Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΑΠΟΚΡΥΦΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

τοῦ Ἀρχιμ. Αὐγουστίνου Γ. Μύρου, Δρ Θ.

 

Ὁ Ἀποκρυφισμός, ἕνα ἀρχαῖο, πολύμορφο, ἀνθρωποκεντρικὸ καὶ δαιμονοκίνητο Σύστημα, ποὺ ἔχει τὶς ρίζες του στὴν πτώση τῶν πρωτοπλάστων, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τὴν προσπάθεια νὰ ἱκανοποιήση τὴν βαθύτατη ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἀπόκτηση τῆς ἀληθινῆς καὶ ἀπόκρυφης γνώσεως.

Ὁ μακαριστὸς πατὴρ Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος διακρίνει τὸν Ἀποκρυφισμὸ σὲ θεωρητικὸ καὶ πρακτικό. Ὁ θεωρητικὸς Ἀποκρυφισμὸς ἐμφανίζεται νὰ ἀπαντᾶ στὰ θεολογικὰ, κοσμοθεωριακὰ καὶ ἀνθρωπολογικὰ ἐρωτήματα, ἐνῶ ὁ πρακτικὸς καλύπτει ὅλες τὶς ἀπόκρυφες τεχνικές, «μὲ τὶς ὁποῖες οἱ ἀποκρυφιστὲς πιστεύουν ὅτι ἀνακαλύπτουν ἀπόκρυφες γνώσεις καὶ ὑποτάσσουν ἀπόκρυφες δυνάμεις, ποὺ χρησιμοποιοῦν γιὰ τοὺς σκοπούς τους»[1].

Μὲ τὴν παροῦσα εἰσήγηση ἐπιχειρῶ νὰ ἐξετάσω τὸ Σύστημα τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Θεωρῶ ἐξ ἀρχῆς ἀπαραίτητο νὰ προσδιορίσω ἐν πάσῃ συντομίᾳ καὶ ὅσον εἶναι δυνατὸν τὴν πραγματικὴ θέση τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Ἡ Ἁγία Γραφή, ἕνα σῶμα 76 βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἔχουν γραφῆ κατὰ τὴν διάρκεια μιᾶς περιόδου δεκατριῶν καὶ πλέον αἰώνων, μὲ μία διήκουσα γραμμή, τὴν πρόρρηση, τὴν ἔλευση, τὴ ζωὴ καὶ τὴν διδασκαλία, ἀλλὰ καὶ τὴν προσδοκία γιὰ δευτέρα ἔλευση τοῦ θεανθρώπου Κυρίου ὡς Μεσσίου τοῦ κόσμου, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία ἀπὸ τὶς ὄψεις τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ γραπτή της μορφή. Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν ἀποτελεῖ μία συλλογικὴ συγγραφὴ ἀπὸ μία ὁμάδα αὐτονομημένων συγγραφέων, ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ γνωστά μας σύγχρονα συλλογικὰ συγγράμματα. Εἶναι ἡ καταγεγραμμένη ἐμπειρία δεκάδων ἀνθρώπων ποὺ ἔζησαν σὲ διαφορετικὲς ἐποχές, ὑπῆρξαν μέλη τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἡ ἐμπειρία τους ἔχει σχέση μὲ τὸν ἴδιο Θεό, τὴν ἴδια ἀποκεκαλυμμένη ἀλήθεια καὶ τὶς ἴδιες ἀπαντήσεις σὲ ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα τοῦ ἀνθρώπου. Εὔκολα γίνεται κατανοητὸ ὅτι ἡ Ἁγία Γραφὴ ἀποτελεῖ ἀποκλειστικὴ περιουσία τῆς Ἐκκλησίας. Μὲ τὴν συναίσθηση αὐτῆς τῆς ἀλήθειας ὁ ἐκκλησιαστικὸς συγγραφέας Τερτυλλιανός στὶς ἀρχὲς τοῦ τρίτου αἰῶνος ἀναφερόταν στοὺς αἱρετικοὺς τῆς ἐποχῆς του, ποὺ χρησιμοποιοῦσαν τὴν ἁγία Γραφή, καὶ τοὺς ἤλεγχε μὲ τὸν ἑξῆς τρόπο: «Ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν εἶναι χριστιανοί, γι᾿ αὐτὸ δὲν ἔχουν κανένα δικαίωμα στὴ χριστιανικὴ Γραμματεία καὶ θὰ μποροῦσε νὰ λεχθῆ σ᾿ αὐτούς: Ποιοὶ εἶσθε ἐσεῖς; Πότε καὶ ἀπὸ ποῦ ἤλθατε; Ἐφ᾿ ὅσον δὲν εἶσθε ἀπὸ μᾶς, τὶ δουλειὰ ἔχετε μὲ ὅ,τι εἶναι δικό μας;»[2].

Ὑπάρχουν δύο καίρια ζητήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὴν προσέγγιση καὶ μὲ τὴν χρήση τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτο, γιὰ τὴν προσέγγισή της ἀπαιτεῖται ὁ ὀρθὸς προσδιορισμὸς τῆς θεοπνευστίας της. Ὁ μακαριστὸς π. Ἱωάννης Ρωμανίδης παρατηρεῖ ὅτι «θεόπνευστο καὶ (ἑπομένως) ἀληθινὸ εἶναι ὅ,τι στηρίζεται στὴν ἀποκαλυπτικὴ ἐμπειρία (τῶν θεωμένων ἀνθρώπων τῆς Ἐκκλησίας), ἐνῶ ὅ,τι εἶναι στοχαστικὸ καὶ ὄχι ἐμπειρικὸ εἶναι ψευδές. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ μεταξὺ ἀληθείας καὶ αἱρέσεως»[3]. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερο, γιὰ τὴν χρήση τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶναι ἀπαραίτητη ἡ ὀρθὴ της ἑρμηνεία, ἡ ὁποία διασφαλίζεται ἀπὸ τὴν μία, τὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Ὅπως ὀρθὰ ἐπισημαίνει ὁ μακαριστὸς π. Γεώργιος Φλορόφσκυ, «Ἡ ἀποκάλυψη διατηρεῖται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἑπομένως ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ κατάλληλος καὶ πρώτιστος ἑρμηνευτὴς τῆς ἀποκάλυψης. ...Οἱ ἀνθρώπινες λέξεις δὲν εἶναι παρὰ σύμβολα. Ἡ μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ζωογονεῖ τὶ γραπτὲς λέξεις. Οἱ Γραφὲς χρειάζονται ἑρμηνεία. Ὄχι ἡ ἔκφραση, ἀλλὰ τὸ μήνυμά τους ἀποτελεῖ τὸν πυρήνα»[4]. Τόσον ἡ θεοπνευστία, ὅσο καὶ ἡ ἑρμηνεία τῆς Ἁγίας Γραφῆς κατανοοῦνται μόνον μέσα στὸ πλαίσιο τῆς μιᾶς, ἁγίας καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία, κατὰ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, εἶναι «στῦλος καὶ ἑδραίωμα τῆς ἀληθείας»[5].

Ἐδῶ ἀκριβῶς τίθενται τὰ καίρια καὶ σημαντικὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴν εἰσήγησή μας. Ποιὰ ἡ σχέση τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ μὲ τὴν ἁγία Γραφή; Καὶ, ἀκόμη, πῶς κρίνονται οἱ ἀποκρυφιστικὲς πρακτικές ἀπὸ τὴν ἀποκαλυπτικὴ διδαχὴ, ποὺ εἶναι καταγεγραμμένη στὴν Ἁγία Γραφή;

Ἐν πρώτοις καὶ ἀπὸ μία ἁπλῆ ἀνάγνωση τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης μποροῦμε νὰ διαπιστώσουμε ὅτι στὰ κείμενά τους γίνεται κατ᾿ ἐπανάληψιν ἀναφορὰ σὲ μία σειρὰ ἀποκρυφιστικῶν πρακτικῶν. Τέτοιου εἴδους πρακτικὲς εἶναι ἡ ψευδοπροφητεία (πρόβλεψη ἀπατηλὴ γιὰ τὸ μέλλον ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὅσα λέγουν τοὺς τὰ ἀποκάλυψε ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος καὶ τοὺς ἀπέστειλε νὰ τὰ μεταφέρουν στοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς ὅμως αὐτὸς νὰ τοὺς ἔχει ἀποστείλει)[6], ἡ μαντεία (τρόπος διεισδύσεως στὸν χῶρο τοῦ κεκρυμμένου καὶ τοῦ μέλλοντος)[7], ἡ οἰωνοσκοπία ἤ ὀρνιθοσκοπία (πρόβλεψη τῶν μελλόντων ἀπὸ τὴν παρατήρηση τοῦ πετάγματος ἤ τῶν κραυγῶν τῶν πτηνῶν)[8], ἡ ἡπατοσκοπία (μαντεία ἀπὸ τὴν ἐξέταση τοῦ ἥπατος θυσιαζομένου ζώου)[9], ἡ ὀνειρομαντεία (ἐνημέρωση ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία ὀνείρων)[10], ἡ νεκρομαντεία (ἀπόκτηση γνώσεως μελλοντικῶν γεγονότων ἀπὸ τὴν ἐπικοινωνία μὲ πνεύματα τῶν νεκρῶν)[11], ἡ τερατοσκοπία (πρόβλεψη τοῦ μέλλοντος ἀπὸ τὴν παρατήρηση ἐκτάκτων σημείων στὸν οὐρανό)[12], ἡ ἀστρολογία (πρόβλεψη μελλοντικῶν γεγονότων ἀπὸ τὴν παρατήρηση τῆς κινήσεως τῶν ἄστρων)[13], ὁ κληδονισμός (γνώση μελλοντικῶν γεγονότων ἀπὸ τὸ ἄκουσμα τυχαίων λόγων)[14], ἡ μαγεία (τεχνικὴ μὲ ἀπόκρυφες, δαιμονικὲς δυνάμεις, γιὰ νὰ ἀποφευχθῆ τὸ κακό, ἤ νὰ ἐπιπέση σὲ ἐχθρούς)[15], ἡ φαρμακεία (εἶδος μαγείας, τὴν ὁποία ἐπιτελοῦν οἱ ἐπαοιδοί προφέροντας χαμηλόφωνα ἐξορκισμούς γιὰ τιμωρία)[16], ἡ γοητεία (ἄσκηση τῆς μαγείας μὲ γοερὲς κραυγές)[17], ἡ βασκανία (μεταφορὰ κακοῦ διὰ τοῦ βλέμματος ἐξ αἰτίας κυρίως ζηλοφθονίας)[18], ἡ ἐγγαστριμυθία (ἀποκάλυψη μυστικῶν καὶ μελλοντικῶν γεγονότων ἀπὸ μάγον, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ μὲ κλεισμένο τὸ στόμα καὶ φαίνεται ὅτι ὁμιλεῖ διὰ τῆς κοιλίας)[19], ὁ περικαθαρισμὸς μὲ φωτιά (ἀναζήτηση μυστικῶν καὶ μελλοντικῶν γεγονότων μὲ τὴν καύση μικρῶν τέκνων καὶ τὴν βρώση τῶν σπλάχνων τους)[20]. Ὅλες αὐτὲς οἱ μορφὲς Ἀποκρυφισμοῦ μποροῦν νὰ καταταγοῦν στὶς τρεῖς βασικὲς κατηγορίες, στὴν ψευδοπροφητεία, στὴν μαντεία καὶ στὴν μαγεία, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν σαφῆ ὅρια διαχωρισμοῦ.

Ἐὰν θέλαμε νὰ ἀναζητήσουμε κάποιο κοινὸ στοιχεῖο στὴν καταγεγραμμένη ἐμπειρικὴ ἀποκάλυψη τῶν Ἁγίων Γραφῶν καὶ στὴ στοχαστικὴ ἀναζήτηση τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ, αὐτὸ σίγουρα εἶναι ἡ προβολὴ τῆς ἀναγκαιότητας ποὺ ὑπάρχει στὸν ἄνθρωπο γιὰ τὴν γνώση τῆς ἀποκεκρυμμένης ἀληθείας. Ἐπὶ πλέον, κοινὸς τόπος εἶναι καὶ ἡ διαπίστωση ὅτι ὑπάρχει ἡ «ἀπόκρυφη γνώση», στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ ἔχη πρόσβαση μὲ διάφορους τρόπους.

Εἶναι γνωστὸ ὅτι βασικὴ θέση τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ εἶναι ἡ παραδοχὴ ὅτι ὑπάρχει «ἀπόκρυφη γνώση», καθὼς καὶ «ἀπόκρυφες δυνάμεις», τὰ ὁποῖα οἱ ἀποκρυφισταὶ ὑποστηρίζουν ὅτι μὲ δικούς τους τρόπους μποροῦν νὰ οἰκειοποιηθοῦν[21]. Ἀλλὰ καὶ στὴν Ἁγία Γραφὴ γίνεται λόγος γιὰ μυστήρια, γιὰ ἀπόκρυφη γνώση καὶ σοφία.

Ὁ προφήτης Ἠσαῒας ὁμιλεῖ γιὰ «θησαυροὺς σκοτεινούς, ἀποκρύφους καὶ ἀοράτους»[22]. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος κάνει λόγο γιὰ «Θεοῦ σοφίαν ἐν μυστηρίῳ ἀποκεκρυμμένην»[23] καὶ γιὰ «ἐπίγνωσιν τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς καὶ τοῦ Χριστοῦ, ἐν ὦ εἰσί πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι»[24]. Ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος παρομοιάζει ὁλόκληρη τὴν Ἁγία Γραφὴ μὲ «κιβώτιον», στὸ ὁποῖο εἶναι «ἐγκεκρυμμένα θεῖα μυστήρια»[25].

Ἡ διαφοροποίηση ἀνάμεσα στὸ Σύστημα τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ καὶ στὴν θεόπνευστη Ἁγία Γραφὴ γιὰ τὴν ἀπόκρυφη γνώση ἀρχίζει ἀπὸ τὸ σημεῖο ἐκεῖνο, ποὺ τίθεται τὸ ζήτημα τῆς προσεγγίσεώς της.

Τὸ πρῶτο ἐρώτημα ποὺ τίθεται εἶναι: Ποῦ εὑρίσκονται ἀποθησαυρισμένες οἱ ἀπόκρυφες ἀλήθειες; Ποῦ πρέπει, δηλαδή, νὰ τὶς ἀναζητήση ὁ ἄνθρωπος ποὺ διψᾶ γι᾿ αὐτές;

Οἱ Ἀποκρυφισταὶ ἀνάγουν τὴν ἀρχὴ τῶν πάντων σὲ κάποια ἀπροσδιόριστη συμπαντικὴ θεότητα, ἡ ὁποία κατέχει καὶ τὴν ἀληθινὴ γνώση τῆς ἀληθείας[26]. Συγχρόνως θεοποιοῦν τὴν κτίση καὶ τὸν ἄνθρωπο. Οὐσιαστικὰ ταυτίζουν τὸν ἄκτιστο Θεὸ μὲ τὴν κτιστὴ δημιουργία. Ἔτσι στὸ σημεῖο αὐτὸ ταυτίζονται μὲ τοὺς εἰδωλολάτρες. Γι᾿ αὐτοὺς, ἑπομένως, ἡ «ἀπόκρυφη γνώση» εὑρίσκεται εἴτε στὴν ἀπρόσωπη καὶ ἀπροσδιόριστη θεότητα, εἴτε μέσα στὸν θεοποιημένο ἄνθρωπο.

Οἱ θεωμένοι συγγραφεῖς τῶν ἁγίων Γραφῶν μᾶς παραδίδουν τὴν ἐμπειρία τους γιὰ συγκεκριμένο προσωπικὸ ἄκτιστο Θεό, «ἐν ὦ εἰσί πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι»[27]. Γι᾿ αὐτὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποδεχόμαστε τὶς Ἅγιες Γραφὲς ὡς δικά της βιβλία, δὲν γνωρίζουμε κανένα Θεὸ τῆς Μεταφυσικῆς, ἤ τῆς στοχαστικῆς φιλοσοφίας, ἤ τῆς ὁποιασδήποτε Θρησκείας. Γιὰ μᾶς ὁ ἀληθινὸς Θεὸς εἶναι ὁ Θεὸς τοῦ Ἀβραάμ, τοῦ Ἰσαάκ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ὁ ὁποῖος ὄχι ἁπλῶς κατέχει τὴν καθολικὴ καὶ ἀληθινὴ γνώση τῆς κεκρυμμένης ἀληθείας, ἀλλὰ εἶναι αὐτὸς ὅ ἴδιος ἡ αὐτοαλήθεια, ὅπως τὸ διακηρύττει ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός[28].

Εἶναι χαρακτηριστικὴ ἡ ἀρχὴ τῆς προσευχῆς τοῦ προφήτου Δανιὴλ πρὸς τὸν ἀληθινὸ Θεό, στὸν ὁποῖο ἀμέσως ἀπευθύνθηκε, ὅταν τοῦ ζητήθηκε νὰ ἐξηγήση τὸ ὄνειρο τοῦ Ναβουχοδονόσορα: «Εἴη τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ εὐλογημένον ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἕως τοῦ αἰῶνος, ὅτι ἡ σοφία καὶ ἡ σύνεσις αὐτοῦ ἐστί»[29]. Στὴν ἀπάντησή του πάλι στὸν Ναβουχοδονόσορα ὁ ἴδιος προφήτης ξεκαθαρίζει ὅτι «Τὸ μυστήριο ποὺ ζήτησες νὰ μάθης, βασιλιά, δὲν μποροῦν νὰ σοῦ τὸ φανερώσουν οἱ σοφοί, οἱ μάντεις, οἱ μάγοι καὶ οἱ ἀστρολόγοι. Ὑπάρχει ὅμως Θεός στὸν οὐρανό, ποὺ φανερώνει τὰ μυστήρια. Αὐτὸς θέλει νὰ σοῦ κάνει γνωστὸ, βασιλιὰ Ναβουχοδονόσορ, τὶ θὰ συμβῆ στὸ τέλος τῶν καιρῶν»[30].

Οἱ ἀποκρυφισταὶ πιστεύουν ὅτι μποροῦν νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν «ἄμεση γνώση» μὲ τὴν «ἀπόκρυφη ἐπιστήμη» τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ ἀντλῶντας τὴν αὐθεντία τους ἀπὸ τὴν ταύτισή τους μὲ τὸ ἀκαθόριστο ὑπερβατικὸ Ὄν[31]. Στὴν πραγματικότητα μὲ τὶς θεοποιημένες ἀπὸ τοὺς ἴδιους ἀνθρώπινες δυνάμεις. Κι ὅταν ἐπικαλοῦνται κάποιον «Θεὸ» ἤ κάποια «πνεύματα», αὐτὸς ὁ «Θεὸς» δὲν ἔχει καμμία σχέση μὲ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τῆς γνήσιας ἐμπειρικῆς ἀποκαλύψεως καὶ αὐτὰ τὰ «πνεύματα» εἶναι τελείως ἄσχετα μὲ Ἅγιο Πνεῦμα.

Γιὰ τοὺς θεοπνεύστους συγγραφεῖς τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἡ ἀπόκρυφη γνώση τῶν ἀληθειῶν ἀποκαλύπτεται στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν δημιουργὸ καὶ κάτοχο αὐτῆς τῆς γνώσεως. Ὁ προφητάναξ Δαυῒδ, ἀπευθυνόμενος στὸν Θεὸ, ὁμολογεῖ: «ἰδοὺ γὰρ ἀλήθειαν ἠγάπησας· τὰ ἄδηλα καὶ τὰ κρύφια τῆς σοφίας σου ἐδήλωσάς με»[32]. Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος μαρτυρεῖ ὅτι «ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψεν διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ»[33].

Ὁ ἀληθινὸς Θεὸς τῶν προφητῶν καὶ τῶν Ἀποστόλων ἀποκαλύπτει τὴν ἀπόκρυφη γνώση καὶ σοφία του, ὅταν ἐκεῖνος ἀποφασίση καὶ σὲ ὅσους ἐκεῖνος θέλει, ὅπως τὸ φανερώνει ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος: «Ἐξομολογοῦμαι σε, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας αὐτὰ ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις»[34].

Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Χριστοῦ μᾶς εἰσάγει καὶ σὲ ἕνα ἄλλον προβληματισμό: Ποιοὶ εἶναι οἱ «σοφοὶ καὶ συνετοί», οἱ ὁποῖοι κρίνονται ἀκατάλληλοι νὰ δεχθοῦν τὴν ἀπόκρυφη γνώση τῆς ἀληθείας, καὶ ποιοὶ εἶναι οἱ «νήπιοι», οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται κατάλληλοι ἀποδέκτες τῆς ἀποκαλύψεως αὐτῆς τῆς γνώσεως; Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑρμηνεία πολλῶν σχετικῶν ἁγιογραφικῶν περικοπῶν μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ διακρίνουμε ἐκείνους ποὺ ἐμφανίζονται ὡς ἀποδέκτες τῆς ἀποκεκαλυμμένης ἀποκρύφου γνώσεως σὲ γνησίους καὶ πλανεμένους. Πιὸ συγκεκριμένα, νὰ διακρίνουμε τοὺς προφῆτες ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες, τοὺς θαυματουργοὺς καὶ προορατικοὺς ἁγίους τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ποικίλους μάγους καὶ μάντεις, καὶ γενικὰ τοὺς ἀληθινοὺς χαρισματούχους τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τοὺς γόητες καὶ ἀποκρυφιστὲς τοῦ κόσμου. Ἀξίζει στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ ἀναφέρω τὴν συμβολὴ, στὸ ζήτημα αὐτὸ, τῆς πρόσφατης, πολὺ ἀξιόλογης ἐργασίας τοῦ προέδρου τοῦ Δ.Σ. τῆς Π.Ε.Γ. Κωνσταντίνου Παπαχριστοδούλου, μὲ τίτλο Προφῆτες καὶ Ψευδοπροφῆτες. Ἄλλωστε εἶναι κατηγορηματικὴ ἡ προτροπὴ τοῦ εὐαγγελιστοῦ καὶ ἀποστόλου Ἰωάννου, «Μὴ παντὶ πνεύματι πιστεύετε, ἀλλὰ δοκιμάζετε τὰ πνεύματα εἰ ἐκ τοῦ Θεοῦ εἰσί, ὅτι πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐξεληλύθασι εἰς τὸν κόσμον»[35].

Οἱ ἀληθινοὶ χαρισματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας ἀποδίδουν στὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ ὄχι στὸν ἑαυτό τους τὴν δυνατότητα νὰ γνωρίσουν ἀπόκρυφες γιὰ τοὺς πολλοὺς ἀλήθειες, ἀλλὰ καὶ γεγονότα ποὺ πρόκειται νὰ συμβοῦν. Κι αὐτὸ ἐπειδὴ ἔχουν τὴν ἐμπειρία τῆς θεώσεως. Ἡ ἐμπειρία αὐτὴ εἶναι ἡ «ἐμπειρία τῆς ἀκτίστου δόξης τοῦ Θεοῦ»[36], αὐτὴ ποὺ τοὺς καθιστᾶ καταλλήλους νὰ δεχθοῦν τὴν ἀποκάλυψη τῆς ἀποκρύφου γνώσεως.

Σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτούς, οἱ ψευδοπροφῆτες ὁμιλοῦν «ἀπὸ καρδίας»[37], δηλαδὴ στηρίζονται στὸν ἑαυτό τους, κρίνουν μὲ τὴν λογικὴ τοῦ πεπτωκότος καὶ ἐμπαθοῦς ἀνθρώπου, προφητεύουν ἀπὸ μόνοι τους, χωρὶς ἐντολὴ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, χωρὶς νὰ ἔχουν ίδῆ κανένα πραγματικὸ ὅραμα, ὅπως οἱ ἀληθινοὶ προφῆτες. Παρομοίως καὶ οἱ μάντεις καὶ οἱ μάγοι ἐνεργοῦν μὲ τὴν ἐπήρεια καὶ τὴν καθοδήγηση τοῦ πονηροῦ πνεύματος καὶ ὄχι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Χαρακτηριστικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ἡ περίπτωση τοῦ μάγου καὶ ψευδοπροφήτη Ἐλύμα τῆς Πάφου, ὁ ὁποῖος προσπαθοῦσε νὰ ἐμποδίση τὸν ἀνθύπατο Σέργιο Παῦλο νὰ πιστέψη καὶ ἀποκλήθηκε ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Παῦλο «υἱὸς διαβόλου»[38]. Ἐπίσης, ἄλλο παρόμοιο παράδειγμα ἀποτελεῖ «ἡ μαντευομένη παιδίσκη» τῶν Φιλίππων, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ὅτι εἶχε «πνεῦμα πύθωνος»[39].

Οἱ ἀληθινοὶ χαρισματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐμφανίζονται στὶς ἁγιογραφικὲς περικοπές, ἀπευθύνονται μόνον στὸν ἀληθινὸ Θεό, τὸν ὁποῖο γνωρίζουν ἀπὸ τὴν ἐμπειρική συμμετοχή τους στὴν ἀποκάλυψη, καὶ εἶναι ἀπόλυτα ἀφοσιωμένοι σ᾿ αὐτόν. Ὁ θεόπτης Μωϋσῆς, οἱ γνήσιοι προφῆτες, ὅπως ὁ Ἠσαῒας, ὁ Ἰερεμίας, ὁ Δανιήλ, καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι, ὅπως ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος, δὲν ἀναγνωρίζουν κανέναν ἄλλο θεό, ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ γνώρισαν ἐμπειρικά. Σ᾿ Αὐτὸν ἀπευθύνονται, Αὐτὸν ἐρωτοῦν καὶ Αὐτὸν μόνον ἐμπιστεύονται καὶ ἀκολουθοῦν.

Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, οἱ ἀποκρυφισταὶ ψευδοπροφῆτες, μάντεις καὶ μάγοι ἐμφανίζονται νὰ εἶναι τοὐλάχιστον ἀδιάφοροι γιὰ τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν παρουσία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς διατηροῦν μέσα τους συγκεχυμένα στοιχεῖα ἀληθείας καὶ ψεύδους καὶ χαρακτηρίζονται ἀπὸ τὴν κυριαρχία ἑνὸς πνεύματος ὁλοφάνερα συγκρητιστικοῦ. Παραδέχονται καὶ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ τῶν προφητῶν καὶ τῶν ἀποστόλων, ἀλλὰ καὶ τοὺς ψεύτικους θεοὺς τῶν εἰδωλολατρῶν. Ἀντιπροσωπευτικὸς τύπος αὐτοῦ τοῦ εἴδους τῶν ἀποκρυφιστῶν εἶναι ὁ Βαλαάμ, ὁ ὁποῖος κλήθηκε ἀπὸ τὸν Βαλάκ, τὸν βασιλέα τῶν Μωαβιτῶν νὰ καταρασθῆ τοὺς Ἰσραηλίτες, γιὰ νὰ μὴν ἡττηθοῦν τὰ στρατεύματά του ἀπὸ ἐκείνους. Ἐκεῖνος ἀποδέχθηκε τὴν πρόσκληση τοῦ εἰδωλολάτρη ἄρχοντα, ἄν καὶ μὲ ὁρατὰ σημεῖα ἐμποδίσθηκε ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ νὰ πράξη αὐτὸ ποὺ τοῦ ζητήθηκε.

Ἀκόμη πιὸ χαρακτηριστικὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τῶν ἰουδαίων ἐξορκιστῶν, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦσαν τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ ἐκδιώξουν πονηρὰ πνεύματα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. «Αὐτὸ τὸ ἔκαναν καὶ οἱ ἑπτὰ γυιοὶ κάποιου Σκευᾶ, ἰουδαίου ἀρχιερέως. Τὸ πονηρὸ πνεῦμα ὅμως τοὺς εἶπε: Τὸν Ἰησοῦ τὸν γνωρίζω καὶ τὸν Παῦλο τὸν ξέρω· ἐσεῖς ὅμως ποιοὶ εἶστε; Καὶ ὁρμῶντας ἐπάνω τους ὁ ἄνθρωπος μέσα στὸν ὁποῖο ἦταν τὸ πονηρὸ πνεῦμα, τοὺς ἔρριξε κάτω καὶ τοὺς κακοποίησε»[40].

Μελετώντας κάποιος αὐτὲς τὶς βιβλικὲς ἱστορίες, τόσον τῆς Παλαιᾶς, ὅσον καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, μπορεῖ νὰ ἔχη μία ὁλοκάθαρη εἰκόνα γιὰ τὸν βδελυκτὸ ἀπὸ τὸν Θεὸ συγκρητισμό, ὁ ὁποῖος ἐμφανίζεται ἐκτεταμένα καὶ δραστήρια σὲ ὅλες τὶς ἐποχές, ἀλλὰ καὶ στὶς μέρες μας.

Οἱ θεωμένοι χαρισματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἀταλάντευτη πίστη τους στὸν ἀληθινὸ Θεό, ἀναγνωρίζονται καὶ ἀπὸ τὸν προσωπικό τους ἀγῶνα νὰ καταπολεμήσουν τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη πρῶτα στὸν ἑαυτό τους καὶ ὕστερα στὴν εὐρύτερη κοινωνία τῶν συνανθρώπων τους, συγχρόνως δὲ νὰ στολίσουν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοὺς ἄλλους μὲ τὶς ἀρετὲς ποὺ εἶναι καρποὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος.

Ἀντίθετα, οἱ ἀποκρυφιστὲς ψευδοπροφῆτες, μάγοι καὶ μάντεις παρουσιάζουν ὡς κυρίαρχα στοιχεῖα τὰ φοβερὰ πάθη τοῦ ἐγωισμοῦ, τῆς φιλαυτίας, τῆς φιλοδοξίας, τῆς φιλαργυρίας, τῆς ἀδικίας, τῆς ὑποκρισίας, καὶ τῆς ἐξαπατήσεως καὶ διαστροφῆς τῶν ἄλλων. Εἶναι θεόπνευστοι καὶ ἀποκαλυπτικοὶ οἱ λόγοι τοῦ ἀποστόλου Παύλου, μὲ τοὺς ὁποίους χαρακτηρίζει τὸν μάγο Ἐλύμα. «Σαῦλος δὲ ὁ καὶ Παῦλος, πλησθεὶς Πνεύματος Ἁγίου καὶ ἀτενίσας πρὸς αὐτὸν εἶπεν· Ὤ πλήρης παντὸς δόλου καὶ πάσης ραδιουργίας, υἱὲ διαβόλου, ἐχθρὲ πάσης δικαιοσύνης, οὐ πάσῃ διαστρέφων τὰ τὰς ὁδοὺς τοῦ Κυρίου;»[41].

Ἐνδεικτικὸ ἐπίσης τῆς ἐπικρατήσεως τῶν παθῶν στοὺς ἀποκρυφιστὲς εἶναι καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Σίμωνος τοῦ μάγου, ὁ ὁποῖος, ἄν καὶ πίστευσε στὸ κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Φιλίππου καὶ βαπτίστηκε καὶ ἦταν γεμάτος ἀπὸ θαυμασμὸ γιὰ τὰ σημεῖα ποὺ ἐπιτελοῦσαν οἱ ἀπόστολοι, μέσα του κρατοῦσε καλὰ ριζωμένα τὰ πάθη τῆς φιλαυτίας καὶ τῆς φιλοδοξίας. Ὅταν εἶδε τοὺς ἀποστόλους Πέτρον καὶ Ἰωάννην νὰ ἐπιθέτουν τὰ χέρια τους ἐπάνω σὲ ἀνθρώπους καὶ αὐτοὶ νὰ λαμβάνουν Πνεῦμα Ἅγιο, πρόσφερε σ᾿ αὐτοὺς χρήματα γιὰ νὰ δώσουν καὶ σ᾿ αὐτὸν τὴν ἴδια ἐξουσία. Ἔλαβε ὅμως πληρωμένη τὴν ἀπάντηση ἀπὸ τὸν ἀπόστολο Πέτρο: «Νὰ χαθῆς καὶ σὺ καὶ τὰ ἀργύριά σου, διότι νόμισες ὅτι ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἀποκτηθῆ μὲ χρήματα. Ἐσὺ δὲν ἔχεις καμμία σχέση μὲ τὸ εὐαγγέλιο ποὺ κηρύττουμε, διότι ἡ καρδιά σου δὲν εἶναι ἴσια μπροστὰ στὸν Θεό»[42].

Ἀξίζει ἐδῶ νὰ σημειώσουμε ὅτι ὁ προφήτης Ἠσαῒας χαρακτηρίζει τοὺς ἀστρολόγους, ἄλλους ἀποκρυφιστὲς τῆς ἐποχῆς του, ὡς «μεταβόλους»[43], δηλαδή ἐμπόρους καὶ ἐκμεταλλευτές τῶν ἀνθρώπων.

Οἱ θεωμένοι προφῆτες, ἀπόστολοι καὶ λοιποὶ χαρισματοῦχοι τῆς Ἐκκλησίας ἐνεργοῦν πάντοτε τὰ χαρίσματά τους ἀποβλέποντας σ᾿ ἕνα στόχο, σ᾿ ἕνα κύριο σκοπό, στὴν ἐκπλήρωση τοῦ Σχεδίου τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Γι᾿ αὐτὸ καὶ κηρύττουν πάντοτε τὴν ἀλήθεια καὶ μόνον τὴν ἀλήθεια. Δὲν κρύβουν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ γίνουν ἀρεστοὶ σ᾿ αὐτούς. Δὲν κολακεύουν τοὺς ἰσχυρούς, ὅ,τι κι ἄν τοὺς στοιχίση. Ἐπιθυμοῦν νὰ πολεμήσουν τὴν κακία, νὰ διορθώσουν τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις καὶ νὰ ἀποκαταστήσουν τὶς διαταραγμένες σχέσεις τῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν Θεό. Γι᾿ αὐτὸ στὸν λόγο τους κυριαρχεῖ ὁ ἔλεγχος τοῦ κακοῦ καὶ ἡ πρόσκληση γιὰ μετάνοια, ἀφοῦ πρῶτα οἱ ἴδιοι ἔχουν ζήσει ἐν μετανοίᾳ.

Σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτοὺς, οἱ ποικιλώνυμοι μάγοι καὶ ψευδοπροφῆτες θέτουν ὡς σκοπὸ τῶν ἐνεργειῶν τους τὸ δικό τους κοσμικὸ ὄφελος καὶ ὄχι τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Στόχος τους εἶναι νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ δικά τους ὑλικὰ συμφέροντα, νὰ δεχθοῦν δῶρα, νὰ ἀπολαύσουν τιμές, νὰ ἱκανοποιήσουν τὶς φιλοδοξίες τους καὶ νὰ εἶναι αὐτοὶ κυρίαρχοι ἐπάνω στοὺς ἄλλους. Αὐτὰ ὅλα ἐννοεῖ ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ, ὅταν ἀναφέρεται σὲ «μαντευόμενον πρὸς χάριν»[44].

Ἐπειδὴ οἱ διάφοροι ἀποκρυφισταί, ποὺ ἀναφέρονται στὶς Ἅγιες Γραφές, κυριαρχοῦνται ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη, εἶναι δειλοί καὶ φοβοῦνται τὶς συνέπειες τῆς μαρτυρίας τῆς ἀληθείας, γι᾿ αὐτὸ κολακεύουν τὰ πάθη τῶν ἰσχυρῶν καὶ ὁδηγοῦν τοὺς λαοὺς στὴν καταστροφὴ μὲ τὴν πονηρία τους. Ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ τοὺς παρομοιάζει μὲ πονηρὲς ἀλεποῦδες: «ὡς ἀλώπεκες ἐν ταῖς ἐρήμοις οἱ προφῆταί σου Ἰσραήλ»[45]. Μὲ τὶς ψευδοπροφητεῖες καθησυχάζουν, ἀποκοιμίζουν καὶ τελικὰ παραπλανοῦν τοὺς ἄρχοντες καὶ τὸν λαό. Συγχρόνως ἐνθαρρύνουν τοὺς ἀμετανοήτους στὴν διάπραξη τῶν ἁμαρτιῶν καὶ βεβηλώνουν τὸ θεῖο ὄνομα, τὸ ὁποῖο πολλὲς φορὲς χρησιμοποιοῦν.

Αὐτὸ τὸ ἔργο τους τὸ περιγράφει πάλι ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ μὲ μία ἄλλη παραστατικὴ εἰκόνα, ἀναφερόμενος σὲ μία ὁμάδα ψευτοπροφητιδῶν, οἱ ὁποῖες ἐπιδίδονταν καὶ σὲ μαγικὲς πράξεις. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ τίθεται στὸ στόμα τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ, γιὰ νὰ τὸν ἀπευθύνη στὶς γυναῖκες αὐτές, εἶναι καυστικός: «Καὶ θὰ πῆς (σ᾿ αὐτές)· αὐτὰ λέγει ὁ Κύριος. Ἀλλοίμονο στὶς γυναῖκες τοῦ Ἰσραήλ, οἱ ὁποῖες ράβουν μαξιλάρια γιὰ τοὺς ἀγκῶνες τῶν ἀνδρῶν καὶ κατασκευάζουν σκούφους γιὰ κάθε ἡλικία, γιὰ νὰ διαστρέψουν τὶς ψυχές τους»[46]. Τὰ μαξιλάρια συμβολίζουν τὰ εὐχάριστα λόγια τῶν ἀπατηλῶν ψευδοπροφητειῶν, μὲ τὶς ὁποῖες ἀποκοιμίζουν τοὺς πελάτες τους[47], ἐνῶ οἱ σκοῦφοι δείχνουν ὅτι τοὺς κλείνουν τὰ μάτια, γιὰ νὰ μὴν βλέπουν τὴν πραγματικότητα.

Παρόμοια καὶ ἐξ ἴσου παραστατικὴ εἶναι καὶ ἡ ἄλλη εἰκόνα, ποὺ χρησιμοποιεῖ ὅ ἴδιος προφήτης. Παρομοιάζει τὶς προφητεῖες τῶν ψευδοπροφητῶν γιὰ εἰρήνη καὶ εὐημερία μὲ τὸ σωφάτισμα ἑτοιμόρροπων τοίχων. Μὲ τὶς ἀπατηλὲς καὶ ψευδεῖς προφητεῖες τους στηρίζουν τοὺς ἀσεβεῖς ἄρχοντες καὶ ἐνισχύουν τὸν λαὸ νὰ τοὺς ἐμπιστεύεται καὶ νὰ τοὺς ἀκολουθῆ. Αὐτὸ ποὺ κάνουν εἶναι νὰ «ἀλείφουν», νὰ σωφατίζουν, δηλαδὴ νὰ ὡραιοποιοῦν ὅ,τι ἀσεβὲς κτίζουν οἱ φιλόδοξοι καὶ ἀπομακρυσμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄρχοντες. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ὁ ρωμαλέος ἀληθινὸς προφητικὸς λόγος ἀκούγεται ὡς βροντή: «Ἀποπλάνησαν τὸν λαόν μου λέγοντας ὅτι θὰ ἐπικρατήση εἰρήνη καὶ εἰρήνη δὲν ὑπάρχει. Κι ὅταν ὁ λαός μου ἔκτιζε τοῖχο μὲ ξηρολιθιὰ, αὐτοὶ (οἱ ψευδοπροφῆτες) ἁπλῶς τὸν σωφατίζανε. Νὰ πῆς σ᾿ αὐτοὺς τοὺς σωφατζῆδες ὅτι θὰ ἔρθη δυνατὴ βροχή, θὰ πέση χαλάζι, θὰ ξεσπάση ἀνεμοθύελλα καὶ ὁ τοῖχος θὰ πέση... Καὶ ὅταν ὁ τοῖχος πέση θὰ σᾶς ρωτᾶνε: Τὶ ἀπέγινε ἐκεῖνος ὁ ὄμορφος σοβάς, μὲ τὸν ὁποῖο πασαλείψαμε τὴν ξερολιθιά»[48].

Ὁ προφήτης Ἰερεμίας ἀποκαλύπτει ἕνα ἐξειδικευμένο διπλὸ σκοπὸ τῶν ἀποκρυφιστῶν τῆς ἐποχῆς του: Μὲ τὶς ψευδοπροφητεῖες καὶ τὶς μαγεῖες τους σκοπεύουν νὰ κάνουν τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ νὰ λησμονήση τὸν Νόμο του, ὅπως ἔκαναν καὶ οἱ πρόγονοί τους, οἱ ὁποῖοι ἀντικατέστησαν τὸ ὄνομα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ὄνομα εἰδωλολατρικοῦ Θεοῦ, καὶ στὸ τέλος νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν καταστροφὴ καὶ στὴν ἐξορία. Ἀναφωνεῖ ὁ προφήτης, μεταφέροντας ζωντανὸ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ: «Μέχρι πότε θὰ ὑπάρχη στὴν καρδιὰ τῶν προφητῶν αὐτῶν ὡς σκοπὸς νὰ προφητεύουν ψευδῶς καὶ κατὰ τὰ θελήματα τῶν καρδιῶν τους; Νὰ σκέπτωνται νὰ κάνουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ λησμονήσουν τὸν Νόμο μου μὲ τὰ ὁράματά τους, τὰ ὁποῖα διηγοῦνται ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ὅπως οἱ πατέρες τους λησμόνησαν τὸ ὄνομά μου, ἀντικαθιστῶντας το μὲ τὸ ὄνομα τῆς Βάαλ;»[49]. Καὶ σὲ ἄλλη περίπτωση προτρέπει: «Καὶ σεῖς μὴν ἀκούετε τοὺς ψευδοπροφῆτες σας, οὔτε τοὺς μάντεις σας, οὔτε ἐκείνους ποὺ ἐξηγοῦν τὰ ὄνειρα. Νὰ μὴν πιστεύετε στὶς διαβεβαιώσεις τῶν οἰωνοσκόπων σας, οὔτε τῶν μάγων σας, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν· Δὲν πρόκειται νὰ ἐργασθῆτε ὡς δοῦλοι στὸν βασιλέα τῆς Βαβυλῶνος, διότι αὐτοὶ οἱ προφῆτες προφητεύουν ψευδῆ, γιὰ νὰ σᾶς ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν χώρα σας»[50].

Ὅλες οἱ ἁγιογραφικὲς ἀναφορὲς στὶς ἀποκρυφιστικὲς πρακτικὲς δείχνουν καθαρὰ τὴν ἔντονη δυσαρέσκεια, ἀποστροφὴ, βδελυγμία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ γι᾿ αὐτές. Περιγράφονται ὡς πράξεις μὲ βασικὸ γνώρισμα τὸ «τὸ μάταιον καὶ ψευδές»[51], ὡς «ἐμπαίγματα μαγικῆς τέχνης»[52], ὡς «ἔχθιστα ἔργα, τελετὲς ἀνόσιες»[53], ὡς «βδελύγματα τῶν ἐθνῶν»[54]. Ἀπὸ τὸ Δ΄ Βιβλίο τῶν Βασιλειῶν πληροφορούμαστε ὅτι οἱ Ἰσραηλίτες ἐγκατέλειψαν τὸν ἀληθινὸ Θεό καὶ ἀσέβησαν τόσο πολύ, ὥστε «πρόσφεραν τοὺς γυιούς καὶ τὶς κόρες τους ὁλοκαυτώματα, ἐπιδόθηκαν στὴ μαγεία καὶ στὴ μαντεία καὶ πούλησαν τὴν ψυχή τους στὸ νὰ ἁμαρτάνουν στὸν Κύριο, προκαλώντας ἔτσι τὴν ὀργή του. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος ξέσπασε ὀργισμένος ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔδιωξε ἀπὸ μπροστά του ὅλες τὶς φυλές τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα»[55]. Ἐπίσης στὸ βιβλίο τῆς Σοφίας Σολομῶντος συναντοῦμε μία ἐνδιαφέρουσα ἀναφορὰ γιὰ τοὺς κατοίκους τῆς γῆς τῆς ἐπαγγελίας, πρὶν κατοικήση σ᾿ αὐτὴν ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ: «Ἐσύ, Κύριε,... στράφηκες ἐνάντια στοὺς κατοίκους τῆς ἁγίας σου χώρας, διότι εἶχαν κάνει τὶς πιὸ βδελυρὲς πράξεις, δηλαδή μαγεῖες καὶ βδελυρὲς τελετές· θανάτωναν παιδιὰ χωρὶς οἶκτο, ἔκαναν συμπόσια, ὅπου ἔτρωγαν ἀνθρώπινες σάρκες, σπλάχνα καὶ αἷμα»[56].

Στὶς Ἅγιες Γραφὲς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι καταγεγραμμένη προφητικὰ καὶ ἡ ἐλπιδοφόρα ἐσχατολογικὴ διάλυση τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ, μαζὶ μὲ τὴν καταισχύνη αὐτῶν ποὺ ἐνεργοῦν τὶς ἀποκρυφιστικὲς πράξεις.

Ὁ προφήτης Μιχαίας μεταφέρει τὴν τελεσίδικη κρίση τοῦ Κυρίου τῶν Δυνάμεων γιὰ τοὺς ψευδοπροφῆτες: «Τάδε λέγει Κύριος πρὸς τοὺς προφῆτες ποὺ παραπλανοῦν τὸν λαόν μου, ὑπόσχονται εἰρήνη σ᾿ ἐκείνους ποὺ τοὺς δίνουν πλούσια νὰ φᾶνε, ἀλλὰ ἀπειλοῦν μὲ πόλεμο αὐτοὺς ποὺ τίποτε δὲν τοὺς προσφέρουν. Γι᾿ αὐτὸ τέλος στὶς προφητεῖες. Θὰ ἔλθη νύχτα γιὰ τὶς ὁράσεις καὶ σκοτάδι γιὰ τὶς μαντεῖες. Θὰ δύση ὁ ἥλιος γιὰ τοὺς ψευδοπροφῆτες καὶ θὰ τελειώση γι᾿ αὐτοὺς ἡ ἡμέρα. Δὲν θὰ βλέπουν τίποτε. Θὰ καταντροπιαστοῦν οἱ ἐνυπνιασταί καὶ θὰ γίνουν καταγέλαστοι οἱ μάντεις»[57].

Θεωρῶ ἀπαραίτητο στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ παραθέσω καὶ μία ἀποκαλυπτικὴ προφητεία τοῦ Ἠσαῒου, γεμάτη τραγικότητα καὶ εἰρωνεία μαζί, γιὰ την πτώση τῆς περίφημης Βαβυλώνας, ἡ ὁποία ὑπῆρξε ξακουστὴ γιὰ τὴν μεγάλη διάδοση τοῦ ἀποκρυφισμοῦ, καὶ ἰδιαίτερα τῆς μαγείας στὸν λαό της: «Κατέβα καὶ πέσε στὸ χῶμα, ὄμορφη Βαβυλώνα,... ἡ γνώση καὶ ἡ σοφία σου σὲ παραπλάνησαν καὶ σκέφθηκες πὼς εἶσαι ἐσὺ καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλος κανεὶς ἐκτὸς ἀπὸ ἐσένα. Θὰ σοῦ συμβῆ κακό, ποὺ δὲν θὰ μπορῆς νὰ το ἐξορκίσης. Ἐπάνω σου θὰ πέση συμφορά, ποὺ δὲν θὰ μπορῆς νὰ τὴν ἀποφύγης... Κάθισε τώρα μὲ τὰ ξόρκια σου καὶ τὶς πολλὲς μαγεῖες σου, ποὺ μάθαινες ἀπὸ τὴν νεότητά σου, πιστεύοντας ὅτι μποροῦν νὰ σὲ βοηθήσουν... Ἄς σηκωθοῦν τώρα νὰ σὲ σώσουν οἱ ἀστρολόγοι, ποὺ παρατηροῦν τὰ ἄστρα καὶ σοῦ ἀναγγέλλουν τὶ πρόκειται νὰ σοῦ συμβῆ. Τώρα θὰ κατακαοῦν σὰν τὸ ἄχυρο στὴ φωτιὰ καὶ δὲν θὰ μποροῦν οὔτε τὸν ἑαυτό τους νὰ σώσουν ἀπὸ τὴ φλόγα τῆς φωτιᾶς»[58].

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ἡ ἱστορική, μία, ἁγία, καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία γενικὰ μὲ τὴν πολύπλευρη, ἀλλὰ καὶ εἰδικὰ μὲ τὴ γραπτὴ της ἱερὴ Παράδοση τῶν Ἁγίων Γραφῶν, διδάσκει ὅτι ὑπάρχει ἀπόκρυφη σοφία καὶ γνώση, κατέχεται ἀπὸ τὸν μόνο ἀληθινὸ Θεό καὶ ἀποκαλύπτεται ἀπὸ Ἐκεῖνον στοὺς νηπίους κατὰ κόσμον, ἀλλὰ πνευματικοὺς κατὰ Θεόν. Αὐτοὶ, κατὰ τὸν ἅγιο Νικήτα τὸν Στηθᾶτο εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ «καθαρίζουν τὴν σάρκα μὲ νηστεῖες καὶ ἀγρυπνίες. Λεπτύνουν μὲ δάκρυα τὴν παχύτητα τῆς καρδιᾶς. Νεκρώνουν τὰ μέλη τους μὲ κακοπάθειες. Μὲ προσευχὴ καὶ μελέτη γεμίζουν ἀπὸ φῶς τὸν νοῦ τους καὶ τὸν κάνουν λαμπρό. Μὲ τὴν ἀπάρνηση τῶν θελημάτων τους ἀποδεσμεύουν τὶς ψυχές τους ἀπὸ τὶς ἐμπαθεῖς κλίσεις τοῦ σώματος καὶ ἑνώνονται ὁλόκληροι μὲ μόνο τὸ Πνεῦμα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ εὔλογα, ὄχι μόνον ἀναγνωρίζονται ὡς πνευματικοί, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὅλους ἔτσι ὀνομάζονται. Αὐτοὶ, φθάνοντας σὲ ἀπάθεια καὶ ἀγάπη, παίρνουν φτερὰ γιὰ τὴ θεωρία τῆς κτίσεως, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ δέχονται τὴ γνώση τῶν ὄντων μὲ σοφία, ἡ ὁποία εἶναι κρυμμένη στὸν Θεό, καὶ δίδεται μόνον σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἀνέβηκαν πάνω ἀπὸ τὴν ταπεινότητα τοῦ σώματος». Ἀντίθετα, «περιπαίζουν τὴν εὐσέβεια καὶ περιπαίζονται ἀπὸ τὰ πράγματα ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἀπαρνήθηκαν τὸν κόσμο μὲ ὀρθὸ λόγο, οὔτε θέλησαν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ πάρουν δάσκαλο καὶ ὁδηγό, ἀλλὰ ἀκολούθησαν τὴν δική τους σύνεση καὶ ἔκαναν στὸν ἑαυτό τους τὸν ἔμπειρο»[59]. Γι᾿ αὐτοὺς ἰσχύει ὁ ταλανισμὸς τοῦ προφήτου Ἠσαῒου: «Οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλὸν καὶ τὸ καλὸν πονηρόν, οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς καὶ τὸ φῶς σκότος... Οὐαὶ οἱ συνετοὶ ἐν ἑαυτοῖς καὶ ἐνώπιον αὐτῶν ἐπιστήμονες»[60].

Ὅσον δὲ ἀφορᾶ σὲ ἐμᾶς, τοὺς ποιμένες καὶ τοὺς πιστοὺς τούτων τῶν ἐσχάτων καιρῶν, ποὺ ἔχουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε ἀποκρυφιστικὲς προκλήσεις παρόμοιες μὲ ἐκεῖνες ποὺ περιγράφονται στὶς Ἅγιες Γραφές, ἐπίκαιρο εἶναι νὰ ἀκούσουμε τὴν προτροπὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πρὸς τόν μαθητή του ἐπίσκοπο τῆς Ἐφέσου: «Ὧ Τιμόθεε, τὴν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τὰς βεβήλους κενοφωνίας καὶ ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περὶ τὴν πίστιν ἠστόχησαν. Ἡ χάρις μετὰ σοῦ. Ἀμήν»[61].

 


 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. Ἀλεβιζοπούλου π. Ἀντωνίου, Ὁ ἀποκρυφισμὸς στὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, τεῦχος πρῶτο, σ. 29.

[2]. Tertullian, Against Heretics, 297-298, The faith of the early fathers, τ. 1, σ. 123.

[3]. Μητροπολίτου Ἱεροθέου, Ἐμπειρικὴ Δογματική, τ. Α΄, σ. 179.

[4]. Π. Γεωργίου Φλορόφσκυ, Ἁγία Γραφή, Ἐκκλησία Παράδοσις, σ. 22-23.

[5]. Α΄ Τιμ. 3,15.

[6]. Ἰεζ. 13.

[7]. Ἀριθμ. 23,23· Δευτ. 18,10.

[8]. Λευϊτ. 19,26· Δευτ. 18,10.

[9]. Δ΄ Βασ. 21· «γνώστας δὲ οἶμαι τοὺς δι᾿ ἥπατος μαντευομένους» (Θεοδωρήτου ἑρμηνευτικὰ σχόλια στὸ χωρίο).

[10]. Ἰερ. 34· Σοφ. Σειρ. 34.

[11]. Α΄ Βασ. 27-28· Δευτ. 18,11.

[12]. Δευτ. 18,11.

[13]. Ἠσ. 47,13.

[14]. Δευτ. 18,10· Δ΄ Βασ. 21,6.

[15]. Ἐξ. 7,10-12· Πράξ. 8,9-13.

[16]. Ἐξ. 7,11· Σοφ. Σολ. 12,4· Μαλαχ. 3,5· Γαλ. 5,20.

[17]. Β΄ Τιμ. 3,13.

[18]. Δευτ. 27,56· Σοφ. Σολ. 4,12· Σοφ. Σειρ. 14,6-8.

[19]. Δευτ. 18,11· Α΄ Παρ. 10,13.

[20]. Δ΄ Βασ. 17,17.

[21]. Ἀλεβιζοπούλου π. Ἀντωνίου, Ὁ ἀποκρυφισμὸς στὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, τεῦχος πρῶτο, σ. 12.

[22]. Ἠσ. 45,3.

[23]. Α΄ Κορ. 2,7.

[24]. Κολ. 2,2-4.

[25]. Ἁγ. Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου, Λόγος ΚΔ΄.

[26]. Ἀλεβιζοπούλου π. Ἀντωνίου, Ὁ ἀποκρυφισμὸς στὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, τεῦχος πρῶτο, σ. 11-12.

[27]. Κολ. 2,2-4.

[28]. Ἰω. 14,6.

[29]. Δαν. 2,20.

[30]. Δαν. 2,27-28.

[31]. Ἀλεβιζοπούλου π. Ἀντωνίου, Ὁ ἀποκρυφισμὸς στὸ φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, σ. 30.

[32]. Ψαλ. 50,8.

[33]. Α΄ Κορ. 2,10.

[34]. Λουκ. 10,21.

[35]. Α΄ Ἰω. 4,1.

[36]. Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ἱεροθέου, Ἐμπειρικὴ Δογματική, σ. 175.

[37]. Ἠσ. 44,25.

[38]. Πράξ. 13,10.

[39]. Πράξ. 16,16.

[40]. Πράξ. 19,13-16.

[41]. Πράξ. 13,9-10.

[42]. Πράξ. 8,20-21.

[43]. Ἠσ. 23,3.

[44]. Ἰεζ. 12,24.

[45]. Ἰεζ. 13,4.

[46]. Ἰεζ. 13,18.

[47]. Θεοδωρήτου, ἑρμηνεία στὸ ἀντίστοιχο χωρίο.

[48]. Ἰεζ. 13,10-12.

[49]. Ἰερ. 23,26-27.

[50]. Ἰερ. 34,9-10.

[51]. Ἰεζ. 21,29.

[52]. Σοφ. Σολ. 17,7.

[53]. Σοφ, Σολ. 12,4.

[54]. Δευτ. 18,19.

[55]. Δ΄ Βασιλ. 17,17-18.

[56]. Σοφ. Σολ. 12,3-5.

[57]. Μιχ. 3,5-7.

[58]. Ἠσ. 47,1-15.

[59]. Νικήτα Στηθάτου, Β΄ Ἑκατοντὰς κεφαλαίων, 7 καὶ 10· Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, σ. 82-83.

[60]. Ἠσ. 5,21.

[61]. Α΄ Τιμ. 6,20-21.

 


 

(Πηγή: Ἀντιαιρετικό σεμινάριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεώς μας, πού ἔγινε τήν Δευτέρα 21-3-2016)

(Διεύθ.: http://www.imglyfadas.gr/portal/gr/details.asp?cdPro={860C8544-AF83-4F39-94A9-427188CFE1EF})

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας