Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 6

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 5]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 7]

 

Κεφάλαιο 27

Περὶ ἡδονῶν
(Για τις ηδονές)

Τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι ψυχικαί, αἱ δὲ σωματικαί. Καὶ ψυχικαὶ μέν, ὅσαι μόνης εἰσὶ τῆς ψυχῆς αὐτῆς καθ᾿ αὑτὴν ὡς αἱ περὶ τὰ μαθήματα καὶ τὴν θεωρίαν. Σωματικαὶ δὲ αἱ μετὰ κοινωνίας τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος γινόμεναι καὶ διὰ τοῦτο σωματικαὶ καλούμεναι ὡς αἱ περὶ τροφὰς καὶ συνουσίας καὶ τὰ τοιαῦτα. Μόνου δὲ τοῦ σώματος οὐκ ἂν εὕροι τις ἡδονάς.

Από τις ηδονές άλλες είναι ψυχικές και άλλες σωματικές. Ψυχικές βέβαια είναι όσες ανήκουν αποκλειστικά στην ίδια την ψυχή, όπως οι σχετικές με τις επιστήμες και τη γνώση. Σωματικές πάλι είναι αυτές που απολαμβάνει από κοινού η ψυχή με το σώμα και γι᾿ αυτό ονομάζονται σωματικές, όπως είναι οι σχετικές με την τροφή, τη συνουσία και τα παρόμοια. Αποκλειστικά μόνον σωματικές ηδονές δεν συναντάς.

Πάλιν τῶν ἡδονῶν αἱ μέν εἰσιν ἀληθεῖς, αἱ δὲ ψευδεῖς· καὶ αἱ μὲν τῆς διανοίας μόνης κατ᾿ ἐπιστήμην καὶ θεωρίαν, αἱ δὲ μετὰ σώματος κατ᾿ αἴσθησιν. Καὶ τῶν μετὰ σώματος ἡδονῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαὶ ἅμα καὶ ἀναγκαῖαι, ὧν χωρὶς ζῆν ἀδύνατον, ὡς αἱ τροφαὶ αἱ τῆς ἐνδείας ἀναπληρωτικαὶ, καὶ τὰ ἐνδύματα ἀναγκαῖα, αἱ δὲ φυσικαὶ μέν, οὐκ ἀναγκαῖαι δέ, ὡς αἱ κατὰ φύσιν καὶ κατὰ νόμον μίξεις (αὗται γὰρ εἰς μὲν τὴν διαμονὴν τοῦ παντὸς γένους συντελοῦσι, δυνατὸν δὲ καὶ χωρὶς αὐτῶν ἐν παρθενίᾳ ζῆν)· αἱ δὲ οὔτε ἀναγκαῖαι οὔτε φυσικαὶ, ὡς μέθη καὶ λαγνεία καὶ πλησμοναὶ τὴν χρείαν ὑπερβαίνουσαι· οὔτε γὰρ εἰς σύστασιν τῆς ζωῆς ἡμῶν συντελοῦσιν οὔτε εἰς διαδοχὴν τοῦ γένους, τοὐναντίον δέ καὶ βλάπτουσιν. Τὸν τοίνυν κατὰ Θεὸν ζῶντα δεῖ μετέρχεσθαι τὰς ἀναγκαίας ἅμα καὶ φυσικάς, ἐν δευτέρᾳ δὲ τάξει τὰς φυσικὰς καὶ οὐκ ἀναγκαίας τίθεσθαι μετὰ τοῦ προσήκοντος καιροῦ καὶ τρόπου καὶ μέτρου γινομένας, τὰς δὲ ἄλλας χρὴ πάντως παραιτεῖσθαι.

΄Αλλες πάλι ηδονές είναι πραγματικές και άλλες ψεύτικες· οι ηδονές αποκλειστικά του νου προέρχονται από τις επιστήμες και τη γνώση, ενώ οι σωματικές από τις αισθήσεις. Από τις σωματικές ηδονές άλλες είναι φυσιολογικές και αναγκαίες, διότι δεν υπάρχει ζωή χωρίς αυτές· τέτοιες είναι οι τροφές που χορταίνουν την πείνα και η απαραίτητη ένδυση. ΄Αλλες είναι φυσιολογικές, όχι όμως απαραίτητες, όπως οι φυσικές και νόμιμες σαρκικές επαφές (διότι αυτές συντελούν στην αναπαραγωγή όλου του ανθρώπινου γένους· μπορεί όμως να ζήσει κάποια και με παρθενία). ΄Αλλες πάλι ηδονές δεν είναι απαραίτητες ούτε φυσιολογικές, όπως η μέθη, η ακολασία και το υπερβολικό φαγητό· διότι δεν συντελούν ούτε στη διατήρηση της ζωής μας ούτε στην αναπαραγωγή του γένους· το αντίθετο, και βλάπτουν. Αυτός, λοιπόν, που ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού πρέπει ν᾿ απολαμβάνει τις απαραίτητες και φυσιολογικές ηδονές, να βάζει σε δεύτερη μοίρα τις φυσιολογικές αλλά όχι απαραίτητες ηδονές – στον κατάλληλο χρόνο, με τον ορθό τρόπο και μέτρο ‒ και ν᾿ αποφεύγει τελείως τις άλλες.

Καλὰς δὲ ἡδονὰς χρὴ ἡγεῖσθαι τὰς μὴ συμπεπλεγμένας λύπῃ, μήτε μεταμέλειαν ἐμποιούσας, μηδὲ ἑτέρας βλάβης γεννητικάς, μήτε τοῦ μετρίου πέραν χωρούσας, μηδέ τῶν σπουδαίων ἔργων ἡμᾶς ἀφελκούσας ἐπὶ πολὺ ἢ καταδουλούσας.

Πρέπει να θεωρούμε καλές ηδονές αυτές που δεν συνδέονται με την λύπη· αυτές που δεν προξενούν μεταμέλεια, ούτε δημιουργούν άλλη βλάβη, ούτε προχωρούν πέρα από το κανονικό, ούτε μας αποσπούν πολύ χρόνο από τις σοβαρές ασχολίες, ούτε μας κάνουν δούλους.

 

Κεφάλαιο 28

Περὶ λύπης
(Για την λύπη)

Τῆς δὲ λύπης εἴδη τέσσαρα· ἄχος, ἄχθος, φθόνος, ἔλεος. Ἄχος μὲν οὖν ἐστι λύπη ἀφωνίαν ἐμποιοῦσα, ἄχθος δὲ λύπη βαρύνουσα, φθόνος δὲ λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις ἀγαθοῖς, ἔλεος δὲ λύπη ἐπὶ ἀλλοτρίοις κακοῖς.

Τά είδη της λύπης είναι τέσσερα· η κατάθλιψη, η στενοχώρια, ο φθόνος και η συμπάθεια. Κατάθλιψη είναι η λύπη που μας αφαιρεί τη φωνή· στενοχώρια είναι η λύπη που βαραίνει την ψυχή· φθόνος είναι η λύπη για τα αγαθά των άλλων· και συμπάθεια είναι η λύπη για την ξένη δυστυχία.

 

Κεφάλαιο 29

Περὶ φόβου
(Για τον φόβο)

Διαιρεῖται δὲ καὶ ὁ φόβος εἰς ἕξ· εἰς ὄκνον, εἰς αἰδῶ, εἰς αἰσχύνην, εἰς κατάπληξιν, εἰς ἔκπληξιν, εἰς ἀγωνίαν. Ὄκνος μὲν οὖν ἐστι φόβος μελλούσης ἐνεργείας. Αἰδὼς δὲ φόβος ἐπὶ προσδοκίᾳ ψόγου· κάλλιστον δὲ τοῦτο τὸ πάθος. Αἰσχύνη δὲ φόβος ἐπὶ αἰσχρῷ πεπραγμένῳ· οὐδὲ τοῦτο δὲ ἀνέλπιστον εἰς σωτηρίαν. Κατάπληξις δὲ φόβος ἐκ μεγάλης φαντασίας. Ἔκπληξις δὲ φόβος ἐξ ἀσυνήθους φαντασίας. Ἀγωνία δὲ φόβος διαπτώσεως, ἤγουν ἀποτυχίας· φοβούμενοι γὰρ ἀποτυχεῖν τῆς πράξεως ἀγωνιῶμεν.

Και ο φόβος διαιρείται σε έξι είδη: στον δισταγμό, την ντροπή, την αισχύνη, την κατάπληξη, την έκπληξη και την αγωνία. Δισταγμός λοιπόν είναι ο φόβος για μια μελλοντική μας πράξη. Ντροπή είναι ο φόβος για προσδοκώμενη σε βάρος μας κατηγορία· αυτό το συναίσθημα μάλιστα είναι πολύ καλό. Αισχύνη είναι ο φόβος για αισχρές πράξεις· και αυτό το συναίσθημα καλλιεργεί τη σωτηρία μας. Κατάπληξη είναι ο φόβος από μεγάλη φαντασίωση. Έκπληξη είναι ο φόβος από ασυνήθιστη φαντασία. Αγωνία είναι ο φόβος της πτώσεως, δηλαδή της αποτυχίας· έχουμε αγωνία από φόβο μήπως αποτύχουμε στις πράξεις μας.

 

Κεφάλαιο 30

Περὶ θυμοῦ
(Για τον θυμό)

Θυμὸς δέ ἐστι ζέσις τοῦ περὶ καρδίαν αἵματος ἐξ ἀναθυμιάσεως τῆς χολῆς ἢ ἀναθολώσεως γινομένη. Διὸ καὶ χολὴ λέγεται καὶ χόλος. Ἔστι δέ, ὅτε ὁ θυμὸς καὶ ὄρεξίς ἐστιν ἀντιτιμωρήσεως· ἀδικούμενοι γὰρ ἢ νομίζοντες ἀδικεῖσθαι θυμούμεθα, καὶ γίνεται τότε μικτὸν τὸ πάθος ἐξ ἐπιθυμίας καὶ θυμοῦ.

Ο θυμός είναι ο βρασμός του αίματος γύρω από την καρδιά και προέρχεται από ερεθισμό ή αναταραχή της χολής. Γι᾿ αυτό ονομάζεται και χολή και χόλος. Κάποτε ο θυμός είναι επιθυμία αντεκδικήσεως· όταν μας αδικούν ή νομίζουμε ότι μας αδικούν, τότε θυμώνουμε· στην περίπτωση αυτή έχουμε ανάμεικτο πάθος, από επιθυμία και θυμό.

Εἴδη δὲ τοῦ θυμοῦ τρία· ὀργή, ἥτις καλεῖται χολὴ καὶ χόλος, καὶ μῆνις καὶ κότος. Θυμὸς μὲν γὰρ ἀρχὴν καὶ κίνησιν ἔχων, ὀργὴ καὶ χολὴ καὶ χόλος λέγεται. Μῆνις δὲ χολὴ ἐπιμένουσα, ἤγουν μνησικακία· εἴρηται δὲ παρὰ τὸ μένειν καὶ τῇ μνήμῃ παραδίδοσθαι. Κότος δὲ ὀργὴ ἐπιτηροῦσα καιρὸν εἰς τιμωρίαν· εἴρηται δὲ καὶ οὗτος παρὰ τὸ κεῖσθαι.

Τρία είναι τα είδη του θυμού: η οργή, που λέγεται και χολή και χόλος, η μήνη και ο κότος. Διότι ο θυμός που έχει αρχή και κίνηση, λέγεται και χολή και χόλος. Μήνη είναι θυμός που κρατάει, δηλαδή μνησικακία· λέγεται έτσι από το γεγονός ότι παραμένει και διατηρείται στη μνήμη. Κότος είναι η οργή που καιροφυλακτεί να εκδικηθεί· και έχει πάρει αυτή την ονομασία από το «κείσθαι» (έχει καθίσει).

Ἔστι δὲ ὁ θυμὸς τὸ δορυφορικὸν τοῦ λογισμοῦ, ἔκδικος τῆς ἐπιθυμίας· ὅταν γὰρ ἐπιθυμήσωμεν πράγματος καὶ κωλυθῶμεν ὑπό τινος, θυμούμεθα κατ᾿ αὐτοῦ ὡς ἀδικηθέντες, τοῦ λογισμοῦ δηλονότι κρίναντος ἄξιον ἀγανακτήσεως τὸ γινόμενον ἐπὶ τῶν φυλαττόντων κατὰ φύσιν τὴν οἰκείαν τάξιν.

Είναι μάλιστα ο θυμός υπηρέτης του λογισμού, υπερασπιστής της επιθυμίας· όταν, δηλαδή, επιθυμήσουμε κάποιο πράγμα και κάποιος μας εμποδίσει, θυμώνουμε εναντίον του ότι μας αδίκησε· ο λογισμός, δηλαδή, βγάζει την απόφαση ότι αυτό που έγινε είναι άξιο να προκαλέσει αγανάκτηση σ᾿ αυτούς που από τη φύση τους προστατεύουν τη σχετική τάξη.

 

Κεφάλαιο 31

Περὶ τοῦ φανταστικοῦ
(Για τη φαντασία)

Φανταστικόν ἐστι δύναμις τῆς ἀλόγου ψυχῆς διὰ τῶν αἰσθητηρίων ἐνεργοῦσα, ἥτις λέγεται αἴσθησις. Φανταστὸν δὲ καὶ αἰσθητὸν τὸ τῇ φαντασίᾳ καὶ τῇ αἰσθήσει ὑποπῖπτον· ὡς ὅρασις μὲν αὐτὴ ἡ ὀπτικὴ δύναμις, ὁρατὸν δὲ τὸ ὑποπῖπτον τῇ ὁράσει, λίθος τυχὸν ἤ τι τῶν τοιούτων. Φαντασία δέ ἐστι πάθος τῆς ἀλόγου ψυχῆς ὑπὸ φανταστοῦ τινος γινόμενον, φάντασμα δὲ πάθος διάκενον ἐν τοῖς ἀλόγοις τῆς ψυχῆς ἀπ᾿ οὐδενὸς φανταστοῦ γινόμενον. Ὄργανον δὲ τοῦ φανταστικοῦ ἡ ἐμπρόσθιος κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου.

Το φανταστικό είναι ικανότητα του αλόγου μέρους της ψυχής, που ενεργεί με τις αισθήσεις και λέγεται αίσθηση. Φανταστό και αισθητό είναι αυτό που υποπίπτει στη φαντασία και την αίσθηση· όπως όραση είναι η ίδια η οπτική δύναμη, και ορατό είναι αυτό που υποπίπτει στην όραση, για παράδειγμα κάποια πέτρα ή κάτι παρόμοιο. Φαντασία πάλι είναι πάθος του αλόγου μέρους της ψυχής που την προκαλεί κάποιο φανταστό· φάντασμα πάλι είναι πάθος χωρίς περιεχόμενο, στον χώρο του αλόγου μέρους της ψυχής, που δεν το προκαλεί κάποιο φανταστό. Όργανο του φανταστικού μέρους της ψυχής είναι η κοιλότητα στο μπροστά μέρος του εγκεφάλου.

 

Κεφάλαιο 32

Περὶ αἰσθήσεως
(Περὶ αἰσθήσεως)

Αἴσθησίς ἐστι δύναμις τῆς ψυχῆς ἀντιληπτικὴ τῶν ὑλῶν, ἤγουν διαγνωστική· αἰσθητήρια δὲ τὰ ὄργανα, ἤγουν τὰ μέλη, δι᾿ ὧν αἰσθανόμεθα· αἰσθητὰ δὲ τὰ τῇ αἰσθήσει ὑποπίπτοντα· αἰσθητικὸν δὲ τὸ ζῷον τὸ ἔχον τὴν αἴσθησιν. Εἰσὶ δὲ αἰσθήσεις πέντε, ὁμοίως καὶ αἰσθητήρια πέντε.

Η αίσθηση είναι δύναμη της ψυχής ικανή ν᾿ αντιλαμβάνεται τα υλικά πράγματα, δηλαδή διαγνωστική ικανότητα. Αισθητήρια πάλι είναι τα όργανα, δηλαδή τα μέλη του σώματος, με τα οποία αισθανόμαστε. Αισθητά είναι αυτά που υποπίπτουν στις αισθήσεις. Αισθητικό ον είναι αυτό που έχει αισθήσεις. Οι αισθήσεις είναι πέντε και τα αισθητήρια πέντε.

Πρώτη αἴσθησις ὅρασις. Αἰσθητήρια δὲ καὶ ὄργανα τῆς ὁράσεως τὰ ἐξ ἐγκεφάλου νεῦρα καὶ οἱ ὀφθαλμοί. Αἰσθάνεται δὲ ἡ ὄψις κατὰ πρῶτον μὲν λόγον τοῦ χρώματος, συνδιαγινώσκει δὲ τῷ χρώματι καὶ τὸ κεχρωσμένον σῶμα καὶ τὸ μέγεθος αὐτοῦ καὶ τὸ σχῆμα καὶ τὸν τόπον, ἔνθα ἐστί, καὶ τὸ διάστημα τὸ μεταξὺ καὶ τὸν ἀριθμόν, κίνησίν τε καὶ στάσιν καὶ τὸ τραχὺ καὶ λεῖον καὶ ὁμαλὸν καὶ ἀνώμαλον καὶ τὸ ὀξὺ καὶ τὸ ἀμβλὺ καὶ τὴν σύστασιν, εἴτε ὑδατώδης ἐστίν, εἴτε γεώδης ἤγουν ὑγρὰ ἢ ξηρά.

Πρώτη αίσθηση είναι η όραση· αισθητήρια και όργανα της οράσεως είναι τα νεύρα του εγκεφάλου και τα μάτια. Η όραση πρώτα αντιλαμβάνεται το χρώμα, διακρίνει στη συνέχεια και το χρωματισμένο σώμα, το μέγεθος και το σχήμα του, τον τόπο όπου βρίσκεται, το ενδιάμεσο διάστημα, την ποσότητα, την κίνηση και τη στάση, το τραχύ και το λείο, το ομαλό και το ανώμαλο, το κοφτερό και το αμβλύ, τη σύνθεση, αν είναι υδάτινη ή χωματένια, δηλαδή ξερή ή υγρή.

Δευτέρα αἴσθησίς ἐστιν ἀκοὴ, τῶν φωνῶν καὶ τῶν ψόφων οὖσα αἰσθητική. Διαγινώσκει δὲ αὐτῶν τὴν ὀξύτητα καὶ τὴν βαρύτητα, λειότητά τε καὶ τραχύτητα καὶ μέγεθος. Ὄργανα δὲ αὐτῆς τὰ νεῦρα τὰ ἐξ ἐγκεφάλου τὰ μαλακὰ καὶ τῶν ὤτων ἡ κατασκευή. Μόνος δὲ ἄνθρωπος καὶ πίθηκος οὐ κινοῦσι τὰ ὦτα.

Δεύτερη αίσθηση είναι η ακοή, η οποία αντιλαμβάνεται τις φωνές και τους θορύβους. Διακρίνει τον οξύ ή βαρύ τόνο τους, την απαλότητα, την σκληρότητα και την ένταση. Όργανά της είναι τα μαλακά νεύρα του εγκεφάλου και η ιδιοσυστασία της κατασκευής των αυτιών. Μόνον ο άνθρωπος και ο πίθηκος δεν κινούν τα αυτιά τους.

Τρίτη αἴσθησις ὄσφρησις, ἥτις γίνεται μὲν διὰ τῶν ῥινῶν ἀναπεμπουσῶν τοὺς ἀτμοὺς ἐπὶ τὸν ἐγκέφαλον, περαίνεται δὲ εἰς τὰ πέρατα τῶν προσθίων κοιλιῶν τοῦ ἐγκεφάλου. Ἔστι δὲ αἰσθητικὴ καὶ ἀντιληπτικὴ τῶν ἀτμῶν. Τῶν δὲ ἀτμῶν ἡ γενικωτάτη διαφορά ἐστιν εὐωδία καὶ δυσωδία καὶ τὸ μέσον τούτων, ὃ μήτε εὐῶδές ἐστι μήτε δυσῶδες. Γίνεται δὲ εὐωδία τῶν ὑγρῶν τῶν ἐν τοῖς σώμασιν ἀκριβῶς πεφθέντων, μέσως δὲ μέση διάθεσις· καταδεέστερον δὲ ἢ μηδὲ ὅλως πεφθέντων ἡ δυσωδία γίνεται.

Τρίτη αίσθηση είναι η όσφρηση, η οποία παράγεται μέσα από τα ρουθούνια, τα οποία στέλνουν τις αναπνοές στον εγκέφαλο· η όσφρηση καταλήγει στα άκρα των εμπροσθίων κοιλοτήτων του εγκεφάλου. Η όσφρηση αισθάνεται και αντιλαμβάνεται τις οσμές. Η βασική διάκριση των οσμών είναι η ευωδία, η δυσωδία και το ενδιάμεσό τους, το οποίο δεν μυρίζει ούτε ωραία ούτε άσχημα. Ευωδία έχουμε όταν τα υγρά που υπάρχουν στα σώματα εξατμίζονται αμέσως· ενδιάμεση κατάσταση, όταν εξατμίζονται μέτρια· και δυσωδία υπάρχει όταν δεν εξατμίζονται καθόλου ή πολύ λίγο.

Τετάρτη αἴσθησις ἡ γεῦσις. Ἔστι δὲ τῶν χυμῶν ἀντιληπτικὴ, ἤγουν αἰσθητική. Ὄργανα δὲ αὐτῆς ἡ γλῶσσα καὶ ταύτης πλέον τὸ ἄκρον καὶ ἡ ὑπερῴα, ἣν καλοῦσί τινες οὐρανίσκον, ἐν οἷς ἐστι τὰ ἐξ ἐγκεφάλου φερόμενα νεῦρα πεπλατυσμένα καὶ ἀπαγγέλλοντα τῷ ἡγεμονικῷ τὴν γενομένην ἀντίληψιν, ἤγουν αἴσθησιν. Αἱ δὲ καλούμεναι γευστικαὶ ποιότητες τῶν χυμῶν εἰσιν αὗται· γλυκύτης, δριμύτης, ὀξύτης, στρυφνότης, αὐστηρότης, πικρότης, ἁλμυρότης, λιπαρότης, γλισχρότης· τούτων γάρ ἐστιν ἡ γεῦσις διαγνωστική. Τὸ δὲ ὕδωρ ἄποιόν ἐστι κατὰ ταύτας τὰς ποιότητας· οὐδεμίαν γὰρ αὐτῶν ἔχει. Ἡ δὲ στρυφνότης ἐπίτασις καὶ πλεονασμός ἐστι τῆς αὐστηρότητος.

Τέταρτη αίσθηση είναι η γεύση. Αυτή έχει την ιδιότητα ν᾿ αντιλαμβάνεται τους χυμούς, δηλαδή να τους αισθάνεται. Έχει ως όργανα τη γλώσσα και περισσότερο το άκρο της και την υπερώα, που ορισμένοι την ονομάζουν ουρανίσκο· σ᾿ αυτά βρίσκονται τα νεύρα που έρχονται από τον εγκέφαλο, τα οποία καταλαμβάνουν πολύ χώρο και ειδοποιούν τον ηγεμόνα νου για ό,τι αντιλήφθηκαν, δηλαδή αισθάνθηκαν. Οι ονομαζόμενες πάλι γευστικές ποιότητες των χυμών είναι οι εξής: η γλυκύτητα, η καυστικότητα, η οξύτητα, η αψάδα, η στυφότητα, η πικρότητα, η αλμυρότητα, η λιπαρότητα, η κολλητικότητα. Η γεύση έχει τη δυνατότητα όλες αυτές να τις διακρίνει. Το νερό όμως δεν έχει σχέση με αυτές τις ποιότητες· διότι δεν έχει καμμία απ᾿ αυτές. Η αψάδα πάλι είναι αύξηση και πλεονασμός της στυφότητος.

Πέμπτη αἴσθησίς ἐστιν ἡ ἁφή, ἥτις κοινή ἐστι πάντων τῶν ζῴων· ἥτις γίνεται ἐκ τοῦ ἐγκεφάλου πεμπομένων νεύρων εἰς ὅλον τὸ σῶμα. Διὸ καὶ ὅλον τὸ σῶμα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα αἰσθητήρια τὴν τῆς ἁφῆς ἔχουσιν αἴσθησιν. Ὑπόκειται δὲ τῇ ἁφῇ τὸ ψυχρὸν καὶ θερμόν, τό τε μαλακὸν καὶ σκληρὸν καὶ γλίσχρον καὶ κραῦρον, βαρύ τε καὶ κοῦφον· διὰ μόνης γὰρ ἁφῆς ταῦτα γνωρίζεται. Κοινὰ δὲ ἁφῆς καὶ ὄψεως τό τε τραχὺ καὶ λεῖον, τό τε ξηρὸν καὶ ὑγρόν, παχύ τε καὶ λεπτόν, ἄνω τε καὶ κάτω καὶ ὁ τόπος καὶ τὸ μέγεθος, ὅταν ᾖ τοιοῦτον, ὡς κατὰ μίαν προσβολὴν τῆς ἁφῆς περιλαμβάνεσθαι· καὶ τὸ πυκνόν τε καὶ μανόν, ἤγουν ἀραιὸν καὶ τὸ στρογγύλον, ὅταν ᾖ μικρόν, καὶ ἄλλα τινὰ σχήματα. Ὁμοίως δὲ καὶ τοῦ πλησιάζοντος σώματος αἰσθάνεται, σὺν τῇ μνήμῃ δὲ καὶ τῇ διανοίᾳ· ὡσαύτως δὲ καὶ ἀριθμοῦ μέχρι δύο ἢ τριῶν καὶ τούτων μικρῶν καὶ ῥᾳδίως περιλαμβανομένων. Τούτων δὲ μᾶλλον τῆς ἁφῆς ἡ ὅρασις ἀντιλαμβάνεται.

Πέμπτη αίσθηση είναι η αφή, την οποία έχουν όλα τα ζώα. Αυτή σχηματίζεται από τα νεύρα που ο εγκέφαλος στέλνει σε όλο το σώμα. Γι᾿ αυτό και όλο το σώμα αλλά και τα υπόλοιπα αισθητήρια έχουν την αίσθηση της αφής. Η αφή αντιλαμβάνεται το ψυχρό και το θερμό, το μαλακό και το σκληρό, το κολλώδες και το ξηρό, το βαρύ και το ελαφρό· αυτά γίνονται αντιληπτά μόνον με την αφή. Κοινά αισθήματα της αφής και της οράσεως είναι το τραχύ και το λείο, το ξηρό και το υγρό, το παχύ και το λεπτό, το πάνω και το κάτω, η θέση και η ποσότητα, όταν υπάρχει τέτοια που η αφή να την αντιλαμβάνεται με μία ενέργειά της· ακόμη κοινά είναι το πυκνό και το μανό, δηλαδή το αραιό και το στρόγγυλο, όταν είναι μικρό, και κάποια άλλα σχήματα. Παρόμοια η αφή αισθάνεται και το σώμα που πλησιάζει, με τη συνεργασία βέβαια της μνήμης και του νου. Το ίδιο αντιλαμβάνεται και την ποσότητα μέχρι δύο ή τρία σώματα και εφόσον αυτά είναι μικρά και εύκολα γίνονται αντιληπτά. Αυτά όμως, περισσότερο από την αφή, τα αντιλαμβάνεται η όραση.

Χρὴ γινώσκειν, ὡς ἕκαστον τῶν ἄλλων αἰσθητηρίων διπλοῦν ὁ Δημιουργὸς κατεσκεύασεν, ἵνα τοῦ ἑνὸς βλαπτομένου τὸ ἕτερον ἀναπληροῖ τὴν χρείαν· δύο γὰρ ὀφθαλμοὺς καὶ δύο ὦτα καὶ δύο πόρους τῆς ῥινὸς καὶ δύο γλώσσας, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μὲν τῶν ζῴων διῃρημένας, ὡς ἐν τοῖς ὄφεσιν, ἐν τοῖς δὲ ἡνωμένας, ὡς ἐν τῷ ἀνθρώπῳ· τὴν δὲ ἁφὴν ἐν ὅλῳ τῷ σώματι πλὴν ὀστέων καὶ νεύρων, ὀνύχων τε καὶ κεράτων καὶ τριχῶν καὶ συνδέσμων καὶ ἄλλων τινῶν τοιούτων.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Δημιουργός κατασκεύασε το καθένα από τα άλλα αισθητήρια διπλό, ώστε, όταν το ένα καταστρέφεται, το άλλο ν᾿ αναπληρώνει το χαλασμένο· έτσι έφτιαξε δύο μάτια, δύο αυτιά, δύο ρουθούνια της μύτης, δύο γλώσσες, οι οποίες σε κάποια ζώα, όπως στα φίδια, υπάρχουν χωριστά, και σ᾿ άλλα όντα, όπως στον άνθρωπο, είναι ενωμένες σε μία. Την αφή όμως την σκόρπισε σε όλο το σώμα, εκτός από τα οστά, τα τα νύχια, τα κέρατα, τις τρίχες, τις αρθρώσεις και σε μερικά άλλα τέτοια.

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ὄψις κατ᾿ εὐθείας γραμμὰς ὁρᾷ, ἡ δὲ ὄσφρησις καὶ ἡ ἀκοὴ οὐ κατ᾿ εὐθεῖαν μόνον, ἀλλὰ πανταχόθεν. Ἡ δὲ ἁφὴ καὶ ἡ γεῦσις οὐδὲ κατ᾿ εὐθεῖαν οὐδὲ πανταχόθεν γνωρίζουσιν, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν αὐτοῖς πλησιάσωσι τοῖς ἰδίοις αἰσθητοῖς.

Να γνωρίζουμε ακόμη ότι η όραση βλέπει σε ευθεία γραμμή, η όσφρηση όμως και η ακοή αντιλαμβάνονται όχι μόνο σε ευθεία αλλά από παντού. Η αφή πάλι και η γεύση δεν αντιλαμβάνονται ούτε σε ευθεία γραμμή ούτε από παντού, αλλά τότε μόνον, όταν έλθουν κοντά στα ίδια τα αισθητά.

 

Κεφάλαιο 33

Περὶ τοῦ διανοητικοῦ
(Για το διανοητικό)

Τοῦ δὲ διανοητικοῦ εἰσιν αἵ τε κρίσεις καὶ αἱ συγκαταθέσεις καὶ αἱ ὁρμαὶ αἱ πρὸς τὴν πρᾶξιν καὶ αἱ ἀφορμαὶ καὶ αἱ ἀποφυγαὶ τῆς πράξεως· ἰδικῶς δὲ αἵ τε νοήσεις τῶν νοητῶν καὶ αἱ ἀρεταὶ καὶ αἱ ἐπιστῆμαι καὶ τῶν τεχνῶν οἱ λόγοι καὶ τὸ βουλευτικὸν καὶ τὸ προαιρετικόν. Τούτου δέ ἐστι τὸ καὶ διὰ τῶν ὀνείρων θεσπίζον ἡμῖν τὸ μέλλον, ἥνπερ μόνην ἀληθῆ μαντείαν οἱ Πυθαγόρειοι λέγουσιν εἶναι, τοῖς Ἑβραίοις ἀκολουθήσαντες. Ὄργανον δὲ καὶ τούτου ἡ μέση κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου καὶ τὸ ψυχικὸν πνεῦμα τὸ ἐν αὐτῇ.

Στο διανοητικό ανήκουν οι κρίσεις, οι συγκαταθέσεις, οι επιθυμίες που οδηγούν στις πράξεις, οι αιτίες και οι αποφυγές των πράξεων. Ειδικά ανήκουν σ᾿ αυτό η νόηση των νοητών, οι αρετές, οι επιστήμες, οι θεωρίες των τεχνών, η ικανότητα της σκέψεως και της προαιρέσεως. Αυτό είναι εκείνο που με όνειρα καθορίζει το μέλλον μας και το οποίο οι Πυθαγόρειοι, αφού ακολούθησαν τους Εβραίους, λένε ότι αποτελεί την μόνη πραγματική τέχνη της μαντείας. Όργανο και του διανοητικού είναι η μεσαία κοιλότητα του εγκεφάλου και το ψυχικό πνεύμα που υπάρχει σ᾿ αυτήν.

 

Κεφάλαιο 34

Περὶ τοῦ μνημονευτικοῦ
(Για το μνημονικό)

Τὸ δὲ μνημονευτικόν ἐστι μνήμης καὶ ἀναμνήσεως αἴτιόν τε καὶ ταμιεῖον· μνήμη γάρ ἐστι φαντασία ἐγκαταλελειμμένη ἀπό τινος αἰσθήσεως τῆς κατ᾿ ἐνέργειαν φαινομένης ἢ σωτηρία αἰσθήσεώς τε καὶ νοήσεως. Ἡ γὰρ ψυχὴ τῶν μὲν αἰσθητῶν διὰ τῶν αἰσθητηρίων ἀντιλαμβάνεται, ἤγουν αἰσθάνεται, καὶ γίνεται δόξα, τῶν δὲ νοητῶν διὰ τοῦ νοῦ, καὶ γίνεται νόησις· ὅταν οὖν τοὺς τύπους, ὧν τε ἐδόξασεν, ὧν τε ἐνόησεν, διασῴζῃ, μνημονεύειν λέγεται.

Το μνημονικό είναι η αιτία και το ταμείο της μνήμης και της αναμνήσεως. Διότι μνήμη είναι φαντασία που έχει μείνει μέσα μας από κάποια αίσθηση, που ενεργεί και παρουσιάζεται, ή είναι διατήρηση της αισθήσεως και της νοήσεως. Η ψυχή αντιλαμβάνεται, δηλαδή αισθάνεται, τα αισθητά με τα αισθητήρια όργανα, και δημιουργεί την παράσταση· ενώ με το νου αντιλαμβάνεται τα νοητά και δημιουργεί τη νόηση. Όταν, λοιπόν, διατηρεί τις μορφές των παραστάσεων ή των σκέψεων, τότε λέμε ότι θυμάται.

Δεῖ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ τῶν νοητῶν ἀντίληψις οὐ γίνεται, εἰ μὴ ἐκ μαθήσεως ἢ φυσικῆς ἐννοίας, οὐ γὰρ ἐξ αἰσθήσεως· τὰ μὲν γὰρ αἰσθητὰ καθ᾿ ἑαυτὰ μνημονεύεται· τὰ δὲ νοητά, εἴ τι μὲν ἐμάθομεν, μνημονεύομεν, τῆς δὲ οὐσίας αὐτῶν μνήμην οὐκ ἔχομεν.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η αντίληψη των νοητών δεν αποκτάται παρά μόνον με τη μάθηση ή με την έννοια που σχηματίζεται από τη φύση και όχι από τις αισθήσεις. Διότι τα αισθητά διατηρούνται στη μνήμη από τη μορφή τους· ενώ τα νοητά, εάν τα γνωρίσαμε, τα θυμόμαστε, αλλά δεν μπορούμε να έχουμε στη μνήμη σχηματισμένη την ουσία τους.

Ἀνάμνησις δὲ λέγεται μνήμης ἀπολλυμένης ὑπὸ λήθης ἀνάκτησις. Λήθη δέ ἐστι μνήμης ἀποβολή. Τὸ μὲν οὖν φανταστικὸν διὰ τῶν αἰσθήσεων ἀντιλαμβανόμενον τῶν ὑλῶν παραδίδωσι τῷ διανοητικῷ ἢ διαλογιστικῷ· ταὐτὸν γὰρ ἀμφότερα· ὃ παραλαβὸν καὶ κρῖναν παραπέμπει τῷ μνημονευτικῷ. Ὄργανον δὲ τοῦ μνημονευτικοῦ ἡ ὄπισθεν κοιλία τοῦ ἐγκεφάλου, ἣν καὶ παρεγκεφαλίδα καλοῦσι, καὶ τὸ ἐν αὐτῇ ψυχικὸν πνεῦμα.

Ανάμνηση, επίσης, λέγεται η ανάκτηση της μνήμης που χάθηκε από τη λήθη (λησμονιά). Λήθη πάλι είναι η απώλεια της μνήμης. Το φανταστικό, λοιπόν, που αντιλαμβάνεται με τις αισθήσεις τα υλικά όντα, μεταδίδει την αντίληψή τους στη διάνοια ή στο νου· διότι και τα δύο αυτά είναι το ίδιο. Αυτά, αφού παραλάβουν την εντύπωση και σχηματίσουν γνώμη, την παραπέμπουν στο μνημονικό. Όργανο πάλι του μνημονικού είναι η εμπρόσθια κοιλότητα του εγκεφάλου, την οποία ονομάζουν και παρεγκεφαλίδα, και το ψυχικό πνεύμα που υπάρχει εκεί.

 

Κεφάλαιο 35

Περὶ ἐνδιαθέτου λόγου καὶ προφορικοῦ
(Για τον ενδιάθετο και προφορικό λόγο)

Πάλιν δὲ διαιρεῖται τὸ λογικὸν τῆς ψυχῆς εἴς τε τὸν ἐνδιάθετον λόγον καὶ εἰς τὸν προφορικόν. Ἔστι δὲ ἐνδιάθετος μὲν λόγος κίνημα ψυχῆς ἐν τῷ διαλογιστικῷ γινόμενον ἄνευ τινὸς ἐκφωνήσεως· ὅθεν πολλάκις καί σιωπῶντες λόγον ὅλον παρ᾿ ἑαυτοῖς διεξερχόμεθα καὶ ἐν τοῖς ὀνείροις διαλεγόμεθα. Κατὰ τοῦτο δὲ μάλιστα λογικοὶ πάντες ἐσμέν· καὶ γὰρ οἱ ἐκ γεννετῆς κωφοὶ ἢ οἱ διά τι νόσημα ἢ πάθος τὴν φωνὴν ἀποβαλόντες οὐδὲν ἧττον λογικοί εἰσιν. Ὁ δὲ προφορικὸς λόγος ἐν τῇ φωνῇ καὶ ταῖς διαλέκτοις τὴν ἐνέργειαν ἔχει, ἤγουν ὁ διὰ γλώσσης καὶ στόματος προφερόμενος λόγος· διὸ καὶ προφορικὸς λέγεται. Ἔστι δὲ ἄγγελος νοήματος. Κατὰ τοῦτο δέ καὶ λαλητικοὶ λεγόμεθα.

Διαιρείται ακόμη το λογικό της ψυχής σε ενδιάθετο και προφορικό λόγο. Ο ενδιάθετος λόγος είναι κίνηση της ψυχής που συμβαίνει μέσα στο νου, χωρίς όμως να ειπωθεί τίποτε με το στόμα· γι᾿ αυτό, πολλές φορές, ενώ σιωπάμε, κάνουμε ολόκληρη συνομιλία μέσα μας και συζητάμε στα όνειρά μας. Και αυτό το γεγονός πιστοποιεί τη λογικότητά μας· μάλιστα, όσοι είναι από τη γέννησή τους κουφοί ή, εξαιτίας κάποιας αρρώστιας ή δυστυχήματος, έχασαν τη φωνή τους, είναι εξίσου λογικοί. Ο προφορικός λόγος πάλι δείχνει την ενέργειά του με τη φωνή και τις γλωσσικές διαλέκτους· είναι, δηλαδή, ο λόγος που εκφέρεται με τη γλώσσα και το στόμα· γι᾿ αυτό και ονομάζεται προφορικός. Είναι μάλιστα αγγελιαφόρος της σκέψεως. Και για τον λόγο αυτό λεγόμαστε ομιλητικοί.

 

Κεφάλαιο 36

Περὶ πάθους καὶ ἐνεργείας
(Για το πάθος και την ενέργεια)

Τὸ πάθος ὁμωνύμως λέγεται· λέγεται γὰρ πάθος καὶ τὸ σωματικὸν ὡς τὰ νοσήματα καὶ τὰ ἕλκη, λέγεται πάλιν πάθος καὶ τὸ ψυχικόν, ἥ τε ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός. Ἔστι δὲ κοινῶς μὲν καὶ γενικῶς πάθος ζῴου, ᾧ ἕπεται ἡδονὴ καὶ λύπη· ἕπεται γὰρ τῷ πάθει λύπη. Καὶ οὐκ αὐτὸ τὸ πάθος ἐστὶ λύπη· τὰ γὰρ ἀναίσθητα πάσχοντα οὐκ ἀλγεῖ. Οὐκ ἄρα τὸ πάθος ἐστὶν ἄλγημα, ἀλλ᾿ ἡ τοῦ πάθους αἴσθησις. Δεῖ δὲ τοῦτο ἀξιόλογον εἶναι, ἤγουν μέγα, ἵνα τῇ αἰσθήσει ὑποπέσῃ.

Το πάθος είναι λέξη με πολλές σημασίες· πάθος ονομάζουμε και αυτό που συμβαίνει στο σώμα, όπως αρρώστιες και πληγές, και αυτό που γίνεται στην ψυχή, όπως η επιθυμία και ο θυμός. Γενικά και το ίδιο για όλα, πάθος ενός όντος είναι αυτό που έχει επακόλουθο την ηδονή και τη λύπη· διότι η λύπη ακολουθεί το πάθος. Και δεν είναι η λύπη το ίδιο το πάθος· διότι αυτά που δεν έχουν αισθήσεις, όταν πάσχουν, δεν πονούν. Επομένως, το πάθος δεν είναι πόνος, αλλά (πόνος είναι) η αντίληψη του πάθους. Και πρέπει το πάθος να είναι αξιόλογο, δηλαδή μεγάλο, για να το αντιληφθούν οι αισθήσεις.

Τῶν δὲ ψυχικῶν παθῶν ὅρος ἐστὶν οὗτος· πάθος ἐστὶ κίνησις τῆς ὀρεκτικῆς δυνάμεως αἰσθητὴ ἐπὶ φαντασίᾳ ἀγαθοῦ ἢ κακοῦ. Καὶ ἄλλως· πάθος ἐστὶ κίνησις ἄλογος τῆς ψυχῆς δι᾿ ὑπόληψιν καλοῦ ἢ κακοῦ. Ἡ μὲν ὑπόληψις τοῦ καλοῦ τὴν ἐπιθυμίαν κινεῖ, ἡ δὲ τοῦ κακοῦ ὑπόληψις τὸν θυμόν. Τὸ δὲ γενικόν, ἤγουν κοινὸν πάθος, οὕτως ὁρίζεται· πάθος ἐστὶ κίνησις ἐν ἑτέρῳ ἐξ ἑτέρου. Ἐνέργεια δέ ἐστι κίνησις δραστική· δραστικὸν δὲ λέγεται τὸ ἐξ αὑτοῦ κινούμενον. Οὕτως καὶ ὁ θυμὸς ἐνέργεια μέν ἐστι τοῦ θυμοειδοῦς, πάθος δὲ τῶν δύο μερῶν, τῆς ψυχῆς καὶ προσέτι παντὸς τοῦ σώματος, ὅταν ὑπὸ τοῦ θυμοῦ βιαίως ἄγηται πρὸς τὰς πράξεις· ἐξ ἑτέρου γὰρ ἐν ἑτέρῳ γέγονεν ἡ κίνησις, ὅπερ λέγεται πάθος.

Ο ορισμός των ψυχικών παθών είναι ο εξής: πάθος είναι η αισθητή κίνηση της επιθυμητικής δυνάμεως της ψυχής για να φαντασθούμε κάτι καλό ή κακό. Και αλλιώς: πάθος είναι άλογη κίνηση της ψυχής για να κατανοήσει το καλό ή το κακό. Η κατανόηση βέβαια του καλού διεγείρει την επιθυμία, ενώ του κακού τον θυμό. Το γενικό, δηλαδή το κοινό πάθος, έχει τον ακόλουθο ορισμό: πάθος είναι κίνηση που προκαλείται από τον έναν στον άλλον. Ενέργεια πάλι είναι δραστική κίνηση· και δραστικό ονομάζεται αυτό που κινείται από μόνο του. Έτσι βέβαια και ο θυμός αποτελεί ενέργεια του θυμοειδούς, αλλά είναι πάθος και των δύο μερών, δηλαδή της ψυχής και προπαντός όλου του σώματος, όταν ο θυμός το εξωθεί με βία σε πράξεις· το ένα δηλαδή προξένησε κίνηση στο άλλο, γεγονός που ονομάζεται πάθος.

Καὶ καθ᾿ ἕτερον δὲ τρόπον ἡ ἐνέργεια πάθος λέγεται· ἐνέργεια μὲν γάρ ἐστι κατὰ φύσιν κίνησις, πάθος δὲ, παρὰ φύσιν. Κατὰ τοῦτον οὖν τὸν λόγον ἡ ἐνέργεια πάθος λέγεται, ὅταν μὴ κατὰ φύσιν κινῆται, εἴτε ἐξ ἑαυτοῦ, εἴτε ἐξ ἑτέρου. Τῆς οὖν καρδίας ἡ μὲν κατὰ τοὺς σφυγμοὺς κίνησις φυσικὴ οὖσα ἐνέργειά ἐστιν, ἡ δὲ κατὰ τοὺς παλμοὺς ἄμετρος οὖσα καὶ οὐ κατὰ φύσιν πάθος ἐστὶ καὶ οὐκ ἐνέργεια.

Και με διαφορετικό τρόπο η ενέργεια ονομάζεται πάθος· ενέργεια δηλαδή είναι η φυσική κίνηση, ενώ πάθος η παρά φύση. Σύμφωνα λοιπόν μ᾿ αυτά, η ενέργεια λέγεται πάθος, όταν δεν κινείται φυσικά, είτε από τον εαυτό της είτε από κάποιον άλλον. Για παράδειγμα, η κίνηση της καρδιάς με τους σφυγμούς αποτελεί φυσική κίνηση, ενώ η κίνησή της με τους παλμούς, επειδή είναι ακανόνιστη και αφύσικη, αποτελεί πάθος και όχι ενέργεια.

Οὐ πᾶσα δὲ κίνησις τοῦ παθητικοῦ πάθος καλεῖται, ἀλλ᾿ αἱ σφοδρότεραι καὶ εἰς αἴσθησιν προβαίνουσαι· αἱ γὰρ μικραὶ καὶ ἀνεπαίσθητοι οὐδέπω πάθη εἰσί· δεῖ γὰρ ἔχειν τὸ πάθος καὶ μέγεθος ἀξιόλογον. Διὸ πρόσκειται τῷ ὅρῳ τοῦ πάθους κίνησις αἰσθητή· αἱ γὰρ μικραὶ κινήσεις λανθάνουσαι τὴν αἴσθησιν οὐ ποιοῦσι πάθος.

Κάθε κίνηση όμως του παθητικού μέρους της ψυχής δεν ονομάζεται πάθος, αλλά οι πιο δυνατές που γίνονται αντιληπτές· οι μικρές και ανεπαίσθητες κινήσεις δεν είναι ακόμη πάθη· πρέπει δηλαδή το πάθος να έχει και αξιόλογο μέγεθος. Γι᾿ αυτό προσθέτουμε στον ορισμό του πάθους και τον προσδιορισμό «αισθητή κίνηση»· καθώς οι μικρές κινήσεις, επειδή διαφεύγουν την αντίληψή μας, δεν δημιουργούν πάθος.

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ ἡμετέρα ψυχὴ διττὰς ἔχει τὰς δυνάμεις, τὰς μὲν γνωστικάς, τὰς δὲ ζωτικάς. Καὶ γνωστικαὶ μέν εἰσι νοῦς, διάνοια, δόξα, φαντασία, αἴσθησις, ζωτικαὶ δὲ, ἤγουν ὀρεκτικαὶ, βούλησις καὶ προαίρεσις. Ἵνα δὲ σαφέστερον γένηται τὸ λεγόμενον, λεπτολογήσωμεν τὰ περὶ τούτων. Καὶ πρῶτον περὶ τῶν γνωστικῶν εἴπωμεν.

Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι η ψυχή μας έχει δύο ειδών δυνάμεις, τις γνωστικές και τις ζωτικές. Γνωστικές είναι ο νους, η διάνοια, η γνώμη, η φαντασία και η αίσθηση. Ζωτικές, δηλαδή επιθυμητικές, είναι η βούληση και η προαίρεση. Για να κάνουμε μάλιστα πιο συγκεκριμένο αυτό που λέμε, ας αναφερθούμε με λεπτομέρειες σ᾿ αυτές. Και πρώτα να μιλήσουμε για τις γνωστικές δυνάμεις.

Περὶ μὲν οὖν φαντασίας καὶ αἰσθήσεως ἱκανῶς ἤδη ἐν τοῖς προλελεγμένοις εἴρηται. Διὰ τῆς αἰσθήσεως τοίνυν ἐν τῇ ψυχῇ συνίσταται πάθος, ὃ καλεῖται φαντασία· ἐκ δὲ τῆς φαντασίας γίνεται δόξα. Εἶτα ἡ διάνοια ἀνακρίνασα τὴν δόξαν, εἴτε ἀληθής ἐστιν, εἴτε ψευδής, κρίνει τὸ ἀληθές· ὅθεν καὶ διάνοια λέγεται ἀπὸ τοῦ διανοεῖν καὶ διακρίνειν. Τὸ οὖν κριθὲν καὶ ὁρισθὲν ἀληθὲς νοῦς λέγεται.

Αρκετά ήδη είπαμε προηγουμένως για τη φαντασία και την αίσθηση. Με την αίσθηση, λοιπόν, δημιουργείται στην ψυχή πάθος, το οποίο ονομάζουμε φαντασία· και από τη φαντασία δημιουργείται η ιδέα. Στη συνέχεια, η διάνοια, αφού εξετάσει την ιδέα, αν είναι αληθής ή ψευδής, καταλήγει στην αλήθεια· γι᾿ αυτό λέγεται και διάνοια, επειδή εξετάζει και ξεχωρίζει (την αλήθεια). Εκείνο, λοιπόν, που αποδείχθηκε και βρέθηκε αληθινό ονομάζεται νους (διανόημα).

Ἄλλως δέ· Χρὴ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν πρώτη τοῦ νοῦ κίνησις νόησις λέγεται· ἡ δὲ περί τι νόησις ἔννοια λέγεται, ἥτις ἐπιμείνασα καὶ τυπώσασα τὴν ψυχὴν πρὸς τὸ νοούμενον ἐνθύμησις προσαγορεύεται. Ἡ δὲ ἐνθύμησις ἐν ταὐτῷ μείνασα καὶ ἑαυτὴν βασανίσασα καὶ ἀνακρίνασα φρόνησις ὀνομάζεται. Ἡ δὲ φρόνησις πλατυνθεῖσα ποιεῖ τὸν διαλογισμόν, ἐνδιάθετον λόγον ὀνομαζόμενον, ὃν ὁριζόμενοί φασι, κίνημα ψυχῆς πληρέστατον, ἐν τῷ διαλογιστικῷ γινόμενον, ἄνευ τινὸς ἐκφωνήσεως, ἐξ οὗ τὸν προφορικὸν λόγον φασὶ προέρχεσθαι τὸν διὰ γλώσσης λαλούμενον.

Και με άλλη διατύπωση· πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πρώτη κίνηση του νου λέγεται νόηση· η νόηση πάλι για κάτι λέγεται λογισμός, ο οποίος, αν παραμείνει και σχηματίσει στην ψυχή παράσταση σχετική με το νοούμενο, καλείται σκέψη. Η σκέψη πάλι, αν μείνει προσηλωμένη στο ίδιο και ελέγξει και εξετάσει τον εαυτό της, λέγεται φρόνηση. Η φρόνηση πλέον, αν διευρυνθεί, σχηματίζει διαλογισμό, που τον ονομάζουμε ενδιάθετον λόγο και τον ορίζουμε ως πλήρη κίνηση της ψυχής που συμβαίνει στο μέρος του διανοητικού, χωρίς τίποτε να εκφωνείται· αυτός, λένε, δημιουργεί τον προφορικό λόγο, ο οποίος ομιλείται με τη γλώσσα.

Εἰπόντες τοίνυν περὶ τῶν γνωστικῶν δυνάμεων εἴπωμεν καὶ περὶ τῶν ζωτικῶν, ἤγουν ὀρεκτικῶν.

Αφού, λοιπόν, είπαμε για τις γνωστικές δυνάμεις, ας μιλήσουμε και για τις ζωτικές, δηλαδή τις επιθυμητικές.

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι τῇ ψυχῇ ἐνέσπαρται φυσικῶς δύναμις ὀρεκτικὴ τοῦ κατὰ φύσιν ὄντος καὶ πάντων τῶν οὐσιωδῶς τῇ φύσει προσόντων συνεκτική, ἥτις λέγεται θέλησις· ἡ μὲν γὰρ οὐσία τοῦ τε εἶναι καὶ ζῆν καὶ κινεῖσθαι κατὰ νοῦν τε καὶ αἴσθησιν ὀρέγεται, τῆς οἰκείας ἐφιεμένη φυσικῆς καὶ πλήρους ὀντότητος. Διόπερ καὶ οὕτως ὁρίζονται τοῦτο τὸ φυσικὸν θέλημα· θέλημά ἐστιν ὄρεξις λογική τε καὶ ζωτικὴ ἐκ μόνων ἠρτημένη τῶν φυσικῶν. Ὥστε ἡ μὲν θέλησίς ἐστιν αὐτὴ ἡ φυσικὴ καὶ λογικὴ ὄρεξις πάντων τῶν τῆς φύσεως συστατικῶν, ἡ ἁπλῆ δύναμις· ἡ γὰρ τῶν ἀλόγων ὄρεξις μὴ οὖσα λογικὴ οὐ λέγεται θέλησις.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι κάποια δύναμη έχει σπαρεί μέσα στην ψυχή από τη φύση· αυτή επιθυμεί αυτό που είναι φυσικό και συγκρατεί όλα όσα ανήκουν κατ᾿ ουσίαν στη φύση μας· λέγεται θέληση. Η ύπαρξή μας, δηλαδή, επιθυμεί να υπάρχει με το νου και την αίσθηση· να ζει και να κινείται ποθώντας τη δική της φυσική και τέλεια ύπαρξη. Γι᾿ αυτό και ο ορισμός του φυσικού θελήματος είναι ο εξής: θέλημα είναι λογική επιθυμία των ζωτικών, που εξαρτάται μόνον απ᾿ όσα ανήκουν στη φύση μας. Επομένως, η θέληση είναι η ίδια η φυσική και λογική επιθυμία όλων των συστατικών της φύσεώς μας, η απλή δύναμη· αντίθετα, η επιθυμία των άλογων όντων, επειδή δεν είναι λογική, δεν λέγεται θέληση.

Βούλησις δέ ἐστι ποιὰ φυσικὴ θέλησις, ἤγουν φυσικὴ καὶ λογικὴ ὄρεξίς τινος πράγματος. Ἔγκειται μὲν γὰρ τῇ τοῦ ἀνθρώπου ψυχῇ δύναμις τοῦ λογικῶς ὀρέγεσθαι. Ὅτε οὖν φυσικῶς κινηθῇ αὕτη ἡ λογικὴ ὄρεξις πρός τι πρᾶγμα, λέγεται βούλησις· βούλησις γάρ ἐστιν ὄρεξις καὶ ἔφεσίς τινος πράγματος λογική.

Η βούληση είναι κάποια φυσική θέληση, δηλαδή φυσική και λογική επιθυμία κάποιου πράγματος. Υπάρχει, δηλαδή, μέσα στην ψυχή του ανθρώπου δύναμη της λογικής επιθυμίας. Όταν, λοιπόν, η λογική επιθυμία κινηθεί φυσικά προς κάποιο πράγμα, λέγεται βούληση· βούληση, δηλαδή, είναι η λογική επιθυμία και ο πόθος κάποιου πράγματος.

Λέγεται δὲ βούλησις καὶ ἐπὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν, τουτέστι καὶ ἐπὶ τῶν δυνατῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀδυνάτων. Βουλόμεθα γὰρ πολλάκις πορνεῦσαι ἢ σωφρονῆσαι ἢ ὑπνῶσαι ἤ τι τῶν τοιούτων· καὶ ταῦτα τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν εἰσι καὶ δυνατά. Βουλόμεθα δὲ καὶ βασιλεῦσαι· τοῦτο οὐκ ἔστι τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν. Βουλόμεθα δὲ τυχὸν καὶ μηδέποτε ἀποθανεῖν· τοῦτο τῶν ἀδυνάτων ἐστίν.

Η βούληση χρησιμοποιείται και για όσα εξαρτώνται από μας και για όσα δεν εξαρτώνται, δηλαδή και γι᾿ αυτά που είναι δυνατόν να γίνουν και γι᾿ αυτά που δεν είναι. Επιθυμούμε, για παράδειγμα, πολλές φορές να πορνεύσουμε ή να εγκρατευθούμε ή να κοιμηθούμε ή κάτι παρόμοιο· αυτά εξαρτώνται από μας και μπορούν να γίνουν. Θέλουμε, ακόμη, να γίνουμε βασιλιάδες· αυτό όμως δεν εξαρτάται από μας. Επιθυμούμε τέλος να μην πεθάνουμε ποτέ· αυτό όμως είναι από τα αδύνατα.

Ἔστι δὲ ἡ βούλησις τοῦ τέλους, οὐ τῶν πρὸς τὸ τέλος. Τέλος μὲν οὖν ἐστι τὸ βουλητὸν ὡς τὸ βασιλεῦσαι, ὡς τὸ ὑγιᾶναι· πρὸς τὸ τέλος δὲ τὸ βουλευτόν, ἤγουν ὁ τρόπος, δι᾿ οὗ ὀφείλομεν ὑγιᾶναι ἢ βασιλεῦσαι· εἶτα μετὰ τὴν βούλησιν ζήτησις καὶ σκέψις. Καὶ μετὰ ταῦτα, εἰ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι, γίνεται βουλὴ, ἤγουν βούλευσις. Βουλὴ δέ ἐστιν ὄρεξις ζητητικὴ περὶ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν πρακτῶν γινομένη· βουλεύεται γάρ, εἰ ὤφειλε μετελθεῖν τὸ πρᾶγμα ἢ οὔ. Εἶτα κρίνει τὸ κρεῖττον, καὶ λέγεται κρίσις. Εἶτα διατίθεται καὶ ἀγαπᾷ τὸ ἐκ τῆς βουλῆς κριθέν, καὶ λέγεται γνώμη· ἐὰν γὰρ κρίνῃ καὶ μὴ διατεθῇ πρὸς τὸ κριθὲν, ἤγουν ἀγαπήσῃ αὐτό, οὐ λέγεται γνώμη. Εἶτα μετὰ τὴν διάθεσιν γίνεται προαίρεσις, ἤγουν ἐπιλογή· προαίρεσις γάρ ἐστι δύο προκειμένων τὸ αἱρεῖσθαι καὶ ἐκλέγεσθαι τοῦτο πρὸ τοῦ ἑτέρου. Εἶτα ὁρμᾷ πρὸς τὴν πρᾶξιν, καὶ λέγεται ὁρμή. Εἶτα κέχρηται, καὶ λέγεται χρῆσις. Εἶτα παύεται τῆς ὀρέξεως μετὰ τὴν χρῆσιν.

Η βούληση αναφέρεται στον σκοπό, όχι σ᾿ αυτά που οδηγούν στον σκοπό. Σκοπός βέβαια είναι το αντικείμενο της βουλήσεως, όπως να βασιλεύσουμε ή να γίνουμε υγιείς. Στον σκοπό οδηγεί η σκέψη, δηλαδή ο τρόπος με τον οποίο πρέπει να γίνουμε υγιείς ή να βασιλέψουμε. Έπειτα, μετά από τη βούληση, ακολουθεί η έρευνα και η εξέταση. Και μετά απ᾿ αυτά, αν εξαρτάται από μας, ακολουθεί βουλή, δηλαδή απόφαση. Και «βουλή» είναι επιθυμία για να ερευνήσουμε αυτά που πρέπει να πράξουμε. Σκέφτεται, δηλαδή, κάποιος, αν πρέπει ν᾿ ασχοληθεί με την υπόθεση ή όχι. Έπειτα σκέφτεται το καλύτερο, και αυτό λέγεται διάκριση. Στη συνέχεια, αποδέχεται και αγαπά αυτό που έκρινε με τη σκέψη του, και αυτό ονομάζεται συγκατάθεση. Αν βέβαια δεν αποφασίσει ν᾿ αποδεχθεί την κρίση του, δηλαδή δεν την αγαπήσει, τότε δεν ονομάζεται συγκατάθεση. Έπειτα, μετά την αποδοχή, έρχεται η προαίρεση, δηλαδή η επιλογή· προαίρεση δηλαδή είναι η εκλογή του ενός μεταξύ δύο πραγμάτων, να προτιμήσουμε αυτό αντί για το άλλο. Κατόπιν, σπεύδει να το κάνει πράξη, και αυτό ονομάζεται ορμή. Έπειτα, εκπληρώνει την επιθυμία, και αυτό λέγεται χρήση. Τέλος, μετά τη χρήση, η επιθυμία σταματά.

Ἐπὶ μὲν οὖν τῶν ἀλόγων ὄρεξις γίνεταί τινος, καὶ εὐθέως ὁρμὴ πρὸς τὴν πρᾶξιν· ἄλογος γάρ ἐστιν ἡ ὄρεξις τῶν ἀλόγων, καὶ ἄγονται ὑπὸ τῆς φυσικῆς ὀρέξεως. Διὸ οὐδὲ θέλησις λέγεται ἡ τῶν ἀλόγων ὄρεξις, οὐδὲ βούλησις· θελήσις γάρ ἐστι λογικὴ καὶ αὐτεξούσιος φυσικὴ ὄρεξις. Ἐπὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων λογικῶν ὄντων ἄγεται μᾶλλον ἡ φυσικὴ ὄρεξις ἤπερ ἄγει· αὐτεξουσίως γὰρ καὶ μετὰ λόγου κινεῖται, ἐπειδὴ συνεζευγμέναι εἰσὶν αἱ γνωστικαὶ καὶ ζωτικαὶ δυνάμεις ἐν αὐτῷ. Αὐτεξουσίως οὖν ὀρέγεται καὶ αὐτεξουσίως βούλεται καὶ αὐτεξουσίως ζητεῖ καὶ σκέπτεται καὶ αὐτεξουσίως βουλεύεται καὶ αὐτεξουσίως κρίνει καὶ αὐτεξουσίως διατίθεται καὶ αὐτεξουσίως προαιρεῖται καὶ αὐτεξουσίως ὁρμᾷ καὶ αὐτεξουσίως πράττει ἐπὶ τῶν κατὰ φύσιν ὄντων.

Στην περίπτωση βέβαια των αλόγων ζώων, όταν έχουν επιθυμία κάποιου πράγματος, αμέσως ορμούν να την πραγματοποιήσουν· διότι η επιθυμία των αλόγων ζώων είναι άλογη και κατευθύνεται από τη φυσική επιθυμία. Γι᾿ αυτό η επιθυμία των αλόγων ζώων δεν ονομάζεται θέληση ούτε βούληση· διότι η θέληση είναι λογική και αυτεξούσια φυσική επιθυμία. Στους ανθρώπους όμως, οι οποίοι έχουν λογική, η φυσική τους επιθυμία μάλλον κατευθύνεται παρά κατευθύνει· διότι αυτή κινείται ελεύθερα και λογικά, επειδή μέσα στον άνθρωπο οι γνωστικές και ζωτικές δυνάμεις επικοινωνούν μεταξύ τους. (Ο άνθρωπος), λοιπόν, ελεύθερα επιθυμεί, ελεύθερα θέλει, ελεύθερα ερευνά και εξετάζει, ελεύθερα σκέφτεται, ελεύθερα διακρίνει, ελεύθερα παίρνει θέση απέναντι στα πράγματα, ελεύθερα εκλέγει, ελεύθερα σπεύδει (για εκπλήρωση των επιθυμιών) και ελεύθερα ενεργεί σ᾿ αυτά που είναι σύμφωνα με τη φύση του.

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἐπὶ Θεοῦ βούλησιν μὲν λέγομεν, προαίρεσιν δὲ κυρίως οὐ λέγομεν· οὐ γὰρ βουλεύεται ὁ Θεός. Ἀγνοίας γάρ ἐστι τὸ βουλεύεσθαι· περὶ γὰρ τοῦ γινωσκομένου οὐδεὶς βουλεύεται. Εἰ δὲ ἡ βουλὴ ἀγνοίας, πάντως καὶ ἡ προαίρεσις. Ὁ δὲ Θεὸς πάντα εἰδὼς ἁπλῶς οὐ βουλεύεται.

Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι στον Θεό αποδίδουμε βούληση και όχι προαίρεση· διότι ο Θεός δεν σκέφτεται. Η σκέψη αποτελεί γνώρισμα της άγνοιας· κανείς όμως δεν σκέφτεται για κάτι που το γνωρίζει. Εάν, λοιπόν, η σκέψη είναι γνώρισμα της αγνοίας, οπωσδήποτε είναι και η προαίρεση. Αλλά ο Θεός, ο οποίος τα γνωρίζει όλα απολύτως, δεν σκέφτεται.

Οὔτε δὲ ἐπὶ τῆς τοῦ Κυρίου ψυχῆς φαμεν βουλὴν ἢ προαίρεσιν· οὐ γὰρ εἶχεν ἄγνοιαν. Εἰ γὰρ καὶ τῆς ἀγνοούσης τὰ μέλλοντα φύσεως ἦν, ἀλλ᾿ ὅμως καθ᾿ ὑπόστασιν ἑνωθεῖσα τῷ Θεῷ Λόγῳ πάντων τὴν γνῶσιν εἶχεν οὐ χάριτι, ἀλλ᾿, ὡς εἴρηται, διὰ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν· ὁ αὐτὸς γὰρ ἦν καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Διὸ οὐδὲ γνωμικὸν εἶχε θέλημα. Θέλησιν μὲν γὰρ εἶχε τὴν φυσικὴν, τὴν ἁπλῆν, τὴν ἐν πάσαις ταῖς ὑποστάσεσι τῶν ἀνθρώπων ὁμοίως θεωρουμένην, τὴν δὲ γνώμην, ἤγουν τὸ θελητόν, οὐκ εἶχεν ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχὴ ἐναντίον τοῦ θείου αὐτοῦ θελήματος οὐδὲ ἄλλο παρὰ τὸ θεῖον αὐτοῦ θέλημα. Ἡ γὰρ γνώμη συνδιαιρεῖται ταῖς ὑποστάσεσι πλὴν τῆς ἁγίας καὶ ἁπλῆς καὶ ἀσυνθέτου καὶ ἀδιαιρέτου θεότητος· ἐκεῖ γὰρ τῶν ὑποστάσεων μὴ εἰς ἅπαν διαιρουμένων καὶ διισταμένων, οὐδὲ τὸ θελητὸν διαιρεῖται. Κἀκεῖ μέν, ἐπειδὴ μία ἡ φύσις, μία καὶ ἡ φυσικὴ θέλησις· ἐπειδὴ δὲ καὶ αἱ ὑποστάσεις ἀδιάστατοί εἰσιν, ἓν καὶ τὸ θελητὸν καὶ μία ἡ κίνησις τῶν τριῶν ὑποστάσεων.

Αλλά ούτε στην ψυχή του Κυρίου αποδίδουμε σκέψη ή προαίρεση· διότι δεν είχε άγνοια. Αν και η (ανθρώπινη) φύση του αγνοούσε τα μέλλοντα να συμβούν, όμως, επειδή ενώθηκε υποστατικά με τον Θεό Λόγο, είχε τη γνώση όλων όχι χαριστικά αλλά, όπως λέγεται, εξαιτίας της υποστατικής ενώσεώς της· διότι ο ίδιος ήταν και Θεός και άνθρωπος. Γι᾿ αυτό και δεν είχε γνωμικό θέλημα. Είχε βέβαια απλή φυσική θέληση, την ίδια που συναντάμε σε κάθε ανθρώπινη υπόσταση· αλλά η αγία του ψυχή δεν είχε γνώμη, δηλαδή επιθυμητό, το οποίο (να μπορεί να είναι) αντίθετο στο θείο του θέλημα ή κάτι το διαφορετικό από το θείο του θέλημα. Διότι η γνώμη χωρίζεται μαζί με τις υποστάσεις (πρόσωπα), εκτός από τα πρόσωπα της αγίας, απλής, ασύνθετης και αδιαίρετης Θεότητος· επειδή οι υποστάσεις της Θεότητος είναι αδιαίρετες και αχώριστες, ούτε και η θέλησή τους χωρίζεται. Και στη θεότητα βέβαια, επειδή η φύση είναι μία, μία είναι και η φυσική τους θέληση. Και επειδή οι υποστάσεις είναι αχώριστες, είναι και μία η θέληση και η κίνηση (ενέργεια) των τριών υποστάσεων.

Ἐπὶ δὲ τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδὴ μὲν ἡ φύσις μία, μία καὶ ἡ φυσικὴ θέλησις· ἐπειδὴ δὲ αἱ ὑποστάσεις κεχωρισμέναι εἰσὶ καὶ διεστήκασιν ἀλλήλων κατά τε τόπον καὶ χρόνον καὶ τὴν πρὸς τὰ πράγματα διάθεσιν καὶ ἕτερα πλεῖστα, τούτου ἕνεκα διάφορα τὰ θελήματα καὶ αἱ γνῶμαι. Ἐπὶ δὲ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ μὲν διάφοροι αἱ φύσεις, διάφοροι καὶ αἱ θελήσεις αἱ φυσικαὶ τῆς αὐτοῦ θεότητος καὶ τῆς αὐτοῦ ἀνθρωπότητος, ἤγουν αἱ θελητικαὶ δυνάμεις· ἐπειδὴ δὲ μία ἡ ὑπόστασις καὶ εἷς ὁ θέλων, ἓν καὶ τὸ θελητόν, ἤγουν τὸ γνωμικὸν θέλημα, τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ θελήσεως ἑπομένης δηλαδὴ τῇ θείᾳ αὐτοῦ θελήσει καὶ ταῦτα θελούσης, ἃ ἡ θεία αὐτοῦ ἤθελε θέλησις θέλειν αὐτήν. Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἕτερον μέν ἐστιν ἡ θέλησις, ἕτερον δὲ βούλησις, ἕτερον δὲ τὸ θελητὸν καὶ ἕτερον τὸ θελητικὸν καὶ ἕτερον ὁ θέλων. Θέλησις μὲν γάρ ἐστιν αὐτὴ ἡ ἁπλῆ δύναμις τοῦ θέλειν, βούλησις δὲ ἡ περί τι θέλησις, θελητὸν δὲ τὸ ὑποκείμενον τῇ θελήσει πρᾶγμα, ἤγουν ὅπερ θέλομεν· οἷον κινεῖται ἡ ὄρεξις πρὸς βρῶσιν· ἡ μὲν ἁπλῶς ὄρεξις ἡ λογικὴ θέλησίς ἐστιν, ἡ δὲ πρὸς βρῶσιν ὄρεξις βούλησίς ἐστιν, αὐτὴ δὲ ἡ βρῶσις θελητόν ἐστι, θελητικὸν δὲ τὸ ἔχον τὴν θελητικὴν δύναμιν, οἷον ὁ ἄνθρωπος. Θέλων δὲ αὐτὸς ὁ κεχρημένος τῇ θελήσει. Δεῖ εἰδέναι, ὡς τὸ θέλημα, ποτὲ μὲν τὴν θέλησιν δηλοῖ, ἤτοι τὴν θελητικὴν δύναμιν καὶ λέγεται θέλημα φυσικόν, ποτὲ δὲ τὸ θελητὸν καὶ λέγεται θέλημα γνωμικόν.

Στην περίπτωση των ανθρώπων μάλιστα, επειδή μία είναι η φύση, μία είναι και η θέληση· επειδή όμως τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι χωριστά και διαφέρουν μεταξύ τους στον τόπο, τον χρόνο, τη σχέση τους προς τα πράγματα και άλλα πολλά, εξαιτίας αυτού έχουμε και διαφορετικά θελήματα και γνώμες. Σχετικά όμως με το πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, επειδή οι φύσεις διαφέρουν, διαφέρουν και οι φυσικές θελήσεις της θείας και της ανθρωπίνης φύσεώς του, δηλαδή οι θελητικές δυνάμεις. Επειδή όμως μία είναι η υπόσταση του προσώπου του και ένας αυτός που θέλει, ένα είναι και αυτό που θέλει, δηλαδή το γνωμικό του θέλημα· διότι η ανθρώπινη θέλησή του ακολουθεί τη θεία του θέληση και θέλει αυτά τα οποία η θεία του θέληση ήθελε να θέλει αυτή (η ανθρώπινη). Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι άλλο είναι η θέληση και άλλο η βούληση, άλλο το θελητό, άλλο το θελητικό και άλλο ο θέλων. Θέληση, δηλαδή, είναι η ίδια η απλή δύναμη να θέλουμε, ενώ βούληση είναι η θέληση για κάτι· θελητό πάλι είναι το αντικείμενο της θελήσεως, δηλαδή αυτό που θέλουμε· για παράδειγμα, η επιθυμία κινείται για φαγητό· η απλή επιθυμία είναι λογική θέληση, ενώ η επιθυμία για φαγητό είναι βούληση· η ίδια η τροφή είναι το θελητό, ενώ θελητικό είναι αυτό που έχει τη δύναμη της θελήσεως, για παράδειγμα ο άνθρωπος. Θέλων πάλι είναι αυτός που χρησιμοποιεί τη θέληση. Πρέπει να γνωρίζουμε ότι το θέλημα άλλοτε σημαίνει τη θέληση, δηλαδή τη θελητική δύναμη, και ονομάζεται φυσικό θέλημα· άλλοτε πάλι σημαίνει το επιθυμητό και ονομάζεται γνωμικό θέλημα.

 

Κεφάλαιο 37

Περὶ ἐνεργείας
(Για την ενέργεια)

Χρὴ γινώσκειν, ὡς πᾶσαι αἱ δυνάμεις αἱ προειρημέναι, αἵ τε γνωστικαὶ αἵ τε ζωτικαὶ καὶ αἱ φυσικαὶ καὶ αἱ τεχνικαί, ἐνέργειαι λέγονται· ἐνέργεια γάρ ἐστιν ἡ φυσικὴ ἑκάστης οὐσίας δύναμίς τε καὶ κίνησις. Καὶ πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ ἡ πάσης οὐσίας ἔμφυτος κίνησις. Ὅθεν δῆλον, ὅτι, ὧν ἡ οὐσία ἡ αὐτή, τούτων καὶ ἡ ἐνέργεια ἡ αὐτή, ὧν δὲ αἱ φύσεις διάφοροι, τούτων καὶ αἱ ἐνέργειαι διάφοροι· ἀμήχανον γὰρ οὐσίαν ἄμοιρον εἶναι φυσικῆς ἐνεργείας.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι δυνάμεις που έχουμε αναφέρει, οι γνωστικές, οι ζωτικές, οι φυσικές και οι τεχνικές, ονομάζονται ενέργειες. Ενέργεια είναι η φυσική δύναμη και κίνηση κάθε ουσίας. Και επίσης· φυσική ενέργεια είναι η έμφυτη κίνηση κάθε ουσίας. Γι᾿ αυτό είναι φανερό ότι όποια όντα έχουν την ίδια ουσία, αυτά έχουν και την ίδια ενέργεια· όποια όμως έχουν διαφορετικές φύσεις, αυτά έχουν και διαφορετικές ενέργειες· διότι είναι αδύνατο η ουσία να είναι αμέτοχη στη φυσική ενέργεια.

Ἐνέργεια πάλιν ἐστὶ φυσικὴ, ἡ δηλωτικὴ ἑκάστης οὐσίας δύναμις. Καὶ πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ καὶ πρώτη ἡ ἀεικίνητος δύναμις τῆς νοερᾶς ψυχῆς, τουτέστιν ὁ ἀεικίνητος αὐτῆς λόγος φυσικῶς ἐξ αὐτῆς ἀεὶ πηγαζόμενος. Καί πάλιν· ἐνέργειά ἐστι φυσικὴ ἡ ἑκάστης οὐσίας δύναμίς τε καὶ κίνησις, ἧς χωρὶς μόνον τὸ μὴ ὄν.

Φυσική ενέργεια πάλι είναι η δύναμη που φανερώνει κάθε ουσία. Και επίσης· φυσική και πρώτη ενέργεια είναι η αεικίνητη δύναμη της νοερής ψυχής, δηλαδή η αεικίνητη δύναμη της διάνοιάς της, η οποία από τη φύση της πηγάζει πάντοτε απ᾿ αυτήν. Και ακόμη· φυσική ενέργεια είναι η δύναμη και η κίνηση κάθε ουσίας, χωρίς την οποία υπάρχει μόνο αυτό που δεν έχει ύπαρξη.

Λέγονται δὲ ἐνέργειαι καὶ αἱ πράξεις ὡς τὸ λαλεῖν, τὸ περιπατεῖν, τὸ ἐσθίειν καὶ πίνειν καὶ τὰ τοιαῦτα. Καὶ τὰ πάθη δὲ τὰ φυσικὰ πολλάκις ἐνέργειαι λέγονται, οἷον πεῖνα, δίψα καὶ τὰ τοιαῦτα. Λέγεται πάλιν ἐνέργεια καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δυνάμεως.

Ενέργειες ονομάζονται και οι πράξεις, όπως το να ομιλεί κανείς, να περπατά, να τρώει, να πίνει και τα παρόμοια. Και ακόμη, τα φυσικά πάθη λέγονται πολλές φορές ενέργειες, όπως η πείνα, η δίψα και τα παρόμοια. Ενέργεια ονομάζεται τέλος και το αποτέλεσμα της δυνάμεως.

Διττῶς δὲ λέγεται καὶ τὸ δυνάμει καὶ τὸ ἐνεργείᾳ. Λέγομεν γὰρ τὸν παῖδα τὸν θηλάζοντα δυνάμει γραμματικόν· ἔχει γὰρ ἐπιτηδειότητα διὰ μαθήσεως γενέσθαι γραμματικός. Λέγομεν πάλιν τὸν γραμματικὸν καὶ δυνάμει γραμματικὸν καὶ ἐνεργείᾳ· ἐνεργείᾳ μέν, ὅτι ἔχει τὴν γνῶσιν τῆς γραμματικῆς, δυνάμει δέ, ὅτι δύναται ἐξηγεῖσθαι, οὐκ ἐνεργεῖ δὲ τὴν ἐξήγησιν. Λέγομεν πάλιν ἐνεργείᾳ γραμματικόν, ὅτε ἐνεργεῖ, ἤγουν ἐξηγεῖται.

Με διπλή σημασία λέγονται και οι εκφράσεις «δυνάμει» και «ενεργεία». Το παιδί που θηλάζει το ονομάζουμε δυνάμει γραμματοδιδάσκαλο· διότι έχει την ικανότητα με τη μάθηση να γίνει γραμματοδιδάσκαλος. Τον γραμματοδιδάσκαλο πάλι τον λέμε και δυνάμει και ενεργεία γραμματοδιδάσκαλο· ενεργεία, διότι γνωρίζει τη γραμματική τέχνη, και δυνάμει, διότι μπορεί να την διδάξει, αλλά δεν διδάσκει. Τον καλούμε πάλι ενεργεία γραμματοδιδάσκαλο, όταν εργάζεται, δηλαδή διδάσκει.

Χρὴ οὖν γινώσκειν, ὅτι ὁ δεύτερος τρόπος κοινός ἐστι τοῦ δυνάμει καὶ τοῦ ἐνεργείᾳ· δεύτερος μὲν τοῦ δυνάμει, πρῶτος δὲ τοῦ ἐνεργείᾳ.

Πρέπει λοιπόν να γνωρίζουμε ότι η δεύτερη περίπτωση ανήκει από κοινού και στο δυνάμει και στο ενεργεία· κατά δεύτερο λόγο ανήκει στο δυνάμει, ενώ κατά πρώτο ανήκει στο ενεργεία.

Ἐνέργεια φύσεώς ἐστι πρώτη καὶ μόνη καὶ ἀληθής, ἡ αὐθαίρετος, ἤτοι λογικὴ καὶ αὐτεξούσιος ζωὴ καὶ τοῦ καθ᾿ ἡμᾶς εἴδους συστατική· ἧς οἱ ἀποστεροῦντες τὸν Κύριον, οὐκ οἶδα ὅπως αὐτὸν Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα λέγουσιν. Ἐνέργειά ἐστι φύσεως κίνησις δραστική· δραστικὸν δὲ λέγεται τὸ ἐξ ἑαυτοῦ κινούμενον.

Πρώτη, μοναδική και αληθινή ενέργεια της φύσεώς μας είναι η ανεξάρτητη, δηλαδή η λογική και ελεύθερη ζωή, που είναι συστατική της ανθρωπίνης φύσεώς μας· αυτοί που αρνούνται αυτή τη φύση (ανθρώπινη) για τον Κύριο, δεν ξέρω πώς τον ονομάζουν ενανθρωπήσαντα Θεό. Η ενέργεια είναι δραστική κίνηση της φύσεως· και ονομάζεται δραστικό αυτό που κινείται από τον εαυτό του.

 

Κεφάλαιο 38

Περὶ ἑκουσίου καὶ ἀκουσίου
(Για το εκούσιο και το ακούσιο)

Ἐπειδὴ τὸ ἑκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι καὶ τὸ νομιζόμενον δὲ ἀκούσιον ἐν πράξει τινί ἐστι, πολλοὶ δέ τινες καὶ τὸ ὄντως ἀκούσιον οὐ μόνον ἐν τῷ πάσχειν ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ πράττειν τίθενται, δεῖ εἰδέναι, ὅτι πρᾶξίς ἐστιν ἐνέργεια λογική, ταῖς δὲ πράξεσιν ἕπεται ἔπαινος ἢ ψόγος· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν μεθ᾿ ἡδονῆς, αἱ δὲ μετὰ λύπης πράττονται· καὶ αἱ μὲν αὐτῶν εἰσιν αἱρεταὶ τῷ πράττοντι, αἱ δὲ φευκταί· καὶ τῶν αἱρετῶν αἱ μὲν ἀεὶ αἱρεταί, αἱ δὲ κατά τινα χρόνον. Ὁμοίως καὶ τῶν φευκτῶν. Καὶ πάλιν· αἱ μὲν τῶν πράξεων ἐλεοῦνται, αἱ δὲ συγγνώμης ἀξιοῦνται, αἱ δὲ μισοῦνται καὶ κολάζονται. Τῷ μὲν οὖν ἑκουσίῳ πάντως ἐπακολουθεῖ ἔπαινος ἢ ψόγος καὶ τὸ μεθ᾿ ἡδονῆς πράττεσθαι καὶ τὸ αἱρετὰς εἶναι τὰς πράξεις τοῖς πράττουσιν ἢ ἀεὶ ἢ τότε, ὅτε πράττονται. Τῷ δὲ ἀκουσίῳ τὸ συγγνώμης ἢ ἐλέους ἀξιοῦσθαι, καὶ τὸ μετὰ λύπης πράττεσθαι καὶ τὸ μὴ εἶναι αἱρετὰς μηδὲ δι᾿ ἑαυτοῦ τελεῖν τὸ πραττόμενον, εἰ καὶ βιάζοιτο.

Επειδή σε μια πράξη υπάρχει η εκούσια και σ᾿ άλλη η θεωρούμενη ακούσια συμμετοχή και πολλοί πιστεύουν ότι υπάρχει η ακούσια συμμετοχή όχι μόνον όταν υποφέρουμε αλλά και όταν ενεργούμε, πρέπει να γνωρίζουμε ότι η πράξη είναι λογική ενέργεια και ότι μετά τις πράξεις ακολουθεί ή έπαινος ή κατηγορία. Και άλλες πράξεις γίνονται με ευχαρίστηση και άλλες με λύπη. Αυτός που τίς κάμει, άλλες τις προτιμά και άλλες τις αποφεύγει· και απ᾿ αυτές που προτιμά, άλλες τις προτιμά για πάντα, ενώ άλλες πρόσκαιρα· το ίδιο και αυτές που αποφεύγει. Επίσης, άλλες από τις πράξεις κινούν την συμπάθεια, άλλες θεωρούνται άξιες συγχωρήσεως, άλλες είναι μισητές και άλλες άξιες τιμωρίας. Στην εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή ακολουθεί οπωσδήποτε έπαινος ή κατηγορία και ότι αυτός που τις κάμει τις προτιμά ή για πάντα ή για κάποιο χρονικό διάστημα που γίνονται. Στην ακούσια όμως συμμετοχή ακολουθεί η συγχώρεση ή η συμπάθεια, ότι γίνονται με λύπη και ότι δεν τις επιλέγει ούτε τις ενεργεί από τον εαυτό του αυτός που τις κάμει, ακόμη κι αν πιέζεται.

Τοῦ δὲ ἀκουσίου τὸ μέν ἐστι κατὰ βίαν, τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν· κατὰ βίαν μέν, ὅταν ἡ ποιητικὴ ἀρχὴ, ἤγουν αἰτία ἔξωθέν ἐστιν, ἤγουν ὅταν ὑφ᾿ ἑτέρου βιαζώμεθα, μηδ᾿ ὅλως πειθόμενοι, μηδὲ συμβαλλώμεθα κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν, μηδὲ ὅλως συμπράττωμεν ἢ δι᾿ ἑαυτῶν τὸ βιασθὲν ποιῶμεν· ὃ καὶ ὁριζόμενοί φαμεν· ἀκούσιόν ἐστιν οὗ ἡ ἀρχὴ ἔξωθεν μηδὲν συμβαλλομένου κατ᾿ οἰκείαν ὁρμὴν τοῦ βιασθέντος. Ἀρχὴν δέ φαμεν τὴν ποιητικὴν αἰτίαν. Τὸ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν ἀκούσιόν ἐστιν, ὅταν μὴ αὐτοὶ παρέχωμεν αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἀλλ᾿ οὕτω συμβῇ. Εἰ γὰρ μεθύων τις φόνον ποιήσει, ἀγνοῶν ἐφόνευσεν, οὐ μὴν ἀκουσίως· τὴν γὰρ αἰτίαν τῆς ἀγνοίας, ἤγουν τὴν μέθην, αὐτὸς ἔπραξεν. Εἰ δέ τις ἐν τῷ συνήθει τόπῳ τοξεύων τὸν πατέρα παριόντα ἀπέκτεινε, δι᾿ ἄγνοιαν λέγεται ἀκουσίως τοῦτο πεποιηκέναι.

Η ακούσια συμμετοχή οφείλεται από τη μία στη βία κι από την άλλη στην άγνοια· στη βία βέβαια οφείλεται όταν η δημιουργική αρχή, δηλαδή η αιτία της, βρίσκεται έξω από μας, όταν δηλαδή άλλος μας πιέζει, χωρίς καθόλου να μας πείθει και χωρίς να συμμετέχουμε αυθόρμητα ή να συμπράττουμε ή να κάνουμε από μόνοι μας αυτό για το οποίο μας πιέζουν. Ο ορισμός αυτού είναι: ακούσια συμμετοχή είναι αυτή της οποίας η αρχή βρίσκεται έξω από μας, χωρίς καθόλου να συμμετέχει με τον εαυτό του αυτός που δέχθηκε πίεση. Αρχή πάλι ονομάζουμε τη δημιουργική αιτία. Η ακούσια όμως συμμετοχή οφείλεται στην άγνοια όταν οι ίδιοι δεν γινόμαστε αίτιοι της άγνοιας, αλλά όταν έτσι συμβεί. Για παράδειγμα, αν κάποιος μεθυσμένος κάνει φόνο, σκότωσε από άγνοια, αλλά όχι άθελα· διότι ο ίδιος προξένησε την αιτία της άγνοιας, δηλαδή τη μέθη. Αν όμως κάποιος, ρίχνοντας το τόξο του σε συνηθισμένο τόπο, σκότωσε τον πατέρα του που περνούσε τυχαία, τότε λέμε ότι χωρίς τη θέλησή του το έπραξε, από άγνοια.

Τοῦ οὖν ἀκουσίου διττοῦ ὄντος, τοῦ μὲν κατὰ βίαν, τοῦ δὲ δι᾿ ἄγνοιαν, τὸ ἑκούσιον ἀμφοτέροις ἀντίκειται· ἔστι γὰρ ἑκούσιον τὸ μήτε κατὰ βίαν μήτε δι᾿ ἄγνοιαν γινόμενον. Ἑκούσιον τοίνυν ἐστίν, οὗ ἡ ἀρχὴ, τουτέστιν ἡ αἰτία, ἐν αὑτῷ εἰδότι τὰ καθ᾿ ἕκαστα, δι᾿ ὧν καὶ ἐν οἷς ἡ πρᾶξις. «Καθ᾿ ἕκαστα» δέ ἐστιν, ἃ καλεῖται παρὰ τοῖς ῥήτορσι περιστατικὰ μόρια· οἷον τίς, ἤγουν ὁ πράξας, τίνα, ἤγουν τὸν παθόντα, τί, ἤγουν αὐτὸ τὸ πραχθέν, τυχὸν ἐφόνευσε· τίνι, ἤγουν ὀργάνῳ, ποῦ, ἤγουν τόπῳ, πότε, ἤγουν ἐν ποίῳ χρόνῳ, πῶς, ὁ τρόπος τῆς πράξεως, διὰ τί, ἤγουν διὰ ποίαν αἰτίαν.

Ενώ, λοιπόν, η ακούσια συμμετοχή είναι δύο ειδών, ένα είδος με πίεση και άλλο από άγνοια, η εκούσια συμμετοχή είναι αντίθετη και στα δύο· διότι εκούσια συμμετοχή είναι εκείνη που γίνεται χωρίς πίεση και χωρίς άγνοια. Εκούσια, λοιπόν, συμμετοχή είναι αυτή που η αρχή της, δηλαδή η αιτία, υπάρχει σ᾿ αυτόν τον ίδιο που γνωρίζει τις σχετικές λεπτομέρειες, με τις οποίες συντελείται η πράξη. Σχετικές λεπτομέρειες είναι αυτές που οι ρήτορες ονομάζουν παραμέτρους: όπως «ποιος», δηλαδή ο δράστης, «ποιο», δηλαδή το θύμα, «ποιά», δηλαδή η πράξη, αν τυχόν διέπραξε φόνο· «με τι», δηλαδή με ποιο όργανο, «που», δηλαδή σε ποιόν τόπο, «πότε», δηλαδή σε ποιο χρόνο, «πως», δηλαδή με ποιον τρόπο έγινε η πράξη, «γιατί», δηλαδή για ποια αιτία.

Ἰστέον, ὥς εἰσί τινα μέσα ἑκουσίων καὶ ἀκουσίων, ἅτινα ἀηδῆ καὶ λυπηρὰ ὄντα διὰ μεῖζον κακὸν καταδεχόμεθα, ὡς διὰ ναυάγιον ἀποβάλλομεν τὰ ἐν τῷ πλοίῳ.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν ορισμένες ενέργειές μας ενδιάμεσες μεταξύ εκουσίων και ακουσίων, τις οποίες δεχόμαστε, αν και είναι δυσάρεστες και λυπηρές, για ν᾿ αποφύγουμε μεγαλύτερο κακό, όπως στην περίπτωση του ναυαγίου ρίχνουμε στη θάλασσα τα εμπορεύματα του πλοίου.

Ἰστέον, ὡς τὰ παιδία καὶ τὰ ἄλογα ἑκουσίως μὲν ποιεῖ, οὐ μὴν δὲ καὶ προαιρούμενα, καὶ ὅσα διὰ θυμὸν πράττομεν μὴ προβουλευσάμενοι, ἑκουσίως ποιοῦμεν, οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν. Καὶ ὁ φίλος αἰφνιδίως ἐπέστη ἑκουσίως μὲν ἡμῖν, οὐ μὴν καὶ προαιρούμενος. Καὶ ὁ θησαυρῷ ἀνελπίστως περιτυχὼν ἑκουσίως περιέτυχεν, οὐ μὴν καὶ προαιρούμενος. Πάντα ταῦτα ἑκούσια μὲν διὰ τὸ ἐπ᾿ αὐτοῖς ἥδεσθαι, οὐ μὴν καὶ κατὰ προαίρεσιν, διότι οὐκ ἀπὸ βουλῆς· δεῖ δὲ πάντως βουλὴν προηγεῖσθαι τῆς προαιρέσεως, καθὼς εἴρηται.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα παιδιά και τα άλογα ενεργούν με τη θέλησή τους, αλλά χωρίς να προαποφασίσουν· και ότι όσα κάνουμε εξαιτίας της οργής, χωρίς προηγουμένως να σκεφθούμε, το κάνουμε με τη θέλησή μας, αλλά όχι και με προηγούμενη απόφαση. Και ο φίλος μας παρουσιάστηκε ξαφνικά με τη θέλησή μας, χωρίς όμως να προαποφασίσουμε. Κι αυτός που βρήκε ανέλπιστα θησαυρό, τον βρήκε με τη θέλησή του, αλλά χωρίς να προαποφασίσει. Όλα αυτά είναι εκούσια, διότι μας προκαλούν ευχαρίστηση, αλλά δεν γίνονται με προηγούμενη απόφαση, διότι δεν τα έχουμε σκεφθεί. Πρέπει, επίσης, όπως είπαμε, η σκέψη να προηγείται από την απόφαση.

 

[ΜΕΡΟΣ 7]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας