Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΑΝΗ ΜΠΟΥΚΑ ΚΑΙ ΤΩΝ «ΨΥΧΟΛΑΤΡΕΙΩΝ»

 

του μακαριστού π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

 

Μιλήσαμε ήδη για τη χριστιανική τοποθέτηση απέναντι στις δοξασίες και στις κοσμοθεωριακές προϋποθέσεις της «θετικής σκέψης». Όμως κρίνουμε σκόπιμο να επανέλθουμε στο ίδιο θέμα και να συνοψίσουμε τις χριστιανικές θέσεις, σε συσχετισμό με τις δοξασίες της κίνησης του Θεοφάνη Μπούκα.

Όλη η μέθοδος της «Ψυχοδυναμικής» κινείται στο χώρο του αποκρυφισμού και της ψυχο-αγοράς της λεγόμενης «Νέας Εποχής του Υδροχόου». Και ο Θ. Μπούκας χρησιμοποιεί γιόγκα, διαλογισμό και ποικίλες τεχνικές «διεύρυνσης της συνείδησης» ασιατικής και δυτικής προέλευσης, ακόμη και μαγικά αντικείμενα, όπως το εκκρεμές, το «κόσμημα Γιν Γιανγκ» κ.ά. Ο μεσσίας της Ψυχοδυναμικής ισχυρίζεται πως όποιος φορά το «κόσμημα Γιν Γιανγκ» συντονίζεται με τις «Κοσμικές Αρχές».

Ακόμη οργανώνει σεμινάρια αστρολογίας, σεξουαλικής αλχημείας και προβάλλει τις δοξασίες του κάρμα και της μετενσάρκωσης (Αιθερική Ίαση ΡAL, σ. 9-10). Επομένως ακυρώνει την ελπίδα κάθε Χριστιανού, που είναι η ανάσταση, όχι η μετενσάρκωση.

Και εδώ έχουμε αντιχριστιανική αντίληψη για τον Θεό, για τον άνθρωπο, για τον κόσμο. Κάθε Χριστιανός πιστεύει στον προσωπικό Θεό· όχι σε κάποια «Υπερ-ψυχή» ή σε κάποιο «Υπερ-Πνεύμα». Για μας ο κόσμος δεν αποτελεί «διαφοροποίηση» ή «διάσπαση» μιας «Πρωταρχικής Αρχής»· ο άνθρωπος δεν αποτελεί «τμήμα» μιας τέτοιας απρόσωπης Δύναμης ή Αρχής. Για κάθε χριστιανό υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο Θεό, που είναι ο Δημιουργός, και στα δημιουργήματά Του, που είναι καρπός όχι της Θειας ουσίας, αλλά της Θείας βουλήσεως και αγάπης.

Επομένως η βάση της κίνησης, ότι «μέσα μας» βρίσκεται ο «Θεός» και η «απεριόριστη Δύναμη», την οποία μπορούμε με τη σκέψη ή τη νοητική μας στάση να δραστηριοποιήσουμε, είναι αντιχριστιανική. Ο άνθρωπος, κατά τη χριστιανική αντίληψη, δεν αναμένει τη σωτηρία «από τα μέσα», αλλά από τον Θεό. Οι οπαδοί της κίνησης του Θ. Μπούκα, ακολουθώντας τη διδαχή του, δεν αποβλέπουν στην κοινωνία αγάπης μετά του Θεού, αλλά στη συνειδητοποίηση ότι οι ίδιοι είναι ο Θεός. Δεν επιθυμούν την Θεoγνωσία, αλλά την «αυτο-γνωσία». Πιστεύουν πως μέσω αυτής θα επιτύχουν τα πάντα, πλούτο, υγεία, ακόμη και το «μυστικό της αιώνιας νεότητας», την παραγωγή του «Νέου ανθρώπου», γιατί θεωρούν ότι όλα αυτά βρίσκονται «μέσα τους» και ότι με την «αυτογνωσία» αφυπνίζονται οι δυνάμεις που τα φέρνουν στην επιφάνεια!

Όμως ο Χριστιανός δεν αποβλέπει στην υλική ευημερία, ούτε ειδωλοποιεί τον πλούτο και τα πάθη της σάρκας του. Ακολουθεί τον δρόμο της άσκησης και της ταπείνωσης, της θεληματικής απάρνησης του πλούτου και των απολαύσεων της ηδονής, γιατί γνωρίζει πως το πολίτευμά του είναι στον ουρανό. Δεν αναμένει τη σωτηρία του από κάποιες «Παγκόσμιες Δυνάμεις» με κέντρο το υποσυνείδητό του, αλλά την εκλαμβάνει ως δώρο του Θεού. Ακόμη και αν δεν ευλογηθεί από τον Θεό με επίγεια αγαθά, δοξάζει το όνομα του Κυρίου «πάντων ένεκεν» και προσεύχεται να πραγματοποιηθεί στη ζωή του το θέλημα του Θεού, όχι το δικό του θέλημα.

Πιστεύει σε προσωπικό Θεό, που αποκαλύπτει το θέλημά Του και καλεί τον άνθρωπο σε υπακοή. Αλλά και αν αποστατήσει και δοκιμάσει πτώσεις, ο χριστιανός γνωρίζει πως ο δρόμος της μετανοίας και της ταπείνωσης είναι ευλογημένος, και ότι μπορεί να ζητήσει και πάλι το έλεος και την αγάπη του Θεού, όχι μόνο μία φορά, αλλά στη διάρκεια ολόκληρης της ζωής του. Πιστεύει πως ο Θεός δεν δεσμεύεται από κάποιους νόμους, αλλά ενεργεί προσωπικά, με βάση την ελεύθερη βούληση και αγάπη. Γι᾽ αυτό ο χριστιανός ελπίζει όχι στον λόγο, αλλά στο πρόσωπο του Θεού. Γι᾽ αυτόν ο λόγος του Θεού δεν αποτελεί αντικείμενο «νοητικής στάσης» που δρα μηχανικά και τυφλά, γι᾽ αυτό και δεν διαχωρίζει τον λόγο του Θεού από τον ίδιο τον Θεό, δεν γίνεται δηλαδή ο λόγος του Θεού αντικείμενο διαλογισμού, αλλά αντικείμενο υπακοής και ταπείνωσης.

Και η πίστη του χριστιανού αναφέρεται στο πρόσωπο του Θεού, δεν ταυτίζεται με τη «σκέψη» ή με «διανοητική στάση», δεν αυτονομείται. Το ίδιο συμβαίνει και με την προσευχή που εκφράζει οποιοδήποτε αίτημα του ανθρώπου. Δεν έχει ως στόχο τη δραστηριοποίηση κάποιων δυνάμεων «μέσα μας», αλλά απευθύνεται στον Θεό, στο έλεός Του εμπιστευόμαστε τα αιτήματά μας και Εκείνος είναι ελεύθερος να αποφασίσει, γιατί γνωρίζει καλύτερα από μας ποιες είναι οι ανάγκες των παιδιών Του και ποιο το αληθινό συμφέρον τους. Το να πει κανείς πως ο λόγος του Θεού είναι πάντοτε ο ίδιος, με την έννοια ότι και ο Θεός οφείλει να ενεργήσει σύμφωνα με τις δοξασίες του Θ. Μπούκα («να πιστέψει» και να «ομολογήσει» την πίστη του, για να συμβεί αυτό που επιδιώκει), είναι βλάσφημο.

Η περί Θεού και περί ανθρώπου αντίληψη της κίνησης και η βασική της θέση πως ο άνθρωπος προσδιορίζει τη ζωή του σύμφωνα με τη «νοητική στάση» και τις επιθυμίες του, ακυρώνει τη χριστιανική αντίληψη περί αρετής. Ο άνθρωπος δεν είναι πλέον υπόλογος απέναντι κάποιου έξω από τον εαυτό του, δεν υπάρχει ηθικός νόμος ή ηθικοί κανόνες έξω από αυτό που ο ίδιος θεωρεί καλό. Η κίνηση απορρίπτει κάθε αρνητική τοποθέτηση από μέρους του ανθρώπου σε οτιδήποτε, και διακηρύττει πως πρέπει να γκρεμισθούν οποιαδήποτε «ταμπού».

Αντίθετα ο χριστιανός οφείλει να ζει σε κατάσταση διαρκούς μετανοίας. Πάντοτε είναι έτοιμος να απευθυνθεί στον Θεό με τα λόγια: «Κύριε ελέησον». Όμως αυτή η προσευχή της Ορθοδόξου Εκκλησίας απορρίπτεται από την κίνηση, αφού προϋποθέτει τον έλεγχο της συνείδησης και τη μετάνοια. Και τα δύο αυτά λογίζονται «αρνητικές σκέψεις» και απορρίπτονται. Η κίνηση θεωρεί τις τύψεις συνειδήσεως και την καταδίκη του εαυτού μας αντίθετη με το θέλημα του Θεού! (Αγάπη, εκδ. Επιμ. Εκδ. Εταιρία, σ. 23).

Η οργάνωση του Μπούκα και γενικά η λεγόμενη ψυχοδυναμική μπορεί να χαρακτηρισθεί αντίχριστη· ακόμη και οι απόψεις που λογίζονται από την ίδια «αρχές της παιδαγωγικής, της ψυχολογίας και της κοινωνιολογίας» δεν είναι απαλλαγμένες από το «θρησκευτικό» στοιχείο, γιατί είναι ανακατεμένες με θέσεις ασυμβίβαστες με τη χριστιανική πίστη. Υπενθυμίζουμε για παράδειγμα την προτροπή προς τους γονείς, αναφορικά με τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση των παιδιών, όπου υπογραμμίζεται πως δεν υπάρχουν περιορισμοί στη σεξουαλική δραστηριότητα, ούτε αναφορικά με την ηλικία, ούτε και με τον «τρόπο». Με αυτή τη στάση κάθε σεξουαλική διαστροφή γίνεται δεκτή.

Όταν η οργάνωση υπογραμμίζει την «αυτογνωσία» και την «ψυχοδυναμική» σαν «συνταγές αυτοσωτηρίας», αρνείται την εν Χριστώ σωτηρία. Στο βιβλίο «Σωματικές Ασκήσεις. Ειδικό πρόγραμμα για τούς αποφοίτους του ανωτέρου εξελικτικού προγράμματος» (Αθήνα 1986, σ. 20) αναφέρεται: «Είσαι σε απόλυτη ένωση με τον Ουρανό και με τη Γη. Είσαι ένα τμήμα του ΄Απειρου Σύμπαντος. Ζεις και κινείσαι μέσα στην Αρμονία του ΄Απειρου Σύμπαντος. Οι νόμοι του Θεού εργάζονται μέσα σου... Ο Λόγος του Θεού έγινε σάρκα και εσκήνωσε μέσα σου. Είσαι ο Δημιουργός της αφθονίας».

Οι «απόφοιτοι του ανωτέρου εξελικτικού προγράμματος» της κίνησης δεν αποβλέπουν πλέον στον Ιησού Χριστό για σωτηρία· είναι οι ίδιοι «ο ένσαρκος Λόγος του Θεού»· πιστεύουν πως και ο Ιησούς Χριστός ακολούθησε τον ίδιο δρόμο και έφθασε εκεί που κι αυτοί έχουν φθάσει, χάρη στις τεχνικές, τα σεμινάρια και ιδιαίτερα το «ανώτερο εξελικτικό πρόγραμμα» του «Κέντρου Προγραμματισμού Ζωής»· στο «εξελικτικό επίπεδο του Χριστού» έγιναν «ο ένσαρκος Λόγος»!

Είναι χαρακτηριστικό αυτό που ο Θ. Μπούκας υπόσχεται στο σεμινάριο - βιβλίο «Το μυστικό της αιώνιας Νεότητας»:

«Οι μεγάλοι Λάμα και Δάσκαλοι της ΄Απω Ανατολής, συμπεριλαμβανόμενου και του Ιησού Χριστού, χρησιμοποίησαν αυτή την ίδια γνώση που θ᾽ αποκτήσετε και σεις εδώ, και στ᾽ άλλα σεμινάρια προωθημένης τεχνικής του Ινστιτούτου μας... ν᾽ αποκτήσετε απίστευτες γνώσεις, να μπορείτε να θεραπεύσετε στιγμιαία, και τελικά να ξεπερνάτε τις ψευδαισθήσεις ή «μάγυα» περί σωματικού θανάτου» (σ. 10).

Σύμφωνα με το ίδιο κείμενο, ο Χριστός ήταν «ένας ηγέτης των Γνωστικών» (σ. 12), όχι ο Σωτήρας της ανθρωπότητας∙ πέρασε τον δρόμο «που οδηγεί στην πληρότητα» και μας έδειξε αυτό το δρόμο∙ έχουμε τώρα «το Φως του Λόγου του Θεού» και «τη δύναμη του παραδείγματος του Χριστού» (Αγάπη, σ. 8). Ο Χριστός λοιπόν δεν σώζει, αλλά αποτελεί «παράδειγμα» για τον άνθρωπο.

Η κίνηση έχει ειδικό μυητικό σεμινάριο, με το όνομα «Τα δώρα του Πνεύματος». Πρόκειται για εξωχριστιανική και αντίχριστη μύηση. Αν ένας Ορθόδοξος χριστιανός πάρει αυτή τη μύηση, αρνείται το άγιο Βάπτισμα και το ιερό Χρίσμα της Εκκλησίας. Σ᾽ αυτή τη μύηση, εκτός από την επίθεση των χειρών του «Δασκάλου», χρησιμοποιούνται και υλικά αντικείμενα, όπως «ένα βελούδο μαύρο, σε διαστάσεις 30x30 εκατοστά», γνωστό από τη μύηση στην γκουρουιστική οργάνωση του Μαχαρίσι Μαχές Γιόγκι.

Στο ειδικό ενημερωτικό έντυπο με τίτλο, «Σεμινάριο: Τα δώρα του Πνεύματος» (εκδ. ΚΠΖ) αναφέρεται πως σ᾽ αυτό μαθαίνει κανείς πώς θα απελευθερώσει τη «ροή του Πνεύματος» και θα δεχθεί «ένα ή περισσότερα από τα εννέα χαρίσματα του Πνεύματος».

Όμως εδώ δεν πρόκειται για τον «καρπό του Πνεύματος», σύμφωνα με το Γαλ. ε´, 22: «Ο δε καρπός του Πνεύματος εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια».

Ο απόστολος Παύλος αντιπαραθέτει εδώ «τα έργα της σαρκός» με τον «καρπό του Πνεύματος». Γι᾽ αυτόν «έργα της σαρκός» είναι «μοιχεία, πορνεία, ακαθαρσία, ακολασία, ειδωλολατρία, μαγεία, εχθρότης... αιρέσεις... μέθαι, ασωτίαι και τα όμοια προς αυτά». Ο Παύλος υπογραμμίζει «σας προειδοποιώ, καθώς και άλλοτε σας προειδοποίησα, ότι εκείνοι που κάνουν αυτά («οι τα τοιαύτα πράσσοντες»), δεν θα κληρονομήσουν την βασιλείαν του Θεού» (Γαλ. ε´, 19-21).

Δεν λέγει ο απόστολος «οι τα τοιαύτα σκεπτόμενοι», αλλά λέγει: «οι τα τοιαύτα πράσσοντες»! Αντίθετα, ο Θ. Μπούκας δεν αναγνωρίζει τη διάκριση ανάμεσα στα «έργα της σαρκός» και στον «καρπό του Πνεύματος»· κηρύσσει μόνο τον πόλεμο εναντίον των «ταμπού» και εναντίον κάθε «αρνητικής σκέψης» και αρνητικής αξιολόγησης οποιασδήποτε πράξης μας∙ οι πράξεις δεν είναι αμαρτωλές, λέγει, αλλά μόνο οι σκέψεις, πως τάχα κάτι δεν πάει καλά στη ζωή μας.

Όμως αυτή η τοποθέτηση είναι καρπός «αλλότριου Πνεύματος», όχι του Πνεύματος του Θεού. Γι᾽ αυτό και η μύηση «Τα δώρα του Πνεύματος» αποτελεί εσωτερικό «άνοιγμα» για την εισβολή αυτού του «αλλότριου Πνεύματος» και των «καρπών» του, τους οποίους η κίνηση χαρακτηρίζει παραπλανητικά «Τα δώρα του Πνεύματος».

Το ΄Αγιο Πνεύμα δεν διανέμει τα δώρα Του αναγκαστικά, επειδή κάποιος παρακολούθησε κάποια σεμινάρια και έμαθε κάποιες τεχνικές. Γιατί ακόμη κι αν με τα σεμινάρια ελάμβανε κανείς κάποια «δώρα», θα ήσαν αποτέλεσμα ανθρωπίνων μεθοδεύσεων, όχι καρπός της αγάπης του Θεού. Το δώρο δεν εξαγοράζεται, γιατί είναι καρπός αγάπης και η αγάπη δεν παρέχεται αναγκαστικά από τον Θεό∙ παρέχεται σε όποιον το Πνεύμα του Θεού θελήσει, στον χρόνο που ο Θεός βούλεται και με τον τρόπο που Εκείνος επιθυμεί: «Το Πνεύμα όπου θέλει πνει, και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλ᾽ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και πού υπάγει∙ ούτος εστί πας ο γεγεννημένος εκ του Πνεύματος» (Ιω. γ´, 8, πρβλ. Α´ Κορ. ιβ´, 11, Εβρ. β´, 4).

 

ΤΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Κατά την αντίληψη των λεγόμενων «ψυχο-λατρειών» οι δυνατότητες του ανθρώπου είναι απεριόριστες, αρκεί ο άνθρωπος να γνωρίσει την αληθινή του Φύση, και με κατάλληλες τεχνικές να ενεργοποιήσει τις δυνάμεις «μέσα του», να τις χρησιμοποιήσει για τους σκοπούς του. Τότε βαδίζει τον δρόμο της «αυτοπραγμάτωσης» και της «αυτοσωτηρίας», το δρόμο που θα «αφυπνίσει» τον «υπεράνθρωπο»· τον «θεό» μέσα μας. Ένας άνθρωπος που μέσω της αυτογνωσίας έφθασε δήθεν στην αυτοπραγμάτωση, πραγματοποιεί το καθετί που θα θελήσει, λένε οι ομάδες με τις οποίες ασχοληθήκαμε, με μόνο τη σκέψη του, γιατί ο άνθρωπος είναι πάντοτε αυτό που σκέπτεται∙ αυτός, με τη δύναμη της «συνείδησης», δημιουργεί τον κόσμο γύρω του! Επομένως ο άνθρωπος είναι αυτόνομος, δεν χρειάζεται κανένα σωτήρα έξω από τον εαυτό του. Χρειάζεται μόνο τη δική του «θετική σκέψη».

Οι ψυχο-λατρείες στις οποίες αναφερθήκαμε χρησιμοποιούν χριστιανικούς όρους για να δηλώσουν τις δοξασίες τους και να διακηρύξουν πως ο άνθρωπος, μόνος του, μέσω της αυτογνωσίας και της αυτοεξέλιξης, οδηγείται στην αυτοπραγμάτωση, στη σωτηρία. Τέτοιοι όροι είναι «πίστη» και «προσευχή». Όμως και οι δύο όροι χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν νοητικές καταστάσεις μέσα στον άνθρωπο, χωρίς αναφορά έξω από τον άνθρωπο. Γιατί έξω από τον «Εαυτό» Θεός δεν υπάρχει. Κατά κλασσικό τρόπο εκφράστηκε αυτό με τη δήλωση: «άθεος δεν είναι εκείνος που δεν πιστεύει σε Θεό, αλλά αυτός που δεν πιστεύει στον εαυτό του»!

Το «ευαγγέλιο» των ομάδων αυτών δεν είναι νέο∙ πρόκειται για το ίδιο «ευαγγέλιο» του όφεως, για το όποιο μας πληροφορεί η αγία Γραφή: «Και είπεν ο όφις τη γυναικί∙ τι ότι είπεν ο Θεός ου μη φάγητε από παντός ξύλου του παραδείσου; Και είπεν η γυνή τω όφει∙ από καρπού του ξύλου του παραδείσου φαγόμεθα, από δε του καρπού του ξύλου, ο εστιν εν μέσω του παραδείσου, είπεν ο Θεός, ου φάγεσθε απ᾽ αυτού, ου δε μη άψησθε αυτού, ίνα μη αποθάνητε. Και είπεν ο όφις τη γυναικί∙ ου θανατω αποθανείσθε∙ ήδει γαρ ο Θεός, ότι ή αν ήμερα φάγητε απ᾽ αυτού, διανοιχθήσονται υμών οι οφθαλμοί και έσεσθε ως θεοί, γινώσκοντες καλόν και πονηρόν» (Γεν. γ´, 1-5).

Ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο με βάση την εικόνα Του και με προορισμό την ομοίωση. Το «κατ᾽ εικόνα» βρισκόταν στη φύση του ανθρώπου, λένε οι πατέρες της Εκκλησίας μας. Όμως το «καθ᾽ ομοίωσιν» εξηρτάτο από τη βούληση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος μπορούσε να επιλέξει ως σκοπό του την πραγμάτωση του «καθ᾽ ομοίωσιν». Όμως μπορούσε να ακολουθήσει και τον αντίθετο δρόμο∙ τον χωρισμό από τον Θεό, δηλαδή τον πνευματικό θάνατο. Ο ίδιος ο Θεός του έδωσε αυτή τη δυνατότητα της επιλογής∙ αυτό το νόημα είχε η απαγόρευση: «Και ενετείλατο Κύριος ο Θεός τω Αδάμ λέγων∙ από παντός ξύλου του εν τω παραδείσω βρώσει φάγη, από δε του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν, ου φάγεσθε απ᾽ αυτού∙ ή δ´ αν ημέρα φάγητε απ᾽ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. β´, 16-17).

Ο Θεός κάλεσε τον άνθρωπο να βαδίσει προς την «ομοίωσιν» όχι αυτόνομα, αλλά στα πλαίσια της κοινωνίας αγάπης με το Δημιουργό του, ακολουθώντας ελευθέρα το σχέδιο του Θεού. ΄Αλλωστε δεν ήταν δυνατόν ο άνθρωπος, μόνος του, να ξεπεράσει τα όρια της κτιστής του πραγματικότητας και να ομοιάσει με τον άκτιστο και Αιώνιο Θεό. Το σχέδιο του Θεού για τον άνθρωπο ανταπεκρίνετο απόλυτα στη φύση του ανθρώπου.

Όμως σ᾽ αυτό το σχέδιο ο Σατανάς αντιπαρέβαλε τη δική του «συνταγή». Δεν θα πεθάνετε, τους λέγει, αντίθετα, θα αποκτήσετε αληθινή αυτογνωσία και θα είσαστε «ως θεοί», «γινώσκοντες καλόν και πονηρόν». Ο Θεός προσδιόρισε την αξιολογική διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Κάθε τι που αποτελεί κοινωνία με τον Θεό είναι καλό και οδηγεί τον άνθρωπο στην εκπλήρωση του νοήματος της ζωής του, στο «καθ᾽ ομοίωσιν». Αντίθετα, κάθε τι που είναι κοινωνία μόνο με τον εαυτό μας είναι κακό και οδηγεί στον πνευματικό θάνατο, στη στέρηση της κοινωνίας με τον Θεό. Ο άνθρωπος το γνώριζε αυτό∙ όμως είχε την εμπειρία μόνο του καλού. Όταν ακολούθησε τη «συνταγή» του Διαβόλου απέκτησε και την εμπειρία του κακού!

«Και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστι του κατανοήσαι και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε∙ και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ᾽ αυτής, και έφαγον. Και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν...» (Γεν. γ´, 6-7).

Η «συνταγή» του όφεως ήταν: Με την αυτονομία ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στην αυτογνωσία και στις απεριόριστες δυνατότητες που συνεπάγεται αυτή η «γνώση» ή η «αφύπνιση του Θεού μέσα μας». Όμως το αποτέλεσμα ήταν ακριβώς το αντίθετο: ο δρόμος της αυτογνωσίας δεν οδήγησε τον άνθρωπο στην αυτό-εξέλιξη και την αυτό-θέωση, αλλά στη συναίσθηση ότι ήταν γυμνός, δηλαδή σε υπαρξιακό αδιέξοδο. Αυτό το αδιέξοδο ωφείλετο στο ότι ο άνθρωπος αρνήθηκε τη Θεία προσφορά, δηλαδή τα δώρα του Θεού, την παρουσία της Θείας χάρης μέσα του. Αποχωρίσθηκε απ᾽ αυτήν και γι᾽ αυτό ένοιωσε τη γυμνότητά του.

Αλλά ο Θεός δεν έπαυσε να αγαπά το πλάσμα Του. Γι᾽ αυτό προκάλεσε και πάλι τη βούληση του άνθρώπου∙ «Αδάμ, πού ει;» (Γέν. γ´, 9). Την ίδια πρόκληση επανέλαβε ο Θεός και στον Κάιν∙ «Κάιν, πού εστιν ΄Αβελ ο αδελφός σου;» (Γεν. δ´, 9). Όμως ο άνθρωπος συνέχισε, δυστυχώς, το δρόμο της αυτονομίας. Γι᾽ αυτό ο Θεός σχεδίασε ήδη από την πρώτη παράβαση του άνθρώπου και τη σωτήρια του πλάσματός Του. Υποσχέθηκε πως στον κατάλληλο καιρό, το «σπέρμα της γυναικός», θα συντρίψει την «κεφαλήν του όφεως» (Γεν. γ´, 15). Και αυτό θα γινόταν με τη συγκατάθεση του ανθρώπου.

Αλλά για να δώσει τη συγκατάθεσή του ο άνθρωπος να επέμβει ο Θεός στη ζωή του, έπρεπε να εγκαταλείψει την αυτονομία του και να ζητήσει να γίνει το θέλημα του Θεού∙ όχι το δικό του, ανθρώπινο θέλημα. Αυτή την έννοια είχε το «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου» της Παρθένου Μαρίας (Λουκ. α´, 38). Το ίδιο εξέφρασε και ο Χριστός για λογαριασμό μας: «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ᾽ ως συ» (Ματθ. κστ´, 39).

Ο Χριστός επανέφερε τον άνθρωπο σε κοινωνία αγάπης με τον Θεό και συνήγαγε «τα τέκνα του Θεού τα διασκορπισμένα εις εν» (Ιω. ια´, 52. Γαλ. γ´, 28. Εφεσ. δ´, 5-6). Όμως ο άνθρωπος πρέπει να πάρει ελεύθερα την απόφαση να ενταχθεί σ᾽ αυτή την ενότητα∙ ν᾽ ακολουθήσει τον δρόμο της εν Χριστώ σωτηρίας, που είναι ο δρόμος προς το «καθ᾽ ομοίωσιν Θεού»· δεν υπάρχει άλλος δρόμος (Ιω. ιδ´, 6. Πράξ. δ´, 12). Αλλά έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί αυτόν τον δρόμο και να ακολουθήσει τη συμβουλή του αρχαίου όφεως∙ τον δρόμο της αυτο-εξέλιξης και αυτό-σωτηρίας, σύμφωνα με τη «συνταγή» των ομάδων που υπογραμμίζουν την αυτογνωσία, τη δύναμη της συνείδησης και της «σκέψης».

Ο δρόμος αυτός δεν λέγει: «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου», ούτε μπορεί να πει: «πλην ουχ ως εγώ θέλω, αλλ᾽ ως συ». Γιατί η «συνταγή» λέγει: «Αυτό πού θέλεις, γίνεσαι∙ αρκεί να το σκεφθείς∙ μπορείς»! ή: «Θέλω και μπορώ»!! Αυτός ο δρόμος δεν οδηγεί στη σωτηρία, αλλά στο αδιέξοδο που νοιώθει κάθε άνθρωπος που αισθάνεται «γυμνός».

Οι αληθινοί χριστιανοί δεν αποβλέπουν στον εαυτό τους για βοήθεια. Θέλουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους για να μετανοήσουν και να ζητήσουν να έλθει ο Θεός στη ζωή τους και να τούς χαρίσει το «μέγα έλεος». Δεν αποβλέπουν στα αγαθά αυτού του κόσμου, γι᾽ αυτό δεν λυγίζουν μπροστά σε δυσκολίες και δυσχέρειες της ζωής αυτής. Ακολουθούν τη συμβουλή του αποστόλου: «Μη σκοπούντων υμών τα βλεπόμενα, αλλά τα μη βλεπόμενα. Τα γάρ βλεπόμενα, πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια»· δεν αποβλέπουμε στην υλική ευημερία, σ᾽ εκείνα που βλέπονται, αλλά στην ελευθερία μας από το θάνατο και τη φθορά∙ στα αιώνια (Β´ Κορ. δ´, 16-18). Εδώ ο απόστολος δεν εννοεί τις «σκέψεις», που γίνονται «πράξεις», όπως ισχυρίζονται οι άνθρωποι της «θετικής σκέψης» διαστρεβλώνοντας την Αγία Γραφή, αλλά υπογραμμίζει πως οι χριστιανοί αποβλέπουν σ᾽ εκείνα που απορρίπτουν οι ψυχο-λατρείες και περιφρονούν εκείνα που απολυτοποιούνται από αυτές. Δεν ελπίζουν στην ευημερία, στην υγεία, στη δύναμη και σ᾽ οτιδήποτε «αγαθό» αυτής της ζωής, αλλά στη χαρά της αφθαρσίας και της αθανασίας∙ στην αιώνια κοινωνία μετά του Θεού και όχι μετά του εαυτού μας.

Αυτή την ελπίδα της ελευθερίας από τη φθορά συμμερίζεται με τον άνθρωπο ολόκληρη η δημιουργία του Θεού. «Φρονώ», λέγει ο απόστολος Παύλος, «ότι τα παθήματα του παρόντος καιρού δεν έχουν καμία αξία συγκρινόμενα με τη δόξα που μέλλει να αποκαλυφθεί σ᾽ εμάς. Η πλάση όλη αναμένει με λαχτάρα την αποκάλυψη των υιών του Θεού («η γάρ αποκαραδοκία της κτίσεως την αποκάλυψιν των υιών του Θεού απεκδέχεται»). Διότι η πλάση υποτάχθηκε στη ματαιότητα, όχι θεληματικά, αλλά εξαιτίας εκείνου που την υπέταξε, με την ελπίδα ότι και η πλάση θα ελευθερωθεί από τη δουλεία στη φθορά, για να μπει στην ένδοξη ελευθερία των παιδιών του Θεού» (Ρωμ. η´, 18-21).

Αυτή την ελπίδα του Χριστιανού απορρίπτουν οι κινήσεις στις οποίες αναφερθήκαμε. Γι᾽ αυτούς ο άνθρωπος της «αυτογνωσίας», που έχει συναίσθηση της «δύναμης της συνειδήσεώς» του και χρησιμοποιεί το «κλειδί» της «θετικής σκέψης», δεν μπορεί να έχει «παθήματα», ούτε πιστεύει πως η πλάση υπετάγη στη δουλεία της φθοράς. Αντίθετα πιστεύει πως τα πάντα είναι καλά έτσι όπως είναι και πως ο άνθρωπος δεν ελπίζει σε κάτι μελλοντικό, αλλά ήδη από τώρα αυτό-πραγματώνεται.

Σε πολλούς ο «καρπός» αυτός των ψυχο-λατρειών φαίνεται ωραίος∙ όταν όμως τον γευθούν, τελικά θα οδηγηθούν σε τρομακτικά αδιέξοδα και σε ολοκληρωτική αλλοίωση της προσωπικότητας των: «Και είδεν η γυνή, ότι καλόν το ξύλον εις βρώσιν και ότι αρεστόν τοις οφθαλμοίς ιδείν και ωραίον εστι του κατανοήσαι και λαβούσα από του καρπού αυτού έφαγε· και έδωκε και τω ανδρί αυτής μετ᾽ αυτής, και έφαγον. Και διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί των δύο, και έγνωσαν ότι γυμνοί ήσαν».

 


 

(Πηγή: ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ-ΑΥΤΟΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ-ΣΩΤΗΡΙΑ, εκδ. Ιεράς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, 1991, σελ. 117-131)

(Ψηφιοποίηση: www.egolpio.com)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας