Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΓΑΒΡΙΗΛΙΑ, «ΑΣΚΗΤΙΚΗ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ». ΚΡΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

τοῦ Ἱεροδιακόνου Βασιλείου Σπηλιοπούλου
(Προλεγόμενα Ἀρχιμ. Σαράντου Σαράντου)

 

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

(π. Σαράντου Σαράντου)

Στό βιβλίο πού εὐρέως ἐκυκλοφόρησε, «Ἡ Ἀσκητική τῆς Ἀγάπης», τῆς Γαβριηλίας μοναχῆς, ἀναφέρεται τό ὄνομά μου ὡς ἕνας ἀπό ἐκείνους πού γνώρισαν τή μοναχή. Πράγματι, εἴχαμε συναντηθεῖ μία φορά καί ἀνταλλάξαμε γιά λίγο κάποιες ἀπόψεις. Τό γεγονός αὐτό δέν μπορεῖ νά ἀποτελέσει δική μου «ἐγγύηση» γιά τό βιβλίο, πού μεταγενέστερα συνεγράφη ἀπό τήν ὁμώνυμη συγγραφέα.

Δράττομαι, λοιπόν, τῆς εὐκαιρίας νά παρουσιάσω μέ πολλή χαρά τήν κριτική τοῦ παραπάνω βιβλίου, πού ἔχει κάνει ὁ ἱερολογιώτατος Διάκονος π. Βασίλειος Σπηλιόπουλος.

Εἶναι πολύ χρήσιμη ἡ ἀνάγνωση αὐτῆς τῆς κριτικῆς ἀπό τούς ἀναγνῶστες τοῦ ὀγκώδους βιβλίου τῆς Γαβριηλίας, ἀλλά καί ἀπό ὅλο τό χριστεπώνυμο πλήρωμα τῶν ὀρθοδόξων, γιά νά μάθουν νά ξεχωρίζουν τό σιτάρι ἀπό τό ἄχυρο, τό φῶς ἀπό τό σκοτάδι, τήν ἀλήθεια ἀπό τό ψέμα.

Δυστυχῶς, ἡ πληθώρα τῶν μηνυμάτων καί τῶν ἀκαταπαύστων πληροφοριῶν τῆς «Νέας Ἐποχῆς» ἀμβλύνουν τίς ὀρθόδοξες συνειδήσεις ὅλων μας, ἀκινητοποιοῦν τή δοτή ἀπό τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό εὐθυκρισία, ἀποσκοπώντας νά παραπλανήσουν, εἰ δυνατόν, καί τούς ἐκλεκτούς καί νά τούς ἐντάξουν στό γοητευτικό πανόραμα τῆς Πανθρησκείας.

Θεσμοί θεανθρώπινοι καί ἀρχές αὐταπόδεικτες μέχρι τώρα, σχετικοποιοῦνται, μέ ὕπουλους τρόπους, καί τελικά ἀμφισβητοῦνται ἀπό τούς «ἄρχοντες τοῦ κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου», τόσο μέσα στήν παγκόσμια κοινότητα, ὅσο καί μέσα στή φιλτάτη ὀρθόδοξη πατρίδα μας, τήν Ἑλλάδα, τήν ὁποία ἀγωνιωδῶς πασχίζουν νά ἐκσυγχρονίσουν, ὡς δῆθεν ἀσυγχρόνιστη καί τριτοκοσμική, ξένοι καί ντόπιοι «ἐκσυγχρονιστές».

Εἶναι πολύ λυπηρό νά ἐμπλέκονται σ᾿ αὐτή τή νοοτροπία καί στή νεοεποχίτικη «ἱεραποστολή» μέλη τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας καί δή μέλη θεσμικά ἀφιερωμένα στόν Χριστό, καί μάλιστα νά προσπαθοῦν νά ἐμπλέξουν στήν παναίρεση τῆς Νέας Ἐποχῆς καί τῆς Πανθρησκείας τό πλήρωμα τῶν πιστῶν.

Μέσα στίς πεντακόσιες σελίδες τοῦ κρινομένου βιβλίου γίνεται μεθοδική προσπάθεια μέσω ἡρωοποιημένου ἱεραποστολικοῦ προσώπου, τῆς Γαβριηλίας μοναχῆς ἀπό τή Γαβριηλία μοναχή, ὑποτακτική της, νά ἰσοπεδωθεῖ ἡ ὀρθόδοξη ἀδαμάντινη, ἀληθεύουσα διδασκαλία, μέ ὅλες τίς ὑπόλοιπες κακοδοξίες ὅλων τῶν ὁμολογιῶν καί ὅλων τῶν θρησκειῶν.

Ἡ Ἁγία Μοναδικότητα τοῦ Θεανδρικοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀνύπαρκτη. Ἀπό ὀρθόδοξες μοναχές περιμένει ἡ Ἐκκλησία τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία καί τό ὀρθόδοξο ἦθος πού εἶναι ἀποτυπωμένα καί τά δύο στά πρόσωπα τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Κάθε Ἅγιος καί κάθε Ἁγία τῆς Ὀρθοδοξίας μας δέν ὑπολείπονται καθόλου σέ ἡρωϊσμό, σέ κατορθώματα καί σέ θαύματα, τά ὁποῖα ὁ Χριστός ἐπιτελεῖ μέσω αὐτῶν γιά τό καλό, γιά τή σωτηρία, γιά τήν οἰκοδομή τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί τῶν μυρίων μελῶν της.

Ἀντίθετα, στίς πολυπληθεῖς σελίδες τοῦ βιβλίου, «Ἡ ἀσκητική τῆς Ἀγάπης», ἀπουσιάζει ἡ ὀρθόδοξη ἄσκηση καί ταυτόχρονα παραποιεῖται ἡ ἐν Χριστῷ Ὀρθόδοξη Θεανθρώπινη Ἀγάπη. Ὁ συγκρητισμός, δηλαδή τό ἀνακάτεμα ὅλων τῶν ξεπερασμένων ὁμολογιῶν καί θρησκειῶν, ἀκυρώνουν τό Μοναδικό, Σωτηριολογικό ἔργο τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τά θαύματά Του, τή Θυσιαστική Του προσφορά, τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του καί τήν εἰς οὐρανούς Ἁγία Ἀνάληψή Του.

Ἡ ἔμμεση προβολή τοῦ Ἰνδουϊσμοῦ καί τοῦ Γκουρουϊσμοῦ, ἡ ὑποτιθέμενη γλωσσολαλιά, ἡ Χορτοφαγία, ἡ ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου, τό Παγκόσμιο ἤ Συμπαντικό Πνεῦμα, τό Yama, ἡ Ἀνυπαρξία καί ἡ Νέκρωση, ὁ Διαλογισμός, ἡ Θετική Σκέψη, οἱ δεισιδαιμονίες, ἡ διαφήμιση τοῦ Ράμα Κρίσνα, τά ψευδοοράματα τῆς Γαβριηλίας μαζί μέ τό «ἰαματικό χάρισμα», οἱ «ἐναλλακτικές θεραπεῖες», ὁλοκληρώνουν τόν πολυβολισμό τῆς κατά πάντα δοκιμασμένης μέσα στήν ἑλληνική κοινωνία μας Ὀρθοδόξου, θεανθρωπίνης Παραδόσεώς μας, τῆς μόνης πραγματικά σωζούσης τήν ἀνθρώπινη προσωπικότητα.

Εἶναι ὄντως ἄξιο μεγίστης ἀπορίας τό πῶς εἶναι δυνατόν ὀρθόδοξες μοναχές νά ἀλλοτριώνουν, σέ τέτοιο βαθμό καί τέτοια ἔκταση, τήν ἐν Χριστῷ ζωή! Δέν εἶναι γιά μᾶς ἄξιο ἀπορίας τό πῶς κατάφερε νά κυκλοφορήσει σέ δεκατρεῖς ἐκδόσεις, ἀφοῦ τό παραπάνω βιβλίο εἶναι πλημμυρισμένο ἀπό τό μεταπτωτικό σύνδρομο ἑνός διαχύτου συναισθηματισμοῦ, ὁ ὁποῖος παρακινεῖ τό ἀναγνωστικό κοινό στή διακίνησή του.

Ἀναρίθμητοι ὅμως ἀναγνῶστες ἀκατάπαυστα μᾶς «ἐνοχλοῦν» μέ τήν πανομοιότυπη ἐρώτηση γιά τή γνώμη μας γι᾿ αὐτό τό βιβλίο.

Τελικά, φαίνεται ὅτι μετά από μία νηφάλια, ἐσωτερική κριτική τῶν ἀπροκαταλήπτων ἀναγνωστῶν, διαπιστώνεται, ἄτυπα ἤ συνειδητά, τό αἱρετικό περιεχόμενο τῆς «Ἀσκητικῆς τῆς Ἀγάπης», καί τό βιβλίο τοποθετεῖται στά πιό ψηλά ράφια τῆς βιβλιοθήκης γιά νά μή μεταδίδεται ἡ διάβρωση πού ἀρχικά προκάλεσε.

Χρειάζεται προσεκτική μελέτη τῆς καλοπροαίρετης καί ἀπόλυτα τεκμηριωμένης κριτικῆς τοῦ ἱεροδιακόνου π. Βασιλείου, ὥστε νά ἀποκτήσει ὁ ἀναγνώστης ὀρθά, Θεανθρώπινα κριτήρια, γιά νά μή παραπλανᾶται ἀπό ποταπούς, δαιμονιώδεις συναισθηματισμούς.

Ἀρχιμανδρίτης Σαράντης Σαράντος,
Ἐφημέριος Ἱ.Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Ἀμαρουσίου

 


 

ΓΕΝΙΚΑ

Ἡ «Ἀσκητική τῆς Ἀγάπης» διανύει ἤδη τήν 13η ἔκδοσή του, κυκλοφορεῖ πλέον καί στήν ἀγγλική γλώσσα, καί ὁ ὄγκος του ἐκτείνεται σέ 500 σελίδες. Σέ πολλές ἐνορίες τῆς χώρας μας ἔχει, δυστυχῶς χρησιμοποιηθεῖ, ἤ χρησιμοποιεῖται ἀκόμα, ὡς ἐγχειρίδιο τῶν κατηχητικῶν σχολείων.

Κατά τή γνώμη μας, τό βιβλίο αὐτό στοχεύει στήν προώθηση τοῦ λαϊκοῦ οἰκουμενισμοῦ, στήν προώθηση δηλαδή ἀνάμεσα στούς ἁπλούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς κληρικούς καί λαϊκούς τῆς διδασκαλίας ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες κατέχουν μέρος τῆς ἀληθείας καί συνεπῶς, ὄχι μόνο δέν δικαιούμεθα νά ἀπορρίπτουμε τίς διάφορες διδασκαλίες τους, ἀλλά ἔχουμε χρέος ἱερό νά τίς ἀποδεχθοῦμε, ὥστε νά φθάσουμε κάποτε στήν ἐπιθυμητή, γιά τούς φορεῖς αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν σέ μία. Ἀποτελεῖ, ἄρα, πράξη μίσους, φανατισμοῦ ἤ «φονταμενταλισμοῦ», κατά τή μοντέρνα ὁρολογία, καί μισαλλοδοξίας ἡ ἐμμονή στά δόγματα, τούς κανόνες καί τίς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας μας καί ἡ ἀπόρριψη τῶν ὑπολοίπων ὁμολογιῶν καί δοξασιῶν, φαινόμενο πού, κατά τή συγγραφέα, ὀφείλεται σέ διάφορα κόμπλεξ καί φοβίες πού μᾶς διακατέχουν.

Πρέπει νά τονίσουμε ὅτι ἡ διδασκαλία αὐτή εἶναι ἡ θεμέλιος διδασκαλία τοῦ κινήματος τῆς «ΝΕΑΣ ΕΠΟΧΗΣ»[1], τό ὁποῖο διακηρύσσει ὅτι ὁ Θεός εἶναι παντοῦ καί τό ὁποῖο μεθοδεύει συστηματικά τήν ἕνωση τῶν θρησκειῶν καί τή δημιουργία τῆς ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΣ. Ἡ Ἀλήθεια, ὅμως, δέν εἶναι, οὔτε μπορεῖ νά γίνει διαπραγματεύσιμο μέγεθος. Τήν Ἀλήθεια μόνον ἐμεῖς ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί καί πάντα ὡς μέλη τῆς Μίας Ἁγίας Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας «κατέχουμε», καί μάλιστα καθ᾿ ὁλοκληρίαν, διότι δέν πρόκειται γιά μιά ἀφηρημένη ἤ ἀπρόσωπη ἔννοια, ἀλλά γιά τό ἴδιο τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου, πού σαφέστατα μᾶς φανέρωσε ὅτι Αὐτός εἶναι «ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή» (Ἰω. 14, 6).

Ἄς δοῦμε ὅμως τά πιό ἐμφανῆ καί ἀποκαλυπτικά σημεῖα πού ἐπαληθεύουν τόσο τήν ὕπαρξη ἑνός ἀνελέητου καί νεοεποχίτικου συγκρητισμοῦ, ὅσο καί τίς πλάνες τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι διάσπαρτες σ᾿ ὅλο τό βιβλίο, «μεταμφιεσμένες» ἐπιμελῶς σέ Ὀρθόδοξη πνευματικότητα.

 

Α. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΣΥΓΚΡΗΤΙΣΤΙΚΑ

Ὅπως προείπαμε, τό βιβλίο αὐτό προσπαθεῖ νά πείσει τόν ἀναγνώστη ὅτι οἱ χριστιανικές καί μή ὁμολογίες δέν ἀπέχουν πολύ ἀπό τήν ἀλήθεια. Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ διαφόρους τρόπους, ὅπως μέ τήν ἀναφορά σέ πάμπολλους ἀλλοθρήσκους καί ἑτεροδόξους φίλους τῆς γερόντισσας μέ τούς ὁποίους διατήρησε σχέσεις σ᾿ ὅλη της τή ζωή, χωρίς ὡστόσο νά τούς μεταστρέψει ἤ ἔστω νά καταβάλει τήν παραμικρή προσπάθεια. Ἀντίθετα, τούς θεωρεῖ συχνά καί ὡς ἁγίους (π.χ. σελ. 212 καί 407) ἤ ὑπόδειγμα χριστιανῶν (σ. 72)[2] καί γι᾿ αὐτό συνομιλεῖ μαζί τους γιά τόν Θεό (γιά ποιό Θεό ἄραγε;).

Ἄς ἀναφερθοῦμε, ὅμως, ἀναλυτικώτερα: Στή σελ. 15, ἕνας ἀγγλικανός «θεολόγος» ἀναγνωρίζει τήν «ἐν Χριστῷ ζωή της». Εἶναι αὐτονόητο πώς αὐτό προϋποθέτει κοινό βίωμα καί κοινή πίστη γιά τόν Χριστό, ἡ ὁποία φυσικά δέν μπορεῖ νά ταυτιστεῖ μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη, γιατί σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση ὁ ἀγγλικανός θά εἶχε ἐπίμονα ζητήσει καί λάβει τό ὀρθόδοξο Βάπτισμα.

Στή σελ. 27 ἀναρωτιέται ἡ συγγραφέας σέ τί θά μποροῦσε νά ἐνοχλεῖ τή γερόντισσα ἡ συνεργασία, ἀκόμα καί ἡ μισθοδοσία ἀπό Ἑβραίους; Πόσο εἶναι σύμφωνη ἡ τακτική αὐτή πού παρουσιάζεται ὡς ἀρετή καί προβάλλεται ὡς ἀπόδειξη τῆς ὑπέρμετρης ἀγάπης πού εἶχε ἡ γερόντισσα πρός ὅλους μέ τά λόγια τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου πού μᾶς λέει «εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε» (Β´ Ἰωάν. 10); Μήπως τελικά ἡ γερόντισσα διέθετε μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπ᾿ αὐτόν πού ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία ὀνόμασε «μαθητή τῆς ἀγάπης»;

Στή σελ. 33 βλέπουμε τή στενή σχέση τῆς γερόντισσας μέ τήν αἵρεση τῶν Κουακέρων[3]. Τό ἔργο τους στή Θεσσαλονίκη διαφημίζεται ὡς σπουδαῖο, ἐνῷ ἡ ἴδια κατέχει θέση διευθύντριας στή σχολή τους, ἀλλά καί διδασκάλου τοῦ Εὐαγγελίου. Ποιός ἀφελής θά μποροῦσε ποτέ νά πιστεύσει πώς ἄν οἱ ἀπόψεις της καί ἡ ἑρμηνεία πού ἔδιδε στό Εὐαγγέλιο δέν ταυτίζονταν ἀπόλυτα μ᾿ αὐτές τῆς αἱρέσεως, θά τῆς ἐμπιστεύονταν τίς δύο, ἀναμφισβήτητα, πιό εὐαίσθητες θέσεις σέ τέτοια αἵρεση; Παράλληλα, δίδεται στόν ἀναγνώστη ἡ ἐσκεμμένη ἐντύπωση πώς οἱ Κουάκεροι εἶναι ὁμάδα ὀρθοδόξων χριστιανῶν μέ σπουδαῖο μάλιστα ἔργο καί δραστηριότητες, ἐντύπωση ἐσφαλμένη καί ἄκρως ἐπικίνδυνη, ἀκόμα καί προσηλυτιστική. Στίς σελ. 40-41 παρουσιάζεται ἡ σχέση της μέ δύο ἀκόμη Κουάκερους, ἐνῷ φιλοξενεῖται καί στόν ξενῶνα τους (σελ. 46).

Στή σελ. 63 κάποιος μεθοδιστής ἱεραπόστολος ζητᾶ τίς προσευχές της γιά νά λάβουν καί ἄλλη χάρη ἀπ᾿ τόν Θεό. Αὐτό παραμένει ἀσχολίαστο καί διδάσκει γιά μιά ἀκόμη φορά πώς ἡ Χάρις δέν εἶναι προνόμιο τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ Χάρις ὅμως τοῦ Θεοῦ, τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἐνεργεῖ μόνο στούς κόλπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί «ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας» (Ἰδιόμελο τῆς Ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).

Στή σελ. 42 ὁ «θρασύς συγκρητισμός» ξεπερνάει κατά πολύ τά ὅρια, καθώς, ὅπως διαβάζουμε, ἡ Αὐρηλία, ἡ γερόντισσα ὡς λαϊκή, φεύγοντας γιά τήν Ἰνδία, πῆρε μαζί της μόνο δύο βιβλία. Τό ἕνα ἦταν τό Εὐαγγέλιο καί τό ἄλλο ἕνα βιβλίο τοῦ γκουρού Sivananda[4]. Καί ἐνῷ γιά τό Εὐαγγέλιο οὔτε λόγος γίνεται, τό βιβλίο τοῦ γκουρού τήν ἐνθουσιάζει τόσο πολύ, πού ψάχνει ἀπεγνωσμένα τόν συγγραφέα του. Αὐτός, μέ τή σειρά του, «ὡς ἐκ θαύματος» τήν ἀκολουθεῖ παντοῦ καί τήν βοηθᾶ πολύ περισσότερο στό ξεκίνημά της στήν Ἰνδία[5], γιά νά μᾶς ἀποδείξει, ἄτυπα ἔστω, πόσες δυνάμεις κρύβονται στόν Ἰνδουϊσμό καί στούς γκουρού, τίς ὁποῖες ἄν καί ἀγνοοῦμε, μποροῦμε ὅμως σταδιακά νά ἀνακαλύψουμε καί νά εὐεργετηθοῦμε ἀπ᾿ αὐτές.

Στή σελ. 50-51 γίνεται σύγκριση γκουρουϊστικῶν τεχνικῶν μέ ὀρθόδοξες ἀπόψεις. Θεωρεῖ, δηλαδή, ἡ γερόντισσα πώς στόν ὀρθόδοξο μοναχισμό, ὅπως καί στόν Ἰνδουϊστικό, εἶναι σύνηθες φαινόμενο ἡ προσπάθεια τοῦ ἀσκητοῦ νά γίνεται ἀόρατος ἀπ᾿ τούς ἀνθρώπους, πράγμα ἐντελῶς ξένο καί ἄγνωστο στή δική μας ἀσκητική παράδοση.

Στή σελ. 53 συγκρίνεται καί ἡ ἰνδουϊστική μέ τήν ὀρθόδοξη λατρεία, χωρίς νά ἀπουσιάζει ἀπό τόν κατάλογο τῶν «ὁμοιοτήτων» καί ἡ διαρκής ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ, πού δῆθεν ὑπάρχει καί στίς δύο λατρεῖες, μέ μοναδική διαφορά τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ πού ὁ ἀσκητής ἐπικαλεῖται[6]. Φυσικά, ἡ διαφορά εἶναι πολύ πιό οὐσιαστική, ἐνῷ ἔντεχνα περνᾶ καί πάλι τό μήνυμα ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες ἔχουν τήν ἀλήθεια, μέ μόνη διαφορά τό ὄνομα πού προσδίδουν στό Θεῖο.

Στή σελ. 54 διαφημίζεται ὁ Rama Krishna, ὡς ἐπηρεασμένος τάχα ἀπό τόν Χριστιανισμό, ἐνῷ στή σελ. 47 παρατίθενται ἀρκετά ὀνόματα μεγάλων γκουρού πού γνώρισε ἡ γερόντισσα, προφανῶς γιά νά ξέρουν ποῦ πρέπει νά ἀπευθυνθοῦν οἱ ἐνδιαφερόμενοι γιά τήν ἰνδική φιλοσοφία καί τίς τεχνικές της.

Λίγο πιό κάτω προσπαθεῖ ἡ συγγραφέας νά μᾶς πείσει ὅτι ἡ Ἑβραία φίλη της πίνει ἀπό τό σταυρωμένο νεράκι, ὅταν ταυτόχρονα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει ὅτι «Σταυρός Ἰουδαίοις σκάνδαλον».

Σέ τί ἀποσκοπεῖ ἡ παραπλάνηση αὐτή, παρά στό νά πιστεύσουμε ὅτι οἱ ὀπαδοί τῶν ἄλλων θρησκειῶν δέν διακατέχονται ἀπό τόν ἴδιο «φανατισμό» ἀπό τόν ὁποῖο διακατεχόμαστε ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι;

Ἀκόμα, γίνεται σύγκριση τοῦ μοναχισμοῦ μέ τήν ἀρχαία Ἑλλάδα, σέ μιά ἐποχή πού ἡ νεοειδωλολατρεία καί ἡ λατρεία τοῦ Δωδεκαθέου βρίσκεται σέ ἔξαρση καί ἰδιαίτερα στή χώρα μας (σ. 106).

Ἀλλοῦ ἡ γερόντισσα προσκαλεῖται νά προσευχηθεῖ μέσα σέ τζαμιά (σελ. 44), χωρίς νά ἀναφέρεται τό ἄν τελικά ἀποδεχόταν τήν πρόσκληση αὐτή, μολονότι ἡ πράξη αὐτή ἐπαινεῖται ἀπό τή συγγραφέα.

Πάντως ἡ προσκύνηση τῶν τζαμιῶν δέν ἀντιβαίνει στό πνεῦμα τοῦ βιβλίου, ἀφοῦ οἱ Μουσουλμάνοι, οἱ Ἰνδουϊστές ἀλλά καί οἱ Ἑβραῖοι ἔχουν τόν Θεό μέσα τους καί ὁδηγοῦνται ἀπό τό ἴδιο πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ ἴδια ἡ Γαβριηλία ὑποστηρίζει (σελ. 325)[7]. Ἀκόμα, ὁ Ραμασάντρα ἀναφέρεται ὡς σπουδαῖος ἄνθρωπος πού ζεῖ κατά Χριστόν (σελ. 234), ἐνῷ διαρκής εἶναι καί ἡ ἀναφορά στά χαρίσματα τοῦ Βaba Amte (σελ. 403). Γίνεται λοιπόν ἐμφανής ἡ ἄποψη τῆς Γαβριηλίας πώς ὅλοι μποροῦν νά ζοῦν καί νά πορεύονται κατά Χριστόν καί, συνεπῶς, εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστο τό ἄγιο Βάπτισμα καί ἔνδειξη μίσους ἡ ἀντίθετη ἄποψη.

Τά πιό χαρακτηριστικά, ὅμως, σημεῖα συγκρητισμοῦ στό βιβλίο εἶναι τά ἑξῆς:

α) Στή σελ. 101 ἀναφέρεται πώς, ἀφοῦ ἔγινε μοναχή καί κάποια μέρα συναντήθηκε μέ δύο Ἰνδούς μοναχούς ἀπό τό Ashram τοῦ Sivananda, αὐτοί τῆς εἶπαν: «Τώρα εἶσαι πραγματική ἀδελφή μας. Ράσο ἐσύ - ράσο ἐμεῖς». Στή φράση αὐτή συμπυκνώνεται ὅλη ἡ διδασκαλία τοῦ βιβλίου ἀλλά καί τῆς Νέας Ἐποχῆς. Μέ τόν τρόπο μάλιστα πού εἶναι διατυπωμένο, περνάει τό μήνυμα τόσο ὅτι ὡς ὀρθόδοξοι χρήζουμε μιᾶς ἀναγνωρίσεως ἀπό τά ἄλλα, πιό «πνευματικά» καί μυστικιστικά θρησκεύματα, ὅσο καί ὅτι οἱ Ἰνδοί, ὡς μεγαλόψυχοι καί ἀφανάτιστοι, μᾶς παρέχουν αὐτή τήν ἀναγνώριση καί ἀποδέχονται ἀπόλυτα τήν ἀσκητική μας πού λίγο φυσικά ἀπέχει ἀπό τή δική τους. Εἶναι ἡ βάση μιᾶς σύγκρισης μεταξύ τῆς δικῆς μας ἀσκητικῆς παραδόσεως καί τῆς ἰνδουϊστικῆς, δηλαδή τῆς γιόγκα καί τοῦ διαλογισμοῦ, μέ τήν προσευχή, ἰδιαίτερα τή νοερά προσευχή καί γενικῶς τήν ὀρθόδοξη λατρεία μας. Στά ἴδια, ἐξάλλου, πλαίσια, κινοῦνται καί οἱ σκέψεις τῆς γερόντισσας στή σελ. 245-246, ὅπου κι ἐκεῖ δέν παραλείπει, μέ μιά σκόπιμα μπερδεμένη πρόταση, νά μᾶς πεῖ ὅτι ἐκεῖνο πού σώζει εἶναι ἡ λιτότητα, ἡ πτωχεία καί ἡ στενή ὁδός, ἡ ὁποία ὅμως, συγκεκαλυμμένα παρακάτω, βιώνεται καί στά ὀρθόδοξα μοναστήρια καί στά Ἄσραμ[8].

β) Τό δεύτερο σημεῖο τό ἐντοπίζουμε στή σελ. 39. Ἐκεῖ ἀναφέρεται πώς ὡς Ἕλληνες τρέφουμε «ἔμφυτο» σεβασμό γιά τήν ἰνδική φιλοσοφία, γιατί καί οἱ Ἰνδοί, ὅπως κι ἐμεῖς, ἔχουν μιά ψυχική λεπτότητα, ἡ ὁποία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καλλιεργείας τους. Γράφει ἀκόμα πώς ὑπάρχουν στήν Ἰνδία σοφοί πού ἔχουν ὁλοκληρωτικά ἀφιερωθεῖ στόν Θεό, χωρίς τήν παραμικρή νύξη γιά τό γεγονός ὅτι δέν ὑπηρετοῦν τόν ἴδιο Θεό, τόν μοναδικό Θεό, πού διακονοῦμε ἐμεῖς. Πράγματι, ἄν λάβουμε τή λέξη Ἕλληνες μέ τή συνήθη ἁγιογραφική της σημασία ὡς εἰδωλολάτρες δηλαδή, τότε δέν μποροῦμε παρά νά συμφωνήσουμε. Ἄν ὅμως δεχθοῦμε ὅτι οἱ Ἕλληνες, ὡς Ρωμηοί, ὡς ὀρθόδοξος δηλαδή λαός, παραμείναμε ἀνέκαθεν ἀμετακίνητοι στήν πίστη καί στίς παραδόσεις μας, τότε τί κοινό μποροῦμε νά βροῦμε μεταξύ τοῦ Φωτός καί τοῦ σκότους, τῆς Ἀληθείας καί τοῦ ψεύδους καί τοῦ πατρός αὐτοῦ Διαβόλου; Ἀπολύτως καμμία, ἰδιαίτερα ἄν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν τό γεγονός ὅτι οἱ Πατέρες μας, οἱ σοφοί καί ἅγιοι, δέν δέχθηκαν νά βάλουν στό Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας οὔτε μία φορά ὁποιαδήποτε λέξη πού νά ἀρχίζει ἀπό τό γράμμα Ψ, ἀρχικό τῆς λέξεως «Ψεῦδος», διδάσκοντάς μας ὅτι καμμιά κοινωνία δέν μποροῦμε καί δέν πρέπει νά ἔχουμε μέ τό ψεῦδος καί ὅτι ἡ πίστη μας εἶναι ἡ μόνη πού δέν ἐμπεριέχει ἴχνος Ψεύδους, ἡ μόνη πού ἐμπεριέχει τήν Ἀλήθεια.

Πρέπει ὅμως νά τονίσουμε ὅτι πραγματικά σοφός εἶναι μόνον αὐτός πού κοινωνεῖ μέ τή σοφία τοῦ Θεοῦ, τήν ὄντως Σοφία, τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό καί γίνεται θεός κατά χάριν, πρᾶγμα πού ἀδυνατοῦν νά δεχθοῦν οἱ Ἰνδουϊστές, οἱ ὁποῖοι ἐλπίζουν μόνο στίς ἐσωτερικές τους δυνάμεις καί στή δυνατότητα αὐτοθεώσεως. Στή σελ. 184 τέλος, συγκρίνονται καί οἱ ἁγιασμένες μορφές τῶν Προφητῶν μέ τίς μορφές τῶν γιόγκι καί τῶν γκουρού.

Δέν πρέπει ὅμως νά ἐξαιρέσουμε ἀπ᾿ αὐτό τό κεφάλαιο καί τή «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ». Ἡ «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἕνα πασίγνωστο βιβλίο πού ἐκφράζει ὅλο τόν εὐσεβισμό καί τή λογικοκρατία τῆς Δύσεως καί πού καμμία σχέση δέν ἔχει μέ τήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καί τήν ὀρθόδοξη καί πατερική μίμηση Χριστοῦ. Τό βιβλίο αὐτό ἡ γερόντισσα τό ἀγαποῦσε ἰδιαιτέρως καθώς καί τόν συγγραφέα του, ὅπως φαίνεται στή σελ. 205, ὅπου συγκαταλέγεται ἡ «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ» στά βιβλία πού συνιστοῦσε στούς ἄλλους πρός μελέτη, καθώς καί στή σελ. 77, ὅπου συμβαδίζει μέ τόν συγγραφέα του, τόν Θωμᾶ Κεμπήσιο κι ἕναν ἀκόμη ἑτερόδοξο μοναχό. Ἄκρως κατατοπιστικό γιά τό θέμα αὐτό εἶναι ἕνα ἄρθρο τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου κ. Ἱεροθέου, ἑνός τῶν λογιωτέρων καί παραδοσιακῶν ἐπισκόπων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁ Σεβασμιώτατος μεταξύ ἄλλων ἀναφέρει: «Ἔχει ἀποδοθεῖ (ἐνν. ἡ Μίμηση τοῦ Χριστοῦ) στόν Θωμᾶ Κεμπήσιο, πού ὑπῆρξε ἕνας παπικός ἀσκητικός συγγραφέας... Φαίνεται ὅτι τό βιβλίο αὐτό εἶναι ἐντεταγμένο μέσα στά δυτικά πλαίσια καί ἐκφράζει τήν πνευματικότητα τοῦ δυτικοῦ ἀνθρώπου... Μπορεῖ κανείς νά διαπιστώσει ὅτι ἡ μετάφρασή του μέ τήν παράλληλη παραθεώρηση τῶν νηπτικῶν πατερικῶν κειμένων συνετέλεσε στή δυτικοποίηση τῶν Ὀρθοδόξων. Βέβαια εἶναι γεγονός ὅτι ὅταν κανείς διαβάσει τή «Μίμηση τοῦ Χριστοῦ» θερμαίνεται συναισθηματικά, ἀλλ᾿ ὅμως ἐκτρέπεται, χωρίς νά τό καταλάβει, ἀπό τή γνήσια ἔκφραση τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως...».

Φρονοῦμε, λοιπόν, πώς καί τό βιβλίο πού μελετᾶμε ἔχει τίς ἴδιες ἀκριβῶς καί ἀκόμα ἐπιβλαβέστερες ἐπιδράσεις, γιατί ἐκτός ἀπό τό νοσηρό συναισθηματισμό, τόν ὁποῖο ἐκπέμπει, προβάλλει καί ἐπικίνδυνες τεχνικές καί δοξασίες. Συνιστοῦμε, συνεπῶς, ἀνεπιφύλακτα καί τήν ἀνάγνωση τοῦ συγκεκριμένου ἄρθρου[9].

Ἀναφέραμε μερικά μόνο σημεῖα τοῦ βιβλίου, στά ὁποῖα ἐπιχειρεῖται νά συγκριθεῖ ἡ ὀρθόδοξη μέ τήν ἰνδουϊστική «πνευματικότητα», μεταξύ τῶν ὁποίων, δυστυχῶς, δέν ἀνευρίσκεται ἀπό τή συγγραφέα καμμία διαφορά. Μιά ὅμως προσεκτική καί ἀπαλλαγμένη προκαταλήψεων ματιά, ἀπό ἕνα «κριτικό» μάτι θά ἀνασύρει, σχετικά εὔκολα, ἄπειρα τέτοια σημεῖα, ἀφοῦ αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου.

 

Β. «ΜΕΤΡΑ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ»

Εἶναι μαθηματικῶς βέβαιο, ὅμως, πώς ἄν ὅλα αὐτά τά στοιχεῖα δίδονταν στόν ἀναγνώστη χωρίς τήν ἀπαραίτητη ἐπικάλυψη, τότε δύσκολα θά ἔπεφτε στήν παγίδα. Γιά τόν λόγο αὐτό, ἡ συγγραφέας ἔχει φροντίσει νά πάρει τά κατάλληλα, ψυχολογικά κυρίως, μέτρα ἀσφαλείας, ὥστε δύσκολα κάποιος νά ὑποψιαστεῖ μήπως ὅλα αὐτά δέν εἶναι καί τόσο σωστά ἤ ὀρθόδοξα. Ἐκτός λοιπόν ἀπό τό συγκεκαλυμμένο τρόπο μέ τόν ὁποῖο δίδονται κάποιες πληροφορίες ἀλλά καί τόν καταιγισμό μέ αὐτές, ἔτσι ὥστε ὁ ἀναγνώστης νά μήν προλαβαίνει νά τίς ἐπεξεργάζεται, θά ἀναφέρουμε δειγματοληπτικά μερικά από τά ψυχολογικά «μέτρα ἀσφαλείας».

Στή σελ. 44 ἀναφέρεται ἡ πρόσκληση πρός τή γερόντισσα νά προσκυνήσει στά μικρά τζαμιά τῶν ξενοδοχείων, τονίζεται ὅμως ταυτόχρονα πώς αὐτό ἀποτελεῖ ἡρωϊκή πράξη «στή δική μας ἐποχή τοῦ Φονταμενταλισμοῦ». Αυτομάτως, λοιπόν χαρακτηρίζεται φονταμενταλιστής ὅποιος δέν δεῖ καί μέ καλό μάτι τήν πράξη αὐτή.

Στήν ἑπόμενη σελίδα ἀναφέρεται ἡ συγγραφέας στά λόγια κάποιου ἱεράρχου, ὁ ὁποῖος λέει πώς «ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί κινδυνεύουμε μόνο ἀπό τίς ἀδυναμίες μας». Ἄρα λοιπόν εἶναι ἀδύνατοι στήν πίστη ὅσοι, ἀκολουθώντας τήν τακτική τῶν Πατέρων καί τῆς Ἐκκλησίας δέν ἀναπτύσσουν ἰδιαίτερες σχέσεις μέ αἱρετικούς καί ἀλλοθρήσκους καί κυρίως δέν συμπροσεύχονται μ᾿ αὐτούς, κατά τόν ἱεράρχη αὐτόν. Ἀντιθέτως εἶναι πολύ πιστοί, ὅσοι κυριολεκτικά, διαπραγματεύονται τόν Θεό καί τήν Ἀλήθεια. Μέ τά λόγια αὐτά, καί μάλιστα ἀπό τό στόμα ἑνός ὀρθοδόξου ἀρχιερέως πιστεύει ἡ συγγραφέας καί δυστυχῶς ἐν μέρει δικαιολογημένα πώς θά ἐξαλείψει κάθε ἐνδεχόμενη ἀντίρρηση. Μήπως, ὅμως, εἶναι προτιμότερο γιά μᾶς νά ὑπακούσουμε στά λόγια τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, πού ἀναφέραμε στήν εἰσαγωγή, ἀλλά καί τοῦ ἰδίου τοῦ Κυρίου πού παραγγέλει: «Προσέχετε ἀπό τῶν ψευδοπροφητῶν» (Ματθ. 7, 15), παρά σέ ἕναν ἱεράρχη, ὅποιος κι ἄν εἶναι αὐτός; Πῶς εἶναι δυνατόν, ἐξάλλου, νά πιστεύσουμε πώς ἀμέτρητοι ξένοι εἶδαν τό φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως ἀναφέρεται λίγο πιό κάτω, ὅταν δέν κατονομάζονται παρά μόνον ἕνας ἤ δύο; Δέν θά ἔκανε ἡ συγγραφέας συστηματική ἀναφορά στίς πραγματικές ἐπιτυχίες τῆς Γαβριηλίας ὅταν κάνει τό ἴδιο γιά ὅλες τίς πλάνες της; Δέν ἔχει γίνει ἤδη κατανοητό πώς ἡ ὁποιαδήποτε προσπάθεια μεταστροφῆς ἀλλοθρήσκων καί ἑτεροδόξων στήν Ὀρθοδοξία ἐκλαμβάνεται ἀπό τή γερόντισσα ὡς δεῖγμα φανατισμοῦ;

Στή σελ. 49 γράφεται πώς ἡ γερόντισσα ἔγινε ἕνα «παράθυρο στήν Ὀρθοδοξία» γιά τούς ἄλλους καί στόν κόσμο γιά ἐμᾶς, ἀνοίγοντας ἕνα βαθύ ρῆγμα στήν «ἐπίκτητη φοβία μας». Τονώνει δηλαδή ἡ συγγραφέας τόν ἐγωϊσμό μας, ὥστε νά λειτουργήσει ἀνασταλτικά πρός τίς ἐνστάσεις μας, ἀφοῦ κανείς δέν θέλει νά κουβαλάει τόν τίτλο τοῦ φοβισμένου.

Στή σελ. 122 προλαμβάνονται γιά μιά ἀκόμη φορά πιθανές ἀντιρρήσεις, ἀφοῦ ἡ συγγραφέας μᾶς λέει πώς ἡ Γαβριηλία ἦταν ἡ μόνη πού εἶχε τό θάρρος γιά τέτοιου εἴδους ἀνοίγματα καί πώς οἱ ὑπόλοιποι μοναχοί μας δέν εἶναι καί τόσο ἐργατικοί, ἀλλά παραμένουν κλεισμένοι στό μοναστήρι τους καθώς καί ὅτι ἡ γερόντισσα εἶχε τήν εὐλογία γιά κάτι τέτοιο, ἀπό ἕναν ἀναγνωρισμένο γέροντα (τόν π. Αμφιλόχιο). Ὡστόσο, ὁ γέροντας αὐτός ἔχει κοιμηθεῖ πολύ ἐνωρίτερα (1976) ἀπό τήν πρώτη ἔκδοση τοῦ βιβλίου (1996), ὅπως, βέβαια, καί πολλοί ἄλλοι πού ἀναφέρονται σ᾿ αὐτό γιά νά στηρίξουν τήν ἁγιότητα τῆς γερόντισσας Γαβριηλίας. Τό γεγονός αὐτό σέ συνδυασμό μέ ἄλλα στοιχεῖα πρέπει νά μᾶς βάλει σέ ὑποψίες γιά τά κίνητρα τῆς συγγραφέως.

Τέλος, στή σελ. 288, παρερμηνεύεται ἡ ἀγάπη πού ὀφείλουμε πρός ὅλους καί προβάλλεται ἡ γερόντισσα ὡς ὁμολογήτρια τῆς πίστεως, ἐνῷ ὅσοι διαφωνοῦν ὀνομάζονται διῶκτες τῆς ἀγάπης. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νά ξεφύγουμε ἀπ᾿ ὅλες τίς παραπάνω καλοστημένες παγίδες. Ἄς ἀπαντήσουμε στίς κατηγορίες πού κινδυνεύουμε νά ἑλκύσουμε, διαφωνώντας μέ τίς τακτικές αὐτές (φανατικός, φονταμενταλιστής, φοβισμένος, ἄπιστος, μισαλλόδοξος κ.ἄ.), μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελιστοῦ τῆς ἀγάπης πού ἤδη ἀναφέραμε, ἀλλά καί τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού μᾶς παρακαλεῖ «σκοπεῖν τούς τάς διχοστασίας καί τά σκάνδαλα παρά τήν διδαχήν ἥν ὑμεῖς ἐμάθετε ποιοῦντας καί ἐκκλίνατε ἀπ᾿ αὐτῶν» (Ρωμ. 16, 17), πού μᾶς ξεκαθαρίζει ὅτι «οὐ θέλω δέ ὑμᾶς κοινωνούς τῶν δαιμονίων γίνεσθαι» (Α´ Κορ. 1, 20) καί μᾶς ἐφιστᾶ τήν προσοχή «μή τις ὑμᾶς συλαγωγῶν διά τῆς φιλοσοφίας καί κενῆς ἀπάτης κατά τήν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων καί οὐ κατά Χριστόν» (Κολ. 2, 8). Ἄς ἀπαντήσουμε ἀκόμα μέ τά λόγια τῶν πνευματοφόρων Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι ξεκάθαρα μᾶς προειδοποιοῦν λέγοντας ὅτι «εἴ τις κληρικός ἤ λαϊκός εἰσέλθῃ εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν, προσεύξασθαι καί καθαιρείσθω καί ἀφοριζέσθω» (Κανών ΞΕ´ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων)[10]. Τίθεται λοιπόν τό ἐρώτημα: Ἡ γερόντισσα Γαβριηλία εἶχε μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπ᾿ αὐτή τῶν Πατέρων, τῶν Ἀποστόλων ἀκόμα καί τοῦ Κυρίου; Σέ ποιόν, τελικά, ὀφείλουμε νά ὑπακούσουμε καί ποιόν νά ἐμπιστευθοῦμε καί νά ἀκολουθήσουμε, τήν ἴδια τήν Ἀλήθεια ἤ μία πλανεμένη μοναχή;

 

Γ. ΙΝΔΟΥΪΣΜΟΣ - ΓΚΟΥΡΟΥΪΣΜΟΣ

Ἄς περάσουμε ὅμως σέ κάτι πιό ἐπικίνδυνο καί σημαντικό. Ἕνα ἀπό τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα τῆς Νέας Ἐποχῆς εἶναι ἡ ἀντιστροφή χριστιανικῶν ὅρων. Αὐτό, πολύ ἁπλᾶ, σημαίνει πώς οἱ διάφορες ὁμάδες τῆς Νέας Ἐποχῆς παίρνουν ἕναν ὅρο συνηθισμένο στήν ὀρθόδοξη πνευματικότητα καί τοῦ προσδίδουν νόημα τελείως διαφορετικό καί ξένο. Παίρνουν π.χ. τόν ὅρο προσευχή καί τόν ταυτίζουν μέ τό περιεχόμενο τοῦ ὅρου διαλογισμός γιά νά ἑλκύσουν τά ἀνυποψίαστα θύματά τους εὐκολώτερα, κάμπτοντας πιθανούς ἐνδοιασμούς καί παρασύροντας, εἰ δυνατόν, καί τούς ἐκλεκτούς, ἀφοῦ γίνεται λόγος γιά χριστιανικές ἀρετές καί μεθόδους. Τό φαινόμενο τῆς ἀντιστροφῆς εἶναι πολύ σύνηθες καί στό βιβλίο αὐτό. Μέ ἔξυπνο ὁμολογουμένως τρόπο, ἑτοιμάζεται ὁ ἀναγνώστης νά δεχθεῖ τήν ἰνδουϊστική φιλοσοφία καί ζωή, ἐφόσον μάλιστα παρουσιάζεται ὡς γνήσια μορφή ὀρθοδόξου πνευματικότητος, κατηχεῖται καί σταδιακά μυεῖται, ἀκουσίως μάλιστα, σ᾿ αὐτήν καί κινδυνεύει νά απομακρυνθεῖ ἀπό τή ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἤ νά παραμείνει τυπικά σ᾿ αὐτή, προσκυνώντας ἄλλους θεούς, δαίμονες στήν πραγματικότητα, πού θά ἀποκτοῦν αὐξανόμενη ἐξουσία πάνω του, ἀποξενώνοντάς τον ἀπό τή Θεία Χάρη καί ἀμαυρώνοντάς του τόν χιτῶνα τοῦ Βαπτίσματος. Ὅμως, «οὐδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24). Θά ἐξετάσουμε τά σημεῖα τοῦ βιβλίου ὅπου γίνεται ἀντιστροφή κάποιων ὅρων, ἀντιπαραβάλλοντάς τα μέ σχετικά ἀποσπάσματα ἀπό τά βιβλία τοῦ π. Αντωνίου Ἀλεβιζοπούλου[11].

Στή σελ. 3 ἡ συγγραφέας εὔχεται νά μᾶς «μυήσει» – καί ἔχει μεγάλη σημασία ὁ ὅρος – στήν ἀσκητική τῆς ἀγάπης, ἕνα ποίημα πού βρέθηκε στά χαρτιά τῆς γερόντισσας, καί ὅλο τό βιβλίο νά μᾶς ἀνοίξει ἕνα παράθυρο στόν οὐρανό της. Κατ᾿ ἀρχήν εἶναι γνωστό ὅτι τή λέξη μύηση τή χρησιμοποιοῦμε ὅταν μεταδίδουμε σέ κάποιον «ξένο», κάτι ἀπό τίς δικές μας ἐμπειρίες καί μάλιστα θρησκευτικές ἐμπειρίες, ὅταν δηλαδή τόν εἰσάγουμε σταδιακά στά δικά μας μυστήρια, στή λατρεία τοῦ δικοῦ μας Θεοῦ. «Στή μύηση ἀνήκει τό νά ἀκολουθεῖ ὁ μαθητής τίς ἐντολές τοῦ γκουρού του, ἀνεξάρτητα ἄν ζεῖ κοντά στόν γκουρού ἤ ὄχι»[12]. Ἴσως ὁ παραλληλισμός αὐτός νά φαντάζει ὑπερβολικός, ἀλλά πιστεύουμε πώς στή συνέχεια θά δικαιολογήσετε τίς ὑποψίες μας. Διαβάζουμε, ἐξάλλου, πώς ἡ μύηση θά γίνει στήν ἀσκητική τῆς ἀγάπης. Ἐδῶ πρέπει νά ἀναφέρουμε πώς ὁ διάσημος σ᾿ ὁλόκληρο τόν κόσμο, γκουρού Σάϊ Μπάμπα, πιστεύει πώς «ὑπάρχει μόνο μία θρησκεία, ἡ θρησκεία τῆς Ἀγάπης... ὑπάρχει μόνο μιά γλῶσσα, ἡ γλῶσσα τῆς καρδιᾶς»[13]. Πρόκειται γιά πεποιθήσεις πού ταυτίζονται, δυστυχῶς, ἀπόλυτα μ᾿ αὐτές τῆς γερόντισσας. Ἀκόμα οἱ ὑποψίες μας ἐνισχύονται ἀπό τό γεγονός ὅτι κατά τόν πατέρα τῆς θετικῆς σκέψης[14]... «ὁ ἄνθρωπος δημιουργεῖ τό δικό του οὐρανό καί τή δική του κόλαση»[15]. Πρέπει νά θεωρήσουμε τυχαῖες συμπτώσεις καί μάλιστα σέ μιά παραγραφούλα, πού τυγχάνει(;) νά εἶναι ἡ πρώτη τοῦ βιβλίου; Στό τέλος μάλιστα τῆς παραγράφου αὐτῆς ἀναφέρεται πώς ἐκεῖνος (ἐνν. ὁ οὐρανός της;) εἶναι τό πεπρωμένο μας! Δέν μᾶς ἐκπλήσσει αὐτό, ἀφοῦ «κάρμα σημαίνει δράση καί ἡ δράση εἶναι ἀναπόφευκτη... καί μ᾿ αὐτή τήν ἔννοια τό πεπρωμένο μας εἶναι ἤδη ἀποφασισμένο»[16], καθώς «κάθε ἄνθρωπος παίζει τό ρόλο του πού εἶναι λεπτομερειακά καθορισμένος στήν προσωπική ταινία τῆς ζωῆς του, κι αὐτός ὁ ρόλος ἀλλάζει συνεχῶς ἀπό ζωή σέ ζωή»[17], λόγια πού σχεδόν αὐτούσια ἐπαναλαμβάνει ἡ γερόντισσα στή σελ. 396[18].

 

Γλωσσολαλιά

Στή σελ. 10 ἀναφέρονται τά «χαρίσματα» τῆς γερόντισσας, μεταξύ τῶν ὁποίων δέν λείπει καί τό «χάρισμα» τῆς γλωσσολαλιᾶς. «Τό φαινόμενο τῆς γλωσσολαλιᾶς δέν εἶναι καινούργιο. Εἶναι γνωστό στήν ἀρχαία Ἑλλάδα (Πυθία) καί σέ ἄλλες ἐξωχριστιανικές θρησκεῖες, π.χ. μεταξύ τῶν Δερβίσηδων... Στήν Ἀγγλία τό φαινόμενο παρουσιάστηκε στούς Κουακέρους καί στούς Μεθοδιστές, στούς Μορμόνους καί σέ ἄλλες ἀμερικανικές αἱρέσεις»[19]. Ἀπό τά παραπάνω συμπεραίνουμε μέ ἀσφάλεια ἀπό ποῦ κληρονόμησε τό «χάρισμα» ἡ γερόντισσα, ἀφοῦ τόσο πολύ συνδέθηκε μέ τούς Κουακέρους καί τούς Μεθοδιστές. «Τό φαινόμενο τῆς αὐτονομίας τῆς γλώσσας πού μιλάει ἀνεξάρτητα ἀπό τό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἀποτελεῖ γιά τίς ὁμάδες αὐτές ἀπόδειξη τοῦ βαπτίσματος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[20].

 

Χορτοφαγία

Φεύγοντας ἀπό τήν εἰσαγωγή πηγαίνουμε στή σελ. 28. Ἐκεῖ γράφει πώς ἡ γερόντισσα ἔμεινε ἀρχικά μέ κάποια κυρία Bright, κοντά στήν ὁποία ἔγινε ὑποχρεωτικά χορτοφάγος. Πρέπει ἐδῶ νά σημειώσουμε τήν ὑποκρισία τῆς συγγραφέως, τήν παραπλάνηση καί τίς ἀντιφάσεις σχετικά μέ τό βίο τῆς Γαβριηλίας. Γίνεται δηλαδή προσπάθεια νά πειστεῖ ὁ ἀναγνώστης ὅτι ἡ χορτοφαγία δέν ἔχει σχέση μέ θρησκευτικά «πιστεύω», ἀλλά σχεδόν τῆς ἐπιβλήθηκε ἀπό τίς συνθῆκες. Ἄν ὅμως τά πράγματα ἔχουν ἔτσι, γιατί ὄχι ἁπλῶς μετεῖχε, ἀλλά προσκλήθηκε σέ συνέδριο ὑγιεινῆς διατροφῆς καί φυσικῆς θεραπείας, τό ὁποῖο ἀποτελοῦσε ἔμπνευση τοῦ ἰδίου τοῦ Γκάντι (σελ. 67-68); Ποιός θά μποροῦσε νά ξέρει ὅτι εἶναι χορτοφάγος, ἀφοῦ τῆς ἐπιβλήθηκε; Γιατί (σελ. 91) ἀκόμα καί στό μοναστήρι δέν ὑπακούει καί δέν μετέχει στήν κοινή τράπεζα ἀλλά, ὅπως μέ περιφρόνηση πρός τίς ἄλλες μοναχές ἀναφέρει ἡ συγγραφέας, «ταραμάδες καί βακαλάους δέν τρώει ἐκείνη»;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι μία: Ahimsa (μή-βία). «Αὐτή ἡ μή-βία, ἡ Ahimsa, περιλαμβάνει ὅλες τίς ἐκφράσεις τῆς δημιουργίας, ἀκόμα καί τά ἔντομα καί τά ζῶα καί τά φυτά», γιατί «μέ τό νά βλάπτει κανείς κάποιον ἤ κάτι ἄλλο, δέν κάνει τίποτε ἄλλο παρά νά βλάπτει ἀκριβῶς τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του»[21]. Σύμφωνα μ᾿ αὐτές τίς ἀπόψεις, οἱ Τζαϊνιστές μοναχοί ἀπαγορεύεται νά τρῶνε στό σκοτάδι καί χωρίς κάλυμμα στό στόμα τους, γιά νά μή φᾶνε κατά λάθος κάποιο ἔντομο. Εἶναι ἄσχετο μ᾿ ὅλα αὐτά τό γεγονός ὅτι ἡ ἴδια μαλώνει κάποιον πού σκότωσε ἕνα κουνούπι (σελ. 134-135); ὅτι στέλνει μέ τά πνευματικοπαίδια(;) της χαιρετισμούς σέ συγκεκριμένα δέντρα τῶν ὁποίων τά κλαδιά κρατάει; ὅτι λυπᾶται τόσο πολύ γιά τά φυτά πού μαραίνονται καί μάλιστα τά θάβει ἀντί νά τά πετάει, ὅταν φυσικά δέν τά ἀνασταίνει, ὅπως στή σελ. 58; Πολύ δέ περισσότερο πῶς εἶναι ἄσχετη ἡ ἄποψή της πώς ἄν κουρασμένοι πιάσουμε ἕνα δέντρο, αὐτό θά μᾶς δώσει ἀπ᾿ τή δύναμή του πού τοῦ δίνει ὁ Θεός (σελ. 134);

 

Ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου

Ὅλα τά παραπάνω μᾶς παραπέμπουν στή λεγόμενη «ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου», ἡ ὁποία περιλαμβάνει ἀκόμα καί τόν Θεό καί ἡ ὁποία προβάλλεται ἀπ᾿ ὅλες τίς κινήσεις καί ὁμάδες τῆς Νέας Ἐποχῆς. «Ὁ Θεός δέν ἐκλαμβάνεται ὡς Πρόσωπο· ταυτίζεται μέ τό Παγκόσμιο ἤ Συμπαντικό Πνεῦμα ἤ τή ζῶσα ἐνέργεια τοῦ σύμπαντος πού προβάλλεται σέ ποικίλες μορφές. Ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος εἶναι προβολή αὐτῆς τῆς Κοσμικῆς Ὑπερσυνειδητότητας»[22], «ἀκόμα καί ἡ διατροφή ἐπιλέγεται μέ κεντρικό σκοπό τή διεύρυνση τῆς συνειδητότητας»[23], «ἀναζητοῦμε ἕνα τρόπο ὕπαρξης τῆς ἁρμονίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἑαυτό του καί μέ ὅλα τά ζῶντα ὄντα, μέ τή φύση καί τόν κόσμο»[24], γιατί «τά πάντα εἶναι συμπυκνωμένες ποσότητες ἐνέργειας»[25]. Ἴσως καί πάλι φαντάζουν ὑπερβολικές οἱ σκέψεις μας σέ μερικούς. Αὐτοί ὅμως ἄς μᾶς ἐξηγήσουν γιατί ἡ γερόντισσα μᾶς παροτρύνει: «Ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ᾿ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καί ἐξ᾿ ὅλης τῆς διανοίας σου» καί σπεύδει νά ἐπεξηγήσει: «τό σύμπαν δηλαδή» (σελ. 199); Ἄρα, κατ᾿ αὐτήν, ταυτίζεται τό σύμπαν μέ τόν Θεό, ἡ κτίσις μέ τόν Κτίσαντα, γεγονός πού ἀποδεικνύει τήν υἱοθέτηση ἐκ μέρους της τῆς ὁλιστικῆς θεωρήσεως τοῦ κόσμου πού, ὅπως ἤδη εἴπαμε, διδάσκει περιληπτικά πώς «Δέν ὑπάρχει κανένας διαχωρισμός, τά πάντα εἶναι ἕνα καί μ᾿ αὐτό τό ἕνα ταυτίζεται ὁ ἄνθρωπος»[26]. Μάλιστα ἀποκαλεῖ τόν ἄνθρωπο «Θήραμα» καί διερωτᾶται στή σελ. 489 πῶς μποροῦμε νά τρῶμε κρέας ἐνῷ τό ζῶο ὑποφέρει καί μαρτυρεῖ. Ἀσφαλῶς θά ἀγαποῦσε τά ζῶα περισσότερο ἀπό τόν ἴδιο τό Δημιουργό τους, ὁ ὁποῖος εἶπε στόν ἀπόστολο Πέτρο «θῦσον καί φάγε» (Πράξ. 1, 13) καί στόν Ἀδάμ «Ὅ ἐστίν ζῶν, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν» (Γέν. 9, 23). Θά τά ἀγαποῦσε περισσότερο ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο πού ἔγραψε στόν Τιμόθεο ὅτι «πᾶν κτίσμα Θεοῦ καλόν καί οὐδέν ἀπόβλητον μετά εὐχαριστίας λαμβανόμενον (Α´ Τιμ. 4, 4), ἀκόμα καί ἀπό τήν Ἐκκλησία μας πού, βασισμένη σ᾿ αὐτά, καθαιρεῖ τούς κληρικούς οἱ ὁποῖοι «διά βδελυρίαν ἀπέχουν τοῦ κρέατος καί ὄχι γιά ἄσκηση» (ΝΑ´ καί ΝΓ´ ἁγ. Ἀποστόλων, ΙΔ´ Ἀγκύρας). Πρέπει νά ποῦμε ἐδῶ ὅτι ἡ ὁλιστική θεώρηση σχετίζεται στενά μέ τή χορτοφαγία. Ἐνδεικτικά γι᾿ αὐτό τόν συσχετισμό εἶναι τά λόγια τοῦ γκουρού Σάϊ Μπάμπα πού λέει μυώντας ἀκόμα καί 7χρονα παιδιά στή χορτοφαγία: «εἶσαι ὅ,τι τρῶς»[27].

Μέ τήν ὁλιστική θεώρηση συνδέεται ἐπίσης στενά καί ἡ ἄποψη τῆς Γαβριηλίας πώς τό μαῦρο ροῦχο φορεμένο κατάσαρκα ἀφαιρεῖ τή ζωτικότητα τοῦ ἀνθρώπου[28] (γράφε ζωτική ἤ συμπαντική ἐνέργεια), πού ἀντιτίθεται στήν υἱοθέτηση ἀπό τήν Ἐκκλησία τοῦ μαύρου χρώματος ὡς ἱερατικοῦ, ὡς χρώματος δηλαδή πού «ἀναπαύεται» σέ ἀνθρώπους φορεῖς τοῦ ἁγίου Πνεύματος, τῆς μοναδικῆς ἀληθινῆς Ζωτικότητος (Τό Ζωοποιόν).

 

Yama

Λανθασμένη ὅμως καί σαφῶς ἀντιεκκλησιαστική εἶναι καί ἡ πεποίθηση τῆς γερόντισσας πώς τό σέξ, ἀκόμα καί μέσα στό γάμο, εἶναι ἀντιθεϊκό (σελ. 386). Αὐτό στόν Ἰνδουϊσμό ὀνομάζεται Yama καί ἀποτελεῖ τό πρῶτο στάδιο τῆς γιόγκα, ἐντασσόμενο στήν αὐτοσυγκράτηση[29]. Φυσικά τό Yama ἔρχεται σέ ἀντίθεση μέ τά λόγια τοῦ Θεοῦ πρός τούς πρωτοπλάστους σχετικά μέ τήν ἀναπαραγωγή τοῦ γένους, μέ ὁλόκληρη τήν Παλαιά καί τήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά καί τούς κανόνες τῶν Πατέρων[30]. Ὅλα αὐτά ὅμως δέν μᾶς ξαφνιάζουν διόλου. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἔχει ἀρκούντως προειδοποιήσει γιά τίς ἀπόψεις τῆς γερόντισσας καί κάθε γερόντισσας, γράφοντας πρός τόν Τιμόθεο: «Τό δέ Πνεῦμα ρητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καί διδασκαλίαις δαιμονίων... κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων ἅ ὁ Θεός ἔκτισεν εἰς μετάληψιν μετά εὐχαριστίας τοῖς πιστοῖς καί ἐπεγνωκόσι τήν ἀλήθειαν» (Α´ Τιμ. 4, 1-3).

 

Ἀνυπαρξία - Νέκρωσις

Μιά ἄλλη ἐπικίνδυνη ἰνδουϊστική ἄποψη πού διαχέεται στό βιβλίο εἶναι ὅτι ὁ σκοπός τῶν Χριστιανῶν εἶναι ἡ ἀνυπαρξία. Εἶναι, φανταζόμαστε, περιττό νά ποῦμε πώς αὐτό εἶναι ἐντελῶς ἐσφαλμένο καί μαρτυρεῖ ἰνδουϊστική ἀντίληψη τῶν πραγμάτων. Διαβάζουμε σχετικά στή σελ. 39: «εἶχα πεθάνει» καί πιό κάτω: «σέ λίγα λεπτά, ἡ νέκρωσις». Τί σημαίνει ἡ λέξη «νέκρωσις»; Ἄν ὁ ὅρος ταυτίζεται μέ τόν πατερικό ὅρο «νέκρωσις τῶν παθῶν», τότε πραγματικά ἐνιστάμεθα. Ἀποτελεῖ μεγίστη πλάνη τό νά πιστεύει κάποιος πώς αὐτό πού οἱ Πατέρες μας πέτυχαν, χωρίς μάλιστα νά τό ἀναγνωρίζουν, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί σκληρούς ἀσκητικούς ἀγῶνες δεκάδων χρόνων, ἀποσυρόμενοι ἀκόμα καί στά βάθη τῆς ἐρήμου, τό πέτυχε ἡ γερόντισσα Γαβριηλία σέ λίγα μόνο λεπτά τῆς ὥρας καί χωρίς νά καταβάλει τόν παραμικρό κόπο. Ἄλλωστε ἡ ἀκοπίαστη μεταστροφή ὑπό τόν ὅρο «ἀναγέννηση» εἶναι πολύ «in» στόν προτεσταντικό χῶρο[31], τά διάφορα μέρη τοῦ ὁποίου γνώρισε ἀπό πολύ κοντά ἡ Γαβριηλία. Τόν ἴδιο, σημειωτέον, ὅρο, χρησιμοποιεῖ καί ἡ συγγραφέας στή σελ. 193 ἀλλά καί στήν 3, ταυτίζοντάς τον μάλιστα μέ τή «νέκρωση» πού εἴδαμε πιό πάνω. Παρόμοια ὅμως συναντᾶμε καί σ᾿ ἄλλα σημεῖα τοῦ βιβλίου: Στή σελ. 215 ἡ γερόντισσα δέν κρυώνει, δέν πεινάει καί δέν τήν ἐνοχλοῦν τά καυσαέρια, διότι δέν ὑπάρχει· παρερμηνεύει μάλιστα τά λόγια τοῦ ὁσίου Νείλου πού ἀναφέρονται στην ταπείνωση, γιά νά στηρίξει τό ἰνδουϊστικό δόγμα τῆς νεκρώσεως. Στή σελ. 356 δίνει ὁδηγίες γιά νά φτάσουμε στό σημεῖο ἐκεῖνο πού δέν θά ἔχουμε ὑπόσταση[32]. Στή σελ. 365 ἀναφέρει ξανά πώς δέν ὑπάρχει(!), στή σελ. 153 μιλάει γιά ἀπάθεια ταυτίζοντάς την μέ τήν ἀναισθησία καί δέχεται τό πεπρωμένο ἀλλά καί τή μετεμψύχωση («ἄν ἤθελε ὁ Θεός μποροῦσε νά μέ κάνει ἄλλο πρᾶγμα»), ἐνῶ θεωρεῖ τήν ἀκινησία μεγάλη πρόοδο στήν πνευματική ζωή[33].

Ὡστόσο, οὔτε αὐτά δέν μᾶς εἶναι ἄγνωστα. «Κατά τόν Σάϊ Μπάμπα, ὅποιος ἀποκτήσει τήν πραγματική Εἰρήνη καί τήν βιώσει δέν νοιώθει καθόλου τήν ταραχή καί τή σύγχυση πού ἐπικρατεῖ στόν κόσμο... Εἰρήνη σημαίνει παραίτηση ἀπό τίς δραστηριότητες τῶν αἰσθήσεων, δηλαδή τό νά μή βλέπει κανείς τί γίνεται γύρω του, νά μήν ἀκούει, νά μήν αἰσθάνεται... νά μήν ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι ὑπάρχει»[34]. «Ἀλλά καί ἄν ἕνα ὄν ἐπιστρέψει στήν ἀνεκδήλωτη κατάσταση τοῦ ΕΝΟΣ, δηλαδή στή μή-ὕπαρξη καί στήν ἀνάπαυση, θά ἀρχίσει πάλι τήν ἴδια περιπέτεια, γιατί κάθε πρᾶγμα ὑπόκειται σέ περιοδική ὕπαρξη καί μή ὕπαρξη, σέ δράση καί σέ ἀνάπαυση»[35] κατά τή Μπλαβάτσκυ[36], ἱδρύτρια τῆς Θεοσοφίας[37]. Ἐπίσης, ὁ π. Ἀντώνιος μᾶς λέει ὅτι «οἱ διάφορες τεχνικές λυτρώσεως στό χῶρο τῆς ἰνδουϊστικῆς θρησκευτικότητας εἶναι προσπάθειες ἐλευθερίας τόσο ἀπό τή ζωή ὅσο καί ἀπό τόν θάνατο»[38].

Ἄς δοῦμε ὅμως καί ἄλλα στοιχεῖα πού ἐπιβεβαιώνουν τή σχέση τῆς γερόντισσας μέ τή γιόγκα καί τόν διαλογισμό, μέσα ἀπό τίς ἐμπειρίες της. «Ἕνα τέτοιο εἶδος ἐμπειρίας... (πού πηγάζει ἀπ᾿ τή γιόγκα)... εἶναι τά λεγόμενα ἀστρικά ἤ ἐξωσωματικά ταξίδια»[39]. Θά πρέπει ἐδῶ νά ἀναρωτηθοῦμε ἄν αὐτά τά ταξίδια ἔχουν σχέση μέ τό γεγονός ὅτι ἡ γερόντισσα γινόταν ἀόρατη μέ τή βοήθεια τῶν ἀγγέλων (σελ. 192)[40], οἱ ὁποῖοι καί τήν μετέφεραν παντοῦ (σελ. 103)! «Ὅταν κάνει κανείς καθημερινά αὐτοσυγκέντρωση καί ἀφοσιώνεται σέ μιά ἁπαλή καθαρή ἔμπνευση πού δέν περιέχει διατυπωμένα μηνύματα, μπορεῖ στή διάρκεια τῆς ἐμπειρίας του νά προσδιορίσει τό περιεχόμενό της καί νά τό καταγράψει. Ἡ MC Lean ὑποστηρίζει πώς πρόκειται γιά μηνύματα ἀγγέλων ἤ τῶν Devas, τῶν πνευμάτων τῆς φύσης»[41]. «Αὐτές οἱ ἐκδηλώσεις δέν εἶναι κινητικές, ἀλλά συναισθηματικές. Ὅταν οἱ ἐσωτερικές αὐτές κινήσεις εἶναι εὐγενικές καί ὑποβοηθητικές, ἐκλαμβάνονται ἀπό τούς πνευματιστές σάν καθοδήγηση τοῦ ἐσωτερικοῦ δασκάλου, σάν φωνή τῆς συνειδήσεως ἤ καί σάν φωνή ἀγγέλου»[42]. Μποροῦμε, λοιπόν, νά ἀρνηθοῦμε πώς ἡ διδαχή τῆς γερόντισσας ταυτίζεται μέ τά παραπάνω ἀποκρυφιστικά φαινόμενα, ὅταν ἡ ἴδια διακηρύσσει πώς ἡ φωνή πού ἀκοῦμε μέσα μας εἶναι ὁ φύλακας ἄγγελός μας καί μᾶς προτρέπει νά καθόμαστε καί νά ἀκοῦμε αὐτή τή φωνή[43] (σελ. 176-177); Εἶναι ἄσχετο μ᾿ ὅλα αὐτά τό γεγονός ὅτι οἱ ἄγγελοι τή μετέφεραν παντοῦ, ἤ τήν ἀκολουθοῦσαν ὡς «γαλάζια ἀνταύγεια» (σελ. 482) καί τῆς ἔγραφαν μηνύματα στόν τοῖχο (σελ. 146);

 

Διαλογισμός

Ἄς ἀναλύσουμε ὅμως λίγο τί μπορεῖ νά σημαίνει ἡ παρότρυνση νά ἀκοῦμε τήν ἐσωτερική μας φωνή. Ἡ τεχνική αὐτή ὀνομάζεται διαλογισμός καί εἶναι πολύ ἐπικίνδυνη γι᾿ αὐτόν πού τήν ἐξασκεῖ, καθώς μπορεῖ νά προκαλέσει ἀνεπανόρθωτες βλάβες. Δυστυχῶς ὅμως εἶναι πολυδιαφημισμένη καί διαδεδομένη σήμερα παγκοσμίως, ἐνῶ σέ καμμία περίπτωση δέν συμβαδίζει μέ τήν ἰδιότητα τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ, ἀφοῦ καταργεῖ τόν Χριστό ὡς ἱστορικό πρόσωπο καί θεωρεῖ τόν κάθε ἄνθρωπο θεό. Παράλληλα ὁ διαλογισμός γιά διαφημιστικούς σκοπούς προβάλλεται ὡς μέθοδος χαλάρωσης, εὐεξίας καί ὀμορφιᾶς. Ὁ ἴδιος ὁ γκουρού Σατιανάντα, δέν ἀρνεῖται πώς εἶναι ρίσκο[44]. Μέ τόν διαλογισμό προσπαθοῦμε «νά συναντήσουμε τόν Θεό πού βρίσκεται μέσα μας». Κατά τή διδασκαλία αὐτή «ὁ ἄνθρωπος εἶναι μιά πνευματική δύναμη, μιά σπίθα τῆς θείας δημιουργικῆς οὐσίας...»[45]. Μ᾿ αὐτό συμφωνεῖ βεβαίως καί ἡ γερόντισσα Γαβριηλία πού λέει ὅτι «ὁ Θεός εἶναι μέσα μας καί μᾶς μιλάει στή σιωπή» (σελ. 410), ὅτι «ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε τή Συνείδηση: τόν Ἑαυτό Του» (σελ. 308), ὅτι τό καλό «ὑπάρχει μέσα σ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὡς σπινθήρας τοῦ Θεοῦ» (σελ. 253), ὅτι «ἔχουμε ὅλοι σπινθῆρα Χριστοῦ στήν ψυχή» (σελ. 325), ὅτι «ἡ πραγματική ἐλευθερία ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τή σχέση τοῦ ἑαυτοῦ μας μέ τόν ἑαυτό μας» (σελ. 302). Φαίνεται, λοιπόν, ὅτι ἡ γερόντισσα ἀγνοοῦσε τή λέξη προσευχή μέ τήν ὀρθόδοξη ἔννοια, γνώριζε ὅμως πολύ καλά τή μέθοδο τοῦ διαλογισμοῦ. Αὐτό φαίνεται καί ἀπό τό γεγονός ὅτι μιλάει γιά «κατάσταση προσευχῆς»[46] (σελ. 69, 78), γιά σιωπηλή προσευχή καί περισυλλογή (σελ. 102) καί ἀποκαλεῖ τήν προσευχή ἐνέργεια καί δύναμη (σελ. 344), ὅ,τι δηλαδή ὑποστηρίζουν οἱ ὀπαδοί τῆς «αὐτοθεώσεως». «Ἡ δύναμη τῆς προσευχῆς εἶναι μιά φανέρωση ἐνέργειας»[47], ἀναφέρει ὁ Peale ἐννοώντας ἀσφαλῶς τόν διαλογισμό. «Ὁ διαλογιζόμενος ἐπιθυμεῖ ἐξωτερική σιωπή... γιά νά ἀκούσει τή φωνή τῆς ἐσωτερικῆς σοφίας»[48].

 

Θετική σκέψη

Μέ τήν τεχνική ὅμως τοῦ διαλογισμοῦ δέν εἶναι ἄσχετο καί τό δόγμα τῆς «θετικῆς σκέψης»[49], τό ὁποῖο δέν ἀπουσιάζει ἀπό τό βιβλίο. Τό δόγμα αὐτό πολύ ἁπλά καί συνοπτικά διδάσκει τά ἑξῆς: «Ὁ ἄνθρωπος κατασκευάζει στό ὑποσυνείδητό του τήν εὐτυχία του ἤ τή δυστυχία του. Ὁ Θεός (τό ὑποσυνείδητο), πού σᾶς ἔδωσε τήν ἐπιθυμία, θά σᾶς δείξει καί τόν δρόμο γιά τήν ἐκπλήρωσή της... Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἐνεργοποιήσει τόν Θεό μέσα του μέ τή σκέψη»[50]. Ἀντίστοιχα ἡ γερόντισσα πιστεύει πώς τό μυαλό καί ἡ φαντασία δημιουργοῦν τό κρύο (σελ. 66) καί τήν ἀρρώστια (σελ. 71), ἐνῶ ἡ ἴδια θεραπεύει αὐτές τίς καταστάσεις πού μόνοι τους οἱ ἄνθρωποι δημιουργοῦν, μέ τά «χαρισματικά» της χέρια. Ὁ Peale («ἱεραπόστολος» τῆς «θετικῆς σκέψης») διακηρύσσει πώς «ὅπως σκέπτεσαι ἔτσι θά εἶσαι» καί ὅτι «μπορεῖς νά ἀρρωστήσεις τόν ἑαυτό σου μέ τίς σκέψεις σου»[51]. Ἀλλά καί ἡ κίνηση Σίλβα Μάϊντ Κοντρόλ ὑποστηρίζει ὅτι: «Μπορεῖ κανείς νά θεραπεύσει μέ τά χέρια»[52]. Τό ἴδιο πρεσβεύει καί ἡ γερόντισσα λέγοντας πώς ἀκόμα καί χρήματα μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε «ἀρκεῖ νά τό σκεφτοῦμε» (σελ. 227), πώς ὅλες τίς ἐκπληρώνει ὁ Θεός ἀρκεῖ νά ἔχουμε τή λαχτάρα (σελ. 362) καί πώς ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν πάρει τό μάθημά του μέ τή μία, κάτι τρέχει στό ὑποσυνείδητό του (σελ. 362).

Στή θεωρία τῆς θετικῆς σκέψης περιλαμβάνεται καί ἡ διόρθωση τῆς ἀρνητικῆς σκέψης, πού εἶναι γιά τήν κίνηση Σίλβα «κάθε σκέψη ἐπίκρισης ἤ κακίας ἤ ζήλιας ἤ καταδίκης τῶν ἄλλων ἤ αὐτοκαταδίκης, κάθε σκέψη ἀρρώστιας ἤ ἀτυχήματος ἤ, μέ λίγα λόγια, κάθε εἴδους περιοριστική ἤ ἀπαισιόδοξη σκέψη»[53]. Ἡ διόρθωση αὐτή γιά τό Σίλβα εἶναι κάτι πολύ ἁπλό: «Ἄν κατά τύχη χρησιμοποιήσετε μιά τέτοια φράση, πέστε ἄκυρο – ἄκυρο καί ἀντικαταστήστε τό ἀρνητικό μέ ἕνα θετικό»[54]. Τή διόρθωση αὐτή τή βλέπουμε στή σελ. 298, ὡς «μάθημα κατακέφαλα», προερχόμενο ἀπό τόν Θεό (προφανῶς ἀπό τή Συνείδηση), στίς σελ. 66-67 ὡς «θεραπευτική δύναμη» καί σέ ἄλλα σημεῖα.

Στά πλαίσια ὅμως αὐτά ὁ ὀπαδός τῆς θετικῆς σκέψης εἶναι ὑποχρεωμένος, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό διάφορες ἀρνητικές σκέψεις πού τόν διακατέχουν καί νά ἐπιβληθεῖ σ᾿ αὐτές, νά γράφει σ᾿ ἕνα χαρτί πολλές φορές τήν ἴδια φράση, ὥστε νά πείσει τό ὑποσυνείδητό του. Γράφει γιά παράδειγμα συνέχεια τή φράση «εἶμαι δυνατός» ἤ «θά νικήσω», γιά νά ξεπεράσει τό κόμπλεξ κατωτερότητός του ἤ τό ἄγχος γιά κάποιον ἀγῶνα. Καί ἡ μέθοδος ὅμως αὐτή διδάσκεται ἀπό τή γερόντισσα σιωπηλῶς, ἀφοῦ στό βιβλίο ἔχουμε μερικά (γύρω στά 6) ἀπό τά, πολλά σίγουρα, χαρτιά της μέ τή συνεχῆ ἐπανάληψη κάποιας φράσης. Στή σελ. 156 ἔχουμε ἕνα τέτοιο χαρτί πού γράφει «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε! Κύριε ἐλέησον», στήν 352 τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, στήν 392 τό Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» καί ἄλλα στίς σελ. 2, 8, 14. Φυσικά πολλοί θά ἀπαντήσουν πώς πρόκειται γιά προσευχές. Ὅμως ποιός ἅγιος θεσμοθέτησε ἤ ἁπλῶς ἀκολούθησε τέτοιες μεθόδους προσευχῆς; Ὑπάρχει, λοιπόν, ἔμμεση συστηματική προπαγάνδα τῆς συγκεκριμένης μεθόδου, ἀφοῦ ἄλλωστε ὁ διαλογισμός, ὅπως προείπαμε, μπορεῖ νά ἀναφέρεται καί στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτό πού οἱ Χριστιανοί ὀνομάζουν προσευχή πίστης ὁ Σιλβα τό ἀποκαλεῖ ἐνέργεια, προγραμματισμό, χαλάρωση... Ἡ πίστη δέν ἀναφέρεται σ᾿ ἕνα πρόσωπο, στόν Θεό, ἀλλά στήν κινητοποίηση τῆς ἐνέργειας μέσα μας. «Ὅταν ὑπάρχει ἀρκετή ἐπιθυμία, ὑπάρχει ἀρκετή ἐνέργεια διαθέσιμη γιά νά ἐξασφαλίσει τήν ἐπιτυχία»[55]. Κάτω λοιπόν ἀπό αὐτές τίς προϋποθέσεις «ὁ Baba Amte καί οἱ συνεργάτες του εἶχαν θάρρος, ὑπομονή καί πίστη στόν ὑπέρτατο βαθμό» (σελ. 58). Ἐάν ἐδῶ ἡ πίστη νοηματοδοτεῖται ὅπως ἐμεῖς οἱ χριστιανοί τή νοηματοδοτοῦμε, τότε ὡς ὀρθόδοξοι θά ἤμασταν κυριολεκτικά ἄξιοι τῆς μοίρας μας, ἀφοῦ ἕνας ἀλλόθρησκος ἔχει πίστη καί μάλιστα στόν ὑπέρτατο βαθμό. Ἐδῶ ὅμως ἡ πίστη ταυτίζεται μέ τήν πίστη στόν ἑαυτό μου καί στίς ἐσωτερικές μου δυνάμεις. Ἄρα δέν μιλᾶμε γιά Πίστη ἀλλά γιά «θετική σκέψη». Τί μπορεῖ νά σημαίνει, ὅμως, τό ὄνομα τοῦ Baba Amte, τόν ὁποῖο μᾶς διαφημίζει ἡ γερόντισσα σ᾿ ὅλο τό βιβλίο; «Βaba σημαίνει ἀγαπημένος πατέρας καί ἐννοεῖ τό ἀνώτατο εἶναι μέσα του. Ὁ γκουρού στή φυσική του μορφή, ὁ σωματικός Baba, μᾶς θυμίζει μέ τούς λόγους του, μέ τίς πράξεις του, τήν ἀνώτατη συνείδηση»[56]. Μήπως, λοιπόν, πρέπει νά δεχθοῦμε κι ἐμεῖς τόν Amte ὡς δικό μας Βaba;

 

Διαφήμιση ἰνδουϊστῶν διδασκάλων

Ἄλλη μιά ἀναμφισβήτητη ἀπόδειξη γιά τό γεγονός ὅτι ἡ Γαβριηλία εἶχε πλανηθεῖ ἀπό τήν ἰνδουϊστική καί δαιμονική φιλοσοφία εἶναι ἡ συστηματική διαφήμιση ἰνδουϊστῶν διδασκάλων. Ἐκτός ἀπό τήν ἁπλή, ἀλλά μέ καμάρι, ἀναφορά πού γίνεται στούς γκουρού πού γνώρισε, διαφημίζεται καί ὁ ποιητής Χαλίλ Γκιμπράν ἀπό τή συγγραφέα, ὅπως π.χ. στή σελ. 72. Χωρίς πουθενά νά γίνεται λόγος ὅτι πρόκειται γιά ἕνα δάσκαλο τοῦ ἰνδουϊσμοῦ, παρουσιάζεται ὡς ἕνας σπουδαῖος ποιητής τοῦ ὁποίου τά ἔργα πολύ καλά γνωρίζει ἡ γερόντισσα, ἀφοῦ παρέπεμπε σ᾿ αὐτά[57]. Στόν Χαλίλ Γκιμπράν ὅμως παραπέμπουν καί πολλοί γκουρού, ὅπως π.χ. ὁ Σατιανάντα στό Ἄσραμ του[58] καί ἡ κίνηση Σίλβα Μάϊντ Κοντρόλ[59], πού χορηγεῖ τά βιβλία του ὡς ἐγχειρίδια καί υἱοθετεῖ φυσικά τίς ἀπόψεις του, ἀκόμα καί ἡ «Ἁρμονική Ζωή»[60] τοῦ Ρόμπερτ Νατζέμυ. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, ποιός κίνδυνος παραμονεύει, ἄν ἀναλογισθοῦμε μάλιστα πώς ὅλες αὐτές οἱ Σέκτες[61] δροῦν καί στή χώρα μας ἐντελῶς ἀνεξέλεγκτα.

Δέν εἶναι ὅμως μικρότερος καί ὁ κίνδυνος ἀπό τή διαφήμιση τοῦ Ράμα-Κρίσνα, ὡς τάχα ἐπηρεασμένου ἀπό τούς χριστιανούς ἱεραποστόλους (σελ. 54), τούς ὁποίους ἡ γερόντισσα κατηγορεῖ ὡς «βαρβάρους», τούς χρησιμοποιεῖ, ὅμως ὅταν τούς χρειάζεται, ὅπως ἐδῶ. Ὁ Ράμα Κρίσνα δρᾶ κι αὐτός στήν Ἑλλάδα[62] καί, ὅπως ὅλοι οἱ γκουρού, δέν ἀρνεῖται τόν Χριστό, τόν δέχεται ὅμως ὡς ἕναν γκουρού πού ἐλευθερώθηκε ἀπό τήν ἄγνοια καί τήν πλάνη καί ἔφθασε στή σφαῖρα τῆς αἰώνιας εἰρήνης. «Ὅποιος ἔφθασε σ᾿ αὐτήν τήν κατάσταση ὀνομάζεται Σωτήρας τοῦ κόσμου. Τέτοιοι ἦταν ὁ Βούδας, ὁ Κρίσνα, ὁ Χριστός, ὁ Ράμα Κρίσνα καί ἄλλοι»[63]. Αὐτό ἀποκαλεῖ ἄραγε χριστιανικές ἐπιδράσεις ἡ Γαβριηλία ἤ τό γεγονός πώς σέ μιά χριστουγεννιάτικη γιορτή τοῦ τάγματος τοῦ Ράμα Κρίσνα διαλογίστηκαν οἱ παρευρισκόμενοι πάνω στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, πού δῆθεν ἦταν μέσα τους καί ἔνιωσαν τήν παρουσία του, ἐνῷ, ὅπως ὁμολογεῖ ὁ σουάμι Πραμπχαβανάντα, συνειδητοποίησε γιά πρώτη φορά πώς ὁ Χριστός εἶναι τό ἴδιο μέ τόν Βούδα, τόν Κρίσνα καί ὅλους τούς ἄλλους δασκάλους[64]; Μᾶλλον αὐτό τό τελευταῖο ἐννοεῖ, ἄν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν πώς ἀκόμα καί ἡ ἴδια προτίμησε νά ἐπιστρέψει στό Ἄσραμ γιά νά γιορτάσει τά Χριστούγεννα (σελ. 56). Αὐτός πάντως στόν ὁποῖο διαλογίστηκαν καί διαλογίζονται καί γιά τόν ὁποῖο μιλᾶνε δέν εἶναι οὔτε ἔχει καμμία σχέση μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ[65].

 

Δεισιδαιμονίες

Τελειώνοντας τήν ἑνότητα αὐτή ἀναφέρουμε ἐπιγραμματικά τίς δεισιδαιμονικές ἀπόψεις τῆς γερόντισσας γιά τόν ὕπνο, ὅτι πρέπει νά κοιμόμαστε μέ τό κεφάλι πρός Νότον ἤ πρός Ἀνατολάς (σελ. 331), γιά τήν ἀνυπαρξία, ὅτι εἶναι εὐτυχισμένοι ὅσοι ἔγιναν σκιά γιατί τήν πλησιάζουν (σελ. 382), γιά τά βραδυνά ἀναγνώσματα, ὅτι δέν μένουν στήν ψυχή (σελ. 383), ἐνῶ ἀντίθετα ἡ Ἐκκλησία προτείνει τίς ἀγρυπνίες ὡς καλύτερη εὐκαιρία γιά ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, γιά τόν πίνακα τοῦ Γκύζη πού συλλαμβάνει καλύτερα ἀπό τούς Πατέρες καί τήν μακραίωνη ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας τό «ἀειπάρθενο» τῆς Θεοτόκου (σελ. 374), λόγος ὁ ὁποῖος ὁδήγησε τήν συγγραφέα σέ συγγραφή «χαρούμενων χριστιανικῶν τραγουδιῶν» πού καλύπτουν τό μεγάλο κενό τῶν «ἀπολίτιστων» Πατέρων μας, γιά τή θέση μας στήν ἐκκλησία, ὅτι πρέπει νά εἶναι πάντα ἡ ἴδια γιά νά μᾶς βρίσκουν οἱ «μύωπες», καθώς φαίνεται, ἄγγελοι! (σελ. 363), γιά τά παιδιά, ὅτι δέν πρέπει νά τά ἀφήνουμε δίπλα σέ ἀρρώστους γιατί τούς ἀπορροφᾶνε τή δύναμη (σελ. 331), γιά τούς μελαγχολικούς, ὅτι πρέπει νά ἀνοίγουμε τά παράθυρα γιά νά φεύγει ἡ ἀρνητική ἐνέργειά τους (σελ. 331) καί ἄλλα παρόμοια πού μοιάζουν ἀνόητα, προέρχονται ὅμως ἀπό συγκεκριμένες θρησκευτικο-φιλοσοφικές κινήσεις καί ἰδεολογίες.

 

Δ. ΜΗΝΥΜΑΤΑ - ΟΡΑΣΕΙΣ - ΠΛΑΝΕΣ

Οἱ Πατέρες ἀπό νωρίς διευκρίνησαν τόν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, πώς ὁ δαίμονας, ἐπειδή εἶναι πνεῦμα, ἔχει τή δυνατότητα νά μετασχηματίζεται καί νά φανερώνεται στούς ἀνθρώπους ὄχι μόνον ὡς ἄγγελος σκότους ἀλλά καί ὡς ἄγγελος φωτός. Αὐτός ἀκριβῶς εἶναι καί ὁ λόγος πού ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης μᾶς προτρέπει: «Μή παντί πνεύματι πιστεύετε, ἀλλά δοκιμάζετε τά πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί» (Ἰωάν. 4, 1). Γι᾿ αὐτό ἐξ ἄλλου ἔχουν καί τόν γέροντα οἱ μοναχοί, στόν ὁποῖο ἐπί καθημερινῆς βάσεως ἐμπιστεύονται τούς λογισμούς καί τίς ἐμπειρίες τους, ἀλλά καί τόν πνευματικό οἱ κοσμικοί, γιά νά διακρίνουν αὐτοί τά πνεύματα μέ τή βοήθεια, φυσικά, τῆς Θείας Χάριτος. Τά Γεροντικά εἶναι γεμάτα ἀπό ἱστορίες μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκρυψαν τίς «ἐμπειρίες» τους ἀπό τό γέροντά τους καί, κυριολεκτικά, τούς κατάπιε ὁ σατανᾶς ἤ γλύτωσαν τήν τελευταία στιγμή μέ τήν εὐχή καί μόνο τοῦ γέροντα. Στό βιβλίο αὐτό δέν βλέπουμε αὐτή τήν πράξη ταπεινώσεως καί ἀσφαλείας ἀλλά ἀντίθετα, ἄν ἀκολουθήσουμε τό πρότυπο τῆς Γαβριηλίας πού μᾶς προβάλλει ἡ συγγραφέας, τότε θά πρέπει ἀδιακρίτως νά πιστεύουμε σέ κάθε ὅραμα καί «θαῦμα», νά θεωρήσουμε τούς ἑαυτούς μας ἁγίους καί νά κάνουμε ὑπακοή στόν ὁποιοδήποτε λογισμό μας.

Ἀναφέρονται στό βιβλίο δεκάδες «μηνύματα» καί ὁράσεις, πουθενά ὅμως δέν ἀναφέρεται ἡ καταφυγή σέ κάποιον πνευματικό γιά τή «διάγνωση». Ἀντίθετα, ἡ γερόντισσα ὄχι μόνο δέν εἶχε ἀνάγκη πνευματικοῦ γιά νά τήν καθοδηγεῖ, ἀλλά γίνεται ἡ ἴδια καθοδηγητής ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στό βιβλίο ὡς πνευματικοπαίδια της. Ἑπομένως καί μόνον αὐτό ἀρκεῖ γιά νά χαρακτηρίσει κάποιος τό βιβλίο ἐπικίνδυνο καί λανθασμένο πρότυπο γιά τήν πνευματική ζωή καί τόν ἀγῶνα τοῦ Χριστιανοῦ. Διάφορα «μηνύματα» ἔχουμε στίς σελίδες 23, 40, 41, 47 καί ἀλλοῦ, ἐνῷ ὁράματα στίς σελ. 39, 78 καί σέ πολλά ἄλλα σημεῖα. Στή σελ. 47 μάλιστα, καί στήν 268 ἀναλυτικότερα, ἡ γερόντισσα παίρνει ἀπό τούς ἀγγέλους τό «μήνυμα» γιά νά γίνει μοναχή, καί τό πραγματοποιεῖ χωρίς τήν παραμικρή συμβουλή ἀπό κάποιον πνευματικό. Ἔχει ἀκόμα γίνει ἤδη λόγος γιά τήν «ἀορασία» (σελ. 192) της καί τή στενή σχέση μέ τούς ἀγγέλους γιά τούς ὁποίους ἀτυχῶς ἀναφέρει ἡ γερόντισσα πώς βλέπουν τήν οὐσία τοῦ Θεοῦ (σελ. 443) καί φυσικά προκαλεῖ ἐντύπωση τό γεγονός πώς ἐνῷ ἔκαναν τόση παρέα μαζί της δέν τήν πληροφόρησαν γιά τήν ἐσφαλμένη αὐτή θέση! «Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε» (Ἰωάν. 1, 18).

 

Ἰαματικό χάρισμα

Θά ἀποτελοῦσε ὅμως τή μεγαλύτερη παράλειψη, ἐάν δέν ἀναφερόμασταν στό «χάρισμα» τῶν χεριῶν, ἀφ᾿ ἑνός μέν διότι εἶναι ἕνα στοιχεῖο πού χωρίς τήν ἀνάγκη ἄλλων ἐπιχειρημάτων ἀποδεικνύει τήν οἰκτρή πλάνη στήν ὁποία εἶχε περιπέσει ἡ γερόντισσα καί ἀφ᾿ ἑτέρου θά στερούσαμε ἀπό τόν ἀναγνώστη τό γέλιο πού προσφέρουν τέτοιες ἀνοησίες. Κάποιες φορές, λέει, ἔκαιγαν καί κοκκίνιζαν τά χέρια της τάχα από τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἄν τότε βρισκόταν κάποιος μέ προβλήματα ὑγείας καί τόν ἀκουμποῦσε, θεραπευόταν ὁ ἀσθενής καί ἀνακουφιζόταν ἡ ἴδια ἀπό τό ἔγκαυμα· ἀλλιῶς ξέπλενε τά χέρια της μέ ἄφθονο νερό, γιά νά ἀνακουφιστεῖ (σελ. 137). Ἄς κάνουμε ἐδῶ κάποιες ἀπαραίτητες ἄν καί αὐτονόητες γιά ὀρθοδόξους χριστιανούς παρατηρήσεις:

α) Τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν καίει, οὔτε ταλαιπωρεῖ τόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἀντιθέτως τόν «ἀναπαύει», τόν «δροσίζει» καί τόν φωτίζει καί μάλιστα δέν περιορίζεται σ᾿ ἕνα μέρος τοῦ σώματος ἀλλά τόν ἁγιάζει ὁλόκληρο, ψυχῇ τε καί σώματι. Ὁ μόνος πού καίεται ἀπό τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ὁ Διάβολος, ὁπότε ἤ πραγματικά ἡ γερόντισσα ἐπισκιαζόταν ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ἡ ἴδια ὅμως εἶχε καταληφθεῖ ἀπό δαιμόνιο, πρᾶγμα μᾶλλον ἀπίθανο, ἤ τό πνεῦμα πού «ἐπεσκίαζε» τή γερόντισσα δέν ἦταν ἄλλο ἀπό τό ἀκάθαρτο καί πονηρό πνεῦμα.

β) Ὅταν κάποιος πνευματοφόρος ἄνθρωπος μεταδίδει τό Ἅγιο Πνεῦμα, δέν τό χάνει ὁ ἴδιος διότι δέν μιλᾶμε γιά κάτι ὑλικό καί ποσοτικό. Ἄν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τότε δέν θά μποροῦσαν οἱ Ἀπόστολοι νά χειροτονήσουν ἄλλους ἀρχιερεῖς παρά μόνο 12, ἕναν ὁ καθένας κι ὕστερα θά ἔχαναν οἱ ἴδιοι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁπότε δέν θά μιλούσαμε σήμερα στήν Ἐκκλησία γιά ἁγίους Ἀποστόλους.

γ) ἀποτελεῖ μεγάλη βλασφημία κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νά ἀντιμετωπίζεται Αὐτό σάν λεκές πού ξεπλένεται μέσα σέ μιά λεκάνη μέ νερό καί φεύγει. Αὐτό θυμίζει περισσότερο διαφήμιση ἀπορρυπαντικοῦ, παρά «χάρισμα» τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 

Ε. Η ΑΓΑΠΗ

Παρ᾿ ὅλα τά παραπάνω, θά μποροῦσε κάποιος νά προβάλει τήν ἔνσταση ὅτι ἡ γερόντισσα, κινούμενη ἀπό ἀγάπη, τή μεγαλύτερη χριστιανική ἀρετή, ἔπραξε ὅ,τι ἔπραξε, ἀφοῦ «ὁ Θεός ἀγάπη ἐστί». Ὅπως, ὅμως θά δοῦμε, ἡ ἀγάπη δέν εἶναι ἀποκλειστικό «προνόμιο» τῶν ὀρθοδόξων, ἀλλά ὅλες οἱ κινήσεις τήν τοποθετοῦν πολύ ψηλά στήν κλίμακα τῶν ἀρετῶν. Σημασία ἔχει τό πῶς νοηματοδοτεῖ κανείς τή λέξη ἀγάπη. Ἄν δεχθοῦμε τήν ἑρμηνεία τῆς Γαβριηλίας, πού ταυτίζει τήν ἀγάπη μέ τόν συγκρητισμό καί τήν ἄρνηση τῆς ἀποκλειστικότητος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας στήν Ἀλήθεια, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἐστίν ἀγάπη, οὔτε ὁ εὐαγγελιστής τῆς ἀγάπης ἔχει ἴχνος ἀπ᾿ αὐτήν, ἀφοῦ καί οἱ δυό μᾶς προτρέπουν νά ἀποφεύγουμε τίς συναναστροφές τῶν αἱρετικῶν. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἀγάπη, πού ἰσοπεδώνει ὅλες τίς θρησκεῖες καί ὅλα τά πιστεύω, εἶναι ἐφεύρημα τῆς Νέας Ἐποχῆς, οἱ ὀπαδοί τῆς ὁποίας παρουσιάζονται ὡς κατακλυζόμενοι καί κατακλύζοντες τά πάντα μέ ἄπειρη ἀγάπη, καθώς καί ὡς πραότατοι καί ἀτάραχοι ἄνθρωποι. Πρέπει νά ξέρουμε, ὅμως, πώς αὐτή ἡ ἠρεμία δέν εἶναι χάρισμα καί δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά ἀποτέλεσμα ἐπίπονης καί ἐπίμονης προσπάθειας γιά τήν εὔκολη παραπλάνηση τῶν «συναισθηματικῶν» ἀνθρώπων, πολλές φορές δέ καί ἀποτέλεσμα ἀποχαυνώσεως ἔπειτα ἀπό συστηματική πλύση ἐγκεφάλου. Ἡ προβολή αὐτῆς τῆς ἠρεμίας καί ἀταραξίας ἴσως νά εἶναι καί ὁ σκοπός τῆς κυκλοφορίας κασετῶν μέ τήν πραότατη(;) φωνή τῆς γερόντισσας νά ἀπαντᾶ σέ ἐρωτήσεις πνευματικῆς φύσεως. Ἄς μήν ἐπηρεαζόμαστε ὅμως ἀπό τέτοια ἐξωτερικά στοιχεῖα, πού κάθε ἄλλο παρά στήν ἀπαιτούμενη ἐγρήγορση μᾶς κρατοῦν. Οἱ Πατέρες μᾶς προειδοποιοῦν ξεκάθαρα ὅτι ἔτσι ἀκριβῶς θά ἔρθει ὁ Ἀντίχριστος: «Θά εἶναι ταπεινός, ἥσυχος, θά μισεῖ τήν ἀδικίαν, θά ἀποστρέφηται τά εἴδωλα, θά προτιμᾶ τήν εὐσέβειαν, ἀγαθός, φιλόπτωχος, εὐειδής καθ᾿ ὑπερβολήν, εὐκατάστατος, ἱλαρός εἰς ὅλους» (ἁγ. Ἐφραίμ ὁ Σῦρος).

Ἔτσι ὅμως θά εἶναι καί οἱ πρόδρομοι καί ὀπαδοί του. Ὁ Σάϊ Μπάμπα π.χ. πιστεύει πώς ὅλες οἱ πειθαρχήσεις ὅπως ἡ γιόγκα καί ὁ διαλογισμός εἶναι χάσιμο χρόνου καί ἐπικίνδυνες ἄν δέν ὑπάρχει «ἠθική βάση»: «Ἀλήθεια (sathya), Ἀρετή (Dharma), Εἰρήνη (santi), Ἀγάπη (Prema) καί μή-βία (ahimsa)»[66]. Ὁ ἴδιος πάλι «κατακλύζει τούς πάντες μέ ἄπειρη ἀγάπη, ἀναζητᾶ τήν ἀγάπη παντοῦ καί τήν ἐγκαθιστᾶ στήν καρδιά κάθε ἀνθρώπου[67]», ἐνῷ καί στό ἐξώφυλλο τοῦ βιβλίου «Εἰσαγωγή στή διδασκαλία τοῦ Σρί Σάτυα Σάϊ Μπάμπα», ἀναφέρεται: «ὑπάρχει μόνο μία θρησκεία, ἡ θρησκεία τῆς ἀγάπης, ὑπάρχει μόνο μία κοινωνική τάξη, ἡ κοινωνική τάξη τῆς ἀνθρωπότητας, ὑπάρχει μόνο μιά γλῶσσα, ἡ γλῶσσα τῆς καρδιᾶς[68]». Ἀκόμα ὁ ἴδιος μᾶς λέει ἀλλοῦ πώς μόλις ὑπερνικήσουμε τόν φόβο μας καί ἀντιληφθοῦμε πώς ὅλα στή ζωή εἶναι Ἕνα, θά εἴμαστε ἱκανοί νά ἀφεθοῦμε νά ἀγαπᾶμε ὅλο καί μεγαλύτερο κύκλο ἀνθρώπων[69]».

Μά, θά ἐπιμείνει κάποιος, ὅπως καί νά ᾿ναι τά πράγματα, ἡ γερόντισσα διηκόνησε τόν Χριστό στό πρόσωπο τοῦ πλησίον. Εἶναι ὅμως ἔτσι τά πράγματα; Τό καλό γιά νά εἶναι καλό θά πρέπει νά γίνεται καί καλῶς. Ἄν, γιά παράδειγμα, μέ πρόφαση τήν ἀγάπη, πού διδάσκει ἡ Ἐκκλησία, ἀπομακρυνόμαστε ἀπό κάθε ἄλλη της διδαχή καί ἀποδεχόμαστε πλάνες καί ψευδεῖς διδασκαλίες ὡς ἀληθεῖς, τότε τό καλό δέν γίνεται καλῶς καί παύει νά θεωρεῖται καλό. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη μας ἔνσταση. Ἡ δεύτερη ἔνσταση ἔχει νά κάνει μέ τό ἄν τελείως ἐλεύθερα καί ἀπό ἀγάπη γιά τόν πλησίον ἔκανε ἡ γερόντισσα ὅλο αὐτό τό ἔργο τῆς «ἀγάπης». «Ἡ ὀνομαζόμενη ἀνιδιοτελής ὑπηρεσία ἐντάσσεται στήν πρώτη ἀτραπό τῆς γιόγκα, τή λεγομένη “Κάρμα γιόγκα”. Εἶναι ὑπηρεσία χωρίς προσκόλληση στό ἀποτέλεσμα τῆς πράξης σου... Τό μονοπάτι αὐτό προετοιμάζει ἄλλες μορφές γιόγκα, ἀνώτερης τάξης. Γι᾿ αὐτό ἡ ἀνιδιοτελής ὑπηρεσία τονίζεται στό σεμινάριο αὐτογνωσίας κατά τόν πρῶτο χρόνο, ἐνῷ κατά τόν δεύτερο χρόνο προσφέρονται οἱ τεχνικές διαλογισμοῦ πού κινοῦνται πέρα ἀπό τό στάδιο τῆς ἀνιδιοτελοῦς ὑπηρεσίας»[70]. Μετά τήν ἀνάγνωση λοιπόν τοῦ συγκεκριμένου βιβλίου, φρονοῦμε πώς ὁ ἀναγνώστης εἶναι ἀπόλυτα ἕτοιμος νά παρακολουθήσει τό δεύτερο ἔτος τοῦ σεμιναρίου, χωρίς τήν παραμικρή δυσκολία.

Τίθεται ἐξ ἄλλου τό ἐρώτημα: Πῶς σ᾿ ἕνα Ἄσραμ, πού σκοπός τῶν ἐγκαταβιούντων εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ γκουρού[71], ἔμεινε μία ὀρθόδοξη μοναχή, ἀκολουθώντας μάλιστα πιστά τό πρόγραμμα τοῦ Ἄσραμ ἀκόμα καί εὑρισκομένη μακριά ἀπ᾿ αὐτό, ὁπότε δέν εὐσταθεῖ ἡ δικαιολογία τοῦ καταναγκασμοῦ. Ἄς δοῦμε τί λέει σχετικά τό Σατιανάντασραμ: «Ἡ ἀνιδιοτελής ὑπηρεσία ἀποτελεῖ προσπάθεια γιά τόν ἐξαγνισμό τοῦ νοῦ ἀπό τίς χονδροειδέστατες ἐπιθυμίες του», ἐνῷ γιά ὅσους βρίσκονται στό Ἄσραμ, ἀναφέρει: «Τό Ἄσραμ δέν εἶναι ἕνα μέρος ὅπου οἱ Σανυάνσις[72] κάθονται τεμπέλικα καί μιλᾶνε γιά τόν Θεό ἤ τό Μπράχμαν ὅλη μέρα... Ἐργάζονται ἀδιάκοπα ἀπό τό πρωΐ μέχρι τό βράδυ... Ἡ ἐργασία πού κάνουν δέν εἶναι ἰδιοτελής ἤ μέ ἐγωϊστικό κίνητρο... Ὅταν ἔρχεστε στό Ἄσραμ καί ὑπηρετεῖτε τόν γκουρού καί ἐργάζεστε γι᾿ αὐτόν, καθαρίζετε ἀσυνείδητα τόν δρόμο καί ἐπιτρέπετε στήν ἐνέργεια νά περάσει στά ἀνώτερα καί πιό δυνατά κέντρα... Ἡ μέρα ἀρχίζει στίς 4 τό πρωΐ καί τελειώνει στίς 9 τό βράδυ»[73]. Ἀκοῦμε ἕναν ἄλλο σανυάνσις νά λέει: «σηκώνομαι στίς 4 τό πρωΐ καί κάθομαι στήν σιωπή ἀκούγοντας μόνο τά πουλιά... μετά κατεβαίνω στό Γάγγη... στίς 12 τρώω τό μεσημεριανό... 5 μέ 6 περίπατο, μέχρι τίς 8 ἡσυχία. Ἀπό τίς 9 μέχρι τίς 4 τό πρωΐ κλείδωμα». Καί ὅμως αὐτό εἶναι τό πρόγραμμα τῆς γερόντισσας (σελ. 71) καί μάλιστα μακριά από τό Ἄσραμ, καί τό ὁποῖο, ὄχι μόνο εἶναι τό ἴδιο μέ τῶν σανυάνσις, ἀλλά δέν περιλαμβάνει καί πουθενά προσευχή, ἡ ὁποία ἀντικαθίσταται μέ τόν θαυμασμό τῆς φύσης καί τό ἄκουσμα τῶν πουλιῶν, πρᾶγμα πού ἀποδεικνύει τήν ἐπίδραση καί τή συμμετοχή στήν ἰνδουϊστική λατρεία καί φιλοσοφία.

Τέλος ἄς ἀκούσουμε τί ἔλεγε ὁ γέροντας Πορφύριος Μπαϊρακτάρης γιά τήν ἀγάπη τῶν ὁμάδων αὐτῶν: «Μωρέ ποιά ἀγάπη διδάσκουνε; Ρέ κουτέ. Βρέ σῶπα βρέ. Ἡ ἀγάπη ἡ ἀληθινή εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ[74]».

 

ΣΤ. ΦΥΣΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Τέλος θά ἐκθέσουμε τόν προβληματισμό μας γιά τό πόσο ἔχει νά κάνει ἡ φυσιοθεραπεία, ἡ ὁποία ἀναφέρεται ὅτι ἠσκεῖτο ἀπό τή γερόντισσα, μέ τή γνωστή, κλασσική, παγκοσμίως ἀποδεκτή καί ἀναμφισβήτητη ἰατρική ἐπιστήμη. Ἐάν, λοιπόν, εἶχε ὁποιαδήποτε σχέση μέ τήν ἰατρική, πῶς μποροῦσε νά θεραπεύει πρίν κἄν ἀρχίσει τίς σπουδές τῆς φυσιοθεραπείας (σελ.28); Τί σημαίνει ὁ ὅρος «χειροποδιστής» (σελ. 29); Ποιά εἶναι ἡ εἰδικότητα πού θεραπεύει ψυχή καί σῶμα (σελ. 30); Ποιός γιατρός θεραπεύει μ᾿ ἕνα ἄγγιγμα, φαινόμενο σύνηθες στίς νεοπεντηκοστιανές[75] καί γκουρουϊστικές ὁμάδες, ἐντελῶς ὅμως ξένο καί ἄγνωστο στήν ἰατρική ἐπιστήμη; Ἀκόμα ὑποψίες προκαλεῖ καί ὁ συνδυασμός τῆς φυσιοθεραπείας μέ τή θετική σκέψη στή σελ. 337, ὅπου ἡ γερόντισσα λέει: «...χωρίς νά πάθει τό μυαλό καί ἡ ψυχή, τό σῶμα δέν ἀρρωστᾶ. Τώρα πιά τό ξέρουν ὅλοι οἱ γιατροί... Ἀπό τό κεφάλι ἀρχίζει ἡ ἀρρώστια. Μέ μιά σκέψη. Μέ μιά ἀγωνία... Ἀλλά εἶναι κι ἕνα ἄλλο... Αὐτός πού κάνει φυσιοθεραπεία, δέν πρέπει συγχρόνως νά μιλᾶ. Ἡ ὁμιλία, ὅπως ξέρεις, εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἐνέργεια πού ἔχει ὁ ἄνθρωπος».

Τέλος εἶναι εὔλογο τό ἐρώτημα: Γιά ποιόν λόγο ἕνα Ἄσραμ ἐκδίδει, καί μάλιστα μέ δικά του ἔξοδα, τό βιβλίο τῆς Γαβριηλίας, πού περιέχει φωτογραφίες μέ τίς διάφορες στάσεις τῶν χεριῶν της καί τή μέθοδο δικῆς της ἐμπνεύσεως (σελ. 51), ἄν δέν ἔχουν σχέση μέ τίς δικές τους μεθόδους καί ἀντιλήψεις; Τόσο πολύ ἐκτιμοῦν οἱ Ἰνδουϊστές καί οἱ γκουρού τήν ἐπιστήμη καί κόπτονται γιά τήν πρόοδό της, ἤ μήπως ἡ γερόντισσα ἧταν τόσο σπουδαία ἐπιστήμων πού ἐφηῦρε μεθόδους θεραπείας χωρίς τήν παραμικρή ἐπιστημονική καί ἐργαστηριακή ἔρευνα καί μελέτη; Ὅλα τά παραπάνω μᾶς παραπέμπουν, δυστυχῶς, στίς λεγόμενες «ἐναλλακτικές θεραπεῖες», οἱ ὁποῖες, φυσικά, εἶναι ἀσυμβίβαστες μέ τήν ὀρθόδοξη πίστη καί τήν ἰδιότητα τοῦ ὀρθοδόξου χριστιανοῦ, ἀφοῦ βασίζονται σέ ἀνατολικῆς προελεύσεως κοσμοθεωρίες καί ἐπιδράσεις καί κυρίως στήν ὁλιστική θεώρηση τοῦ κόσμου.

Πρέπει ἐδῶ νά σημειώσουμε ὅτι στή χώρα μας «τή δεκαετία τοῦ 80, καταβλήθηκαν προσπάθειες ἑνοποίησης τῶν μεταφυσικῶν ὁμάδων, γιά τή δημιουργία Ὁμοσπονδίας Ἀποκρυφιστικῶν Κινήσεων... Ἡ πρώτη συνάντηση πραγματοποιήθηκε στό Πνευματικό Κέντρο τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος... Τό κείμενο τῆς συνάντησης... ἀναφέρει πώς ὑπάρχουν ἄπειρες πτυχές καί διακλαδώσεις τῆς μεταφυσικῆς φιλοσοφίας. Παραθέτει μάλιστα ἕνα ἀτελές σχέδιο πού χαρακτηρίζεται πρώτη μελέτη... Στό κείμενο παρατίθενται 4 στῆλες: Θρησκεία, ἐσωτερισμός, Σχολές Γιόγκα καί Ὑγεία», στήν ὁποία συμπεριελήφθη καί ἡ φυσιοθεραπευτική[76]. Ἀκόμα οἱ ἀπόψεις τῆς γερόντισσας συμβαδίζουν σέ πολλά σημεῖα μέ τίς ἀπόψεις ἄλλων «ἐναλλακτικῶν θεραπειῶν», ἀφοῦ ἔχουν ἄλλωστε ὅλες τήν ἴδια βάση καί ἀποτελοῦν οὐσιαστικά «διασκευές τοῦ ἴδιου ἔργου».

Θά παραθέσουμε, λοιπόν, κάποιες ὁμοιότητες τῆς «φυσιοθεραπείας» πού ἀσκοῦσε ἡ γερόντισσα (χρησιμοποιώντας σάν ὁδηγό τίς δικές της σκέψεις), μέ κάτι, φαινομενικά ἄσχετο, τήν ὁμοιοπαθητική, ὅπως παρουσιάζονται στό βιβλίο τῆς Πρωτοβουλίας Γονέων Βορ. Ἑλλάδος γιά νά γίνει πιό κατανοητή καί ἐμφανής ἡ σχέση τῶν «θεραπειῶν» αὐτῶν:

α) «...Μέ βάση αὐτή τήν κοσμοθεωρία τοῦ ἀπολύτου πανθεϊστικοῦ μονισμοῦ, πού ἐκφράζεται μέ τό γνωστό δόγμα τοῦ ἀποκρυφισμοῦ «ἕν τό πᾶν» (ὅλα εἶναι ἕνα), ἑρμηνεύει ἡ ὁμοιοπαθητική καί τό φαινόμενο τῆς ἀσθένειας: Ἡ ζωή ὑπάρχει ὁσο ὁ ὑπέρτατος Θεός πού εἶναι μιά οὐσία, ρέει συνεχῶς πρός τά ὄντα... Αὐτή ἡ θεία οὐσία ἤ ἐνέργεια... εἶναι αὐτό πού ἡ ὁμοιοπαθητική ὀνομάζει «Ζωτική ἐνέργεια[77]» (Παράβαλε τίς ἀπόψεις τῆς γερόντισσας γιά τό μαῦρο χρῶμα καί δές καί τό κεφάλαιο περί τῆς ὁλιστικῆς θεωρήσεως τοῦ παρόντος).

β) «Κατά τόν Γιῶργο Βυθούλκα, ἐκτός ἀπό τήν ὁμοιοπαθητική καί τόν βελονισμό, μιά ἄλλη θεραπευτική μέθοδος εἶναι ἡ «δι᾿ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν» ἀπό ἕνα ὑψηλῆς πνευματικῆς στάθμης ἄτομο... πού στήν πραγματικότητα εἶναι κανάλι παγκοσμίων ἐνεργειῶν[78] «(Βλέπε σελ. 28 τῆς «Ἀσκητικῆς τῆς Ἀγάπης» περί τοῦ χαρίσματος τῶν χεριῶν της ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι θεράπευε πρίν ἀρχίσει τίς σπουδές της ἀλλά, ὅπως λέει ἡ ἴδια, «ἄλλος ἦταν ὁ θεράπων». Προφανῶς αὐτή ἦταν τό κανάλι.)

γ) «Ἕνα ἄλλο σημαντικό σημεῖο τῆς θεωρίας τῆς ὁμοιοπαθητικῆς εἶναι ἡ θεωρία τῶν «μιασμάτων», μέ τήν ὁποία οἱ ὁμοιοπαθητικοί προσπαθοῦν νά ἑρμηνεύσουν τή δημιουργία τῶν διαφόρων ἀσθενειῶν... Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε ἐλεύθερος, πλάστηκε μέ τή δυνατότητα νά σκέπτεται καί νά πράττει εἴτε τό καλό εἴτε τό κακό. Γιά νά γίνει λοιπόν ἐπιρρεπής στό ψωρικό μίασμα….. θά ἔπρεπε νά ὑπάρχει ἡ ἐπιθυμία γιά τό λανθασμένο καί τό κακό. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος μέ τό νά σκέπτεται καί νά ἐπιθυμεῖ τό κακό προετοιμάζει τό σῶμα νά δεχθεῖ τήν ἀσθένεια[79]» (Βλέπε στήν ὑποενότητα τῆς μελέτης μας περί τῆς θετικῆς σκέψεως).

δ) Ἄλλωστε ἡ ὁμοιοπαθητική θεραπεία προχωρεῖ ἀπό τήν ψυχή πρός τό νοῦ καί τό σῶμα[80], ἤ ὅπως τό λέει ἡ γερόντισσα: «Ὅ,,τι ἔχει σχέση μέ τό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει σχέση καί μέ τήν ψυχή του. Ἄν πᾶτε κάποτε νά θεραπεύσετε ἕνα χέρι πού πονεῖ ἤ ἕνα πόδι, βλέπετε ὅτι πονεῖ περισσότερο ἡ ψυχή...» (σελ. 338). Ὑπάρχουν πολλά ἀκόμα στοιχεῖα τά ὁποῖα δέν θά ὠφελήσουν κάτι παραπάνω ὅποιον προκατειλημμμένα πιστεύει στήν ἁγιότητα τῆς γερόντισσας, ἐνῷ τά λίγα αὐτά θά βοηθήσουν τόν καλοπροαίρετο καί ὅποιον πραγματικά ἐνδιαφέρεται γιά τήν ἀλήθεια. «Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

Πάντως, ὅπως καί νά ᾿χει τό πρᾶγμα, τό βιβλίο αὐτό ἀποτελεῖ ἄριστη εἰσαγωγή στόν Γκουρουϊσμό καί ἕνα ὅπλο στά χέρια τῆς Νέας Ἐποχῆς γιά τή διάβρωση τῆς ὀρθοδόξου συνειδήσεως καί τό ἄνοιγμα τοῦ δρόμου γιά τήν ἵδρυση τῆς Πανθρησκείας. Ὅμως, ὅπως πολύ ὄμορφα εἶπε ὁ γέροντας Πορφύριος: «Μόνο ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ ἑνώνει, καί ὅλοι πρέπει νά προσευχόμαστε νά ἔρθουνε σ᾿ αὐτή τή θρησκεία. Ἔτσι θά γίνει ἡ ἕνωσις, ὄχι μέ τό νά πιστεύετε ὅτι ὅλοι εἴμαστε τό ἴδιο καί ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι τό ἴδιο. Δέν εἶναι τό ἴδιο»[81]. Ἐπίσης, κατά τόν π. Ἀντώνιο Ἀλεβιζόπουλο «ἐκεῖνος πού θά συγκρίνει τό Ἅγ. Ὄρος μέ τά Ἰμαλάϊα, καί θά σπεύσει νά βγάλει τό συμπέρασμα πώς εἶναι τό ἴδιο πρᾶγμα, ἀγνοεῖ κάτι πολύ βασικό... Δέν ὑπάρχει, λοιπόν, κοινό στοιχεῖο μεταξύ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῶν ὁμάδων αὐτῶν, ἤ τῶν τεχνικῶν τους. Τό ὅτι συμπερασματικά προβάλλεται μιά τέτοια ἀνύπαρκτη θέση ἀποτελεῖ πλάνη ἤ παγίδα, ἀκόμη καί ἄν γίνεται ἀπό χριστιανούς θεολόγους»[82] ἤ ἱεραποστόλους, θά προσθέταμε ἐμεῖς, ἄν καί ἡ γερόντισσα δέν δικαιοῦται νά φέρει τόν τίτλο αὐτό, ἀφοῦ ἦταν, ὅπως φαίνεται ἀπό τίς κατηγορίες πού τούς προσάπτει, ἐκ πεποιθήσεως ἐναντίον τῶν ἱεραποστόλων καί τοῦ ἔργου τους[83], ταυτίζοντας τήν ἱεραποστολή μέ κοινωνική μόνο προσφορά, ἰνδουϊστικῆς μάλιστα προελεύσεως, ὅπως εἴπαμε, καί δέν κατήχησε κανέναν στήν ὀρθόδοξη πίστη, ἀλλά ἀντιθέτως «κατηχήθηκε» ἡ ἴδια σέ ἀλλότρια δόγματα χωρίς νά δώσει τήν ὀρθόδοξη μαρτυρία καί ὁμολογία πού θά ὤφειλε ὡς ἱεραπόστολος.

Στή σελ. 54 γιά παράδειγμα, ἀναφέρεται, ἀπροκάλυπτα μάλιστα, πώς ἡ γερόντισσα μετεῖχε σέ τελετές γιά τά γενέθλια τοῦ γκουρού Sivananda, τελετές δηλαδή λατρείας τοῦ γκουρού ὡς θεοῦ. Ὅταν κατά τό τυπικό τῆς προσέφεραν νά πιεῖ γάλα ἀπό αὐτό μέσα στό ὁποῖο εἶχε πλύνει ὁ γκουρού τά πόδια του, αὐτή ἁπλῶς ἔπλυνε τά χέρια της λέγοντας πώς ἔτσι κάνουμε ἐμεῖς στήν Ἑλλάδα. Τί ζητᾶ ὅμως ἕνας ὀρθόδοξος χριστιανός καί δή ἱεραπόστολος σέ παγανιστικές τελετές λατρείας τοῦ γκουρού; Ποῦ εἶναι ἡ κατήχηση ἤ τοὐλάχιστον ἡ ὀρθόδοξη μαρτυρία καί ὁμολογία; Δέν διδάσκει τούς ἀνθρώπους μέ τήν παρουσία της πώς δέν ὑφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ Ἰνδουϊσμοῦ καί Ὀρθοδοξίας; Ἔχουμε στά συναξάρια τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας πολλούς μάρτυρες οἱ ὁποῖοι θυσίασαν τή ζωή τους ἐπειδή ἀρνήθηκαν, ὄχι μόνο νά δώσουν, ἀλλά καί νά ποῦν ὅτι ἔδωσαν λίβελλο ἀλλαξοπιστίας ἤ ἀκόμα καί παιδιά (στήν ἡλικία), πού μαρτύρησαν γιά νά μή καταλύσουν, ὄχι τά δόγματα τῆς πίστεώς μας, ἀλλά ἄγραφες καί νεώτερες (ὅπως πολλοί σήμερα περιφρονητικά λένε ζητώντας μάλιστα καί τήν κατάργησή τους) παραδόσεις, ὅπως τή νηστεία τοῦ 15αυγούστου[84]. Στόν ἴδιο ἐπίσης γεωγραφικό χῶρο, αὐτόν τῆς Ἰνδίας, ὁ ἅγιος Ἀπόστολος Θωμᾶς κήρυξε τόν Χριστό, βάπτισε πολλούς διαλύοντας τά δαιμονικά εἴδωλα, θαυματούργησε καί τελικῶς μαρτύρησε, ὅσο κι ἄν ἡ γερόντισσα ἐκλαμβάνει τίς πράξεις αὐτές ὡς ἔνδειξη μίσους καί φανατισμοῦ.

Οἱ χριστιανοί δέν καλοῦνται νά ἀναζητήσουν κάποιο ἀνύπαρκτο κοινό θρησκευτικό ἔδαφος ἤ ἕναν κοινό δρόμο σωτηρίας. Ἐκτός ἀπό τήν ἀγάπη πού ὀφείλουν σέ ὅλους, πρέπει νά εἶναι ἕτοιμοι νά προσφέρουν καί τήν ὁμολογία «τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος παντί τῷ αἰτοῦντι μετά πραότητος καί φόβου». Αὐτό ἀποτελεῖ τό δικό μας χρέος, ἰδιαίτερα ὅταν διαπιστώνουμε πώς σήμερα ὑπάρχουν τόσες φωνές πού φέρνουν σύγχυση καί ἀποπροσανατολίζουν ἀκόμα καί ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας[85]. Στή συγγραφέα ὅμως τοῦ βιβλίου ταιριάζει αὐτό πού ὁ π. Ἀντώνιος ἔχει γράψει γιά τό Νατζέμυ: «ἰσχυρίζεται πώς εἶναι χριστιανός. Ταυτόχρονα ἀναγνωρίζει τόν γκουρού Σάϊ Μπάμπα ὡς Δάσκαλο καί θεωρεῖ τή διδαχή του τοὐλάχιστον ἰσάξια μέ τήν Καινή Διαθήκη. Ἔχει συναίσθηση πώς οἱ δύο πραγματικότητες, ἡ προσευχή καί ὁ διαλογισμός, εἶναι μεταξύ τους ἀσυμβίβαστες; Ἄν ὄντως δέν μπορεῖ νά διακρίνει τά δύο αὐτά πράγματα, βρίσκεται σέ οἰκτρή πλάνη καί παρασύρει σ᾿ αὐτή τήν πλάνη ἀνύποπτους χριστιανούς. Ἄν ὅμως τό ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του, τότε πρόκειται γιά ἀνέντιμη συμπεριφορά καί ἀνεπίτρεπτο τρόπο προσηλυτισμοῦ»[86].

 

Ὡς Ἐπίλογος

«Γιά ὅσους εὑρίσκονται ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία, ἡ ἐμμονή στά δόγματα θεωρεῖται φανατισμός. Γιά ἐμᾶς τούς ὀρθοδόξους αὐτό εἶναι ὅρος ζωῆς καί ὕπαρξης. Ἡ ἀποκλειστικότητα τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τό χριστολογικό δόγμα, εἶναι αὐτό πού θεμελιώνει τήν προσευχή καί ἰδιαίτερα τή νοερά προσευχή. Χωρίς αὐτό τό δόγμα δέν ὑπάρχει προσευχή. Κάθε πνεῦμα πού δέν ὁμολογεῖ τόν Χριστό «ἐν σαρκί ἐληλυθότα» εἶναι πνεῦμα ἀντιχρίστου. Δέν πρόκειται, λοιπόν, γιά θέμα οἰκουμενικῆς εὐρύτητος καί φιλαδελφείας ἤ «καλωσύνης», ὥστε νά παραβλέψουμε αὐτή τή διαφοροποίηση. Ἡ ἀποκλειστικότητα αὐτή εἶναι δεῖγμα πραγματικῆς ἀγάπης πρός τούς συνανθρώπους μας[87].

 


 

Διευκρίνηση

Ὅλες οἱ ὑπογραμμίσεις καί οἱ τονισμοί εἶναι δικοί μας.

 

Συντομογραφίες

– Γκουρουϊσμός: Ἀποκρυφισμός, Γκουρουϊσμός, «Νέα Ἐποχή», Ἀθήνα 1997.

– Διαλογισμός: Διαλογισμός ἤ προσευχή; Ἀθήνα 1997.

– Αὐτογνωσία: Αὐτογνωσία, Αὐτοπραγμάτωση, Σωτηρία, Ἀθήνα 1991.

(Ὅλα τοῦ π. Ἀντωνίου Ἀλεβιζοπούλου)

 


 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

 


 

(Πηγή: www.orthros.org)


 

(Πηγή: www.orthros.org)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας