὕμνος (κασ. 2.3.80).

Αὐτό τό «τυπικό» ἀκολουθεῖται σέ ὅλες τίς συναθροίσεις, ὥστε σιγά σιγά νά καλλιεργεῖται συναίσθημα κατωτερότητας σ᾿ ὅποιον δέν ἔχει ἀκόμη «ἀναγεννηθεῖ». Τότε ἀποφασίζει νά βγεῖ κι αὐτός μπροστά, νά πάρει τό μαξιλαράκι, νά γονατίσει, νά πεῖ: «Κύριε ἀναγέννησέ με». Ὕστερα θά θελήσει νά λάβει καί τό «βάπτισμα μέ Ἅγιο Πνεῦμα». Καί ἀφοῦ ἡ γλωσσολαλιά εἶναι σ᾿ αὐτή τήν ὁμάδα ἀπαραίτητο «σημεῖο», θ᾿ ἀρχίσει κι αὐτός σέ λίγο νά «λαλεῖ γλῶσσες»!»[16].

Καί ὁ π. Ἀντώνιος συμπεραίνει: «Μ᾿ αὐτό τόν τρόπο δημιουργεῖται ἐσωτερικός πόθος γιά ἐπίτευξη τέτοιων καταστάσεων»... (δημιουργεῖται) «εἰδική ἐκστατική ἀτμόσφαιρα»... «ψυχολογικῆς πιέσεως... Ὅμως μ᾿ αὐτό τόν τρόπο ἐξαφανίζονται τά σύνορα μεταξύ τῆς δράσης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού δημιουργεῖ γνήσιες πνευματικές ἐμπειρίες σάν ἐκείνη τοῦ ἀποστόλου Παύλου (Α΄ Κορ.ιβ΄ 1-3) καί ὑποκειμενικῶν ἤ καί δαιμονικῶν καταστάσεων, πού ὁδηγοῦν σέ “ἐμπειρίες”. Ὁ ἄνθρωπος δέν μπορεῖ πλέον νά ξεχωρίσει τό γνήσιο ἀπό τό νόθο καί θεωρεῖ καταστάσεις πού ἑρμηνεύονται εἴτε μέ βάση τίς φυσικές δυνατότητες τοῦ ἀνθρώπου εἴτε καί σάν δαιμονικές ἐπιδράσεις, ὡς “ἐνοίκηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”»[17].

Τά θύματα φθάνουν ἔτσι στήν ἀπογοήτευση, στήν ἀπόγνωση, ἄν ἡ γλωσσολαλιά δέν γίνει καί γι αὐτά «ἐμπειρία», δηλαδή ἀπόδειξη ὅτι ἔλαβαν τό «βάπτισμα τοῦ Πνεύματος» καί συγκαταλέχθηκαν ἀνάμεσα στούς ἐκλεκτούς.

Παρόμοιο περιστατικό περιγράφει καί ὁ γέροντας π. Γεώργιος Καψάνης σέ ὁμιλία του με τίτλο «Ἐμπειρίες τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ»[18].

[Δέν θά ἐπεκταθοῦμε στό θέμα αὐτό τῆς λεγομένης «γλωσσολαλιᾶς». Ἁπλῶς σημειώνουμε τήν παρουσία τοῦ φαινομένου αὐτοῦ καί σέ ἐξωχριστιανικούς χώρους. Περιοριζόμεθα ἀκόμη νά ποῦμε ὅτι σέ τίποτε δέν μοιάζει αὐτό τό φαινόμενο μέ τό φαινόμενο τῆς Πεντηκοστῆς ἤ τήν γλωσσολαλιά τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ἦταν ξένες γλῶσσες κατανοητές πού ἕνωναν καί οἰκοδομοῦσαν τήν Ἐκκλησία. Ἐδῶ εἶναι ἄναρθρες ἀκατανόητες κραυγές πού διαιροῦν καί γιγαντώνουν τόν ἐγωϊσμό καί παράγουν μαζικά «χαρισματούχους» ἐκβιαστές τοῦ Ἁγίου Πνεύματος].

Ὁ Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ, στό βιβλίο του «Ὁ Ὀρθόδοξος δρόμος», μιλώντας γιά τή διάκριση πού πρέπει νά γίνεται στό φαινόμενο αὐτό, σημειώνει: «Ἡ διάκριση εἶναι ἀκόμη πιό ἀναγκαία στήν περίπτωση τῶν “γλωσσῶν”. Συχνά δέν εἶναι τό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πού μιλάει μέσα ἀπό τίς γλῶσσες, ἀλλά τό τελείως ἀνθρώπινο πνεῦμα τῆς αὐθυποβολῆς καί τῆς ὁμαδικῆς ὑστερίας. Ὑπάρχουν ἀκόμη καί περιπτώσεις ὅπου τό “λαλεῖν γλώσσαις” εἶναι μιά μορφή δαιμονικῆς κατοχῆς. “Ἀγαπητοί, μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστίν” (Α΄ Ἰωάν. 4,1)»[19].

Ἐμπειρίες καί ὁράματα συναντᾶμε καί στόν χῶρο τῶν «φωτισμένων» ἤ τῶν «χαρισματικῶν», πού δυστυχῶς ζοῦν καί δροῦν μέσα στήν Ἐκκλησία καί ἀποτελοῦν γενικά μιά νόθη κατάσταση.

Ἡ νοσηρή κατάσταση πού ἐπικρατεῖ στόν χῶρο τῶν «φωτισμένων» εἶναι ἀποτυπωμένη στά ἀνιαρά καί παιδαριώδη κείμενά τους.

Ἄς ἐπαναλάβουμε γιά ἄλλη μιά φορά μαζί μέ τόν π. Γεώργιο Καψάνη: «Οἱ ἀληθινές ἐμπειρίες δίνονται σ᾿ ἐκείνους πού ἀπό ταπείνωση δέν ζητοῦν πνευματικές ἐμπειρίες, ἀλλά ζητοῦν ἀπό τόν Θεό μετάνοια καί σωτηρία»[20].

 

Συμπερασματικά:

Ὁ π. Ἀντώνιος στό βιβλίο του «Ἐμπειρίες στήν ἀναζήτηση νοήματος ζωῆς», λέει: «Στήν Ἁγία Γραφή ὑπάρχουν γνήσιες ἐμπειρίες καί ἐμπειρίες πού προέρχονται ἀπό τό πνεῦμα τῆς πλάνης. Μέ ἐντολή τοῦ Θεοῦ ὁ Ἀαρών ρίπτει τή ράβδο του ἔμπροσθεν τοῦ Φαραώ καί γίνεται ὄφις. Ὅμως τό ἴδιο κάνουν καί οἱ μάγοι τῆς Αἰγύπτου (Ἔξοδ. ζ΄ 10-11). Αὐτό ἐπαναλαμβάνεται καί μέ ἄλλες “πληγές” (Ἔξοδ. ζ΄ 20-22, η΄ 8-12)... Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς πληροφορεῖ ὅτι οἱ ψευδόχριστοι, ψευδοδιδάσκαλοι καί ψευδοπροφῆτες θά προβάλουν “σημεῖα”, μέ σκοπό νά φέρουν σύγχιση καί νά πλανήσουν (Ματθ.κδ΄ 24-25. Θ΄ Κορ.ια΄ 13-15. Ἀποκ.ιγ΄ 12-18, ιστ΄ 14, ιθ΄ 20)»[21].

Βεβαίως, πρέπει νά ἐπαναλάβουμε ὅτι ὅλες οἱ ἐμπειρίες δέν εἶναι γνήσιες. Οὔτε ὅμως καί ὅλες οἱ μή γνήσιες ἐμπειρίες ὀφείλονται στό «πνεῦμα τῆς πλάνης». Ὅπως ὑπάρχουν γνήσιες ἐμπειρίες πού ἔχουν τήν προέλευσή τους ἀπό τόν Θεό καί πραγματικές «ἐμπειρίες», πού μπορεῖ νά εἶναι σατανικῆς προελεύσεως, ἔτσι μπορεῖ νά ὑπάρχουν καί «ἐμπειρίες» πού εἶναι ἀποτέλεσμα ὑποκειμενικῶν ἤ φυσικῶν καταστάσεων. Ἐάν ὅμως αὐτές παρερμηνευθοῦν, τονίζει ὁ π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος, τότε «ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά πιστεύει πώς τοῦ ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός, πέφτει σέ ἔπαρση καί αὐτό τό ἐκμεταλλεύεται ὁ διάβολος, ὁδηγώντας τον ὁριστικά στήν πλάνη»[22].

Στόν βίο τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη διαβάζουμε τήν ἑξῆς συνομιλία τοῦ ὁσίου Γρηγορίου τοῦ Σιναΐτη μέ τόν ὅσιο Μάξιμο:

«Ὁ ἅγιος Γρηγόριος, θέλοντας νά ἐπιβεβαιώσει τίς δικές του διδασκαλίες, ρώτησε:

- Παρόμοιες ἀποκαλύψεις καί ὁράματα προκαλοῦνται καί ἀπό τούς δαίμονες;

- Ἄλλα εἶναι τά σημάδια τῆς δαιμονικῆς πλάνης καί ἄλλα τῆς θείας χάριτος, ἀποκρίθηκε ὁ ὅσιος Μάξιμος. Τό πονηρό πνεῦμα τῆς πλάνης, ὅταν πλησιάσει τόν ἄνθρωπο, τοῦ συγχύζει τό νοῦ καί τόν ἐξαγριώνει. Σκληραίνει τήν καρδιά του καί τή σκοτίζει. Προξενεῖ δειλία καί ὑπερηφάνεια. Τοῦ ἀγριεύει τήν ὄψη, τοῦ ταράζει τό μυαλό, τοῦ ἀνατριχιάζει ὁλόκληρο τό σῶμα. Τοῦ δείχνει καί φανταστικό φῶς. Φῶς ὅμως ὄχι λαμπρό καί καθαρό, ἀλλά ἐρυθρωπό. Προκαλεῖ ἔκσταση στό νοῦ καί τόν παρακινεῖ νά λέει ἄπρεπα καί βλάσφημα λόγια.

Αὐτός πού κυριεύεται ἀπό τό πνεῦμα τῆς πλάνης, θυμώνει πολλές φορές καί ὀργίζεται. Ποτέ δέν ταπεινώνεται οὔτε μετανοεῖ οὔτε θλίβεται γιά τίς ἁμαρτίες του, ἀλλά πάντοτε καυχιέται καί κενοδοξεῖ γιά τά κατορθώματά του, χωρίς ντροπή καί φόβο Θεοῦ. Στό τέλος καταλήγει στήν τρέλλα καί στήν ὁριστική καταστροφή. Εἴθε ἀπό τήν πλάνη αὐτή νά μᾶς λυτρώσει ὁ Κύριος μέ τίς εὐχές σου.

Τά σημάδια τῆς θείας χάριτος εἶναι τά ἑξῆς:

Ὅταν ἐπισκιάσει τόν ἄνθρωπο ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ συμμαζεύει τό νοῦ καί τόν κάνει προσεκτικό καί ταπεινό. Τοῦ φέρνει τή σωτήρια μνήμη τοῦ θανάτου, τῶν ἁμαρτιῶν, τῆς κρίσεως καί τῆς αἰωνίου κολάσεως. Ἔτσι δημιουργεῖ στήν ψυχή κατάνυξη, πένθος καί θρῆνο. Τά μάτια ἡμερεύουν καί δακρύζουν»[23].

Στό βιβλίο «Γνόφος Ἀγνωσίας», ἀνώνυμου συγγραφέα, διαβάζομε γιά τό θαῦμα καί τήν ἐμπειρία γενικῶς:

«Ἀσφαλῶς, ὅταν ὁ Θεός θέλη καί εἶναι ἀνάγκη νά γίνη ἕνα θαῦμα, μιά ἀποκάλυψη, ἕνα ὅραμα, τότε τά παραχωρεῖ καί τά ἐπιτρέπει καί πραγματοποιοῦνται. Ἀλλά δέν πρέπει νά παρασυρόμαστε καί νά ζητοῦμε καί νά ἀπαιτοῦμε τό θαῦμα ἤ τό ὅραμα. Καί νά μή συμπεριφερόμαστε μέ ἀνησυχία ἄν δέν ἀξιωνόμαστε νά δοῦμε ἕνα θαῦμα, μιά ἀποκάλυψη, ἕνα ὅραμα. Τό ὑπερφυσικό εἶναι στήν προκειμένη περίπτωση τό τσόφλι τοῦ καρυδιοῦ, ἐνῶ ἡ πνευματικότητα τῆς πράξης εἶναι ἡ ψίχα, εἶναι ἡ τροφή. Τήν ἀξία τήν θρεπτική, τήν πνευματική, τήν ἔχει ἡ ψίχα τοῦ καρποῦ, ἐνῶ ἡ ἐπιμονή μας γιά μιά θεία παρέμβαση εἶναι σάν νά περιφρονοῦμε τήν ψίχα καί σάν νά δίνουμε μεγαλύτερη ἀξία ἀπ ὅ,τι ἔχει τό κέλυφος τοῦ καρποῦ»[24].

Ὁ Ἅγιος Νεῖλος συμβουλεύει βαθυστόχαστα: «Ἐπιθυμῶν ἰδεῖν τό πρόσωπον τοῦ Πατρός τοῦ ἐν οὐρανοῖς μή ζήτει παντελῶς μορφήν, ἤ σχῆμα δέχεσθαι ἐν τῷ τῆς προσευχῆς καιρῷ». «Μή πόθει ἀγγέλους ἰδεῖν, ἤ δυνάμεις ἤ Χριστόν αἰσθητῶς, ἵνα μή τέλειον φρενιτικός γένη, λύκον ἀντί ποιμένος δεχόμενος καί προσκυνῶν τοῖς ἐχθροῖς δαίμοσιν». «Ἀρχή πλάνης, νοῦ κενοδοξία, ἐφ ἧς κινούμενος ὁ νοῦς, ἐν σχήματι καί μορφαῖς περιγράφειν πειρᾶται τό Θεῖον»[25].

Καί ὁ Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ συμπεραίνει: «Ἡ Ὀρθοδοξία, ἑπομένως, ἐνῶ τονίζει τήν ἀνάγκη μιᾶς ἄμεσης ἐμπειρίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τονίζει ἐπίσης τήν ἀνάγκη γιά διάκριση καί νηφαλιότητα. Τό κλάμα μας, ὅπως καί ἡ συμμετοχή μας στα ἄλλα δῶρα τοῦ Πνεύματος, εἶναι ἀνάγκη νά καθαρθεῖ ἀπό κάθε φαντασία καί συναισθηματική ἔξαρση. Τά δῶρα πού εἶναι αὐθεντικά πνευματικά δέν πρέπει νά ἀπωθοῦνται, ἀλλά ποτέ δέν θά πρέπει νά ἐπιδιώκουμε τέτοια δῶρα σάν αὐτοσκοπό. Σκοπός μας μέσα στή ζωή τῆς προσευχῆς δέν εἶναι νά κερδίσουμε αἰσθήματα ἤ «αἰσθητές» ἐμπειρίες κάποιου ὁρισμένου εἴδους, ἀλλά ἁπλῶς καί μόνο νά συσχηματίσουμε τό θέλημά μας μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. «Οὐ ζητῶ τά ὑμῶν ἀλλά ὑμᾶς», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος πρός τούς Κορινθίους (Β΄ Κορ. 12-14)· κι ἐμεῖς λέμε τό ἴδιο στόν Θεό. Δέν ζητᾶμε τά δῶρα, ἀλλά τόν Δοτήρα»[26].

Ἐξ ἄλλου εἶναι διαπιστωμένο ὅτι «Πολλές “ἐμπειρίες”, πού εἶναι ἀποτέλεσμα διαφόρων τεχνικῶν πού προβάλλουν γκουρουϊστικές ὀργανώσεις εἶναι φυσικές καταστάσεις καί μποροῦν νά ἐπιτευχθοῦν μέ παρόμοιες ἀσκήσεις, ἀνεξάρτητα ἀπό τό ἰνδουϊστικό ὑπόβαθρο τῆς γιόγκα καί τοῦ διαλογισμοῦ»[27]. Γιά τόν Ὀρθόδοξο Χριστιανό ἡ πορεία πρός τήν θεογνωσία καί τήν θέωση διέρχεται μέσα ἀπό τήν κάθαρση καί τόν φωτισμό, πού εἶναι γνήσιες ἐμπειρίες. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Χριστιανός δέν θέτει στό κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντός του τήν ἀναζήτηση τῶν ἐμπειριῶν.

«Ἡ γνήσια ἐμπειρία μέσα στήν Εκκλησία δέν τίθεται ποτέ στό κέντρο τοῦ ἐνδιαφέροντος· ὁ πιστός ἔχει σάν στόχο τήν ἀγάπη στόν Θεό, ὄχι τήν ἐμπειρία, εἴτε “προφητεία”, εἴτε “δυνάμεις”, “χαρίσματα ἰαμάτων” ἤ ὁτιδήποτε ἄλλο (Α΄ Κορ.ιβ΄ 29)· ἡ “καθ᾿ ὑπερβολήν ὁδός” εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ ἐμπειρία, ἀκόμη καί ἐάν πρόκειται γιά τήν “πᾶσαν γνῶσιν”· ἡ ἀγάπη “οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς” καί λογίζεται μεγαλύτερη καί ἀπό τήν πίστη καί ἀπό τήν ἐλπίδα (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31, ιγ΄ 13)»[28]. Καί ὁ π. Ἀντώνιος καταλήγει: «Ἡ ἀληθινή Θεογνωσία δέν εἶναι καρπός ἀπομονώσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τεχνικῶν «αὐτοβυθίσεως», πού προσφέρονται πλούσια στήν ἐποχή μας ἀπό τίς ψυχολατρεῖες, τίς γκουρουϊστικές, νεογνωστικές ἤ ὅποιες ἄλλες ὁμάδες, γιά νά γνωρίση κανείς τόν Θεό»[29].

Συμπερασματικά, μποροῦμε νά ποῦμε πώς οἱ γνήσιες ἐμπειρίες, τά χαρίσματα, εἶναι φανερή ἀπόδειξη ἑνός θεωμένου ἀνθρώπου. Ἑνός πιστοῦ, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται σέ «μυστική» ἕνωση μέ τόν Θεόν (ὄχι συγχώνευση ἤ ταύτιση, ὅπως στίς νεοεποχίτικες ὁμάδες). Ἑνός πιστοῦ πού τόν ἔχουν «πληρώσει» οἱ θεῖες ἐνέργειες, πού ἔχει γίνει «θεός» κατά χάριν, ἀφοῦ στίς θεῖες ἐνέργειες εἶναι «ὁ ἴδιος ὁ Θεός μέσα στή δραστηριότητά του καί τήν αὐτοαποκάλυψή του»[30]. Αὐτό λέγεται καί «μέθεξις» τοῦ Θεοῦ καί εἶναι τό ἀνώτατο στάδιο τῆς τελειώσεως τοῦ ἀνθρώπου.

Ὑπάρχουν ὅμως καί οἱ νόθες καταστάσεις, τίς ὁποῖες ὁ Χριστιανός πρέπει νά μάθει νά ἐντοπίζει καί νά ἀποφεύγει, σύμφωνα μέ τήν προειδοποίηση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ τῆς Ἀγάπης: «Μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα ἤ ἐκ τοῦ θεοῦ ἐστί» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 1).

Κλείνομε τίς ἐπισημάνσεις μας ἐπί τοῦ θεμελιώδους θέματος τῶν ἐμπειριῶν μέ τήν παρότρυνση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: «Ζηλοῦτε δέ τά χαρίσματα τά κρείττονα» (Α΄ Κορ. ιβ΄ 31), «Εἴτε γλῶσσαι, παύσονται· εἴτε γνῶσις καταργηθήσεται... βλέπομε γάρ ἄρτι δἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι... νυνί δέ μένει πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη, τά τρία ταῦτα· μεῖζον δέ τούτων ἡ ἀγάπη» (Α΄ Κορ. ιγ΄ 13).

 


 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. Παρά Π. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τάς Ἐπιστολάς, τόμ. Γ΄ σ. 40.

[2]. π. Ἀ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἐγχειρίδιον αἱρέσεων καί παραχριστιανικῶν ὁμάδων, σ. 169.

[3]. Τοῦ ἰδίου, Τό Νόημα τῆς ζωῆς στό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, σ. 371.

[4]. Βλ. Ἀρχιμ. Γ. Καψάνη, Ἐμπειρίες τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, σ. 21-23.

[5]. π. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἐμπειρίες στήν ἀναζήτηση νοήματος ζωῆς, σ. 31.

[6]. Π. Γράβιγγερ, Ἐγκυκλοπαίδεια Ἐσωτερισμοῦ καί ἀποκρύφου γνώσεως, τόμ. Β΄, σσ. 260- 261.

[7]. Βλ., π. Ἀ. Ἀλεβιζοπούλου, Τό νόημα τῆς ζωῆς, ἔνθ., σ. 365.

[8]. Παρά π. Ἀ. Ἀλεβιζοπούλου, Τό Νόημα τῆς ζωῆς, σ. 365.

[9]. Αὐτόθι, σ. 371.

[10]. Αὐτόθι, σ. 368.

[11]. Αὐτόθι, σ. 369.

[12]. Αὐτόθι, σ. 371.

[13]. Αὐτόθι, σ. 368.

[14]. π. Ἀ. Ἀλεβιζοπούλου, Τό Νόημα τῆς ζωῆς, σ. 366.

[15]. Αὐτόθι, σ. 367.

[16]. π. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, αὐτόθι, σσ. 173-174.

[17]. Αὐτόθι, σ. 173-174.

[18]. π. Γ.Καψάνη, Ψευδεῖς ἐμπειρίες, σ. 22-23.

[19]. Ἐπισκόπου Κάλλιστου Γουέαρ, Ὁ Ὀρθόδοξος δρόμος, σ. 118.

[20]. Μν.ἔργ. σ. 20.

[21]. π. Ἀ.Ἀλεβιζοπούλου, Ἐμπειρίες στήν ἀναζήτηση ζωῆς, σσ. 24-25.

[22]. Αὐτόθι, σ. 25.

[23]. Ἱ.Μονῆς Παρακλήτου, Ὅσ. Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, σσ. 47-48.

[24]. Ἀνώνυμου συγγραφέα, Γνόφος Ἀγνωσίας, μετάφραση Μητροπολίτου Κορίνθου Παντελεήμονος, σ. 128.

[25]. Ἀββᾶ Νείλου, Πρός Εὐλόγιον Μοναχόν Λόγοις παραινετικός, 114-116, PG. 79, 1192D- 1193A.

[26]. Μν. ἔργ. σσ. 118-119.

[27]. π. Ἀ. Ἀλεβιζοπούλου, Ἐμπειρίες στήν ἀναζήτηση ζωῆς, ἐνθ. ἀνωτ. σσ. 25-26.

[28]. π. Ἀντ. Ἀλεβιζοπούλου, αὐτόθι, σ. 28.

[29]. Aὐτόθι, σσ. 28-29.

[30]. Βλ. Ἐπισκόπου Καλλίστου Γουέαρ, ἔνθ. ἄνωτ. σ. 28.

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας