Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΛΟΓΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΩΝ

 

τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας

 

Ἡ Ἐκκλησία ἔχει ὡς ἀποκλειστικό Της σκοπό τή σωτηρία καί θέωση τοῦ ἀνθρώπου, ψυχική καί σωματική[1], ὡς ὁμοίωση πρός τόν Χριστό ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Μεταξύ τῶν πνευματικῶν μέσων πού ἡ Ἐκκλησία μετέρχεται εἶναι καί ὁ ἐν ἀγάπῃ ἔλεγχος, ἡ στηλίτευση· καί ἡ δριμύτητα τοῦ ἐλέγχου εἶναι εὐθέως ἀνάλογη τόσο μέ τήν ἀναισθησία καί πώρωση πού ἔχει νά ἀντιμετωπίσει ἐκ μέρους τῶν ἁμαρτωλῶν, ὅσο καί μέ τήν ζημία πού ἐπαπειλεῖται ἀπό τήν ἁμαρτία[2].

Ὁ λόγος τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας (376-444) τόν ὁποῖον παρακάτω δημοσιεύουμε σέ μετάφραση, ἀφορᾷ στή μεγάλη ἁμαρτία καί διαστροφή τῆς ἐνεργοῦς ὁμοφυλοφιλίας καί ἀμφιφυλοφιλίας (“bisexuality”), μολονότι ἐπιγράφεται «Λόγος στηλιτευτικός κατά εὐνούχων»[3]. Συμφώνως πρός τήν εὐαγγελική διαίρεση τῆς «εὐνουχίας» ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεάνθρωπο Χριστό[4], ὑπάρχουν εὐνοῦχοι πού γεννήθηκαν ἔτσι, ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού εὐνουχίσθηκαν ἀπό τούς ἀνθρώπους, ὑπάρχουν ὅμως καί οἱ πνευματικῶς εὐνοῦχοι, γιά τούς ὁποίους ἡ «ἀπενεργοποίηση» τῶν σαρκικῶν λειτουργιῶν εἶναι κατόρθωμα[5], ἐπιτηδευόμενο γιά τήν εἴσοδο στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ὁ συγκεκριμένος λόγος τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου στρέφεται ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τή σωματική δυσλειτουργία ἤ ἀναπηρία τοῦ εὐνουχισμοῦ τήν ἔστρεψαν ὄχι πρός τόν πνευματικό ἀγῶνα, ἀφοῦ οὕτως ἤ ἄλλως ἀδράνησαν οἱ γενετήσιες λειτουργίες τους, ἀλλά πρός τόν γυναικισμό καί τήν ἐκθήλυνση (κιναιδισμό, σοδομισμό, «ὁμοφυλοφιλία») ἤ τήν πιό ἄνετη (λόγῳ ἀδυναμίας τεκνοποιήσεως) ἐπιτέλεση τῆς μοιχείας καί πορνείας[6] (πορνεία ὀνομάζεται ἐκκλησιαστικῶς, ἡ ἄνευ γάμου μείξη ἤ συμβίωση καί ὄχι μόνον ἡ ἀγοραία – δηλαδή ἐπί χρήμασι – σχέση)[7].

Σύμφωνα μέ τόν Καθηγητή Δημητρόπουλο καί τήν παλαιόθεν ἰσχύουσα ἐπιστημονική ἄποψη (φιμωμένη σήμερα γιά λόγους... «πολιτικῆς ὀρθότητος») οἱ ὁρμονικές διαταραχές βοηθοῦν στήν ἐκδήλωση τοῦ γυναικισμοῦ καί δυνητικῶς, ἀργότερα, τῆς γενετησίου διαστροφῆς τῆς ὁμοφυλοφιλίας: «Καί δή οἱ μέν ἀπό παιδικῆς ἤ ἐφηβικῆς ἡλικίας εὐνουχισθέντες οὐδέποτε ἀποκτοῦν ἀνδρικά χαρακτηριστικά, παραμένουν ἐσαεί ἀγένειοι, ἐκθηλύνονται βαθμηδόν κατά τήν σωματικήν διάπλασιν, τήν ὁμιλίαν καί τήν ψυχοσύνθεσιν καί παραμένουν μονίμως καθυστερημένοι διανοητικῶς, οἱ δέ εἰς ὥριμον ἡλικίαν εὐνουχισθέντες διατηροῦν μέν μονιμώτερον τά ἐξωτερικά τοῦ ἀνδρός χαρακτηριστικά, ἀλλά βαθμηδόν καί οὗτοι ἀποκλίνουν εἰς τήν θηλυμορφίαν καί τήν θηλυπρέπειαν, καταντῶντες ἐνίοτε εἰς νοσηράς διαστροφάς τοῦ γενετησίου ἐνστίκτου, οὐχί δέ σπανίως καί εἰς φρενοπάθειαν»[8].

Ἡ γλῶσσα τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου στό παρακάτω κείμενο εἶναι ὀξεῖα, διότι, ὡς Ποιμήν τῆς Ἐκκλησίας τήν ὁποίαν τοῦ ἐνεπιστεύθη ὁ Καλός Ποιμήν Χριστός, αἰσθάνεται τήν εὐθύνη γιά τόν κίνδυνο κατά τῆς ἐνδοοικογενειακῆς σωφροσύνης καί συζυγικῆς πίστεως καί κατά τῆς νεολαίας, ἀπό τόν γυναικισμό τῶν εὐνούχων «οἰκιακῶν βοηθῶν»· τά σχετικά μέ αὐτούς γνώριζε βεβαίως ὁ Ἅγιος Κύριλλος ἀπό τίς διηγήσεις τῶν Κληρικῶν του καί τῶν πνευματικῶν του τέκνων. Σύμφωνα μέ τήν ἀποστολική ἐντολή, ὁ Ποιμενάρχης τῆς Ἀλεξανδρείας ἀσκεῖ δημόσια φανέρωση τῆς αἰσχρουργίας, χωρίς νά θίγει συγκεκριμένα πρόσωπα: «καί μή συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους, μᾶλλον δέ καί ἐλέγχετε· τά γάρ κρυφῇ γινόμενα ὑπ᾿ αύτῶν αἰσχρόν ἐστι καί λέγειν»[9]. Ὁ θεσμός τῶν εὐνούχων, προερχόμενος ἀπό τούς λαούς τῆς Ἀσίας, «παρ᾿ οἷς ἐκράτει ἡ πολυγαμία καί οἱ εὐνοῦχοι ἐθεωροῦντο ἀναγκαῖοι ὡς φύλακες τῶν γυναικωνιτῶν»[10], ἐπέζησε καί στό Βυζάντιο, μολονότι οἱ εὐνοῦχοι ἀποκλείονταν τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱερωσύνης ἄν ὁ εὐνουχισμός τους ἦταν δική τους ἐπιλογή[11].

Τό ὅτι ἡ συνοίκηση μέ εὐνούχους δέν εἶναι ἄμοιρη κινδύνων οὔτε καί γιά τίς ἴδιες τίς γυναῖκες, τό ἐπεσήμαινε παλαιότερα καί ὁ Μέγας Βασίλειος σέ σύγγραμμα περί τῆς ἐν Χριστῷ παρθενίας (τό ἔργο ἀποδίδεται καί στόν Βασίλειο Ἀγκύρας)· ὁ Ἅγιος τόνιζε ὅτι ἡ αἰσχρότης τοῦ βίου δέν ὀφείλεται πρωτίστως στό σῶμα, ἀλλά στήν ἐπιθυμία καί φιληδονία τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία εὑρίσκει ποικίλους τρόπους νά ἐκδηλωθεῖ, ἀκόμη καί ὅταν τό σῶμα παρεμποδίζει τή διενέργειά της: «Πόσο περισσότερο πρέπει νά προφυλάσσεται ἡ παρθένος ἀπό τά ἀνδρικά σώματα, ἀκόμη καί ἄν εἶναι εὐνούχων; Διότι μολονότι εἶναι εὐνοῦχος, ἀλλά εἶναι ἄνδρας κατά τήν φύση... Ἕτσι καί ὁ ἄνδρας πού ἔχει ὑποστεῖ ἐκτομή τῶν μορίων, εἶναι ὅμως ἄνδρας ὡς πρός τήν ἐπιθυμία τοῦ πάθους»[12].

Τό μέγιστο ἁμαρτητικό βάρος τῆς ἔμπρακτης ὁμοφυλοφιλικῆς «δραστηριότητος» τονίζεται σαφέστατα καί ἐκτενέστατα ἀπό τήν Ἁγία Γραφή καί τούς Ἁγίους Πατέρες, ἀλλά δέν μποροῦμε ἐδῶ νά ἐπεκταθοῦμε πολύ. Ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Χριστός μνημόνευσε τίς πόλεις Σοδόμων καί Γομόρρας, ὅπου πολιτευόταν ἡ ὁμοφυλοφιλία (ἐξ οὗ καί ὁ ὅρος «σοδομισμός»)[13], ὡς ἐνδείξεις τῆς χειρίστης καί κολάσιμης ἀποστασίας ἀπό Θεοῦ κατά τήν παλαιά ἐποχή[14] ἐξ ἧς καί ἡ θεία «ἀπ᾿ οὐρανοῦ» τιμωρία[15], ὅπως τονίζει ἐπίσης καί τό ἀποστολικό κήρυγμα περί τῆς ἀσεβείας τῶν Σοδομιτῶν, «ἀθέσμων ἐν ἀσελγείᾳ»[16]. Χαρακτηριστικότερη ἀποτίμηση τῆς ἀνδρικῆς ὁμοφυλοφιλίας καί τοῦ λεσβιασμοῦ, ὡς συνεπείας τῆς ἐσκεμμένης, θεληματικῆς περιφρονήσεως τοῦ Θεοῦ («γνόντες τόν Θεόν, οὐχ ὡς Θεόν ἐδόξασαν ἤ εὐχαρίστησαν», «οἵτινες μετήλλαξαν τήν ἀλήθειαν τοῦ Θεοῦ ἐν τῷ ψεύδει») καί τῆς δίκαιης ἐγκαταλείψεως ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ, κάνει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Πρός Ρωμαίους Ἐπιστολῆς: «Γι᾿ αὐτό τούς παρέδωσε ὁ Θεός σέ πάθη ἀτιμίας· δηλαδή καί οἱ γυναῖκες μετήλλαξαν τή φυσική χρήση στήν παρά φύση· ὁμοίως καί οἱ ἄνδρες, ἀφοῦ παράτησαν τή φυσική χρήση τῆς γυναικός, πυρακτώθηκαν ἀπό τήν μεταξύ τους σφοδρή ἐπιθυμία, κατεργαζόμενοι τήν ἀσχημοσύνη ἄνδρες σέ ἄνδρες, καί λαμβάνοντας πλήρως τήν πληρωμή τῆς πλάνης τους, ὅπως ἔπρεπε»[17]. Δέν εἶναι περιττό νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι ἡ ἐπιζήτηση τῆς ἡδονῆς, ἀνεξαρτήτως ἀπό τούς φυσικούς λόγους καί τρόπους πού τήν συνοδεύουν, ἀποδεικνύεται ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς ψυχοφθόρος κακία (διάκριση διατροφῆς-γαστριμαργίας, τεκνογονίας-πορνείας κ.ο.κ.)[18]. Οἱ ἱεροί Κανόνες, πού ὑποδεικνύουν τρόπους θεραπευτικούς τῆς ἁμαρτίας, προβλέπουν ἀπαιτητικούς καί μακρούς ἀγῶνες γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τό πάθος τῆς ἐμπράκτου ὁμοφυλοφιλίας καί μακρά στέρηση τῆς Κοινωνίας τοῦ Κυριακοῦ Σώματος καί Αἵματος· ἀπό αὐτό βέβαια συμπεραίνεται καί ἡ δεινότητα τοῦ πνευματικοῦ τραυματισμοῦ, λόγῳ τῶν ὁμοφυλοφιλικῶν πράξεων[19].

Ὅσα γράφονται ἐδῶ, δέν ἔχουν σκοπό παρά: (α) νά βοηθήσουν στήν ἐπίγνωση τῆς ὑποστάθμης στήν ὁποία ἔχει ὁδηγηθεῖ ἡ κοινωνία μας ὑπό τήν «πεφωτισμένη» κακία τοῦ οὑμανιστικοῦ, ἀνθρωποκεντρικοῦ πολιτισμοῦ, μέ τήν θριαμβική ἀνάδειξη ἐμφανῶν καί ἀμετανοήτων ὁμοφυλοφίλων στίς ἡγετικές θέσεις τῆς κοινωνίας μας καί (β) στήν ἐπίγνωση καί ἐν Χριστῷ μετάνοια συνανθρώπων μας ἀπό τό πάθος τῆς ἐμπράκτου ὁμοφυλοφιλίας (καί ἀμφιφυλοφιλίας), τήν ὁποία μετάνοια περιμένει ἐναγωνίως ὁ Ἐσταυρωμένος δι᾿ ἡμᾶς Θεός Ἰησοῦς Χριστός, γιά νά τούς καταστήσει ἁγίους καί μετόχους τῆς Βασιλείας Του, ὅπως ἔχει ἤδη κάνει μέ πολλούς: «καί ἄν εἶναι οἱ ἁμαρτίες σας σάν πορφύρα, θά τίς λευκάνω σάν τό χιόνι καί ἄν εἶναι σάν τό κόκκινο, θά τίς λευκάνω σαν τό μαλλί»[20].

 


 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]. Α΄ Θεσ. 5, 23· «καί ὁλόκληρον ὑμῶν τό πνεῦμα καί ἡ ψυχή καί τό σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη» καί Α΄ Πετρ. 1, 9· «κομιζόμενοι τό τέλος τῆς πίστεως ὑμῶν, σωτηρίαν ψυχῶν».

[2]. Πρβλ. Β΄ Κορ. 7, 9· «Νῦν χαίρω, οὐχ ὅτι ἐλυπήθητε, ἀλλ᾿ ὅτι ἐλυπήθητε εἰς μετάνοιαν· ἐλυπήθητε γάρ κατά Θεόν, ἵνα ἐν μηδενί ζημιωθῆτε ἐξ ἡμῶν» καί Β΄ Τιμ. 4, 2· «Κήρυξον τόν λόγον, ἐπίστηθι εὐκαίρως ἀκαίρως, ἔλεγξον, ἐπιτίμησον, παρακάλεσον, ἐν πάσῃ μακροθυμίᾳ καί διδαχῇ».

[3]. Λόγος ΙΘ΄, στηλιτευτικός κατά εὐνούχων PG 77, 1105C-1109C. Ὁ λόγος αὐτός σώζεται ἐπίσης στό ἱστορικό σύγγραμμα τοῦ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ, Χρονικόν Σύντομον 4,220,8 PG 110,804B- 807A.

[4]. Ματθ. 19, 11-12.

[5]. Φαίνεται ἀπό τό ὅτι «εὐνούχισαν ἑαυτούς» (ἔνθ᾿ ἀνωτ.), καί δέν τό ἔλαβαν ἀπό Θεοῦ, ὡς δεδομένον, ἀλλά προτρέπονται σέ αὐτό («ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω», Ματθ. 19, 11 καί «λέλυσαι ἀπό γυναικός; Μή ζήτει γυναῖκα», Α΄ Κορ. 7, 27)· αὐτοί εἶναι ὅσοι «νεκροῦν τά μέλη αὐτῶν ἐπί τῆς γῆς» (πρβλ. Κολ. 3, 5).

[6]. Αὐτό ἐννοεῖ τό μέρος ἐκεῖνο τοῦ (ἐδῶ δημοσιευομένου) λόγου πού ἔχει στό πρωτότυπο ὡς ἑξῆς: «καί τήν πνευματικήν εὐνουχίαν ἀπηγορευμένῃ πράξει λειτουργεῖν ἀναγκάσαντες» (PG 77, 1108B). Περί τῆς διαφορᾶς ὅσων εὐνούχων εὐνουχίσθηκαν, ὥστε ἀκινδύνως νά συναναστρέφονται μέ ἐμπάθεια γυναῖκες, καί ἐξ ἀντιθέτου ἐκείνων τῶν εὐνούχων πού μετέτρεψαν τήν ἀκούσια σωματική ἀναπηρία σέ πνευματική παρθενία, γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος (Περί τῆς ἐν παρθενίᾳ ἀληθοῦς ἀφθορίας πρός Λητόιον Ἐπίσκοπον Μελιτηνῆς 64, PG 30, 800Β-801A): «Ὡς εὐνοῦχος, φησί, περιλαμβάνων παρθένον, καί στενάζων, [Σοφ. Σειρ. 30, 20] πάντως δέ ὅτι οὐ δύναται ὅ βούλεται πράξαι. Καί, Ἐπιθυμία εὐνούχου ἀποπαρθενῶσαι νεάνιδα [Σοφ. Σειρ. 20, 4]. Εἰ καί μητέρα γάρ, φησί, διά τό ἄγονον οὐ ποιεῖ, ἀλλ᾿ ἀποπαρθενεῦσαι αὐτήν θέλει. Οὐ τοίνυν ἐπί σωφροσύνῃ ἐπαινεῖσθαι προσήκει τούς ἀποκοπτομένους τά μόρια [...]. Εἴ δέ οἴονται τήν ἀποκοπήν τῶν μορίων εἰς τήν τῆς ἀναμαρτησίαν συμβάλλεσθαι, ἐκκοψάτωσαν καί τούς ὀφθαλμούς, πολλά παρά λόγον ἐμβλέποντας [...]. Ἐνταῦθα δέ ἡ ἀδυναμία τοῦ ἀποτελέσαι ὅ βούλονται, τολμηρούς αὐτούς πρός τήν ἀπόλαυσιν τῆς ἐπιθυμίας ποιοῦσα, τήν ἐκ τῆς βουλήσεως ἁμαρτίαν ἐν αὐτοῖς ἔτι μᾶλλον ἐξάπτει [...]. Οὐ περί πάντων δέ καθόλου εὐνούχων τά προεκτεθέντα εἰρήκαμεν, ἀλλά περί τῶν ἵν᾿ ἐξουσίαν ἑαυτοῖς πραγματεύσωνται, ὡς θέλουσιν ὁμιλεῖν γυναιξίν, ἀποκοψαμένων ἀτόπως». Ἀντιθέτως, οἱ σώφρονες εὐνοῦχοι «τῷ ἐξ ἀκουσίως συμβεβηκότι αὐτοῖς κατά τό σῶμα εὐνουχισμῷ, τόν ἑκούσιον τῆς ψυχῆς εὐνουχισμόν σώφρονι λογισμῷ ἑαυτούς εὐνουχίσαντες, καθαρῶς γυναιξίν ὁμιλοῦσι».

[7]. Ἀπό τά πολλά σχετικά τεκμήρια τῆς ἐκκλησιαστικῆς γραμματείας, ἀναφέρουμε τό τοῦ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ: «Τισί μέν τῶν οὖν τῶν ἀκριβεστέρων ἤρεσε καί τό κατά πορνείαν πλημμέλημα, μοιχείαν εἶναι νομίζειν, διότι μία ἐστίν ἡ νόμιμος συζυγία, καί γυναικί πρός ἄνδρα καί ἀνδρί πρός γυναῖκα. Πᾶν οὖν μή τό νόμιμον παράνομον πάντως, καί ὁ μή τό ἴδιον ἔχων, δηλαδή τό ἀλλότριον ἔχει [...] διεκρίθη τό πλημμέλημα τῇ γενικῇ διαιρέσει ταύτῃ, ὡς πορνείαν μέν εἶναι καί λέγεσθαι τήν χωρίς ἀδικίας ἑτέρου γινομένην τισί τῆς ἐπιθυμίας ἐκπλήρωσιν· μοιχείαν δέ, τήν ἐπιβουλήν τε καί τήν ἀδικίαν τε τοῦ ἀλλοτρίου. Ἐν ταύτῃ δέ καί τήν ζωοφθορίαν καί τήν παιδεραστίαν εἶναι λογίζονται· διότι καί ταῦτα φύσεώς ἐστι μοιχεία. Εἰς γάρ τό ἀλλότριόν τε καί παρά φύσιν γίνεται ἡ ἀδικία» (Ἐπιστολή Κανονική πρός τόν ἐν ἁγίοις Λητόιον Ἐπίσκοπον Μελιτηνῆς PG 45,228 B.C.).

[8]. ΠΑΝ. Κ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Εὐνουχισμός» ΘΗΕ 5 (1964), στ΄. 1066.

[9]. Ἐφ. 5, 11-12.

[10]. ΠΑΝ. Κ. ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΣ, ἔνθ᾿ ἀνωτ., στ. 1065.

[11]. Αὐτόθι, στ. 1066: «Ἑπομένως ὁ εὐνοῦχος, ὅστις, λόγῳ παθήσεως ὑπό ἰατροῦ ἐχειρουργήθη, ἤ ὑπό βαρβάρων ἤ ἐν διωγμῷ ἤ ἐξ οἱασδήποτε ἐπηρείας ἀνθρώπων, ἄκων ἐξετμήθη, ἠδύνατο νά χειροτονηθῇ κληρικός, ἐάν κατά ἄλλα ἦτο ἄξιος πρός χειροτονίαν».

[12]. Περί τῆς ἐν παρθενίᾳ ἀληθοῦς ἀφθορίας πρός Λητόιον Ἐπίσκοπον Μελιτηνῆς 62.63 PG 30, 797C.800A : «Πόσῳ πλέον δεῖ τά ἄῤῥενα σώματα, κἄν εὐνούχων ᾖ, τήν παρθένον φυλάττεσθαι; Κἄν εὐνοῦχος γάρ ᾖ, ἀλλ᾿ ἀνήρ ἐστι τήν φύσιν [...] οὕτω καί ὁ ἄρσην ἀποκεκομμένος τά μόρια, ἄρσην ὅμως ἐστί τῇ ἐπιθυμίᾳ τοῦ πάθους. Διό καί αὐτός κατά τό ὅμοιον σχηματισάμενος πρός τήν πράξιν, ἔρωτος πνέει καί ἐκτόπου μανίας. Ἀλλά καί ὁρμῶν πρός τήν συμπλοκήν, κἄν μή φθείρῃ τῷ μέρει ἐκείνῳ ἐνοχλῶν τῇ θηλείᾳ, ὅμως αὐτός μέν ὡς φθείρας, τήν ἐπιθυμίαν οὕτως ὑπό τῆς φαντασίας διάκειται. Τήν δέ πρός τήν ἀμαρτίαν πικρότερον ἐρεθίζων, φθείρει μέν ὅλον τόν νοῦν, καί τό σῶμα δέ πρός τήν τῆς φθορᾶς πρᾶξιν οἰστρεῖ».

[13]. Γέν. 19, 4-9.

[14]. Ματθ. 10, 15· 11, 23-24· Λουκ. 10, 12.

[15]. Λουκ. 17, 29· «ᾟ δέ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε Λώτ ἀπό Σοδόμων, ἔβρεξε πῦρ καί θεῖον ἀπ᾿ οὐρανοῦ, καί ἀπώλεσεν ἅπαντας».

[16]. Β΄ Πέτρ. 2, 6-7· «Καί πόλεις Σοδόμων καί Γομόρρας τεφρώσας καταστροφῇ κατέκρινεν, ὑπόδειγμα μελλόντων ἀσεβεῖν τεθεικώς· Καί δίκαιον Λώτ, καταπονούμενον ὑπό τῆς τῶν ἀθέσμων ἐν ἀσελγείᾳ ἀναστροφῆς ἐρρύσατο» (στόν ἑπόμενο στίχο, 8, τονίζεται ὁ βασανισμός τοῦ Λώτ ἀπό τήν θέα τῶν «ἀνόμων ἔργων» τῶν Σοδομιτῶν). Ἐπίσης, Ἰούδα 7· «Σόδομα καί Γόμορρα, καί αἱ περί αὐτάς πόλεις, τόν ὅμοιον τούτοις τρόπον ἐκπορνεύσασαι καί ἀπελθοῦσαι ὀπίσω σαρκός ἑτέρας, πρόκεινται δεῖγμα, πυρός αἰωνίου δίκην ὑπέχουσαι».

[17]. Ρωμ. 1, 26-27· «Διά τοῦτο παρέδωκεν αὐτούς ὁ Θεός εἰς πάθη ἀτιμίας· αἵ τε γάρ θήλειαι αὐτῶν μετήλλαξαν τήν φυσικήν χρῆσιν εἰς τήν παρά φύσιν. Ὁμοίως δέ καί οἱ ἄρσενες, ἀφέντες τήν φυσικήν χρῆσιν τῆς θηλείας, ἐξεκαύθησαν ἐν τῇ ὀρέξει αὐτῶν εἰς ἀλλήλους, ἄρσενες ἐν ἄρσεσι τήν ἀσχημοσύνην κατεργαζόμενοι, καί τήν ἀντιμισθίαν ἥν ἔδει, τῆς πλάνης αὐτῶν ἐν ἑαυτοῖς ἀπολαμβάνοντες».

[18]. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ θέση τοῦ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Κεφάλαια περί ἀγάπης 3, 4· PG 90, 1017C.D. (μετάφρασις): «Δέν εἶναι τά φαγητά κακά, ἀλλά ἡ γαστριμαργία. Οὔτε ἡ παιδοποιΐα, ἀλλά ἡ πορνεία. Οὔτε τά χρήματα, ἀλλά ἡ φιλαργυρία. Οὔτε ἡ δόξα, ἀλλά ἡ κενοδοξία. Ἐάν λοιπόν ἔτσι εἶναι, δέν ὑπάρχει κακό στά ὄντα, παρά ἡ παράχρησή τους, ἡ ὁποία συμβαίνει ἀπό τήν ἀμέλεια τοῦ νοῦ γιά τήν φυσική καλλιέργεια. Πρβλ. Ρωμ. 13, 14· «Ἀλλ᾿ ἐνδύσασθε τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας».

[19]. Χαρακτηριστικοί οἱ ἱεροί Κανόνες περί πολυετοῦς ἀποχῆς ἀπό τήν Θεία Κοινωνία (62ος τοῦ Μ. Βασιλείου καί 4ος τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης). Βεβαίως ὅλοι οἱ τρόποι θεραπείας ἐξαρτῶνται ἀπό – καί μειώνονται κατά – τή θερμή μετάνοια τοῦ ἐξομολογουμένου καί μετανοοῦντος μέ τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι (καί ὄχι συναισθηματική καί ὡς ἔτυχε) διάκριση τοῦ Πνευματικοῦ. Ἡ βαρύτητα τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς ἐκτίθεται καί στόν 7ο Κανόνα τοῦ Μ. Βασιλείου: «Ἀρρενοφθόροι καί ζωοφθόροι καί φονεῖς καί φαρμακοί καί μοιχοί καί εἰδωλολάτραι, τῆς αὐτῆς καταδίκης εἰσίν ἠξιωμένοι». Βλ. ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Πηδάλιον, ἐκδ. Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 2003, σελ. 593.

[20]. Ἠσ. 1, 18· «Καί δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καί ἐάν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐάν δέ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ».

 


 

(Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος (Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια))

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας