Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΝΟΔΟ

 

ΚΑΡΥΑΙ Τῌ 12ῃ/25ῃ Μαΐου 2016
ΑΡ. ΠΡΩΤ. Φ.2/7/1085  

 

Τῇ Αὐτοῦ Θειοτάτῃ Παναγιότητι
Τῷ Πανσεβάστῳ ἡμῶν Πατρὶ καὶ Δεσπότη
Κυρίῳ Κῳ Βαρθολομαίῳ
Εἰς Φανάριον

 

Παναγιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Υἱικῶς καὶ βαθυσεβάστως ἐν Χριστῷ Ἀναστάντι τὴν Ὑμετέραν Θειοτάτην Παναγιότητα γηθοσύνως προσαγορεύομεν διὰ τῆς κοσμοποθήτου προσρήσεως «Χριστὸς Ἀνέστη».

Κατὰ τὰ θέσμια τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου, συνήλθομεν εἰς Ἔκτακτον Διπλῆν Ἱερὰν Σύναξιν καὶ ἐλάβομεν εὐσεβάστως ὑπ᾿ ὄψιν:

α) Τό ἀπὸ 11ης Μαρτίου 2016 Ὑμέτερον Σεπτὸν Πατριαρχικὸν Γράμμα, δι᾿ οὗ ἐνημερώθη ἡ καθ᾿ ἡμᾶς Ἱερὰ Κοινότης περὶ τῆς συγκληθησομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου καὶ ἐκοινοποιήθησαν ἡμῖν ἐνημερωτικῶς τὰ πρὸς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον παραπεμπόμενα ἕξ προσυνοδικὰ κείμενα.

β) Τὴν ἀπὸ 20ῆς Μαρτίου ἐ.ἔ. Ὑμετέραν Πατριαρχικὴν καὶ Συνοδικὴν Ἐγκύκλιον, δι᾿ ἧς φέρεται ὡς πρώτιστος σκοπὸς καὶ σπουδαιότης τῆς Πανορθοδόξου Συνόδου νὰ «καταδειχθῆ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ἐκκλησία, ἡνωμένη ἐν τοῖς Μυστηρίοις, καὶ μάλιστα τῇ Θείᾳ Εὐχαριστίᾳ, καί τῇ Ὀρθοδόξῳ πίστει, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ συνοδικότητι» καὶ γνωρίζεται ὅτι «τὰ συμφωνηθέντα πανορθοδόξως καὶ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον κείμενα δημοσιοποιοῦνται καὶ τίθενται εἰς τήν διάθεσιν παντός καλοπροαιρέτου πιστοῦ πρὸς πληροφορίαν καὶ ἐνημέρωσίν του, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἔκφρασιν τῆς γνώμης του καὶ τῶν προσδοκιῶν του ἀπό τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον».

Ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν πατρικὴν προτροπὴν τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος προσευχόμεθα ἐκτενῶς μετὰ πάντων τῶν ἐν τῷ Ἁγίῳ Ὄρει θεοφιλῶς ἐνασκουμένων πατέρων πρὸς τὸν μόνον Ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, τὸν Ἀναστάντα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ὅπως εὐλογήση καὶ εὐοδώση τὸ ὑψηλὸν ἔργον τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου ἐπ᾿ ἀγαθῷ τῆς Ἐκκλησίας Αὐτοῦ καὶ πράγματι ἀναδείξη τὴν ἑνότητα τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, αὐτῆς ταύτης οὔσης τῆς Μιᾶς Ἁγίας Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.

Πρός τούτοις μελετήσαντες μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ ἐπιμελείας τὰ προσυνοδικὰ κείμενα προαγόμεθα ὅπως εὐλαβῶς θέσωμεν ὑπ᾿ ὄψιν Ὑμῶν τά κάτωθι:

Σεβόμεθα καί ἀξιοχρέως τιμῶμεν τὴν Μητέρα Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν καί Ὑμᾶς τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην καὶ Πατέρα ἡμῶν. Ἀδιαλείπτως εὐχόμεθα ὑπέρ τῆς μαρτυρικῆς Πρωτοθρόνου Ἐκκλησίας καὶ στηρίζομεν τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον εἰς τὴν ἄρσιν τοῦ μακροχρονίου βαρέος σταυροῦ Αὐτοῦ. Ὁσάκις δὲ ἀνακύπτουν θέματα, τὰ ὁποῖα προβληματίζουν τὴν συνείδησιν τῆς Ἁγίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, μὲ υἱικὸν σεβασμὸν καὶ ἀγάπην, ὡς ἔπραττον καὶ οἱ πρὸ ἡμῶν πατέρες, ἐκφράζομεν εὐσεβάστως τὴν γνώμην καὶ τὰς προτάσεις ἡμῶν.

Διαπιστοῦμεν τὴν σύντονον καὶ φιλότιμον προσπάθειαν τῶν Ἀντιπροσωπειῶν τῶν Ἁγιωτάτων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὰς Πανορθοδόξους Προσυνοδικὰς Διασκέψεις πρὸς σύνταξιν τῶν ἐν σχεδίῳ προσυνοδικῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν κατόπιν ἀποφάσεως τῆς Συνάξεως τῶν Σεπτῶν Προκαθημένων (21-28 Ἰανουαρίου 2016).

Ἐν τούτοις φρονοῦμεν ὅτι σημεῖά τινα εἰς τὰ προσυνοδικὰ κείμενα χρήζουν ἀποσαφηνίσεως, ὥστε νὰ ἀποτυποῦται σαφέστερον ἡ διαχρονική παράδοσις τῶν Ἁγίων Πατέρων καὶ ἡ συνοδική παρακαταθήκη τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπ᾿ αὐτῶν τῶν σημείων καταθέτομεν ταπεινῶς τὴν γνώμην καὶ τὰς προτάσεις ἡμῶν πρὸς ἀξιολόγησιν καὶ ἀξιοποίησιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας.

Τὸ πρώτον σημεῖον ἀφορᾶ εἰς τὴν ἐκκλησιολογίαν. Ἡ διατύπωσις «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία, οὖσα ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καὶ Ἀποστολική Ἐκκλησία» ὀρθῶς ἐτέθη ὡς προμετωπὶς εἰς τὴν ἀρχήν τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ κατανόησιν ὅτι ἐκφράζει τὴν μοναδικότητα Αὐτῆς. Ἐν τούτοις ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος, ὡς συνοδικὸν ὄργανον μεῖζον τῶν προσυνοδικῶν Διασκέψεων, θὰ ἔδει νὰ συμπληρώση τὴν διατύπωσιν τοῦ σχετικοῦ κειμένου καὶ νὰ ἀποφύγη τὸν ὅρον «Ἐκκλησία» διὰ τοὺς ἑτεροδόξους, χρησιμοποιοῦσα ἀντ᾿ αὐτοῦ τοὺς ὅρους «χριστιανικὰ δόγματα καὶ ὁμολογίαι». Οὕτως οἱ ἑτερόδοξοι θὰ γνωρίζουν πλέον σαφῶς τί περὶ αὐτῶν φρονοῦμεν ὡς εἰλικρινεῖς Ὀρθόδοξοι συνομιληταί των. Πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην ὀρθοτέρα θὰ ἦτο, εἰς τὸ β΄ ἐδάφιο τῆς παρ. 6 τοῦ αὐτοῦ κειμένου, ἡ διατύπωσις: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία γνωρίζει (ἀντί τοῦ ἀναγνωρίζει) τὴν ἱστορικήν ὕπαρξιν ἄλλων χριστιανικῶν ὁμολογιῶν...».

Ἐν συνεχείᾳ, ἡ ἔννοια τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας χρήζει ὡσαύτως διασαφήσεως. Πιστεύομεν ὅτι εἰς τὴν ἑνότητα Αὐτῆς ἀνήκουν μόνον τὰ μέλη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ὡς Σῶμα Χριστοῦ, τὰ μετέχοντα τῆς «δόξης» (τῆς θεοποιοῦ Χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος), περί τῆς ὁποίας ηὐχήθη ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Περί τούτων μόνον λέγεται τὸ «ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν», κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν θεοφόρων Πατέρων (Μεγ. Ἀθανασίου, ἁγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου, ἁγ. Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας). Εἶναι πρὸς ὄφελος ὅλων, τῆς τε αὐτοσυνειδησίας τοῦ Ὀρθοδόξου ποιμνίου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἑτεροδόξων, νὰ ὁμιλῶμεν περί ἐπιστροφῆς τῶν διεστώτων εἰς τὴν Μίαν Ἁγίαν Καθολικήν καὶ Ἀποστολικήν Ἐκκλησίαν, ἤτοι τὴν καθ᾿ ἡμᾶς ἁγίαν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν, ἥτις διακρατεῖ ἀδιατάρακτον «τόν μεταξύ τῆς ὀρθῆς πίστεως καὶ τῆς μυστηριακῆς κοινωνίας ὑφιστάμενον ἄρρηκτον δεσμόν»[1], ὡς οὗτος ἐξεφράσθη ὑπὸ τῶν ἁγίων Οἰκουμενικῶν Συνόδων.

Ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτη τῆς ἑνότητός της ἡ Ἐκκλησία «ἐκαλλιέργει πάντοτε διάλογον μετὰ τῶν ἐξ αὐτῆς διεστώτων, τῶν ἐγγύς καὶ τῶν μακράν», καὶ ἐν τούτῳ τῷ πλαισίῳ δύναται νὰ ἐκφράση τὴν ἀποστολικὴν Αὐτῆς φύσιν «ἐντός τῶν νέων ἱστορικῶν συνθηκῶν»[2], μὲ ἀντικειμενικόν σκοπόν τὴν προλείανσιν τῆς ὁδοῦ τῆς ἐπιστροφῆς τούτων εἰς τὴν ἁγιοπνευματικήν ἑνότητα Αὐτῆς. Συγκεκριμένως προτείνομεν ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 5 ἡ τελική φράσις «τῆς ἀπωλεσθείσης ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν» νὰ διατυπωθῆ ὡς ἑξῆς: «τῆς ἐπανόδου ἐν ἀληθείᾳ τῶν ἀπομακρυσθέντων ἐξ Αὐτῆς Χριστιανῶν».

Τό δεύτερον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον τὰ προσυνοδικά κείμενα θὰ ἔδει νὰ δεχθοῦν τροποποιήσεις, ὥστε νὰ ἀποτυπώσουν τὴν διαχρονικήν αὐτοσυνειδησίαν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὅσα ἀναφέρονται εἰς τοὺς διμερεῖς καὶ πολυμερεῖς διαχριστιανικοὺς διαλόγους. Ὁ τρόπος διεξαγωγῆς καὶ ἡ πορεία τῶν θεολογικῶν διαλόγων δὲν ἀναπαύει τὸ σύνολον τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δὲ καθ᾿ ἡμᾶς Ἱερά Κοινότης κατὰ καιροὺς καὶ εἰς διαφόρους περιστάσεις ἔχει ἐκφρασθῆ δι᾿ ἐπισήμων κειμένων κατὰ θεολογικῶν συμφωνιῶν μετά τῶν ἑτεροδόξων καὶ ἔχει διαμαρτυρηθῆ διὰ συμπροσευχὰς καὶ ἄλλας λατρευτικὰς πράξεις (λειτουργικοὺς ἀσπασμοὺς κ.λπ.), δι᾿ ὧν δίδεται ἡ εἰκών ψευδοῦς ἑνώσεως μετ᾿ αὐτῶν, ὡς ἀναφέρεται εἰς τὸ κείμενον τῆς ἡμετέρας ΕΔΙΣ τῆς 9ης/22ας Ἀπριλίου 1980. Συγκεκριμένως, εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον» δέον νὰ ἀποσαφηνισθῆ ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία οὐδόλως δύναται νὰ δεχθῆ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ὥς τινα διομολογιακήν προσαρμογήν ἤ ὡς συμμετοχήν εἰς συμπροσευχὰς καὶ ἑτέρας λατρευτικὰς πράξεις, αἵ ὁποῖαι δημιουργοῦν σύγχυσιν εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ὀρθοδόξου πληρώματος. Ὡσαύτως δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ἐκφράσωμεν τὸν ἔντονον προβληματισμὸν καὶ τὰς εὐλόγους ἀντιρρήσεις ἡμῶν διὰ τὴν περαιτέρω συμμετοχὴν τῶν Ὀρθοδόξων εἰς τὸ «Παγκόσμιον Συμβούλιον τῶν Ἐκκλησιῶν» (Π.Σ.Ε).

Τρίτον, ὡς πρὸς τὸν «Κανονισμόν ὀργανώσεως καὶ λειτουργίας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», κατανοοῦμεν τὰς πρακτικὰς δυσχερείας, δι᾿ ὅ καὶ παρακάμπτομεν τὸν γενικόν προβληματισμὸν περὶ τοῦ τρόπου ὀργανώσεως καὶ τῆς ἰσοτίμου συμμετοχῆς τῶν ἐπισκόπων. Συναφῶς πάντως, τὸ ἄρθρον 22 τοῦ κειμένου «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον», ὅπου γίνεται ἀναφορὰ εἰς τὸ ποῖος εἶναι «ὁ ἔσχατος κριτής ἐπὶ θεμάτων πίστεως»[3], δύναται νὰ γίνη σαφέστερον μὲ τὴν διευκρίνισιν ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική παράδοσις ἀναγνωρίζει ὡς ἔσχατον κριτήν ἐπί θεμάτων πίστεως τὴν συνείδησιν τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν ἐκφράζουν ἐνίοτε μεμονωμένα πρόσωπα ἤ σύνοδοι ἱεραρχῶν ἤ ὁ πιστὸς λαὸς καὶ ἡ ὁποία ἐπικυροῦται διὰ συνοδικῶν ἀποφάσεων.

Ἐπίσης θεωροῦμεν ὅτι εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου δέον νὰ περιληφθῆ ἀναφορά καὶ εἰς τὰς μετὰ τὴν ἁγίαν Ζ΄ Οἰκουμενικήν μεγάλας Συνόδους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (τὰς ἐπὶ Μεγ. Φωτίου τὸ 879, ἐπὶ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ 1341-1351, καὶ ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἠκύρωσαν τὰς ἐν Λυῶνι καὶ Φλωρεντίᾳ ἑνωτικὰς ψευδοσυνόδους), καθ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀναφορᾶς εἰς αὐτὰς τὰς συνόδους αἱ δογματικαὶ καὶ ἐκκλησιολογικαὶ διαφοραὶ μετὰ τῶν ἑτεροδόξων (περὶ τὸ Φιλιόκβε, τὴν κτιστὴν Χάριν, τὸ παπικὸν πρωτεῖον κ.λπ.) ἀποσαφηνίζονται πλήρως.

Τὸ τέταρτον καὶ, ὅσον εἰς τὸ καθ᾿ ἡμᾶς, τελευταῖον σημεῖον ἀφορᾶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ κειμένου «Ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνῳ κόσμῳ». Τὸ κείμενον διακρίνεται ὑπὸ πνευματικῆς εὐαισθησίας, πλὴν ὅμως φρονοῦμεν ὡς Ἁγιορεῖται καὶ κληρονόμοι τῆς ἡσυχαστικῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως ὅτι τοῦτο θὰ συνεπληροῦτο προσφυέστερον (κατὰ προτίμησιν εἰς τὴν παράγραφον ΣΤ΄ 13) μὲ πλέον ἀνεπτυγμένην ἀναφορὰν εἰς τὴν ἀντίστοιχον ὀρθόδοξον ἀνθρωπολογίαν καὶ κοσμολογίαν, ὡς αὕτη διετυπώθη κυρίως ὑπὸ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Συγκεκριμένως δύναται νὰ συμπληρωθῆ:

«Ὁ Θεός δύναται νὰ ἀποκαλυφθῆ εἰς τὸν ἄνθρωπον μὲ ἄμεσον κοινωνίαν μαζί του, ὅταν ὁ τελευταῖος ἐφαρμόζη τὴν κατὰ Χριστόν ἄσκησιν καὶ τὸν ἀναζητῆ συνεχῶς μὲ τὴν νοερὰν προσευχήν. Σκοπὸς αὐτῆς τῆς αὐστηρᾶς καὶ μυσταγωγικῆς πνευματικότητος εἶναι ἡ θέωσις, δηλ. ἡ προσωπική βίωσις ἀπό τὸν προσευχόμενον τοῦ Θείου Φωτὸς τῆς Μεταμορφώσεως. Ἀπαραίτητος ὅρος τούτων τυγχάνει ὅτι ἡ προσωπική ὁλοκλήρωσις, ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεόν καὶ ἡ ἀποκάλυψίς Του ἐπιτυγχάνονται μόνον μέσα εἰς τὸν χῶρον τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ ὅλος ἀσκητικὸς ἀγὼν πραγματοῦται μόνον μὲ τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἀνεξαρτήτως αὐτῆς (ἤτοι μὲ τὴν ἐφαρμογήν διαφόρων τεχνικῶν συναντωμένων εἰς διάφορα παλαιὰ καὶ σύγχρονα μυστικιστικά ρεύματα ἤ μὲ τὴν αὐτόνομον ἀνάπτυξιν τῆς ἀνθρωπίνου νοήσεως καὶ γνώσεως).

»Εἰς τὸ πλαίσιον τοῦτο κεντρικὴν θέσιν κατέχει ἡ διάκρισις ἀνάμεσα εἰς τὴν οὐσίαν καὶ εἰς τὰς ἀκτίστους ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δὲν παραμένει ἀπρόσιτος εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἄλλ᾿ ἔρχεται εἰς ἄμεσον σχέσιν καὶ προσωπικήν κοινωνίαν μετ᾿ αὐτοῦ διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Οὕτως ὁ ἄνθρωπος μετέχει τῆς θείας ζωῆς καὶ γίνεται θεός κατὰ χάριν. Ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἀόριστός τις δύναμις ἤ ὑπερδύναμις· εἶναι ὁ ζῶν προσωπικὸς καὶ Τριαδικὸς Θεός, ὁ ὁποῖος γίνεται προσιτὸς καὶ μεθεκτὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον, εἰσέρχεται εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὴν ζωήν του, ἵνα οὗτος «γένηται κοινωνὸς θείας φύσεως» φέρων τὸ «κατ᾿ εἰκόνα» καὶ ὁδεύων πρὸς τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» διὰ τῆς ἀσκήσεως, τῆς ἐναρέτου ζωῆς καὶ τῆς ἀπαθείας».

Διά τῆς ἀνωτέρω θεοποιοῦ ὁδοῦ ἐπέρχεται εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου ἡ κατὰ Χριστόν εἰρήνη, ἡ «ἄνωθεν εἰρήνη», ἥτις δέον νὰ ἀντιδιασταλῆ πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐνδοκοσμικῆς εἰρήνης, τῆς ἐπιδιωκομένης διὰ τῶν διαθρησκειακῶν πρωτοβουλιῶν καὶ ἐκδηλώσεων.

Παναγιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Βαθύτατα ἐκτιμῶντες τοὺς κόπους τῶν μοχθησάντων εἰς τὰς Προσυνοδικὰς Διασκέψεις, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν συμπερασματικῶς ὅτι τὰ προσυνοδικὰ κείμενα χρήζουν βελτιώσεών τινων, ὥστε νὰ ἐκφράζουν τὸ καθολικὸν φρόνημα τῆς Ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Ὑποβάλλομεν υἱϊκὴν παράκλησιν ὅπως, μεταξὺ ἄλλων, λάβητε ὑπ᾿ ὄψιν καὶ τὰς κατόπιν περισκέψεως, προσοχῆς καὶ προσευχῆς ἐκτεθείσας ἡμετέρας προτάσεις, ὥστε ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος νὰ «ἀποτελέση αὐθεντικήν ἔκφρασιν τῆς κανονικῆς παραδόσεως καὶ τῆς διαχρονικῆς ἐκκλησιαστικῆς πράξεως διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ συνοδικοῦ συστήματος»[4] τῆς Ἐκκλησίας. Τότε χαρὰ μεγάλη γενήσεται ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς καὶ θὰ ἀποφευχθοῦν τυχόν διαστάσεις καὶ σχίσματα, ἅπαν δὲ τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας «ἐν ἑνί στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ» θὰ δοξάση τὸν Πανάγιον Τριαδικὸν Θεόν, τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Ἐπὶ δὲ τούτοις, προσευχὰς ἐνθέρμους ὁλοκαρδίως ἀναπέμποντες πρὸς τὸν Ἀναστάντα Κύριον ὑπέρ τῆς Ὑμετέρας Θειοτάτης Παναγιότητος καὶ ὑπέρ τῆς αἰσίας ἐκβάσεως τῆς συγκληθησομένης Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου, διατελοῦμεν μετὰ βαθυτάτου σεβασμοῦ καὶ υἱικῆς ἀφοσιώσεως.

 

Ἅπαντες οἱ ἐν τῇ Ἐκτάκτῳ Διπλῇ Ἱερᾷ Συνάξει Ἀντιπρόσωποι καὶ Προϊστάμενοι
τῶν Κ΄ Ἱερῶν καὶ Εὐαγῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὄρους Ἄθω

 

 

Κοινοποίησις:

Εἰς τὰς Αὐτοκεφάλους Ὀρθοδόξους Ἐκκλησίας.

Εἰς Κ΄ Ἱ. Μονὰς Ἁγίου Ὄρους Ἄθω.

 

 


 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. Κείμενον Ε΄ Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς Διασκέψεως «Σχέσεις πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», παράγρ. 3.

[2]. Ἔνθ᾿ ἀνωτ., παράγρ. 4.

[3]. Ἔνθ᾿ ἀνωτ.

[4]. Ὑμέτερον Πατριαρχικὸν Γράμμα, 11/3/2016.

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας