Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

Η ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

 

τοῦ καθηγητῆ Νικολάου Μπρατσιώτη

 

Δύσκολα μπορεῖ κανείς στήν πατρίδα μας νά ἑρμηνεύσει πῶς αἰφνιδίως προέκυψε τό πρόβλημα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἀπό τό 1914 εἶχε ξεκινήσει στή Γερμανία ἕνας πόλεμος ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τό πρόβλημα τῶν προτεσταντῶν στή θεολογία ἦταν: γιατί ἡ Παλαιά Διαθήκη; Στόν Ρωμαιοκαθολικισμό δέν ὑπῆρχε τέτοιος προβληματισμός. Τό 1933, πού ἀνέβηκε ὁ Χίτλερ, ἀρχίζει ἕνας σιωπηλός ἀλλά καί ἐμφανής πόλεμος ἐναντίον τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ἡ Παλαιά Διαθήκη ἐξοβελίστηκε τότε ἀπό τούς Deutsche Christen (Γερμανούς Χριστιανούς). Τό φαινόμενο αὐτό, τό ὁποῖο ξεκίνησε ἀπό καθαρά ρατσιστικά κίνητρα, εἰσβάλλει σήμερα στή χώρα στήν ὁποία ποτέ δέν εἶχε εἰσαχθεῖ ὁ ρατσισμός, δηλαδή στήν Ἑλλάδα, καί μάλιστα οἱ πολέμιοι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἄνθρωποι πολλές φορές πού εἶναι «ὑπέρ τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων», στρέφονται πρός τήν ἀρχαία ἑλληνική θρησκεία. Εἶναι ἡ παγκοσμιοποίηση ἤ μήπως κολλήσαμε ρατσισμό ἀπό τήν παγκοσμιοποίηση;... Δέν ξέρω. Δέν μέ προβληματίζει ὁ πόλεμος ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, μέ προβληματίζουν τά κίνητρα καί θεωρῶ ὅτι εἶναι μία ἐκδήλωση μιᾶς βαθυτέρας νόσου πού ὑπάρχει σέ ἐγκεφάλους πού ἀσχολοῦνται καί μέ τά κοινά καί ἐπηρεάζουν καί αὐτούς πού δέν ἔχουν ἐγκυρότερη πληροφόρηση.

Ἡ θέση πού ἔχει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία γιά τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι θέση πού κατέχει ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀπό τήν ἐποχή τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Προβάλλεται ἀπό τούς πολεμίους ὅτι «ἐμεῖς ἔχουμε τήν Καινή Διαθήκη». Οὔτε τήν Καινή Διαθήκη ἔχουν, οὔτε τόν Χριστό ἔχουν. Ὅποιος ἀπορρίπτει τήν Παλαιά Διαθήκη ἀπορρίπτει καί τήν Καινή, διότι μία εἶναι ἡ Διαθήκη. Ρήτρα πού προσδιορίζει τή σχέση Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης στήν Ἐκκλησία εἶναι: «Προέλαβεν τήν Καινή ἡ Παλαιά καί ἡρμήνευσε τήν Παλαιά ἡ Καινή. Πολλάκις εἶπαν ὅτι δύο Διαθῆκαι καί δύο ἀδερφαί καί δύο παιδίσκαι τόν ἕνα Δεσπότη δορυφοροῦσι. Κύριος παρά Προφῆτες καταγγέλλεται, Χριστός ἐν τῇ Καινῇ κηρύσσεται. Οὐ καινά τά καινά, προέλαβε γάρ τά παλαιά. Οὐκ ἐσβέσθη τά παλαιά, ἡρμηνεύθη γάρ ἐν τῇ καινῇ».

Ὅταν ὁ Κύριος κάνει τήν ἐπί τοῦ Ὅρους ὁμιλία Του, τό μεγάλο μέρος της εἶναι συμπλήρωση τοῦ μωσαϊκοῦ νόμου. Τό μέρος τῆς ὁμιλίας Του σχετικά μέ τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι: «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλά πληρῶσαι. Ἀμήν γάρ λέγω ὑμῖν, ὅς ἐάν λύσῃ μία τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Θεοῦ». Οἱ ἐντολές οἱ ἐλάχιστες εἶναι αὐτές τῆς ἠθικῆς νομοθεσίας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Ἡ Παλαιά Διαθήκη σέ ποιόν ἀνήκει; Ἄν σπεύσετε νά μοῦ πεῖτε στόν περιούσιο λαό, τότε θά συμφωνήσω. Ὅμως ποιός εἶναι ὁ περιούσιος λαός; Ὁ Ἰσραήλ ἦταν ὁ περιούσιος λαός; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τῆς ὁποίας εἴμεθα μέλη (Σῶμα Χριστοῦ) εἶναι ὁ περιούσιος λαός. Σ᾽ αὐτόν τόν κορμό μέ κεφαλή τόν Χριστό, σ᾽ αὐτό τό σῶμα πού ἔχει κεφαλή τόν Χριστό, ἀνήκει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Δέν τήν χαρίζουμε σέ κανένα. Δέν ἔχει γραφτεῖ ἀπό ἄνθρωπο ἡ Παλαιά Διαθήκη. Χέρια ἀνθρώπινα κατέγραψαν, συγγραφέας εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο παλαιά ἐλάλησε στούς Πατέρες καί ἔπειτα μέ τό «Ἐγώ λέγω ὑμῖν» διά στόματος τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Λόγου Θεοῦ, τοῦ Θεανθρώπου. Σ᾽ αὐτόν τόν χῶρο ἀνήκει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Εἶναι λόγος Θεοῦ πού ἀνήκει εἰς τήν Ἐκκλησία καί δέν τή χαρίζουμε ποτέ.

Τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ ἐπεφύλαξε σέ μᾶς τούς Ἕλληνες ἕνα ρόλο πάρα πολύ σημαντικό γιά τήν Παλαιά Διαθήκη. 260 χρόνια περίπου πρίν ἀπό τήν ἐνανθρώπηση, ἡ θεία πρόνοια οἰκονόμησε τά πράγματα ὥστε νά γίνει σέ χῶρο εἰδωλολατρικό, στήν Ἀλεξάνδρεια τῶν Πτολεμαίων, ἡ περίφημη μετάφραση τῶν ἑβδομήκοντα. Πῶς συνειδητοποιήσαμε ἐμεῖς τήν εὐθύνη, ὀφειλή πού ἔχουμε γι᾽ αὐτή τήν προτίμηση τῆς πρόνοιας τοῦ Θεοῦ νά διαδραματίσουμε τέτοιο ρόλο; Τί κάναμε ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες τή γλώσσα μας; Ξεκίνησε τό κακό ἀπό τήν κορυφή τῆς πολιτείας, ἀπό τήν κατάργηση διά νόμου τῆς καθαρεύουσας καί τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας, ὥστε νά ἀποκοπεῖ ἐν τέλει ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν ἐπαφή του μέ τά κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς. Ὅποιος τελείωνε τό κατοχικό σχολειό ἦταν σέ θέση νά διαβάσει τήν Καινή Διαθήκη χωρίς πρόβλημα. Μᾶς ἀπέκοψαν ἀπό τήν πρόσβασή μας στή Γραφή, μᾶς ἀπέκοψαν ἀπό τήν πρόσβασή μας στούς Πατέρες.

Ἡ μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα εἶναι τό ἱερότατο κείμενο τῆς Ἐκκλησίας μας, τό ὁποῖο προσέλαβε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀπό τά πρῶτα της βήματα, ἰδιαίτερα μέ τόν Ἀπόστολο Παῦλο, καί τή χρησιμοποίησε γιά τή διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου. Ἡ Καινή Διαθήκη εἶναι ἡ συνέχεια τῆς Παλαιᾶς. Πῶς μπορεῖς νά διαβάσεις τήν συνέχεια χωρίς νά ἔχεις τήν ἀρχή; Π.χ. στό ἐπεισόδιο μέ τόν Φίλιππο καί τόν ἀξιωματοῦχο τόν Αἰθίοπα: ὁ Φίλιππος ἀνέβηκε στήν ἅμαξα πού ἔφερε τόν ἐπίσημο ἀξιωματοῦχο Αἰθίοπα, ὁ ὁποῖος διάβαζε στήν ἑλληνική ‒ ἡ ἑλληνική τότε ἦταν ἡ ἐπίσημη γλώσσα τοῦ πολιτισμένου κόσμου ‒ ρωτάει ὁ Φίλιππος τόν Αἰθίοπα: «Ἄρα γινώσκεις ἅ ἀναγινώσκεις;». Τοῦ ζητάει ὁ Αἰθίοπας τοῦ Φιλίππου νά ἐξηγήσει τό κείμενο στήν ἑλληνική, διότι ὑπέθεσε ὅτι ὁ Φίλιππος γνώριζε τήν ἑλληνική γιά ν᾽ ἀντιδράσει μέ αὐτόν τόν τρόπο. Τό κείμενο τῶν ἑβδομήκοντα διάβαζε ὁ Αἰθίοπας καί δί᾽ αὐτοῦ τοῦ κειμένου ὁ Φίλιππος ἔκανε χριστιανό τόν Αἰθίοπα ἀξιωματοῦχο. Τότε δέν ὑπῆρχε ἀκόμη ἡ Καινή Διαθήκη. Στά πρῶτα βήματα, στίς πρῶτες δεκαετίες δέν ὑπῆρχε. Ἡ Καινή Διαθήκη ἄρχισε νά διαβάζεται ἀρκετά ἀργότερα ἀπό τά 60 πρῶτα χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ. Διαβάζονταν κομμάτια τῆς Καινῆς Διαθήκης. Τό πότε γράφτηκε ἡ Ἀποκάλυψη εἶναι γνωστό. Καί τό τελευταῖο Εὐαγγέλιο. Πότε ἀπετελέσθη ὁ κανών; Τί ὑπῆρχε μέχρι τότε; Τί διαβαζόταν; Αὐτό πού ὑπάρχει καί τώρα καί θέλουν νά μᾶς τό περιθωριοποιήσουν, νά μᾶς τό ἐκβάλλουν ὡς «ἀπόβλητο». Εἶναι αὐτονόητο ὅτι αὐτή ἡ προσπάθεια εἶναι ἐκ τοῦ πονηροῦ, πρόκειται γιά πόλεμο ἐναντίον τῶν πηγῶν τῆς πίστεώς μας.

 

Πῶς ἐμφανίζεται ἡ Παλαιά Διαθήκη στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας;

Ἄς ξεκινήσουμε ἀπό τή δογματική διδασκαλία. Περί ἀνθρώπου ἡ Καινή Διαθήκη δέν λέει τίποτα. Περί τοῦ γάμου καί διαζυγίου, ὁ Χριστός παραπέμπει στό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, στίχος 27: «Οὐκ ἀπ᾽ ἀρχῆς ὁ Θεός ἄρσεν καί θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς». Μόνο γιά τόν ἄνθρωπο ἰσχύει αὐτό; Τί λέει περί τοῦ Θεοῦ, ὄχι τοῦ Τριαδικοῦ, καί περί τοῦ κόσμου ἡ Καινή Διαθήκη; Δέν λέει τίποτα, γιατί τά λέει ἡ Παλαιά Διαθήκη. Τό ἴδιο ἰσχύει γιά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί τήν ἁμαρτία. Ὅλ᾽ αὐτά ὁδηγοῦν στήν ἀντίληψη τοῦ σχεδίου τοῦ πονηροῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ καί συζητᾶ τά αὐτονόητα. Τά αὐτονόητα δέν πρέπει νά τά συζητᾶμε. Τί λέει ἡ Καινή Διαθήκη περί τοῦ Τριαδικοῦ; Τή Χριστολογία τό Τριαδικό, ἀλλά καί ἡ Χριστολογία ἐρείδεται, πατάει στήν Παλαιά Διαθήκη: Τό «τάδε λέγει Κύριος» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τῶν Προφητῶν πάει στό «κατά τάς Γραφάς» τῆς Καινῆς Διαθήκης. «Ἵνα πληρωθεῖ τό ρηθέν ὑπό Ἠσαΐου (ἤ Ἱερεμίου) τοῦ Προφήτου λέγοντος» κ.ο.κ. Καί ὅταν ρωτοῦν τόν Χριστό γιά τό θαῦμα τί λέει; Στόν Ἰωνά παραπέμπει. Τί λέει περί τοῦ κόσμου ἡ Καινή Διαθήκη, πῶς δημιουργήθηκε ὁ κόσμος; Τίποτα. Τά λέει ὅλα ἡ Παλαιά Διαθήκη. Καί τί κάνει ἡ Ἐκκλησία «ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ»; Ὅταν διατυπώνει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀπό ποῦ ἔπρεπε νά ξεκινήσει; Ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη θά ξεκίναγε. «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεό Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητήν οὐρανοῦ καί γῆς ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων» (Παλαιά Διαθήκη). Τί ἄλλο λέει περί Θεοῦ Πατρός τό Σύμβολο τῆς Πίστεως; Ὅ,τι λέει ἡ Παλαιά Διαθήκη... Καί στή συνέχεια ἐρχόμαστε καί «...εἰς ἕναν Κύριον» καί κάνει τό Σύμβολο τῆς Πίστεως ἀναφορά στήν Παλαιά Διαθήκη: «κατά τάς Γραφάς...», «καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον... τό λαλῆσαν διά τῶν Προφητῶν...». Μᾶς βάζουν λοιπόν νά συζητήσουμε γιά τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ν᾽ ἀναθεωρήσουμε δηλ. τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, νά πετάξουμε ὀτιδήποτε ἑβραϊκό ἀπό ἐκεῖ μέσα.

Στή λατρεία τῆς Ἐκκλησίας, ἄν ἀποβάλλουμε τά ἑβραϊκά θά πρέπει νά καταργήσουμε στή μικρή παράκληση τό «Κύριε εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου». Ἐπίσης, τό «Ἐλέησόν με ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου» θά ἔπρεπε νά εἶναι ἀπόβλητο. Ἡ θεία πρόνοια οἰκονόμησε στή γλώσσα τήν ἑλληνική νά μεταφραστοῦν ὅλα αὐτά. Ἀκόμη οἱ εὐχές, ἡ λατρεία, ἡ ὑμνογραφία, κ.λπ. στηρίζονται στίς ὠδές, καί αὐτές εἶναι ὠδές τῆς πρώτης Γραφῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Παλαιά Διαθήκη. Καί στήν εἰκονογραφία ποιός εἶναι ὁ συμβολισμός τῆς Ἁγίας Τριάδος; Ὅπως τήν παρουσιάζουν κάποια φραγκοφερμένα δημιουργήματα, ἤ μέ τήν ἀπεικόνιση τῆς φιλοξενίας τοῦ Ἀβραάμ, ὅπως τήν ἀπέδωσε ὁ Ρουμπλιώφ, μαθητής τοῦ δικοῦ μας Θεοφάνους;

Ὅταν λέμε ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι Κιβωτός, ποῦ παραπέμπουμε; Μᾶς ζητοῦν νά καταργήσουμε τόν Ἡσαΐα καί νά ξαναγράψουμε ὅλη τήν Μεγάλη Ἑβδομάδα, γιατί ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα εἶναι ἕνα χαρακτηριστικό παράδειγμα γιά τό πόσο μέσα στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ Παλαιά Διαθήκη. Τή Μεγάλη Παρασκευή, τήν πιό ἱερή μέρα τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, διαβάζουμε στίς Ὧρες Ψαλμούς καί Προφητεῖες καί στόν Ἑσπερινό διαβάζουμε, μέχρι νά φτάσουμε στόν λόγο τοῦ Σταυροῦ, ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Καί τό Μεγάλο Σάββατο ἀκοῦμε τά ἀναγνώσματα τῶν Τριῶν Παίδων, κ.ἄ.

Ὅποιος θέλει νά δεῖ τή θέση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στόν Χριστιανισμό, ἄς ἔλθει στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία κι ἄς δεῖ τό γνήσιο, τή συνέχεια τῆς Ἀρχαίας Ἐκκλησίας, πού εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνόθευτη, καί ἄς ἀκούσει ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στή ζωή τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, στό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων γενικά. Ἔχουμε εὐτυχῶς διατηρήσει ἀνόθευτο ὅ,τι μᾶς παραδόθηκε ἀπό τούς Πατέρες μας κι αὐτοί παρέλαβαν συνεπῶς κι ἐμεῖς παρελάβαμε ἀπό τό πρῶτο ποίμνιο, τήν πρώτη Ἐκκλησία, τόν ἀρχιποίμενα Χριστό καί τούς Ἁγίους Ἀποστόλους.

Στίς ἐρωτήσεις ποιός ἔγραψε ἕνα κείμενο, πότε τό ἔγραψε, ποῦ τό ἔγραψε καί γιατί γράφτηκε ἕνα κείμενο, εἶναι ἀπαραίτητο νά ἀπαντήσει κάποιος:

Ἐμεῖς λέμε ὅτι γράφτηκε ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι Λόγος Θεοῦ. Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ντύνεται τόν λόγο τόν ἀνθρώπινο. Ἀρχικά γράφτηκε στή γλώσσα τήν ἑβραϊκή καί καταξιωθήκαμε νά μεταφραστεῖ στή γλώσσα τήν ἑλληνική. Ἐμεῖς ποτέ δέν εἴπαμε ὅτι ἡ Βίβλος εἶναι ἡ ἐπιστήμη, ἀλλά εἴπαμε ὅτι ἡ Βίβλος δέν συγκρούεται μέ τήν ἐπιστήμη. Ἡ Βίβλος ἀποκαλύπτει ὑπερφυσικές ἀλήθειες, πολλές φορές ντυμένες μέ τό κοσμοείδωλο, μέ τήν πολιτισμική κατάσταση τῆς ἐποχῆς, στήν ὁποία κάνει τομές, ὅταν καταργεῖ π.χ. τίς ἀνθρωποθυσίες μέ τή θυσία τοῦ Ἀβραάμ. Ὁ Θεός θέλει τήν ἀνθρώπινη καρδιά, ἀλλά γιά νά φτάσει ὁ ἄνθρωπος σ᾽ αὐτό τό σημεῖο πρέπει νά περάσει καί ἀπό τά στάδια τά γνωστά. Σέ μία παχυλοτάτη εἰδωλολατρία, ἡ Παλαιά Διαθήκη, 1.000 χρόνια πρίν ἀπό τόν δικό μας χρυσό αἰώνα, κηρύσσει μονοθεΐα. Δέν φθάνει αὐτό, πρέπει νά λύσει κι ὅλα τά ἐπιστημονικά θέματα. Καί τί μένει γιά τόν ἄνθρωπο μέ τό «κατακυριεύσατε» στό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Γενέσεως, ὅταν δημιουργεῖ τόν ἄνθρωπο; Συγκρούσεις τέτοιες ὑπάρχουν στό μυαλό αὐτῶν πού τίς ἐπιθυμοῦν.

Τήν ἐποχή ἐκείνη ἴσχυε νόμος τοῦ Χαμουραμπί, ὁ ὁποῖος ἔλεγε «ἐάν τολμήσει κανείς ἀπό τήν τελευταία κατηγορία ν᾽ ἀγγίξει ἤ νά ὑβρίσει κάποιον τῆς πρώτης, φονεύεται». Ἡ Παλαιά Διαθήκη λέει «ὀφθαλμόν ἀντί ὀφθαλμοῦ καί ὀδόντα ἀντί ὀδόντος». Τέτοια γνώση ἔχουν οἱ ἄνθρωποι πού στρέφονται ἐναντίον τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὥστε μιλοῦν ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη μιλᾶ γιά αὐτοδικία καί ὅτι λέει νά βγάζει ὁ ἕνας τό μάτι τοῦ ἄλλου καί νά κόψουμε τή γλώσσα ἐκείνου πού ἔκοψε τή δική μας γλώσσα καί νά σκοτώσουμε ἐκεῖνον πού σκότωσε (τόν δικό μας ἄνθρωπο). Ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν λέει τέτοια πράγματα. Ἡ Παλαιά Διαθήκη λέει ὅτι πρέπει νά εἶναι ὅλοι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου καί ὁ δικαστής πρέπει νά μήν προσωποληπτεῖ κι ὁ δικαστής πρέπει νά ἀποδίδει τό ἴσο. Εἶναι ὁ περίφημος νόμος τῆς ἀνταποδόσεως, πού δέν ἐφαρμόζεται ἀπό τόν ἴδιο τόν παθόντα ἀλλά ἀπό τόν δικαστή, ὁ ὁποῖος ἔχει μπροστά του τόν ἄνθρωπο πού ἔκανε κάτι καί ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔπαθε κάτι. Καί πρέπει νά ἀποδώσει δικαιοσύνη καί στόν ἕνα καί στόν ἄλλο. Τοῦ δίνει λοιπόν τό μέτρο αὐτός ὁ νόμος. Ἔτσι θά καταλάβουμε τή συγγραφή στά ὑψηλά νοήματα τῆς Ἀποκαλύψεως κι ὄχι στίς λεπτομέρειες τίς ἱστορικές. Ἡ Παλαιά Διαθήκη μᾶς δίνει ὑπερφυσικές ἀλήθειες: νά μοῦ ἀποκαλύψει τόν Θεό, τόν Ἕνα, τόν Ζῶντα, τόν Ἀληθινό. Μᾶς ἀποκαλύπτει πῶς ἤρθαμε στόν κόσμο καί γιατί ἤρθαμε στόν κόσμο, μᾶς ἀποκαλύπτει ποιός εἶναι ὁ αἴτιος τοῦ κόσμου, τῆς ὑπάρξεώς μας κ.λπ.

Ἡ Παλαιά Διαθήκη τόν «ἔνδοξο βασιλέα» Δαβίδ τόν ἀπογυμνώνει, δέν τόν ὡραιοποιεῖ, δείχνει τίς ἁμαρτίες του, ἀλλά δείχνει καί τήν μετάνοιά του, τόν συγκλονισμό του δείχνει, καί ὀρθῶς ἀποδίδεται εἰς ἐκεῖνον τό «ἐλέησόν με ὁ Θεός κατά τό μέγα ἔλεός σου». Θέλει νά ἐκφράσει κάτι ἄλλο πιό σπουδαῖο ἀπό τόν συγγραφέα αὐτός ὁ Ψαλμός. Ποιός εἶναι ὁ Δαβίδ. Στό αἷμα του μέσα ρέει αἷμα Μωάβ (Μωαβίτης) γιατί ἡ προγιαγιά του ἦταν ἡ Ρούθ.

Τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ τόν κρατοῦμε ἀνόθευτο, εἴμαστε ἀσυμβίβαστοι, εἴμαστε εἰρηνικοί, δέν παίρνουμε ρόπαλα στό χέρι, ὁπλιζόμαστε ὅμως μέ τήν πανοπλία τῆς ἀλήθειας καί σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο τόν γεμάτο πειρασμούς καί τούς ὕπουλους ἐχθρούς πού ἔρχονται ὡς «προβατόσχημοι λύκοι», ὅπως ἔλεγε ὁ π. Ἀντώνιος Ἀλεβιζόπουλος (τοῦ ὁποίου ἡ μακαρία ψυχή μᾶς ἀκούει), πορευόμαστε ἀταλάντευτοι, ἀποβλέποντες εἰς Ἐκεῖνον μέ τήν ἑνότητα τῆς πίστεως καί τήν κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

 


 

(Πηγή: ΔΙΑΛΟΓΟΣ, τεῦχος 31)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας