Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 3

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 2]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 4]

 

Κεφάλαιο 11

Περὶ τῶν σωματικῶς ἐπὶ Θεοῦ λεγομένων
(Γι᾿ αυτά που λέγονται για τον Θεό ανθρωποπαθώς)

Ἐπεὶ δὲ πλεῖστα περὶ Θεοῦ σωματικώτερον ἐν τῇ θείᾳ Γραφῇ συμβολικῶς εἰρημένα εὑρίσκομεν, εἰδέναι χρή, ὡς ἀνθρώπους ὄντας ἡμᾶς καὶ τὸ παχὺ τοῦτο σαρκίον περικειμένους τὰς θείας καὶ ὑψηλὰς καὶ ἀΰλους τῆς θεότητος ἐνεργείας νοεῖν ἢ λέγειν ἀδύνατον, εἰ μὴ εἰκόσι καὶ τύποις καὶ συμβόλοις τοῖς καθ᾿ ἡμᾶς χρησαίμεθα. Ὅσα τοίνυν περὶ Θεοῦ σωματικώτερον εἴρηται, συμβολικῶς ἐστι λελεγμένα, ἔχει δέ τινα ὑψηλοτέραν διάνοιαν· ἁπλοῦν γὰρ τὸ θεῖον καὶ ἀσχημάτιστον.

Επειδή όμως βρίσκουμε στην Αγία Γραφή να έχουν ειπωθεί πάρα πολλά για τον Θεό με τρόπο ανθρωπομορφικό, πρέπει να γνωρίζουμε, εφόσον είμαστε άνθρωποι και έχουμε αυτή την παχιά σάρκα, ότι είναι αδύνατο να εννοήσουμε ή να μιλήσουμε για τις θείες, υψηλές και άϋλες ενέργειες της θεότητος, εάν δεν χρησιμοποιήσουμε ανάλογες σε μας εικόνες, τύπους και σύμβολα. Όσα, λοιπόν, λέμε με ανθρωπομορφικό τρόπο για τον Θεό, τα λέμε με συμβολική σημασία και έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα· διότι το θείο είναι απλό και δεν παίρνει σχήματα.

Ὀφθαλμοὺς μὲν οὖν Θεοῦ καὶ βλέφαρα καὶ ὅρασιν τὴν τῶν ἁπάντων ἐποπτικὴν αὐτοῦ δύναμιν καὶ τὸ ἀλάθητον τῆς αὐτοῦ γνώσεως ἐννοήσωμεν ἀπὸ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ ταύτης τῆς αἰσθήσεως ἐντελεστέραν γνῶσίν τε καὶ πληροφορίαν ἐγγίνεσθαι. Ὦτα δὲ καὶ ἀκοὴν τὸ ἐξιλεωτικὸν αὐτοῦ καὶ τῆς ἡμετέρας δεκτικὸν δεήσεως· καὶ γὰρ ἡμεῖς τοῖς τὰς ἱκεσίας ποιουμένοις διὰ ταύτης τῆς αἰσθήσεως εὐμενεῖς γινόμεθα γνησιώτερον αὐτοῖς τὸ οὖς ἐπικλίνοντες. Στόμα δὲ καὶ λαλιὰν τὸ ἐνδεικτικὸν τῆς βουλήσεως αὐτοῦ ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ στόματος καὶ λαλιᾶς σημαίνεσθαι τὰ ἐγκάρδια νοήματα. Βρῶσιν δὲ καὶ πόσιν τὴν ἡμετέραν πρὸς τὸ αὐτοῦ θέλημα συνδρομήν· καὶ γὰρ ἡμεῖς διὰ τῆς γευστικῆς αἰσθήσεως τὴν τῆς φύσεως ἀναπληροῦμεν ὄρεξιν ἀναγκαίαν. Ὄσφρησιν δέ, τὸ ἀποδεκτικὸν τῆς πρὸς αὐτὸν ἡμῶν ἐννοίας τε καὶ εὐνοίας ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ ταύτης αἰσθήσεως τὴν τῆς εὐωδίας ἀποδοχὴν ἐγγίνεσθαι.

Λέγοντας μάτια, βλέφαρα και όραση του Θεού, ας εννοήσουμε συμβολικά την εποπτεία του πάνω σ᾿ όλα και το αλάθητο της γνώσεώς του· διότι μ᾿ αυτή την αίσθηση (της οράσεως) αποκτάμε πιο τέλεια γνώση και μάθηση. Λέγοντας αυτιά και ακοή, ας εννοήσουμε συμβολικά τη διάθεσή του να μας σπλαγχνιστεί και να δεχθεί τη δική μας δέηση· διότι κι εμείς μ᾿ αυτή την αίσθηση γινόμαστε ευδιάθετοι σ᾿ αυτούς που μας παρακαλούν και τους ακούμε με περισσότερο ενδιαφέρον. Όταν λέμε στόμα και ομιλία, να εννοήσουμε τη φανέρωση της θελήσεώς του, διότι και σε μας οι διαθέσεις της καρδιάς φανερώνονται με το στόμα και την ομιλία. Όταν λέμε φαγητό και πιοτό, ας εννοήσουμε τη δική μας συμμόρφωση στο θέλημά του· διότι κι εμείς με την αίσθηση της γεύσεως ικανοποιούμε την αναγκαία επιθυμία της φύσεώς μας. Όταν λέμε όσφρηση, ας εννοήσουμε την αποδοχή της σκέψεως και της αγάπης μας γι᾿ αυτόν, διότι κι εμείς μ᾿ αυτή την αίσθηση δεχόμαστε την ευωδία ευχάριστα.

Πρόσωπον δὲ τὴν δι᾿ ἔργων αὐτοῦ ἔνδειξίν τε καὶ ἐμφάνειαν ἐκ τοῦ τὴν ἡμετέραν ἐμφάνειαν διὰ προσώπου γίνεσθαι. Χεῖρας δὲ τὸ ἀνυστικὸν τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ· καὶ γὰρ ἡμεῖς τὰ χρειώδη καὶ μάλιστα τιμιώτερα διὰ τῶν οἰκείων κατορθοῦμεν χειρῶν. Δεξιὰν δὲ τὴν ἐπὶ τοῖς αἰσίοις αὐτοῦ βοήθειαν ἐκ τοῦ καὶ ἡμᾶς μᾶλλον ἐπὶ τῶν εὐσχημοτέρων καὶ τιμιωτέρων καὶ πλείστης ἰσχύος δεομένων τῇ δεξιᾷ κεχρῆσθαι. Ψηλάφησιν δὲ τὴν ἀκριβεστέραν αὐτοῦ καὶ τῶν λίαν λεπτῶν τε καὶ κρυπτῶν διάγνωσίν τε καὶ εἴσπραξιν ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν μὴ δύνασθαι τοὺς ψηλαφωμένους ἐν ἑαυτοῖς τι κρύπτειν. Πόδας δὲ καὶ βάδισιν τὴν πρὸς ἐπικουρίαν τῶν δεομένων ἢ ἐχθρῶν ἄμυναν ἢ ἄλλην τινὰ πρᾶξιν ἔλευσίν τε καὶ παρουσίαν ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν διὰ τῆς τῶν ποδῶν χρήσεως ἀποτελεῖσθαι τὴν ἄφιξιν.

Λέγοντας πάλι πρόσωπο ας εννοήσουμε την απόδειξη και την εμφάνισή του με τα έργα του, διότι και η δική μας εμφάνιση γίνεται με το πρόσωπο. Λέγοντας χέρια, ας νοήσουμε την αποτελεσματικότητα της ενέργειάς του· κι εμείς τα πιο αναγκαία και σπουδαία τα πετυχαίνουμε με τα χέρια μας. Λέγοντας δεξί χέρι, ας εννοήσουμε τη βοήθειά του για να έλθουν όλα καλά· διότι κι εμείς χρησιμοποιούμε το δεξί χέρι για τα πιο αξιοπρεπή και δίκαια και που χρειάζονται μεγάλη δύναμη. Λέγοντας ψηλάφηση ας εννοήσουμε την πιο ακριβή και τέλεια γνώση και προσβολή των πιο λεπτών και κρυφών λογισμών· διότι και αυτούς που εμείς ψηλαφούμε δεν μπορούν να κρύψουν κάτι πάνω τους. Λέγοντας επίσης πόδια και βάδην εννοούμε τον ερχομό και την παρουσία του, για να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη ή ν᾿ αντιμετωπίσουν τους εχθρούς ή για κάποια άλλη πράξη· διότι και σε μας η άφιξη γίνεται με τη χρήση των ποδιών.

Ὅρκον δὲ τὸ ἀμετάθετον τῆς βουλῆς αὐτοῦ ἐκ τοῦ παρ᾿ ἡμῖν δι᾿ ὅρκου τὰς πρὸς ἀλλήλους βεβαιοῦσθαι συνθήκας. Ὀργὴν δὲ καὶ θυμὸν τὴν πρὸς τὴν κακίαν ἀπέχθειάν τε καὶ ἀποστροφήν· καὶ γὰρ ἡμεῖς τὰ ἐναντία τῆς γνώμης μισοῦντες ὀργιζόμεθα. Λήθην δὲ καὶ ὕπνον καὶ νυσταγμὸν τὴν ὑπέρθεσιν τῆς κατὰ τῶν ἐχθρῶν ἀμύνης καὶ τὴν τῆς συνήθους πρὸς τοὺς οἰκείους βοηθείας ἀναβολήν. Καὶ ἁπλῶς εἰπεῖν πάντα τὰ σωματικῶς εἰρημένα ἐπὶ Θεοῦ κεκρυμμένην ἔχει τινὰ ἔννοιαν ἐκ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς τὰ ὑπὲρ ἡμᾶς ἐκδιδάσκουσαν, εἰ μή τι περὶ τῆς σωματικῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐπιδημίας εἴρηται· αὐτὸς γὰρ πάντα τὸν ἄνθρωπον διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν ἀνεδέξατο, ψυχὴν νοερὰν καὶ σῶμα καὶ τὰ τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ἰδιώματα τά τε φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη.

Λέγοντας όρκο ας εννοήσουμε το αμετακίνητο της βουλής του, διότι κι εμείς με όρκο επιβεβαιώνουμε τις συμφωνίες μεταξύ μας. Οργή και θυμό λέγοντας εννοούμε την απέχθεια και το μίσος στην κακία· διότι κι εμείς θυμώνουμε, επειδή μισούμε τις αντίθετες γνώμες. Λέγοντας ακόμη λησμονιά, ύπνο και νυσταγμό, ας εννοήσουμε την αμέλεια στην άμυνα ενάντια στους εχθρούς και τη ματαίωση της συχνής βοήθειας προς τους φίλους. Και μ᾿ ένα λόγο, όλα όσα έχουν ειπωθεί για τον Θεό με ανθρωπομορφικές εκφράσεις, έχουν κρυμμένη κάποια σημασία που διδάσκει τα υπερφυσικά με ανθρωπομορφικές εκφράσεις, εκτός μόνον αν ειπωθεί κάτι για την σωματική έλευση του Θεού Λόγου. Διότι Αυτός ανάλαβε όλη την ανθρώπινη φύση για τη σωτηρία μας, δηλαδή τη νοερή ψυχή, το σώμα και τα χαρακτηριστικά της ανθρωπίνης φύσεως, που είναι τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη.

 

Κεφάλαιο 12

Ἔτι περὶ τῶν αὐτῶν
(Για τα ίδια θέματα)

Ταῦτα μὲν οὖν ἐκ τῶν ἱερῶν μεμυήμεθα λογίων, ὡς ὁ θεῖος ἔφη Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, «ὅτι ὁ Θεὸς πάντων ἐστὶν αἰτία καὶ ἀρχή, τῶν ὄντων οὐσία, τῶν ζώντων ζωή, τῶν λογικῶς ὄντων λόγος, τῶν νοερῶς ὄντων νοῦς· καὶ τῶν μὲν ἀποπιπτόντων αὐτῆς ἀνάκλησίς τε καὶ ἀνάστασις, τῶν δὲ παραφθειρόντων τὸ κατὰ φύσιν ἀνακαινισμὸς καὶ ἀναμόρφωσις· τῶν κινουμένων κατά τινα ἀνίερον σάλον ἵδρυσις ἱερὰ καὶ τῶν ἑστηκότων ἀσφάλεια καὶ τῶν ἐπ᾿ αὐτὴν ἀναγομένων ὁδὸς καὶ ἀνατατικὴ χειραγωγία.

Αυτά, βέβαια, τα έχουμε διδαχθεί από τους ιερούς συγγραφείς, όπως είπε ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, «ότι ο Θεός είναι η αιτία και η αρχή όλων, ο χορηγός της φύσεως στα όντα, της ζωής στα ζωντανά, της λογικής στα λογικά όντα και του νου στα νοερά· είναι η επαναφορά και η επανόρθωση αυτών που έχουν πέσει· η ανακαίνιση και αναμόρφωση όσων έχουν φθείρει τη φύση τους· είναι η ιερή σταθερότητα αυτών που κινούνται με μία ανίερη ταραχή· η ασφάλεια αυτών που στέκονται σταθεροί· και η οδός και χειραγώγηση προς τα άνω αυτών που βαδίζουν προς Αυτόν.

»Προσθήσω δέ, ὅτι καὶ τῶν ὑπ᾿ αὐτοῦ πεποιημένων Πατήρ, κυριώτερον γὰρ ὁ Θεὸς ἡμῶν ἐστι Πατὴρ, ὁ ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παραγαγὼν ἢ οἱ γεννήσαντες οἱ ἐξ αὐτοῦ καὶ τὸ εἶναι καὶ τὸ γεννᾶν εἰληφότες· τῶν ἑπομένων καὶ ὑπ᾿ αὐτοῦ ποιμαινομένων ποιμήν, τῶν φωτιζομένων ἔλλαμψις, τῶν τελουμένων τελεταρχία, τῶν θεουμένων θεαρχία, τῶν διεστώτων εἰρήνη καὶ τῶν ἁπλουμένων ἁπλότης καὶ τῶν ἑνιζομένων ἑνότης· ἀρχῆς ἁπάσης ὑπερούσιος καὶ ὑπάρχιος ἀρχὴ καὶ τοῦ κρυφίου, ἤτοι τῆς αὐτοῦ γνώσεως κατὰ τὸ θεμιτὸν καὶ ἐφικτὸν ἑκάστῳ ἀγαθὴ μετάδοσις».

»Θα προσθέσω επίσης ότι είναι Πατέρας αυτών που δημιούργησε· και το σπουδαιότερο, ο Θεός μας είναι Πατέρας μας, διότι Αυτός και όχι οι γονείς μας, μάς έφερε στη ζωή από την ανυπαρξία· καθώς οι γονείς μας έλαβαν απ᾿ Αυτόν τη ζωή και τη δυνατότητα να γεννούν. Είναι ποιμένας αυτών που Τον ακολουθούν και τους ποιμαίνει· είναι ο φωτισμός των φωτιζομένων, ο μύστης όσων μυούνται στα ιερά μυστήρια, η αιτία της θεώσεως των θεουμένων, η συμφιλίωση όσων έχουν φιλονικήσει, η απλότητα των απλοϊκών και η ενότητα όσων ενώνονται μεταξύ τους. Είναι η εξουσία πάνω από κάθε εξουσία, η αρχή της υπάρξεως και η αγαθή μετάδοση των απορρήτων μυστηρίων, δηλαδή της γνώσεώς Του στον καθένα, σύμφωνα με το μέτρο του δυνατού και εφικτού».

 

Ἔτι περὶ θείων ὀνομάτων ἀκριβέστερον
(Ακόμη πιο λεπτομερώς για τα ονόματα του Θεού)

Τὸ θεῖον ἀκατάληπτον ὂν πάντως καὶ ἀνώνυμον ἔσται. Ἀγνοοῦντες οὖν τὴν οὐσίαν αὐτοῦ τῆς οὐσίας αὐτοῦ μὴ ἐκζητήσωμεν ὄνομα· δηλωτικὰ γὰρ τῶν πραγμάτων ἐστὶ τὰ ὀνόματα. Ἀλλ᾿ ἀγαθὸς ὢν ὁ Θεὸς καὶ ἐπὶ μεθέξει τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ παραγαγὼν ἡμᾶς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι καὶ γνωστικοὺς ποιήσας ἡμᾶς, ὥσπερ οὐ τῆς οὐσίας αὐτοῦ μετέδωκεν ἡμῖν, οὕτως οὐδὲ τῆς γνώσεως τῆς οὐσίας αὐτοῦ· ἀδύνατον γὰρ φύσιν τελείως γνῶναι τὴν ὑπερκειμένην φύσιν. Εἰ δὲ καὶ τῶν ὄντων αἱ γνώσεις, τὸ ὑπερούσιον πῶς γνωσθήσεται;

Επειδή το θείο είναι ακατάληπτο, σίγουρα θα είναι και χωρίς όνομα. Και επειδή δεν γνωρίζουμε την ουσία του, ας μη ζητήσουμε το όνομα της ουσίας του· διότι τα ονόματα φανερώνουν τα πράγματα. Ο Θεός όμως, επειδή είναι αγαθός και μας έφερε από το μηδέν στην ύπαρξη για να μετέχουμε στην αγαθότητά του, και μας έκαμε όντα με γνώση, έτσι όπως δεν μας μετάδωσε κάτι από την ουσία του, ούτε μας έδωσε και τη γνώση της ουσίας του. Διότι δεν είναι δυνατόν μια κτιστή φύση να γνωρίσει τελείως την ανώτερη απ᾿ αυτήν φύση. Και αν, μάλιστα, οι γνώσεις για τα όντα είναι ελλιπείς, πώς θα γνωρίσουμε αυτό που ξεπερνά την ουσία;

Δι᾿ ἄφατον οὖν ἀγαθότητα ηὐδόκησεν ἐκ τῶν καθ᾿ ἡμᾶς ὀνομάζεσθαι, ἵνα μὴ ἀμέτοχοι παντελῶς ὦμεν τῆς αὐτοῦ ἐπιγνώσεως, ἀλλ᾿ ἔχωμεν κἂν ἀμυδρὰν αὐτοῦ ἔννοιαν. Καθὸ μὲν οὖν ἀκατάληπτός ἐστι, καὶ ἀκατονόμαστος· ὡς δὲ πάντων αἴτιος καὶ πάντων τῶν ὄντων τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας ἐν ἑαυτῷ προέχων, ἐκ πάντων τῶν ὄντων κατονομάζεται, καὶ ἐκ τῶν ἐναντίων οἷον φωτὸς καὶ σκότους, ὕδατος καὶ πυρός, ἵνα γνῶμεν, ὅτι οὐ ταῦτα κατ᾿ οὐσίαν ἐστίν· ἀλλ᾿ ἔστι μὲν ὑπερούσιος, διὸ καὶ ἀκατονόμαστος, ὡς δὲ πάντων τῶν ὄντων αἴτιος ἐκ πάντων τῶν αἰτιατῶν ὀνομάζεται.

Ο Θεός, λοιπόν, από την πολλή του αγαθότητα, θέλησε να παίρνει δικά μας ονόματα, ώστε να μην είμαστε εντελώς αμέτοχοι από τη γνώση του, αλλά να έχουμε έστω και κάποια αμυδρή ιδέα γι᾿ Αυτόν. Έτσι, όπως είναι ακατάληπτος, είναι και χωρίς όνομα. Όλα τα όντα όμως ομολογούν ότι Αυτός είναι η αιτία όλων και κατέχει εκ των προτέρων τον λόγο και την αιτία κάθε όντος· το ομολογούν ακόμη και τα αντίθετα μεταξύ τους, όπως το φως και το σκοτάδι, το νερό και η φωτιά, για να γνωρίζουμε ότι Αυτός δεν είναι στην ουσία του αυτά. Αλλά να γνωρίζουμε ότι είναι υπερούσιος, γι᾿ αυτό και χωρίς όνομα· και όλα τα δημιουργήματά του βεβαιώνουν ότι Αυτός είναι ο αίτιος κάθε όντος.

Διὸ τῶν θείων ὀνομάτων τὰ μὲν ἀποφατικῶς λέγεται δηλοῦντα τὸ ὑπερούσιον, οἷον ἀνούσιος, ἄχρονος, ἄναρχος, ἀόρατος, οὐχ ὅτι τινὸς ἥττων ἐστὶν ἤ τινος ἐστέρηται – αὐτοῦ γάρ ἐστι τὰ πάντα καὶ ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ γέγονε καὶ ἐν αὐτῷ συνέστηκεν ‒ ἀλλ᾿ ὅτι πάντων ὑπεροχικῶς τῶν ὄντων ἐξῄρηται – οὐδὲν γὰρ τῶν ὄντων, ἀλλ᾿ ὑπὲρ πάντα ἐστί. Τὰ δὲ καταφατικῶς λεγόμενα ὡς αἰτίου τῶν πάντων κατηγορεῖται· ὡς γὰρ αἴτιος πάσης οὐσίας καὶ πάντων τῶν ὄντων λέγεται καὶ ὢν καὶ οὐσία, καὶ ὡς αἴτιος λόγου παντὸς καὶ σοφίας λογικοῦ τε καὶ σοφοῦ λέγεται λόγος καὶ λογικός, σοφία καὶ σοφός· ὁμοίως καὶ νοῦς καὶ νοερός, ζωὴ καὶ ζῶν, δύναμις καὶ δυνατός· καὶ ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν ὁμοίως, μᾶλλον δὲ ἐκ τῶν τιμιωτέρων καὶ πλησιαζόντων αὐτῷ οἰκειοτέρως ὀνομασθήσεται.

Γι᾿ αυτό, από τα θεία ονόματα άλλα χρησιμοποιούνται με αποφατική σημασία για να δηλώσουν το υπερούσιο, όπως ανούσιος, άχρονος, άναρχος, αόρατος· όχι ότι είναι κατώτερος από κάποιον ή του λείπει κάτι – διότι σ᾿ Αυτόν ανήκουν όλα και Αυτός τα δημιούργησε και τα συνέστησε για τον εαυτό Του· ξεχωρίζει απ᾿ όλα τα όντα, διότι υπερέχει – δεν είναι σαν κάποιο ον, αλλά πάνω απ᾿ όλα. Τα ονόματα πάλι, που χρησιμοποιούνται καταφατικά για τον Θεό, λέγονται επειδή είναι αίτιος όλων. Ονομάζεται ων και ουσία, διότι είναι αίτιος κάθε ουσίας των όντων· ονομάζεται λόγος, λογικός, σοφία και σοφός, διότι είναι αίτιος κάθε λόγου και σοφίας, δηλαδή του λογικού και του σοφού. Παρόμοια λέγεται νους, νοερός, ζωή, ζων, δύναμη και δυνατός· και σ᾿ όλα τα υπόλοιπα, επίσης, θα κληθεί με παρόμοια ονόματα, που θα ληφθούν περισσότερο από τα πιο αξιόλογα και κοντινά σ᾿ Αυτόν ονόματα.

Τιμιώτερα δὲ τὰ ἄυλα τῶν ὑλικῶν καὶ τὰ καθαρὰ τῶν ῥυπαρῶν καὶ τὰ ἅγια τῶν ἐναγῶν, καὶ μᾶλλον αὐτῷ πλησιάζοντα, ἐπεὶ καὶ πλέον μετέχουσιν αὐτοῦ. Οἰκειότερον οὖν μᾶλλον ὀνομασθήσεται ἥλιος καὶ φῶς ἤπερ σκότος, καὶ ἡμέρα ἤπερ νύξ, καὶ ζωὴ ἤπερ θάνατος, καὶ πῦρ καὶ πνεῦμα καὶ ὕδωρ ὡς ζωτικὰ ἤπερ γῆ· καὶ πρὸ πάντων καὶ πλέον ἀγαθότης ἤπερ κακία. Ταὐτὸν δὲ εἰπεῖν «ὄν» ἤπερ «μὴ ὄν»· τὸ γὰρ ἀγαθὸν ὕπαρξις καὶ ὑπάρξεως αἴτιον, τὸ δὲ κακὸν ἀγαθοῦ ἤτοι ὑπάρξεως στέρησις.

Πιο αξιόλογα και κατάλληλα ονόματα γι᾿ Αυτόν είναι τα άϋλα από τα υλικά, τα καθαρά από τα ρυπαρά και τα άγια από τα μιασμένα, επειδή περισσότερο μετέχουν σ᾿ Αυτόν. Διότι πιο κατάλληλα θα κληθεί ήλιος και φως παρά σκοτάδι, ημέρα παρά νύχτα, ζωή παρά θάνατος, και φωτιά και πνεύμα και νερό, διότι έχουν ζωή, παρά γη. Και πάνω απ᾿ όλα θα ονομασθεί αγαθότητα και όχι κακό. Το ίδιο, θα τον καλέσει κανένας «ον» παρά «μη ον»· διότι το αγαθό είναι ύπαρξη και αίτιο της υπάρξεως, ενώ το κακό είναι στέρηση του αγαθού, δηλαδή της υπάρξεως.

Καὶ αὗται μὲν αἱ ἀποφάσεις καί καταφάσεις· γλυκυτάτη δὲ καὶ ἡ ἐξ ἀμφοῖν συνάφεια, οἷον «ἡ ὑπερούσιος οὐσία, ἡ ὑπέρθεος θεότης, ἡ ὑπεράρχιος ἀρχὴ» καὶ τὰ τοιαῦτα. Εἰσὶ δὲ καί τινα καταφατικῶς ἐπὶ Θεοῦ λεγόμενα δύναμιν ὑπεροχικῆς ἀποφάσεως ἔχοντα, οἷον «σκότος»· οὐχ ὅτι ὁ Θεὸς σκότος ἐστίν, ἀλλ᾿ ὅτι οὐκ ἔστι φῶς ἀλλ᾿ ὑπὲρ τὸ φῶς.

Αυτά, λοιπόν, είναι τα αποφατικά και καταφατικά ονόματα· και είναι βέβαια πολύ πετυχημένος ο συνδυασμός τους, για παράδειγμα «υπερούσια ουσία, υπέρθεη θεότητα, υπεράρχια αρχή», και τα παρόμοια. Υπάρχουν και μερικά καταφατικά ονόματα που λέγονται για τον Θεό και έχουν έννοια υπερβολικής αρνήσεως, όπως «σκοτάδι»· όχι ότι ο Θεός είναι σκοτάδι, αλλά δεν είναι φως, επειδή είναι πάνω από το φως.

Λέγεται μὲν οὖν ὁ Θεὸς νοῦς καὶ λόγος καὶ πνεῦμα σοφία τε καὶ δύναμις ὡς τούτων αἴτιος καὶ ὡς ἄυλος καὶ ὡς παντουργὸς καὶ παντοδύναμος. Καὶ ταῦτα κοινῶς ἐπὶ πάσης λέγεται τῆς θεότητος τά τε ἀποφατικῶς καὶ καταφατικῶς λεγόμενα. Καὶ ἐφ᾿ ἑκάστης τῶν τῆς Ἁγίας Τριάδος ὑποστάσεων ὁμοίως καὶ ὡσαύτως καὶ ἀπαραλείπτως· ὅταν γὰρ ἐννοήσω μίαν τῶν ὑποστάσεων, τέλειον Θεὸν αὐτὴν οἶδα, τελείαν οὐσίαν. Ὅταν δὲ συνάψω καὶ συναριθμήσω τὰ τρία, ἕνα Θεὸν οἶδα τέλειον· οὐ σύνθετόν ἐστιν ἡ θεότης, ἀλλ᾿ ἐν τρισὶ τελείοις ἓν τέλειον ἀμερὲς καὶ ἀσύνθετον.

Ονομάζεται, λοιπόν, ο Θεός νους, λόγος, πνεύμα, σοφία και δύναμη, διότι είναι ο αίτιος αυτών και άϋλος και δημιουργός των όλων και παντοδύναμος. Και αυτά τα ονόματα, και τα αποφατικά και τα καταφατικά, αποδίδονται σε όλο το κοινό (ουσία) της θεότητας. Το ίδιο όμως και απαράλλακτα αποδίδονται και σε κάθε ξεχωριστή υπόσταση της Αγίας Τριάδος· όταν αναλογισθώ μία από τις υποστάσεις, την αναγνωρίζω ως τέλειο Θεό και τέλεια ουσία. Και όταν πάλι συγκεντρώσω και απαριθμήσω τα τρία (πρόσωπα), αναγνωρίζω έναν τέλειο Θεό. Διότι η θεότητα δεν είναι σύνθετη, αλλά είναι ένα αχώριστο και ασύνθετο σε τρία τέλεια.

Ὅταν δὲ τὴν πρὸς ἄλληλα σχέσιν τῶν ὑποστάσεων ἐννοήσω, οἶδα, ὅτι ἐστὶν ὁ Πατὴρ ὑπερούσιος ἥλιος, πηγὴ ἀγαθότητος, ἄβυσσος οὐσίας, λόγου, σοφίας, δυνάμεως, φωτός, θεότητος, πηγὴ γεννητικὴ καὶ προβλητικὴ τοῦ ἐν αὐτῇ κρυφίου ἀγαθοῦ. Αὐτὸς μὲν οὖν ἐστι νοῦς, Λόγου ἄβυσσος, Λόγου γεννήτωρ καὶ διὰ Λόγου προβολεὺς ἐκφαντορικοῦ Πνεύματος· καὶ ἵνα μὴ πολλὰ λέγω, οὐκ ἔστι τῷ Πατρὶ λόγος, σοφία, δύναμις, θέλησις, εἰ μὴ ὁ Υἱός, ὅς ἐστιν ἡ μόνη δύναμις τοῦ Πατρὸς ἡ προκαταρκτικὴ τῆς τῶν πάντων ποιήσεως. Οὗτος ὡς τελεία ὑπόστασις γεννωμένη, ὡς οἶδεν αὐτός, Υἱός ἐστι τε καὶ λέγεται. Τὸ δὲ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐκφαντορικὴ τοῦ κρυφίου τῆς θεότητος δύναμις τοῦ Πατρός, ἐκ Πατρὸς μὲν δι᾿ Υἱοῦ ἐκπορευομένη, ὡς οἶδεν αὐτός, οὐ γεννητῶς· διὸ καὶ Πνεῦμα Ἅγιον τὸ τελεσιουργὸν τῆς τῶν ἁπάντων ποιήσεως.

Όταν πάλι αναλογισθώ τη σχέση των υποστάσεων μεταξύ τους, γνωρίζω ότι ο Πατέρας είναι υπερούσιος ήλιος, πηγή αγαθότητος, άβυσσος ουσίας, λόγου, σοφίας, δυνάμεως, φωτός, θεότητος, πηγή που γεννά και προβάλλει το αγαθό που κρύβει μέσα της. Ο ίδιος, λοιπόν, είναι νους, άβυσσος του Λόγου, γεννήτορας του Λόγου και προβολέας μέσω του Λόγου του εκφαντορικού Πνεύματος. Και για να το πω με δυο λόγια, δεν υπάρχει για τον Πατέρα λόγος, σοφία, δύναμη, θέληση, παρά μόνον ο Υιός του, ο οποίος είναι η μοναδική δύναμη του Πατέρα, η πρώτη αιτία της δημιουργίας όλων. Αυτός είναι και ονομάζεται Υιός, διότι σαν τέλεια υπόσταση γεννιέται όπως αυτός γνωρίζει. Και το ΄Αγιο Πνεύμα είναι η δύναμη του Πατέρα που φανερώνει τα κρύφια της θεότητος· δεν γεννιέται αλλά εκπορεύεται μέσω του Υιού από τον Πατέρα, όπως αυτός γνωρίζει· γι᾿ αυτό και το ΄Αγιο Πνεύμα τελειοποιεί τη δημιουργία του σύμπαντος.

Ὅσα οὖν ἁρμόζει αἰτίῳ Πατρί, πηγῇ, γεννήτορι, τῷ Πατρὶ μόνῳ προσαρμοστέον· ὅσα δὲ αἰτιατῷ, γεννητῷ Υἱῷ, Λόγῳ, δυνάμει προκαταρκτικῇ, θελήσει, σοφίᾳ, τῷ Υἱῷ· ὅσα δὲ αἰτιατῷ, ἐκπορευτῷ, ἐκφαντορικῷ, τελεσιουργικῇ δυνάμει, τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι. Ὁ Πατὴρ πηγὴ καὶ αἰτία Υἱοῦ καὶ Πνεύματος, Πατὴρ δὲ μόνου Υἱοῦ καὶ προβολεὺς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ὁ Υἱὸς Υἱός, Λόγος, σοφία καὶ δύναμις, εἰκών, ἀπαύγασμα, χαρακτὴρ τοῦ Πατρὸς καὶ ἐκ τοῦ Πατρός, οὐχ Υἱὸς δὲ τοῦ Πνεύματος. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοῦ Πατρὸς ὡς ἐκ Πατρὸς ἐκπορευόμενον – οὐδεμία γὰρ ὁρμὴ ἄνευ Πνεύματος – καὶ Υἱοῦ δὲ Πνεῦμα οὐχ ὡς ἐξ αὐτοῦ, ἀλλ᾿ ὡς δι᾿ αὐτοῦ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον· μόνος γὰρ αἴτιος ὁ Πατήρ.

Όσα, λοιπόν, αρμόζουν στον Πατέρα που είναι ο αίτιος, η πηγή και ο γεννήτορας, πρέπει να τα αποδίδουμε μόνο στον Πατέρα· όσα αρμόζουν στο αποτέλεσμα της αιτίας, στον γεννητό Υιό, Λόγο, δύναμη προκαταρκτική, θέληση και σοφία, να τ᾿ αποδίδουμε στον Υιό· όσα επίσης ταιριάζουν στο αποτέλεσμα της αιτίας, το εκπορευτό, εκφαντορικό και τελεσιουργό, να τ᾿ αποδίδουμε στο ΄Αγιο Πνεύμα. Ο Πατέρας είναι η πηγή και αιτία του Υιού και του Πνεύματος· είναι Πατέρας μόνον του Υιού και προβολέας του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός είναι Υιός, Λόγος, σοφία και δύναμη, εικόνα, κατοπτρισμός και τύπος του Πατέρα· προέρχεται από τον Πατέρα και όχι από το Πνεύμα. Το Πνεύμα είναι το ΄Αγιο Πνεύμα του Πατέρα, διότι ο Πατέρας το εκπορεύει και διότι καμμιά κίνηση δεν υπάρχει χωρίς το Πνεύμα· το Πνεύμα είναι και του Υιού, όχι με την έννοια ότι εκπορεύεται απ᾿ αυτόν, αλλά μέσω αυτού εκπορεύεται από τον Πατέρα· διότι μοναδικός αίτιος είναι ο Πατέρας.

 

Κεφάλαιο 13

Περὶ τόπου Θεοῦ καὶ ὅτι μόνον τὸ θεῖον ἀπερίγραπτον
(Για τον τόπο του Θεού και ότι το θείο είναι απεριόριστο)

Τόπος ἐστὶ σωματικὸς πέρας τοῦ περιέχοντος, καθ᾿ ὃ περιέχεται τὸ περιεχόμενον· οἷον ὁ ἀὴρ περιέχει, τό δέ σῶμα περιέχεται. Οὐχ ὅλος ὁ περιέχων ἀὴρ τόπος ἐστὶ τοῦ περιεχομένου σώματος, ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ περιέχοντος ἀέρος, τὸ ἐφαπτόμενον τοῦ περιεχομένου σώματος. Πάντως δέ, ὅτι τὸ περιέχον οὐκ ἔστιν ἐν τῷ περιεχομένῳ.

Ο τόπος του σώματος είναι τα όρια αυτού που το περιέχει ως περιεχόμενο· για παράδειγμα, ο αέρας περιέχει, ενώ το σώμα περιέχεται. Όλος ο αέρας που περιέχει δεν είναι ο τόπος του σώματος που περιέχεται, αλλά τα όρια του περιέχοντος αέρα τα οποία αγγίζουν το περιεχόμενο σώμα. Γενικά ισχύει, αυτό που περιέχει να μη βρίσκεται μέσα στο περιεχόμενο.

Ἔστι δὲ καὶ νοητὸς τόπος, ἔνθα νοεῖται καὶ ἔστιν ἡ νοητὴ καὶ ἀσώματος φύσις· ἔνθαπερ πάρεστι καὶ ἐνεργεῖ καὶ οὐ σωματικῶς περιέχεται ἀλλὰ νοητῶς· οὐ γὰρ ἔχει σχῆμα, ἵνα σωματικῶς περισχεθῇ.

Υπάρχει βέβαια και νοητός τόπος, όπου βρίσκεται ο νους και η νοητή και ασώματη φύση· είναι παρούσα εκεί και ενεργεί, χωρίς να περιέχεται σωματικά αλλά νοητά· διότι δεν έχει σχήμα, για να περιληφθεί σωματικά.

Ὁ μὲν οὖν Θεὸς ἄυλος ὢν καὶ ἀπερίγραπτος ἐν τόπῳ οὐκ ἔστιν· αὐτὸς γὰρ ἑαυτοῦ τόπος ἐστὶ, τὰ πάντα πληρῶν καὶ ὑπὲρ τὰ πάντα ὢν καὶ αὐτὸς συνέχων τὰ πάντα. Λέγεται δὲ ἐν τόπῳ εἶναι. Καὶ λέγεται τόπος Θεοῦ, ἔνθα ἔκδηλος ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ γίνεται. Αὐτὸς μὲν γὰρ διὰ πάντων ἀμιγῶς διήκει καὶ πᾶσι μεταδίδωσι τῆς ἑαυτοῦ ἐνεργείας κατὰ τὴν ἑκάστου ἐπιτηδειότητα καὶ δεκτικὴν δύναμιν, φημὶ δὴ τήν τε φυσικὴν καὶ προαιρετικὴν καθαρότητα· καθαρώτερα γὰρ τὰ ἄυλα τῶν ὑλικῶν καὶ τὰ ἐνάρετα τῶν κακίᾳ συνεζευγμένων. Λέγεται τοιγαροῦν Θεοῦ τόπος ὁ πλέον μετέχων τῆς ἐνεργείας καὶ τῆς χάριτος αὐτοῦ.

Ο Θεός, λοιπόν, που είναι άϋλος και απερίγραπτος, δεν βρίσκεται σε τόπο· διότι ο ίδιος είναι τόπος του εαυτού του, αφού γεμίζει τα πάντα και είναι πάνω απ᾿ όλα και όλα τα συνέχει. Λέγεται βέβαια ότι βρίσκεται σε τόπο. Και ονομάζεται τόπος Θεού εκείνος όπου αποκαλύπτεται η ενέργειά του. Διότι ο ίδιος χωρίς ανάμειξη διέρχεται μέσω όλων και μεταδίδει σ᾿ όλα την ενέργειά του, ανάλογα με την καταλληλότητα και την δεκτική ικανότητα του καθένα· εννοώ την καθαρότητα της φύσεως και της προαιρέσεως· καθώς είναι πιο καθαρά τα άϋλα από τα υλικά και τα ενάρετα από τα προσκολλημένα στην κακία. Γι᾿ αυτό, λοιπόν, τόπος Θεού ονομάζεται εκείνος που μετέχει περισσότερο στην ενέργεια και τη χάρη Του.

Διὰ τοῦτο ὁ οὐρανὸς αὐτοῦ θρόνος – ἐν αὐτῷ γάρ εἰσιν οἱ ποιοῦντες τὸ θέλημα αὐτοῦ ἄγγελοι καὶ ἀεὶ δοξάζοντες αὐτόν· αὕτη γὰρ αὐτῷ ἀνάπαυσις – καὶ ἡ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ – ἐν αὐτῇ γὰρ διὰ σαρκὸς τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη – Ποὺς δὲ τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία σὰρξ αὐτοῦ διαφόρως ὠνόμασται. Λέγεται καὶ ἡ Ἐκκλησία τόπος Θεοῦ· τοῦτον γὰρ εἰς δοξολογίαν αὐτοῦ ὥσπερ τι τέμενος ἀφωρίσαμεν, ἐν ᾧ καὶ τὰς πρὸς αὐτὸν ἐντεύξεις ποιούμεθα. Ὁμοίως καὶ οἱ τόποι, ἐν οἷς ἔκδηλος ἡμῖν ἡ αὐτοῦ ἐνέργεια εἴτε διὰ σαρκὸς εἴτε ἄνευ σώματος γέγονε, τόποι Θεοῦ λέγονται.

Γι᾿ αυτό τον λόγο ο ουρανός είναι ο θρόνος του – διότι σ᾿ αυτόν βρίσκονται οι άγγελοι που κάνουν το θέλημά του και τον δοξάζουν ασταμάτητα· η δοξολογία αυτή είναι η ξεκούρασή του. Και η γη είναι το υποπόδιο των ποδιών του – διότι σ᾿ αυτήν έζησε με την ανθρώπινη σάρκα ανάμεσα στους ανθρώπους – καθώς η αγία σάρκα του λέγεται με άλλη ονομασία πόδι του Θεού. Αλλά και η Εκκλησία λέγεται τόπος του Θεού. Γιατί την προσφέραμε σαν ιερό τόπο για να τον δοξολογούμε· εκεί προσευχόμαστε στον Θεό. Επίσης, λέγονται τόποι του Θεού και οι τόποι εκείνοι όπου φανερώθηκε η ενέργειά του, είτε ένσαρκη είτε άσαρκη.

Ἰστέον δέ, ὅτι τὸ θεῖον ἀμερές ἐστιν, ὅλον ὁλικῶς πανταχοῦ ὂν καὶ οὐ μέρος ἐν μέρει σωματικῶς διαιρούμενον, ἀλλ᾿ ὅλον ἐν πᾶσι καὶ ὅλον ὑπὲρ τὸ πᾶν.

Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε ότι το θείο είναι αδιαίρετο· όλο βρίσκεται καθ᾿ ολοκληρία παντού. Δεν διαιρείται σε μέρη, όπως τα σώματα, αλλά όλο βρίσκεται σε όλα και πάνω απ᾿ όλα.

 

Περί τόπου ἀγγέλου καί τῆς ψυχῆς καί περί τοῦ ἀπεριγράπτου
Για τον τόπο του αγγέλου και της ψυχής, και για το απερίγραπτο

Ὁ δὲ ἄγγελος σωματικῶς μὲν ἐν τόπῳ οὐ περιέχεται ὥστε τυποῦσθαι καὶ σχηματίζεσθαι, ὅμως λέγεται εἶναι ἐν τόπῳ διὰ τὸ παρεῖναι νοητῶς καὶ ἐνεργεῖν κατὰ τὴν ἑαυτοῦ φύσιν καὶ μὴ εἶναι ἀλλαχοῦ, ἀλλ᾿ ἐκεῖσε νοητῶς περιγράφεσθαι, ἔνθα καὶ ἐνεργεῖ· οὐ γὰρ δύναται κατὰ ταὐτὸν ἐν διαφόροις τόποις ἐνεργεῖν, μόνου γὰρ Θεοῦ ἐστι τὸ πανταχοῦ κατὰ ταὐτὸν ἐνεργεῖν. Ὁ μὲν γὰρ ἄγγελος τάχει φύσεως καὶ τῷ ἑτοίμως, ἤγουν ταχέως, μεταβαίνειν ἐνεργεῖ ἐν διαφόροις τόποις, τὸ δὲ θεῖον πανταχῇ ὂν καὶ ὑπὲρ τὸ πᾶν κατὰ ταὐτὸν διαφόρως ἐνεργεῖ μιᾷ καὶ ἁπλῇ ἐνεργείᾳ.

Ο άγγελος πάλι δεν περιορίζεται σ᾿ έναν τόπο όπως τα σώματα, ώστε να παίρνει μορφή και σχήμα. Λέγεται όμως ότι βρίσκεται στον χώρο, επειδή είναι παρών νοητά και ενεργεί σ᾿ εκείνο τον χώρο και δεν βρίσκεται και αλλού· περιορίζεται νοητά εκεί όπου και ενεργεί. Δεν μπορεί ταυτόχρονα να ενεργεί σε διαφορετικούς τόπους, διότι μόνον ο Θεός είναι πανταχού παρών και ενεργεί ταυτόχρονα. Ο άγγελος, δηλαδή, εξαιτίας της φύσεως και της ετοιμότητός του, πολύ γρήγορα μεταβαίνει και ενεργεί σε διαφορετικούς τόπους· ενώ ο Θεός είναι πανταχού παρών και πάνω απ᾿ όλα, και με μια και απλή ενέργειά του ενεργεί συγχρόνως με διαφορετικούς τρόπους.

Ἡ δὲ ψυχὴ συνδέδεται τῷ σώματι ὅλη ὅλῳ καὶ οὐ μέρος μέρει καὶ οὐ περιέχεται ὑπ᾿ αὐτοῦ, ἀλλὰ περιέχει αὐτό, ὥσπερ πῦρ σίδηρον, καὶ ἐν αὐτῷ οὖσα τὰς οἰκείας ἐνεργείας ἐνεργεῖ. Περιγραπτόν μέν ἐστι τὸ τόπῳ ἢ χρόνῳ ἢ καταλήψει περιλαμβανόμενον, ἀπερίγραπτον δὲ τὸ μηδενὶ τούτων περιεχόμενον. Ἀπερίγραπτον μὲν οὖν μόνον ἐστὶ τὸ θεῖον ἄναρχον ὂν καὶ ἀτελεύτητον καὶ πάντα περιέχον καὶ μηδεμιᾷ καταλήψει περιεχόμενον· μόνον γάρ ἐστιν ἀκατάληπτον καὶ ἀόριστον, ὑπ᾿ οὐδενὸς γινωσκόμενον, αὐτὸ δὲ μόνον ἑαυτοῦ θεωρητικόν. Ὁ δὲ ἄγγελος καὶ χρόνῳ περιγράφεται – ἤρξατο γὰρ τοῦ εἶναι – καὶ τόπῳ, εἰ καὶ νοητῶς, ὡς προείπομεν, καὶ καταλήψει· καὶ ἀλλήλων γὰρ τὴν φύσιν ἴσασι πως καὶ ὑπὸ κτίστου ὁρίζονται τέλεον· τὰ δὲ σώματα καὶ ἀρχῇ καὶ τέλει καὶ τόπῳ σωματικῷ καὶ καταλήψει.

Η ψυχή πάλι έχει συνδεθεί ολόκληρη με όλο το σώμα, και όχι ένα μέρος της μ᾿ ένα μέρος του· δεν περιέχεται σ᾿ αυτό αλλά το περιέχει, όπως η φωτιά το σίδερο· όντας μέσα στο σώμα ενεργεί σύμφωνα με τη φύση της. Αυτό βέβαια που περιλαμβάνεται στον τόπο, τον χρόνο ή την αντίληψη είναι περιορισμένο, ενώ εκείνο που κανένα απ᾿ αυτά δεν το περιέχει είναι απεριόριστο. Απεριόριστο, λοιπόν, είναι μόνο το θείο, επειδή είναι χωρίς αρχή και τέλος και τα περιέχει όλα, χωρίς νά περιέχεται από κανένα. Διότι μόνο αυτό είναι ακατάληπτο και απροσδιόριστο· κανένα δεν το γνωρίζει, και μόνον αυτό γνωρίζει τον εαυτό του. Ο άγγελος όμως και περιορίζεται από τον χρόνο – καθώς έχει αρχή υπάρξεως – και από τον τόπο, αν και περιορίζεται νοητά, όπως είπαμε παραπάνω, και με την αντίληψη περιορίζεται. Ο ένας μάλιστα γνωρίζει κάπως τη φύση του άλλου, ενώ ο δημιουργός τους τα προσδιορίζει πλήρως. Τα σώματα πάλι περιορίζονται από την αρχή και το τέλος τους, από τον χώρο που καταλαμβάνουν, και από την αντίληψη.

 

Συλλογιμαῖα περί τοῦ Θεοῦ καί Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τοῦ Λόγου καί τοῦ Πνεύματος
Συλλογή χωρίων για τον Θεό, δηλαδή για τον Πατέρα, τον Υιό και το ΄Αγιο Πνεύμα και σχετικά με τον Λόγο και το Πνεύμα

Ἄτρεπτον παντελῶς τὸ θεῖον καὶ ἀναλλοίωτον· πάντα γὰρ τῇ προγνώσει τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν προώρισεν, ἕκαστον κατὰ τὸν ἴδιον καὶ πρέποντα καιρὸν καὶ τόπον. Καὶ κατὰ τοῦτο «ὁ Πατὴρ οὐδένα κρίνει, τὴν δὲ κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ Υἱῷ»· ἔκρινε γὰρ ὁ Πατὴρ δηλονότι καὶ ὁ Υἱὸς ὡς Θεὸς, καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον· αὐτὸς δὲ ὁ Υἱὸς ὡς ἄνθρωπος σωματικῶς καταβήσεται καὶ καθιεῖται ἐπὶ θρόνου δόξης – σώματος γὰρ περιγραπτοῦ ἡ κατάβασις καὶ ἡ καθέδρα – καὶ κρινεῖ πᾶσαν τὴν οἰκουμένην ἐν δικαιοσύνῃ.

Το θείο είναι τελείως αμετάβλητο και αναλλοίωτο· διότι όλα αυτά που δεν εξαρτώνται από μας τα αποφάσισε προηγουμένως με τη πρόγνωσή του, το καθένα στον ιδιαίτερο και κατάλληλο καιρό και τόπο. Και σύμφωνα μ᾿ αυτό, «ο Πατέρας δεν κρίνει κανέναν, αλλά έδωσε όλη τη κρίση στην εξουσία του Υιού»· διότι είναι φανερό ότι η κρίση ανήκε στον Πατέρα και τον Υιό ως Θεό και στο ΄Αγιο Πνεύμα. Ο ίδιος μάλιστα ο Υιός θα κατέβει στη γη, ως άνθρωπος με σώμα, και θα καθίσει σε ένδοξο θρόνο – η κατάβαση και ο θρόνος αφορούν περιορισμένο σώμα – και από κει θα κρίνει όλη την οικουμένη με δικαιοσύνη.

Πάντα ἀπέχει Θεοῦ, οὐ τόπῳ ἀλλὰ φύσει. Ἐπὶ ἡμῶν φρόνησις καὶ σοφία καὶ βουλὴ ὡς ἕξις συμβαίνει καὶ ἀποχωρεῖ, οὐ μὴν ἐπὶ Θεοῦ. Ἐπ᾿ αὐτοῦ γὰρ οὐδὲν γίνεται καὶ ἀπογίνεται· ἀναλλοίωτος γάρ ἐστι καὶ ἄτρεπτος, καὶ οὐ χρὴ συμβεβηκὸς ἐπ᾿ αὐτοῦ λέγειν. Τὸ ἀγαθὸν ὁ Θεὸς σύνδρομον ἔχει τῇ οὐσίᾳ.

Όλα απέχουν από τον Θεό, όχι τοπικά, αλλά από τη φύση τους. Σε μας η σύνεση, η σοφία και η σκέψη υπάρχουν και μας εγκαταλείπουν ως συνήθεια· δεν συμβαίνει όμως έτσι με τον Θεό. Γι᾿ Αυτόν, τίποτε δεν γίνεται και τίποτε δεν χάνεται· διότι είναι αναλλοίωτος και αμετάβλητος, και δεν πρέπει να του αποδίδουμε κάποιο συμβάν. Ο Θεός έχει συνυφασμένο στην ουσία Του το αγαθό.

Ὁ ἐπιθυμῶν ἀεὶ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ὁρᾷ αὐτόν. Ἐν πᾶσι γάρ ἐστιν ὁ Θεός· τοῦ γὰρ ὄντος ἐξῆπται τὰ ὄντα, καὶ οὐκ ἔστιν εἶναί τι, εἰ μὴ ἐν τῷ ὄντι τὸ εἶναι ἔχοι, ὅτι πᾶσι μὲν ἐγκέκραται ὁ Θεὸς ὡς συνέχων τὴν φύσιν, τῇ δὲ ἁγίᾳ αὐτοῦ σαρκὶ ὁ Θεὸς Λόγος καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνώθη καὶ κατεμίχθη ἀσυγχύτως πρὸς τὸ ἡμέτερον. Οὐδεὶς ὁρᾷ τὸν Πατέρα εἰ μὴ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα.

Όποιος επιθυμεί διαρκώς τον Θεό, αυτός τον βλέπει. Διότι ο Θεός υπάρχει σε όλα· καθόσον τα κτίσματα εξαρτώνται από τον Θεό που υπάρχει, και δεν είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι, εάν δεν εξαρτά την ύπαρξή του από τον Θεό. Ο Θεός αναμειγνύεται με όλα, διότι συγκρατεί τη φύση τους· και μάλιστα ο Θεός Λόγος ενώθηκε με την αγία σάρκα του υποστατικά και αναμίχθηκε χωρίς συγχώνευση με τη δική μας φύση. Κανείς δεν βλέπει τον Πατέρα παρά μόνον ο Υιός και το Πνεύμα.

Βούλησις καὶ σοφία καὶ δύναμις ὁ Υἱός ἐστι τοῦ Πατρός· οὐ χρὴ γὰρ λέγειν ἐπὶ Θεοῦ ποιότητα, ἵνα μὴ σύνθετον αὐτὸν εἴπωμεν ἐξ οὐσίας καὶ ποιότητος. Ὁ Υἱὸς ἐκ τοῦ Πατρός ἐστι καὶ πάντα, ὅσα ἔχει, ἐξ αὐτοῦ ἔχει. Διὸ οὐ δύναται ποιεῖν ἀφ᾿ ἑαυτοῦ οὐδέν· οὐ γὰρ ἔχει ἰδιάζουσαν ἐνέργειαν παρὰ τὸν Πατέρα.

Ο Υιός είναι η βούληση, η σοφία και η δύναμη του Πατέρα. Και δεν πρέπει ν᾿ αποδίδουμε στον Θεό ποιότητα, για να μην τον θεωρήσουμε σύνθετο, από ουσία και ποιότητα. Ο Υιός προέρχεται από τον Πατέρα, και όλα, όσα έχει, τα έχει απ᾿ αυτόν. Γι᾿ αυτό και δεν κάνει τίποτε από μόνος του· δεν έχει ιδιαίτερη ενέργεια απ᾿ αυτήν του Πατέρα.

Ὅτι φύσει ἀόρατος ὁ Θεός, ὁρατὸς ταῖς ἐνεργείαις γίνεται, ἐκ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως καὶ κυβερνήσεως γινωσκόμενος.

Ο Θεός είναι από τη φύση του αόρατος και γίνεται ορατός με τις ενέργειές του· αυτό το γνωρίζουμε από την κατασκευή και διακυβέρνηση του κόσμου.

Εἰκὼν τοῦ Πατρὸς ὁ Υἱός, καὶ Υἱοῦ τὸ Πνεῦμα, δι᾿ οὗ ὁ Χριστὸς ἐνοικῶν ἀνθρώπῳ δίδωσιν αὐτῷ τὸ κατ᾿ εἰκόνα.

Ο Υιός είναι εικόνα του Πατέρα, το Πνεύμα του Υιού· όταν ο Χριστός με το Πνεύμα κατοικεί μέσα στον άνθρωπο, του δίνει το κατ᾿ εικόνα.

Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, μέσον ἀγεννήτου καὶ γεννητοῦ καὶ δι᾿ Υἱοῦ τῷ Πατρὶ συναπτόμενον· Πνεῦμα Θεοῦ λέγεται, Πνεῦμα Χριστοῦ, νοῦς Χριστοῦ, Πνεῦμα Κυρίου, αὐτοκύριος, Πνεῦμα υἱοθεσίας, ἀληθείας, ἐλευθερίας, σοφίας (καὶ γὰρ ποιητικὸν τούτων ἁπάντων)· πάντα τῇ οὐσίᾳ πληροῦν, πάντα συνέχον, πληρωτικὸν κόσμου κατὰ τὴν οὐσίαν, ἀχώρητον κόσμῳ κατὰ τὴν δύναμιν.

Το ΄Αγιο Πνεύμα είναι Θεός, ενδιάμεσο του αγέννητου και του γεννητού· συνάπτεται με τον Πατέρα μέσω του Υιού. Λέγεται Πνεύμα Θεού, Πνεύμα Χριστού, νους Χριστού, Πνεύμα Κυρίου, Αυτοκύριος, Πνεύμα υιοθεσίας, αλήθειας, ελευθερίας, σοφίας (διότι τα δημιουργεί όλα αυτά). Είναι Πνεύμα που τα γεμίζει όλα με την ουσία του, όλα τα συνέχει, που μπορεί να γεμίσει τον κόσμο με την ουσία του, αλλά στη δύναμή του δεν χωρά στον κόσμο.

Θεός ἐστιν ἀΐδιος οὐσία καὶ ἀπαράλλακτος, δημιουργικὴ τῶν ὄντων, εὐσεβεῖ συνειδήσει προσκυνουμένη.

Ο Θεός είναι ουσία αιώνια και αμετάβλητη, δημιουργός των όντων· Τον προσκυνάμε με αισθήματα ευσεβείας.

Θεὸς καὶ Πατὴρ ὁ ὢν ἀεὶ ἀγέννητος, ὡς μὴ ἔκ τινος γεννηθείς, γεννήσας δὲ Υἱὸν συναΐδιον. Θεὸς ἐστιν καὶ ὁ Υἱός, ὁ ὢν ἀεὶ σὺν τῷ Πατρί, ἀχρόνως καὶ ἀιδίως καὶ ἀρρεύστως καὶ ἀπαθῶς καὶ ἀδιαστάτως ἐξ αὐτοῦ γεγεννημένος. Θεὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιόν ἐστι, δύναμις ἁγιαστική, ἐνυπόστατος, ἐκ τοῦ Πατρὸς ἀδιαστάτως ἐκπορευομένη καὶ ἐν Υἱῷ ἀναπαυομένη, ὁμοούσιος Πατρὶ καὶ Υἱῷ.

Θεός είναι και ο Πατέρας, ο οποίος είναι αιώνια αγέννητος· διότι δεν προήλθε από κάποιον, αλλά γέννησε τον Υιό συναιώνιο. Θεός είναι και ο Υιός, που είναι πάντα με τον Πατέρα και γεννήθηκε απ᾿ Αυτόν εκτός χρόνου, χωρίς μεταβολή ή πάθος ή χωρισμό απ᾿ Αυτόν. Θεός είναι και το ΄Αγιο Πνεύμα, αγιαστική δύναμη, ενυπόστατη, που εκπορεύεται από τον Πατέρα χωρίς ν᾿ απομακρύνεται απ᾿ Αυτόν· αναπαύεται στον Υιό και έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα και τον Υιό.

Λόγος ἐστὶν ὁ οὐσιωδῶς τῷ Πατρὶ ἀεὶ συμπαρών. Λόγος πάλιν ἐστὶ καὶ ἡ φυσικὴ τοῦ νοῦ κίνησις, καθ᾿ ἣν κινεῖται καὶ νοεῖ καὶ λογίζεται οἱονεὶ φῶς αὐτοῦ ὢν καὶ ἀπαύγασμα. Λόγος πάλιν ἐστὶν ὁ ἐνδιάθετος, ὁ ἐν καρδίᾳ λαλούμενος. Καὶ πάλιν λόγος ἐστὶν ἄγγελος νοήματος. Ὁ μὲν οὖν Θεὸς Λόγος οὐσιώδης τέ ἐστι καὶ ἐνυπόστατος, οἱ δὲ λοιποὶ τρεῖς λόγοι δυνάμεις εἰσὶ τῆς ψυχῆς οὐκ ἐν ἰδίᾳ ὑποστάσει θεωρούμενοι· ὧν ὁ μὲν πρῶτος τοῦ νοῦ φυσικόν ἐστι γέννημα ἐξ αὐτοῦ ἀεὶ φυσικῶς πηγαζόμενον, ὁ δεύτερος δὲ λέγεται ἐνδιάθετος, ὁ δὲ τρίτος προφορικός.

Ο Λόγος είναι αυτός που βρίσκεται πάντοτε κατ᾿ ουσίαν με τον Πατέρα. Λόγος, επίσης, είναι η φυσική κίνηση του νου, σύμφωνα με την οποία κινείται, σκέφτεται και συλλογίζεται, σαν να είναι το φως και η λάμψη του. Λόγος είναι ακόμη ο ενδιάθετος, που λαλείται μέσα στην καρδιά. Τέλος, λόγος είναι αυτός που μεταδίδει τη σκέψη. Συμπερασματικά, ο Θεός Λόγος έχει ουσία και υπόσταση, ενώ οι υπόλοιποι τρεις λόγοι αποτελούν δυνάμεις της ψυχής, χωρίς να έχουν ιδιαίτερη υπόσταση. Απ᾿ αυτούς, ο πρώτος είναι γέννημα του νου και προέρχεται από τη φύση του, ο δεύτερος λέγεται ενδιάθετος και ο τρίτος προφορικός.

Τὸ πνεῦμα νοεῖται πολλαχῶς· Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Λέγονται δὲ καὶ αἱ δυνάμεις τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου πνεύματα· πνεῦμα καὶ ὁ ἄγγελος ὁ ἀγαθός· πνεῦμα καὶ ὁ δαίμων· πνεῦμα καὶ ἡ ψυχή· ἔστι δέ, ὅτε καὶ ὁ νοῦς πνεῦμα λέγεται· πνεῦμα καὶ ὁ ἄνεμος· πνεῦμα καὶ ὁ ἀήρ.

Η λέξη πνεύμα έχει πολλές σημασίες. Σημαίνει το ΄Αγιο Πνεύμα. Πνεύματα λέγονται και οι δυνάμεις του Αγίου Πνεύματος· πνεύμα ακόμη είναι και ο αγαθός άγγελος· πνεύμα είναι και ο διάβολος· πνεύμα και η ψυχή· κάποτε πνεύμα λέγεται και ο νους· πνεύμα είναι και ο άνεμος και ο αέρας.

 

Κεφάλαιο 14

Τὰ ἰδιώματα τῆς θείας φύσεως
(Τα ιδιώματα της θείας φύσεως)

Τὸ ἄκτιστον, τὸ ἄναρχον, τὸ ἀθάνατον καὶ ἀπέραντον καὶ αἰώνιον, τὸ ἄυλον, τὸ ἀγαθόν, τὸ δημιουργικόν, τὸ δίκαιον, τὸ φωτιστικόν, τὸ ἄτρεπτον, τὸ ἀπαθές, τὸ ἀπερίγραπτον, τὸ ἀχώρητον, τὸ ἀπεριόριστον, τὸ ἀόριστον, τὸ ἀσώματον, τὸ ἀόρατον, τὸ ἀπερινόητον, τὸ ἀνενδεές, τὸ αὐτοκρατὲς καὶ αὐτεξούσιον, τὸ παντοκρατορικόν, τὸ ζωοδοτικόν, τὸ παντοδύναμον, τὸ ἀπειροδύναμον, τὸ ἁγιαστικὸν καὶ μεταδοτικόν, τὸ περιέχειν καὶ συνέχειν τὰ σύμπαντα καὶ πάντων προνοεῖσθαι· πάντα ταῦτα καὶ τοιαῦτα φύσει ἔχει οὐκ ἄλλοθεν εἰληφυῖα, ἀλλ᾿ αὐτὴ μεταδιδοῦσα παντὸς ἀγαθοῦ τοῖς οἰκείοις ποιήμασι κατὰ τὴν ἑκάστου δεκτικὴν δύναμιν.

Ιδιώματα της θείας φύσεως είναι το άκτιστο, το άναρχο, το άφθαρτο, το αθάνατο, άπειρο και αιώνιο, το αγαθό, το δημιουργικό, το δίκαιο, το φωτιστικό, το αμετάβλητο, το απαθές, το απερίγραπτο, το αχώρητο, το απεριόριστο, το αόριστο, το ασώματο, το αόρατο, το ακατανόητο, η ιδιότητα να μην έχει καμμία ανάγκη, το αυτοκυριαρχικό και αυτεξούσιο, το εξουσιαστικό του σύμπαντος, το ζωοποιό, το παντοδύναμο, το απειροδύναμο, το αγιαστικό και μεταδοτικό, η ιδιότητα να περιέχει και συγκρατεί τα σύμπαντα και να προνοεί για όλα. Όλα αυτά και τα παρόμοια η θεότητα τα έχει από τη φύση της, χωρίς να τα έχει λάβει από αλλού. Απεναντίας, η ίδια η θεότητα μεταδίδει κάθε αγαθό στα δημιουργήματά της, ανάλογα με τη δεκτική ικανότητα του καθένα.

Ἡ ἐν ἀλλήλαις τῶν ὑποστάσεων μονή τε καὶ ἵδρυσις· ἀδιάστατοι γὰρ αὗται καὶ ἀνεκφοίτητοι ἀλλήλων εἰσὶν, ἀσύγχυτον ἔχουσαι τὴν ἐν ἀλλήλαις περιχώρησιν, οὐχ ὥστε συναλείφεσθαι ἢ συγχεῖσθαι, ἀλλ᾿ ὥστε ἔχεσθαι ἀλλήλων. Υἱὸς γὰρ ἐν Πατρὶ καὶ Πνεύματι, καὶ Πνεῦμα ἐν Πατρὶ καὶ Υἱῷ, καὶ Πατὴρ ἐν Υἱῷ καὶ Πνεύματι, μηδεμιᾶς γινομένης συναλοιφῆς ἢ συμφύρσεως ἢ συγχύσεως. Καὶ τὸ ἓν καὶ ταὐτὸν τῆς κινήσεως· ἓν γὰρ ἔξαλμα καὶ μία κίνησις τῶν τριῶν ὑποστάσεων, ὅπερ ἐπὶ τῆς κτιστῆς φύσεως θεωρηθῆναι ἀδύνατον.

Ιδίωμα της θεότητος είναι η αμοιβαία παραμονή και διαμονή των θείων υποστάσεων· διότι είναι αχώριστες μεταξύ τους χωρίς να λείπει η μία από την άλλη· έχουν την αλληλοπεριχώρησή τους ασύγχυτη, ώστε ούτε να συγχωνεύονται ούτε να συγχέονται, αλλά να είναι σε αρμονία μεταξύ τους. Ο Υιός δηλαδή είναι με τον Πατέρα και το Πνεύμα, το Πνεύμα με τον Πατέρα και τον Υιό και ο Πατέρας με τον Υιό και το Πνεύμα, χωρίς να συμβαίνει καμμιά συγχώνευση ή ανάμειξη ή σύγχυση. Ιδίωμα της θεότητος επίσης είναι η ενότητα και ταυτότητα της κινήσεως· γίνεται, δηλαδή, μία εξόρμηση και μία κίνηση των τριών υποστάσεων, κάτι που δεν μπορεί να παρατηρηθεί στην κτιστή φύση.

Καὶ ὅτι ἡ θεία ἔλλαμψις καὶ ἐνέργεια μία οὖσα καὶ ἁπλῆ καὶ ἀμερὴς καὶ ἀγαθοειδῶς ἐν τοῖς μεριστοῖς ποικιλλομένη καὶ τούτοις πᾶσι τὰ τῆς οἰκείας φύσεως συστατικὰ νέμουσα μένει ἁπλῆ, πληθυνομένη μὲν ἐν τοῖς μεριστοῖς ἀμερίστως καὶ τὰ μεριστὰ πρὸς τὴν ἑαυτῆς ἁπλότητα συνάγουσα καὶ ἐπιστρέφουσα – πάντα γὰρ αὐτῆς ἐφίεται καὶ ἐν αὐτῇ ἔχει τὴν ὕπαρξιν· καὶ αὐτὴ τοῖς πᾶσι τὸ εἶναι καθὼς ἔχει φύσεως μεταδίδωσι· καὶ αὐτή ἐστι τῶν ὄντων τὸ εἶναι καὶ τῶν ζώντων ἡ ζωὴ καὶ τῶν λογικῶς ὄντων ὁ λόγος καὶ τῶν νοερῶς ὄντων ἡ νόησις, αὐτὴ ὑπὲρ νοῦν οὖσα καὶ ὑπὲρ λόγον καὶ ὑπὲρ ζωὴν καὶ ὑπὲρ οὐσίαν.

Και ακόμη, η θεία ακτινοβολία και ενέργεια είναι μία, απλή και αδιαίρετη· προσφέρει πολλά αγαθά στα κτιστά που διαιρούνται· και, ενώ μοιράζει σ᾿ όλα τα συστατικά της φύσεώς τους, η ίδια παραμένει απλή· μοιράζει τον εαυτό της σε πολλά χωρίς να διαιρείται η ίδια· συγκεντρώνει και επαναφέρει τα διαιρεμένα στη δική της απλότητα – διότι όλα τα όντα την ποθούν και οφείλουν την ύπαρξή τους σ᾿ αυτήν· και αυτή μεταδίδει σε όλα την ύπαρξη ανάλογα με τη φύση τους· έτσι η θεότητα αποτελεί την ύπαρξη για τα όντα, τη ζωή για τα ζωντανά, τη λογική για τα λογικά και το νου για τα νοερά· η ίδια βέβαια είναι πέρα και πάνω από το νου, τον λόγο, τη ζωή και τη φύση.

Ἔτι δὲ καὶ τὸ διὰ πάντων διήκειν ἀμιγῶς, δι᾿ αὑτῆς δὲ οὐδέν. Ἔτι καὶ τὸ ἁπλῇ γνώσει γινώσκειν τὰ πάντα καὶ πάντα τῷ θείῳ καὶ παντεποπτικῷ καὶ ἀΰλῳ αὐτῆς ὄμματι ἁπλῶς καθορᾶν, τά τε ἐνεστῶτα τά τε παρεληλυθότα καὶ τὰ μέλλοντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν· τὸ ἀναμάρτητον καὶ ἀφιέναι ἁμαρτίας καὶ σῴζειν· καὶ ὅτι πάντα μέν, ὅσα θέλει, δύναται, οὐχ ὅσα δὲ δύναται, θέλει· δύναται γὰρ ἀπολέσαι τὸν κόσμον, οὐ θέλει δέ.

Ιδίωμά της ακόμη είναι ότι περνά μέσα απ᾿ όλα τα όντα, ενώ απ᾿ αυτήν δεν περνά κανένα ον. Επίσης, ότι γνωρίζει τα πάντα με απλή γνώση· όλα τα βλέπει με απλό τρόπο, με το θείο, παντεποπτικό και άϋλο βλέμμα της· βλέπει τα παρόντα, τα παρελθόντα και τα μέλλοντα προτού να συμβούν. Ιδίωμά της, επίσης, είναι η αναμαρτησία, η συγχώρεση των αμαρτιών και η σωτηρία. Και ακόμη, ότι μπορεί να πετύχει όλα όσα θέλει, αλλά δεν θέλει να κάνει όσα μπορεί· μπορεί, για παράδειγμα, να καταστρέψει τον κόσμο, αλλά δεν το θέλει.

 

Κεφάλαιο 15

Περὶ αἰῶνος
(Για τον αιώνα)

Αὐτὸς τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν, ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων, πρὸς ὅν φησιν ὁ θεῖος Δαυίδ· «Ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καί ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ». Καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Δι᾿ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησε».

Αυτός, που υπάρχει πριν από τον χρόνο, δημιούργησε τους αιώνες· προς αυτόν λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Πριν από τους αιώνες και έως το τέλος τους εσύ υπάρχεις». Και ο θείος απόστολος λέει: «Με Αυτόν δημιούργησε τους αιώνες».

Χρὴ τοίνυν γινώσκειν, ὅτι τὸ τοῦ αἰῶνος ὄνομα πολύσημόν ἐστι· πλεῖστα γὰρ σημαίνει. Αἰὼν γὰρ λέγεται καὶ ἡ ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων ζωή. Λέγεται πάλιν αἰὼν καὶ ὁ τῶν χιλίων ἐτῶν χρόνος. Πάλιν λέγεται αἰὼν ὅλος ὁ παρὼν βίος, καὶ αἰὼν ὁ μέλλων, ὁ μετὰ τὴν ἀνάστασιν, ὁ ἀτελεύτητος. Λέγεται πάλιν αἰὼν, οὐ χρόνος, οὐδὲ χρόνου τι μέρος ἡλίου φορᾷ καὶ δρόμῳ μετρούμενον, ἤγουν δι᾿ ἡμερῶν καὶ νυκτῶν συνιστάμενον, ἀλλὰ τὸ συμπαρεκτεινόμενον τοῖς ἀιδίοις οἷόν τι χρονικὸν κίνημα καὶ διάστημα. Ὅπερ γὰρ τοῖς ὑπὸ χρόνον ὁ χρόνος, τοῦτο τοῖς ἀιδίοις ἐστὶν αἰών.

Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι το όνομα του αιώνα είναι πολύσημο· δηλαδή, έχει πολλές σημασίες. Αιώνας ονομάζεται η ζωή κάθε ανθρώπου· επίσης, αιώνας λέγεται και ο χρόνος χιλίων ετών. Ακόμη αιώνα καλούμε όλο τον παρόντα βίο, αλλά και την αιώνια μέλλουσα ζωή, που είναι μετά την ανάσταση. Τέλος, αιώνας λέγεται όχι ο χρόνος, ούτε κάποιο διάστημα του χρόνου που μετριέται με την κίνηση και την τροχιά του ήλιου, που συνίσταται από ημερόνυχτα, αλλά η κίνηση και το διάστημα του χρόνου που παρατείνεται μαζί με τα αιώνια. Ό,τι δηλαδή είναι ο χρόνος γι᾿ αυτά που εξαρτώνται από τον χρόνο, αυτό είναι ο αιώνας για τα αιώνια.

Λέγονται μὲν οὖν ἑπτὰ αἰῶνες τοῦ κόσμου τούτου, ἤγουν ἀπὸ τῆς οὐρανοῦ καὶ γῆς κτίσεως μέχρι τῆς κοινῆς τῶν ἀνθρώπων συντελείας τε καὶ ἀναστάσεως. Ἔστι μὲν γὰρ συντέλεια μερικὴ ὁ ἑκάστου θάνατος· ἔστι δὲ καὶ κοινὴ καὶ παντελὴς συντέλεια, ὅτε μέλλει ἡ κοινὴ γίνεσθαι τῶν ἀνθρώπων ἀνάστασις. Ὄγδοος δὲ αἰὼν ὁ μέλλων.

Αναφέρονται βέβαια επτά αιώνες αυτού του κόσμου, από τότε δηλαδή που δημιουργήθηκε ο ουρανός και η γη μέχρι το κοινό τέλος και την κοινή ανάσταση των ανθρώπων. Διότι υπάρχει και ατομικό τέλος, ο θάνατος του κάθε ανθρώπου· υπάρχει επίσης και κοινό και γενικό τέλος, όταν θα γίνει η κοινή ανάσταση όλων των ανθρώπων. Γι᾿ αυτό, όγδοος αιώνας είναι ο μελλοντικός.

Πρὸ δὲ τῆς τοῦ κόσμου συστάσεως, ὅτε οὐδὲ ἥλιος ἦν διαιρῶν ἡμέραν ἀπὸ νυκτός, οὐκ ἦν αἰὼν μετρητός, ἀλλὰ τὸ συμπαρεκτεινόμενον τοῖς ἀιδίοις, οἷόν τι χρονικὸν κίνημα καὶ διάστημα· καὶ κατὰ μὲν τοῦτο εἷς αἰών ἐστι, καθὸ καὶ λέγεται ὁ Θεὸς αἰώνιος, ἀλλὰ καὶ προαιώνιος. Καὶ αὐτὸν γὰρ τὸν αἰῶνα αὐτὸς ἐποίησε· μόνος γὰρ ἄναρχος ὢν ὁ Θεὸς πάντων αὐτός ἐστι ποιητής, τῶν τε αἰώνων καὶ πάντων τῶν ὄντων. Θεὸν δὲ εἰπὼν δῆλον, ὅτι τὸν Πατέρα λέγω καὶ τὸν μονογενῆ αὐτοῦ Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τὸ Πνεῦμα αὐτοῦ τὸ Πανάγιον, τὸν ἕνα Θεὸν ἡμῶν.

Πριν ακόμη από τη δημιουργία του κόσμου, όταν δεν υπήρχε ούτε ο ήλιος που χωρίζει την ημέρα από τη νύχτα, δεν υπήρχε αιώνας που να μπορεί να μετρηθεί, αλλά υπήρχε αυτό που παρατείνεται μαζί με τα αιώνια, σαν κάποια κίνηση και διάστημα του χρόνου· και σύμφωνα μ᾿ αυτό υπάρχει ένας αιώνας· γι᾿ αυτό και ο Θεός λέγεται αιώνιος αλλά και προαιώνιος. Διότι ο ίδιος δημιούργησε και τον αιώνα. Επειδή ο Θεός είναι ο μόνος άναρχος, είναι ο ίδιος δημιουργός όλων, και των αιώνων και όλων των όντων. Όταν λέω «Θεό», είναι φανερό ότι εννοώ τον Πατέρα και τον μονογενή του Υιό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, και το Πανάγιο Πνεύμα του, τον ένα Θεό μας.

Λέγονται δὲ αἰῶνες αἰώνων, καθότι καὶ οἱ τοῦ παρόντος κόσμου ἑπτὰ αἰῶνες πολλοὺς αἰῶνας, ἤγουν ζωὰς ἀνθρώπων περιέχουσι, καὶ ὁ αἰὼν ὁ εἷς πάντων τῶν αἰώνων ἐστὶ περιεκτικός. Καὶ αἰὼν αἰῶνος λέγεται ὁ νῦν καὶ ὁ μέλλων. Αἰώνιος δὲ ζωὴ καὶ αἰώνιος κόλασις τὸ ἀτελεύτητον τοῦ μέλλοντος αἰῶνος δηλοῖ. Οὐδὲ γὰρ μετὰ τὴν ἀνάστασιν ἡμέραις καὶ νυξὶν ὁ χρόνος ἀριθμηθήσεται· ἔσται δὲ μᾶλλον μία ἡμέρα ἀνέσπερος, τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης τοῖς δικαίοις φαιδρῶς ἐπιλάμποντος, τοῖς δὲ ἁμαρτωλοῖς νὺξ βαθεῖα ἀπέραντος. Πῶς τοίνυν ὁ τῶν χιλίων ἐτῶν τῆς ὠριγενιαστικῆς ἀποκαταστάσεως ἀριθμηθήσεται χρόνος; Πάντων οὖν τῶν αἰώνων εἷς ποιητής ἐστιν, ὁ Θεὸς, ὁ καὶ τὰ σύμπαντα δημιουργήσας, ὁ ὑπάρχων πρὸ τῶν αἰώνων.

Λέγονται επίσης «αιώνες αιώνων», επειδή οι επτά αιώνες του παρόντος κόσμου περιλαμβάνουν πολλούς αιώνες, δηλαδή ζωές των ανθρώπων, και επειδή ο ένας αιώνας είναι περιεκτικός όλων των αιώνων. Και ονομάζεται «αιώνας αιώνα» ο τωρινός και ο μελλοντικός αιώνας. Η φράση πάλι «αιώνια ζωή» και «αιώνια κόλαση» δείχνει το ατελείωτο του μελλοντικού αιώνα. Διότι, μετά την ανάσταση, ο χρόνος δεν θα αριθμείται με ημέρες και νύχτες· θα είναι μάλλον μια ανέσπερη ημέρα, όπου ο ήλιος της δικαιοσύνης θα καταλάμπει ευχάριστα τους δίκαιους, ενώ βαθειά και απέραντη νύχτα θα ισχύει για τους αμαρτωλούς. Πώς, λοιπόν, θα μετρηθεί το χρονικό διάστημα των χιλίων ετών για την αποκατάσταση που είπε ο Ωριγένης; Επομένως, ένας δημιουργός υπάρχει για τους αιώνες, ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε και τα σύμπαντα και υπάρχει προαιώνια.

 

Κεφάλαιο 16

Περὶ δημιουργίας
(Για τη Δημιουργία)

Ἐπεὶ οὖν ὁ ἀγαθὸς καὶ ὑπεράγαθος Θεὸς οὐκ ἠρκέσθη τῇ ἑαυτοῦ θεωρίᾳ, ἀλλ᾿ ὑπερβολῇ ἀγαθότητος εὐδόκησε γενέσθαι τινὰ τὰ εὐεργετηθησόμενα καὶ μεθέξοντα τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος, ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παράγει καὶ δημιουργεῖ τὰ σύμπαντα, ἀόρατά τε καὶ ὁρατά, καὶ τὸν ἐξ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου συγκείμενον ἄνθρωπον. Κτίζει δὲ ἐννοῶν, καὶ τὸ ἐννόημα ἔργον ὑφίσταται Λόγῳ συμπληρούμενον καὶ Πνεύματι τελειούμενον.

Επειδή, λοιπόν, ο αγαθός και υπεράγαθος Θεός δεν επαναπαύθηκε στη θεωρία του εαυτού του, αλλά από υπερβολική αγαθότητα θέλησε να δημιουργηθούν ορισμένα δημιουργήματα που θα ευεργετηθούν και θα μετάσχουν στην αγαθότητα του· γι᾿ αυτό, παράγει και δημιουργεί εκ του μηδενός τα σύμπαντα, ορατά και αόρατα· δημιουργεί, επίσης, και τον άνθρωπο που αποτελείται και από ορατή και από αόρατη φύση. Μόλις συλλαμβάνει την ιδέα, αυτόματα δημιουργεί· και η σκέψη του γίνεται πράξη, που την ολοκληρώνει ο Λόγος και την τελειοποιεί το Πνεύμα.

 

[ΜΕΡΟΣ 4]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας