Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 7

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 6]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 8]

 

Κεφάλαιο 39

Περὶ τοῦ ἐφ᾿ ἡμῖν, τουτέστι τοῦ αὐτεξουσίου
(Για την εξουσία της βουλήσεώς μας, δηλαδή για το αυτεξούσιο)

Ὁ περὶ τοῦ αὐτεξουσίου λόγος, τουτέστι τοῦ ἐφ᾿ ἡμῖν, πρώτην μὲν ἔχει ζήτησιν, εἰ ἔστι ἐφ᾿ ἡμῖν· πολλοὶ γὰρ οἱ πρὸς τοῦτο ἀντιβαίνοντες. Δευτέραν δέ, τίνα ἐστὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν καὶ τίνων ἐξουσίαν ἔχομεν. Τρίτην τὴν αἰτίαν ἐξετάσαι, δι᾿ ἣν ὁ ποιήσας ἡμᾶς Θεὸς αὐτεξουσίους ἐποίησεν. Ἀναλαβόντες οὖν περὶ τοῦ πρώτου, πρῶτον εἴπωμεν ἀποδεικνύντες, ὅτι ἔστι τινὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, ἐκ τῶν παρ᾿ ἐκείνοις ὁμολογουμένων, καὶ εἴπωμεν οὕτως.

Ο λόγος για το αυτεξούσιο, δηλαδή για την εξουσία της βουλήσεώς μας, έχει πρώτο στόχο, αν υπάρχει κάτι που εξαρτάται από μας· διότι πολλοί είναι που διαφωνούν μ᾿ αυτό. Δεύτερο στόχο έχει, ποια είναι αυτά που εξαρτώνται από μας και στα οποία έχουμε εξουσία. Και τρίτο στόχο, να βρούμε για ποια αιτία ο Δημιουργός μας Θεός μας έκανε αυτεξούσιους. Αναλύοντας τον πρώτο στόχο, ας αποδείξουμε πρώτα ότι υπάρχουν ορισμένα απ᾿ αυτά που δέχονται εκείνοι (που διαφωνούν) που εξαρτώνται από μας, κι έτσι ν᾿ αρχίσουμε τον λόγο.

Τῶν γινομένων πάντων ἢ Θεόν φασιν αἴτιον εἶναι ἢ ἀνάγκην ἢ εἱμαρμένην ἢ φύσιν ἢ τύχην ἢ τὸ αὐτόματον. Ἀλλὰ τοῦ μὲν Θεοῦ ἔργον οὐσία καὶ πρόνοια, τῆς δὲ ἀνάγκης τῶν ἀεὶ ὡσαύτως ἐχόντων ἡ κίνησις· τῆς δὲ εἱμαρμένης τὸ ἐξ ἀνάγκης τὰ δι᾿ αὐτῆς ἐπιτελεῖσθαι (καὶ γὰρ αὕτη τῆς ἀνάγκης ἐστί)· τῆς δὲ φύσεως γένεσις, αὔξησις, φθορά, φυτὰ καὶ ζῷα· τῆς δὲ τύχης τὰ σπάνια καὶ ἀπροσδόκητα· ὁρίζονται γὰρ τὴν τύχην σύμπτωσιν καὶ συνδρομὴν δύο αἰτίων ἀπὸ προαιρέσεως τὴν ἀρχὴν ἐχόντων, ἄλλο τι, παρ᾿ ὃ πέφυκεν, ἀποτελούντων, ὡς τάφρον ὀρύσσοντα θησαυρὸν εὑρεῖν· οὔτε γὰρ ὁ θεὶς τὸν θησαυρὸν οὕτως ἔθηκεν, ὥστε ἄλλον τοῦτον εὑρεῖν, οὔτε ὁ εὑρὼν οὕτως ὤρυξεν, ὡς εὑρεῖν θησαυρόν, ἀλλ᾿ ὁ μὲν ἵν᾿ ὅταν θέλῃ, ἀνέληται, ὁ δὲ ἵνα τάφρον ὀρύξῃ· συνέπεσε δὲ ἄλλο τι, παρ᾿ ὃ προῃροῦντο ἀμφότεροι. Τοῦ δὲ αὐτομάτου τὰ τῶν ἀψύχων ἢ ἀλόγων συμπτώματα ἄνευ φύσεως καὶ τέχνης. Οὕτως αὐτοί φασι.

Λένε ότι αιτία όλων αυτών που συμβαίνουν είναι ή ο Θεός ή η ανάγκη ή η μοίρα ή η φύση ή η τύχη ή ο αυτοματισμός. Αλλά, έργο του Θεού είναι η ύπαρξη και η πρόνοια, ενώ της ανάγκης έργο είναι η κίνηση όσων βρίσκονται στην ίδια κατάσταση αιώνια· έργο πάλι της μοίρας είναι να γίνονται υποχρεωτικά όσα η ίδια φέρει (διότι και η ίδια αποτελεί έργο της ανάγκης)· έργο της φύσεως πάλι είναι η δημιουργία, η αύξηση, η φθορά, τα φυτά και τα ζώα· της τύχης πάλι είναι τα σπάνια και απροσδόκητα· διότι δίνουν ορισμό στην τύχη ως σύμπτωση και συνεργασία δύο αιτιών, που ξεκινούν από την προαίρεση, αλλά έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα από το φυσιολογικό· όπως συμβαίνει μ᾿ αυτόν που σκάβει τάφρο και βρίσκει θησαυρό· διότι ούτε αυτός που έκρυψε τον θησαυρό τον τοποθέτησε για να τον βρει άλλος, ούτε αυτός που τον βρήκε έσκαψε για να βρει θησαυρό· το αντίθετο, ο ένας έσκαψε για να τον βρει όποτε θέλει, και ο άλλος για να φτιάξει τάφρο. Συνέβη όμως κάτι διαφορετικό απ᾿ αυτό που και οι δύο επιδίωκαν. Τέλος, έργο του αυτοματισμού είναι τα τυχαία συμβάντα των αψύχων και αλόγων ζώων, που συμβαίνουν χωρίς τη μεσολάβηση της φύσεως ή της τέχνης. Έτσι λένε αυτοί.

Τίνι τοίνυν τούτων ὑπαγάγωμεν τὰ διὰ τῶν ἀνθρώπων, εἴπερ ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστιν αἴτιος καὶ ἀρχὴ πράξεως; Οὐδὲ γὰρ Θεῷ θεμιτὸν ἐπιγράφειν αἰσχρὰς ἔσθ᾿ ὅτε πράξεις καὶ ἀδίκους οὐδὲ ἀνάγκῃ (οὐ γὰρ τῶν ἀεὶ ὡσαύτως ἐχόντων ἐστίν), οὐδὲ εἱμαρμένῃ (οὐ γὰρ τῶν ἐνδεχομένων, ἀλλὰ τῶν ἀναγκαίων τὰ τῆς εἱμαρμένης λέγουσιν), οὔτε φύσει (φύσεως γὰρ ἔργα ζῷα καὶ φυτά), οὐδὲ τύχῃ (οὐ γὰρ σπάνιοι καὶ ἀπροσδόκητοι τῶν ἀνθρώπων αἱ πράξεις), οὔτε τῷ αὐτομάτῳ (ἀψύχων γὰρ λέγουσιν ἢ ἀλόγων συμπτώματα τοῦ αὐτομάτου).

Σε ποιό, λοιπόν, από αυτά θα κατατάξουμε τις ανθρώπινες πράξεις, αν ο άνθρωπος δεν είναι η αιτία και η αρχή κάποιας πράξεως; Διότι δεν είναι δίκαιο ν᾿ αποδίνουμε συχνά αισχρές και άδικες πράξεις στον Θεό, ούτε στην ανάγκη (διότι δεν είναι χαρακτηριστικό αυτών που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση), ούτε στη μοίρα (διότι λένε ότι αυτά που ανήκουν στη μοίρα δεν ανήκουν στα ενδεχόμενα αλλά στα υποχρεωτικά να συμβούν), ούτε στη φύση (διότι έργα της φύσεως είναι τα ζώα και τα φυτά), ούτε στην τύχη (διότι οι ανθρώπινες πράξεις δεν είναι σπάνιες και απροσδόκητες), ούτε στον αυτοματισμό (διότι τα συμβάντα του αυτοματισμού λένε ότι γίνονται στα άψυχα και άλογα ζώα).

Λείπεται δὴ αὐτὸν τὸν πράττοντα καὶ ποιοῦντα ἄνθρωπον ἀρχὴν εἶναι τῶν ἰδίων ἔργων καὶ αὐτεξούσιον. Ἔτι, εἰ μηδεμιᾶς ἐστιν ἀρχὴ πράξεως ὁ ἄνθρωπος, περιττῶς ἔχει τὸ βουλεύεσθαι· εἰς τί γὰρ χρήσεται τῇ βουλῇ μηδεμιᾶς ὢν κύριος πράξεως; Πᾶσα γὰρ βουλὴ πράξεως ἕνεκα. Τὸ δὲ κάλλιστον καὶ τιμιώτατον τῶν ἐν ἀνθρώπῳ περιττὸν ἀποφαίνειν τῶν ἀτοπωτάτων ἂν εἴη. Εἰ τοίνυν βουλεύεται, πράξεως ἕνεκα βουλεύεται· πᾶσα γὰρ βουλὴ πράξεως ἕνεκα καὶ διὰ πρᾶξιν.

Μας απομένει, λοιπόν, να είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, που ενεργεί και δημιουργεί· να είναι η αιτία των έργων του και ελεύθερος στη βούλησή του. Επιπλέον, εάν ο άνθρωπος δεν είναι ο αίτιος καμμιάς πράξεως, δεν του χρειάζεται ν᾿ αποφασίζει· τί να την κάνει την απόφασή του, αν δεν είναι αίτιος καμμιάς πράξεως; Η απόφαση υπάρχει για να κάνει πράξεις. Θα ήταν όμως από τα πιο παράλογα να παρουσιάζουμε ως άχρηστη την πιο ωραία και πολύτιμη ικανότητα του ανθρώπου. Αν λοιπόν αποφασίζει, αποφασίζει για πράξεις· διότι κάθε απόφαση γίνεται για την πράξη και με σκοπό την εκτέλεσή της.

 

Κεφάλαιο 40

Περὶ τῶν γινομένων
(Γι᾿ αυτά που συμβαίνουν)

Τῶν γινομένων τὰ μέν εἰσιν ἐφ᾿ ἡμῖν, τὰ δὲ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν. Ἐφ᾿ ἡμῖν μὲν οὖν εἰσιν, ὧν ἡμεῖς ἐσμεν αὐτεξούσιοι ποιεῖν τε καὶ μὴ ποιεῖν, τουτέστι πάντα τὰ δι᾿ ἡμῶν ἑκουσίως πραττόμενα (οὐ γὰρ ἑκουσίως ἐλέγετο πράττεσθαι τῆς πράξεως οὐκ οὔσης ἐφ᾿ ἡμῖν) καὶ ἁπλῶς, οἷς ἕπεται ψόγος ἢ ἔπαινος καὶ ἐφ᾿ οἷς ἐστι προτροπὴ καὶ νόμος. Κυρίως δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι τὰ ψυχικὰ πάντα καὶ περὶ ὧν βουλευόμεθα· ἡ δὲ βουλὴ τῶν ἐπίσης ἐνδεχομένων ἐστίν. Ἐπίσης δὲ ἐνδεχόμενόν ἐστιν, ὃ αὐτό τε δυνάμεθα, καὶ τὸ ἀντικείμενον αὐτῷ· ποιεῖται δὲ τούτου τὴν αἵρεσιν ὁ νοῦς ὁ ἡμέτερος, καὶ οὗτός ἐστιν ἀρχὴ πράξεως.

Απ᾿ αυτά που συμβαίνουν, άλλα εξαρτώνται από μας και άλλα όχι. Από μας εξαρτώνται αυτά τα οποία εμείς είμαστε ελεύθεροι να κάνουμε ή όχι, δηλαδή όλα αυτά που εκτελούμε με τη θέλησή μας (διότι δεν θα λέγαμε ότι κάνουμε κάτι με τη θέλησή μας, αν η πράξη δεν εξαρτάται από μας)· μ᾿ ένα λόγο, από μας εξαρτώνται όσα έχουν ως συνέπεια κατάκριση ή έπαινο και για όσα υπάρχει παραίνεση ή νόμος. Κυρίως εξαρτώνται από μας όσα ανήκουν στην ψυχή και για όσα αποφασίζουμε· διότι παίρνουμε απόφαση για τα ενδεχόμενα να συμβούν. Εξίσου ενδεχόμενο είναι αυτό που και το ίδιο μπορούμε να κάνουμε και το αντίθετό του· το επιλέγει όμως η διάνοιά μας και αποτελεί την αιτία της πράξεως.

Ταῦτα τοίνυν ἐστὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, τὰ ἐπίσης ἐνδεχόμενα, οἷον τὸ κινεῖσθαι καὶ μὴ κινεῖσθαι, ὁρμᾶν καὶ μὴ ὁρμᾶν, ὀρέγεσθαι τῶν μὴ ἀναγκαίων καὶ μὴ ὀρέγεσθαι, ψεύδεσθαι καὶ μὴ ψεύδεσθαι, διδόναι καὶ μὴ διδόναι, χαίρειν ἐφ᾿ οἷς δεῖ καὶ μὴ χαίρειν ὁμοίως, καὶ ἐφ᾿ οἷς οὐ δεῖ, καὶ ὅσα τοιαῦτα, ἐν οἷς ἐστι τὰ τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς κακίας ἔργα· τούτων γάρ ἐσμεν αὐτεξούσιοι. Τῶν δὲ ἐπίσης ἐνδεχομένων εἰσὶ καὶ αἱ τέχναι· ἐφ᾿ ἡμῖν γάρ ἐστι μετελθεῖν, ἣν ἂν θελήσωμεν, καὶ μὴ μετελθεῖν.

Αυτά, λοιπόν, είναι εκείνα που εξαρτώνται από μας, τα οποία είναι εξίσου ενδεχόμενα να συμβούν, όπως να κινούμαστε ή όχι, να σπεύδουμε ή όχι, να επιθυμούμε τα μη απαραίτητα ή όχι, να λέμε ψέματα ή όχι, να δίνουμε ή όχι, να χαιρόμαστε για όσα πρέπει, αλλά και το ίδιο να μην χαιρόμαστε για όσα δεν πρέπει, και όλα τα παρόμοια, στα οποία υπάγονται τα έργα της αρετής και της κακίας. Διότι όλα αυτά εξαρτώνται από την ελευθερία μας. Στα ενδεχόμενα, επίσης, να συμβούν ανήκουν και οι τέχνες· από μας εξαρτάται να ασκήσουμε όποια τέχνη θελήσουμε ή να μην ασκήσουμε.

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὡς ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἀεὶ ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστιν· ἡ δὲ πρᾶξις πολλάκις κωλύεται κατά τινα τρόπον τῆς προνοίας.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που είναι δυνατόν να γίνουν πράξη εξαρτάται από μας· αλλά την πράξη εμποδίζει πολλές φορές κάποιο σχέδιο της θείας πρόνοιας.

 

Κεφάλαιο 41

Διὰ ποίαν αἰτίαν αὐτεξούσιοι γεγόναμεν
(Για ποιό λόγο δημιουργηθήκαμε αυτεξούσιοι)

Φαμὲν τοίνυν εὐθέως τῷ λογικῷ συνεισέρχεσθαι τὸ αὐτεξούσιον καί τοῖς γεννητοῖς συμπεφυκέναι μεταβολήν και τροπήν. Πᾶν γὰρ γεννητὸν καὶ τρεπτόν ἐστιν. Ὧν γὰρ ἡ ἀρχὴ τῆς γενέσεως ἀπὸ τροπῆς ἤρξατο, ἀνάγκῃ ταῦτα τρεπτὰ εἶναι. Τροπὴ δέ ἐστι τὸ ἐκ μὴ ὄντων εἰς τὸ εἶναι παραχθῆναι καὶ τὸ ἐξ ὑποκειμένης ὕλης ἕτερόν τι γενέσθαι. Τὰ μὲν οὖν ἄψυχα καὶ ἄλογα τρέπονται κατὰ τὰς προειρημένας σωματικὰς ἀλλοιώσεις, τὰ δὲ λογικὰ κατὰ προαίρεσιν. Τοῦ γὰρ λογικοῦ τὸ μέν ἐστι θεωρητικόν, τὸ δὲ πρακτικόν. Θεωρητικὸν μὲν τὸ κατανοοῦν, ὡς ἔχει τὰ ὄντα, πρακτικὸν δὲ τὸ βουλευτικόν, τὸ ὁρίζον τοῖς πρακτοῖς τὸν ὀρθὸν λόγον. Καὶ καλοῦσι τὸ μὲν θεωρητικὸν νοῦν, τὸ δὲ πρακτικὸν λόγον· καὶ τὸ μὲν θεωρητικὸν σοφίαν, τὸ δὲ πρακτικὸν φρόνησιν.

Υποστηρίζουμε ότι το αυτεξούσιο εισέρχεται στον άνθρωπο αμέσως μαζί με το λογικό, και ότι η αλλαγή και μεταβολή είναι φυσικές ιδιότητες όσων γεννιούνται. Διότι καθετί που γεννιέται είναι και μεταβλητό. Καθώς, αφού η αρχή της δημιουργίας γίνεται με μεταβολή, είναι επόμενο τα όντα να είναι μεταβλητά. Και μεταβολή σημαίνει να παραχθεί κάτι από το μηδέν και από προϋπάρχουσα ύλη να γίνει κάτι άλλο. Τα άψυχα βέβαια και τα άλογα ζώα μεταβάλλονται σύμφωνα με τις σωματικές μεταβολές που προαναφέραμε, ενώ τα λογικά όντα σύμφωνα με την προαίρεσή τους. Και από τα μέρη του λογικού, το ένα είναι θεωρητικό και το άλλο πρακτικό. Θεωρητικό είναι αυτό που αντιλαμβάνεται σε ποιά κατάσταση είναι τα όντα, ενώ πρακτικό είναι αυτό που αποφασίζει και το οποίο ορίζει, σε όσα μπορούν να γίνουν, ως κριτήριο τον ορθό λόγο. Και ονομάζουν το θεωρητικό νου, ενώ το πρακτικό λόγο· επίσης, ονομάζουν το θεωρητικό σοφία, ενώ το πρακτικό σύνεση.

Πᾶς οὖν ὁ βουλευόμενος ὡς ἐπ᾿ αὐτῷ τῆς αἱρέσεως οὔσης τῶν πρακτέων βουλεύεται, ἵνα τὸ προκριθὲν ἐκ τῆς βουλῆς ἕληται καὶ ἑλόμενος πράξῃ· εἰ δὲ τοῦτο, ἐξ ἀνάγκης παρυφίσταται τῷ λογικῷ τὸ αὐτεξούσιον· ἢ γὰρ οὐκ ἔσται λογικόν, ἢ λογικὸν ὂν κύριον ἔσται πράξεων καὶ αὐτεξούσιον. Ὅθεν καὶ τὰ ἄλογα οὔκ εἰσιν αὐτεξούσια· ἄγονται γὰρ μᾶλλον ὑπὸ τῆς φύσεως ἤπερ ἄγουσι· διὸ οὐδὲ ἀντιλέγουσι τῇ φυσικῇ ὀρέξει, ἀλλ᾿, ἅμα ὀρεχθῶσί τινος, ὁρμῶσι πρὸς τὴν πρᾶξιν. Ὁ δὲ ἄνθρωπος, λογικὸς ὤν, ἄγει μᾶλλον τὴν φύσιν, ἤπερ ἄγεται· διὸ καὶ ὀρεγόμενος, εἴπερ ἐθέλοι, ἐξουσίαν ἔχει τὴν ὄρεξιν ἀναχαιτίσαι ἢ ἀκολουθῆσαι αὐτῇ. Ὅθεν τὰ μὲν ἄλογα οὐδὲ ἐπαινεῖται οὐδὲ ψέγεται, ὁ δὲ ἄνθρωπος καὶ ἐπαινεῖται καὶ ψέγεται.

Γι᾿ αυτό καθένας που σκέφτεται, σκέφτεται με την ιδέα ότι από τον εαυτό του εξαρτάται η απόφαση γι᾿ αυτά που μπορεί να γίνουν· έτσι ώστε να εκλέξει αυτό που προτίμησε με τη σκέψη, και, αφού το εκλέξει, να το πράξει. Κι αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε το αυτεξούσιο συνυπάρχει υποχρεωτικά με το λογικό. Διότι, ή δεν θα υπάρχει λογικό ή το λογικό θα είναι υπεύθυνο για τις πράξεις, και αυτεξούσιο. Γι᾿ αυτό και τα άλογα ζώα δεν είναι αυτεξούσια· η φύση τους τα κατευθύνει μάλλον παρά τα ίδια την κατευθύνουν· και δεν αντιδρούν στη φυσική επιθυμία, αλλά, όταν επιθυμήσουν κάτι, αμέσως κινούνται για εκπλήρωσή της. Ενώ ο άνθρωπος, επειδή είναι λογικός, μάλλον κατευθύνει τη φύση, παρά αυτή τον εξουσιάζει· γι᾿ αυτό, όταν επιθυμεί κάτι, μπορεί, αν θέλει, ή ν᾿ ανακόψει την επιθυμία του ή να την ακολουθήσει. Και για τον λόγο αυτό, τα άλογα ζώα ούτε τα επαινούμε ούτε τα κατακρίνουμε, ενώ τον άνθρωπο και τον επαινούμε και τον κατακρίνουμε.

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι καὶ οἱ ἄγγελοι, λογικοὶ ὄντες, αὐτεξούσιοι ὑπάρχουσι, καὶ ὡς κτιστοὶ καὶ τρεπτοί. Καὶ ἔδειξεν ὁ μὲν Διάβολος ἀγαθὸς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ γενόμενος, αὐτεξουσίως δὲ τῆς κακίας εὑρετὴς γεγονώς, καὶ αἱ σὺν αὐτῷ ἀποστατήσασαι δυνάμεις, ἤγουν οἱ δαίμονες, τὰ δὲ λοιπὰ τάγματα τῶν ἀγγέλων ἐν τῷ ἀγαθῷ διαμείναντα.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι άγγελοι, επειδή είναι λογικοί, είναι αυτεξούσιοι, και σαν δημιουργήματα είναι μεταβλητοί. Και το απόδειξε αυτό ο Διάβολος, ο οποίος, αν και δημιουργήθηκε αγαθός από τον Δημιουργό, με ελεύθερη απόφασή του εφεύρε την κακία· το ίδιο έκαναν και οι αγγελικές δυνάμεις που επαναστάτησαν μαζί του, δηλαδή οι δαίμονες, ενώ τα υπόλοιπα αγγελικά τάγματα έμειναν σταθερά στο αγαθό.

 

Κεφάλαιο 42

Περὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν
(Γι᾿ αυτά που δεν εξαρτώνται από μας)

Τῶν δὲ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν τὰ μὲν ἐκ τῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἔχει τὰς ἀρχὰς, ἤτοι τὰς αἰτίας, τουτέστιν αἱ ἀμοιβαὶ τῶν πράξεων ἡμῶν ἔν τε τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, τὰ δὲ λοιπὰ πάντα τῆς θείας βουλῆς ἐξήρτηται. Ἡ μὲν γὰρ γένεσις πάντων ἐκ τοῦ Θεοῦ, ἡ δὲ φθορὰ διὰ τὴν ἡμετέραν κακίαν ὑπεισήχθη πρὸς τιμωρίαν καὶ ὠφέλειαν. «Θεὸς γὰρ θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδὲ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων»· δι᾿ ἀνθρώπου δὲ μᾶλλον θάνατος, τουτέστι τῆς τοῦ Ἀδὰμ παραβάσεως, ὁμοίως καὶ αἱ λοιπαὶ τιμωρίαι. Τὰ δὲ λοιπὰ πάντα τῷ Θεῷ ἀναθετέον· ἥ τε γὰρ γένεσις ἡμῶν τῆς δημιουργικῆς αὐτοῦ δυνάμεώς ἐστι, καὶ ἡ διαμονὴ τῆς συνεκτικῆς δυνάμεως αὐτοῦ, καὶ ἡ κυβέρνησις καί σωτηρία τῆς προνοητικῆς αὐτοῦ δυνάμεως καί ἡ τῶν ἀγαθῶν αἰωνία ἀπόλαυσις τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, τοῖς φυλάσσουσι τό κατά φύσιν, ἐφ᾿ ᾧ καί ἐπλάσθημεν.

Απ᾿ όσα δεν εξαρτώνται από μας, άλλα έχουν τις αρχές, δηλαδή την αιτία τους, σε μας, όπως οι αμοιβές των πράξεών μας στην παρούσα και μέλλουσα ζωή, ενώ τα υπόλοιπα εξαρτώνται από τη βουλή του Θεού. Η δημιουργία, δηλαδή, όλων ανήκει στον Θεό, ενώ η φθορά τους εισάχθηκε από τη δική μας κακία, για να τιμωρηθούμε και ωφεληθούμε. «Διότι ο Θεός δεν δημιούργησε τον θάνατο ούτε ευχαριστιέται από την απώλεια των ζωντανών». Ο θάνατος μάλλον προήλθε από τον άνθρωπο, και συγκεκριμένα από την παράβαση του Αδάμ· το ίδιο και οι υπόλοιπες τιμωρίες. Όλα όμως τα υπόλοιπα πρέπει να τα αποδώσουμε στον Θεό· διότι η δημιουργία μας είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής του δυνάμεως· η διατήρησή μας ανήκει στην συντηρητική του δύναμη· η διακυβέρνηση και η σωτηρία μας ανήκει στην πρόνοιά του· και η απόλαυση των αιώνιων αγαθών στην αγαθότητά του, για εκείνους που διατηρούν το «κατά φύσιν», για το οποίο και μας έπλασε.

Ἐπειδὴ δέ τινες ἀντιλέγουσι τῇ προνοίᾳ, εἴπωμεν λοιπὸν ὀλίγα καὶ περὶ προνοίας.

Επειδή όμως ορισμένοι αρνούνται τη θεία πρόνοια, ας πούμε, λοιπόν, λίγα και για την πρόνοιά του.

 

Κεφάλαιο 43

Περὶ προνοίας
(Για την Πρόνοια)

Πρόνοια τοίνυν ἐστὶν ἐκ Θεοῦ εἰς τὰ ὄντα γινομένη ἐπιμέλεια. Καὶ πάλιν· Πρόνοιά ἐστι βούλησις Θεοῦ, δι᾿ ἣν πάντα τὰ ὄντα τὴν πρόσφορον διεξαγωγὴν λαμβάνει. Εἰ δὲ Θεοῦ βούλησίς ἐστιν ἡ πρόνοια, πᾶσα ἀνάγκη πάντα τὰ τῇ προνοίᾳ γινόμενα κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον κάλλιστά τε καὶ θεοπρεπέστατα γίνεσθαι καὶ ὡς οὐκ ἔνι κρείττω γενέσθαι. Ἀνάγκη γὰρ τὸν αὐτὸν εἶναι ποιητὴν τῶν ὄντων καὶ προνοητήν· οὔτε γὰρ πρέπον οὔτε ἀκόλουθον ἄλλον μὲν ποιητὴν εἶναι τῶν ὄντων, ἄλλον δὲ προνοητήν· οὕτω γὰρ ἐν ἀσθενείᾳ πάντως εἰσὶν ἀμφότεροι, ὁ μὲν τοῦ ποιεῖν, ὁ δὲ τοῦ προνοεῖν.

Πρόνοια είναι η φροντίδα που δείχνει ο Θεός για τα δημιουργήματα. Και ακόμη: Πρόνοια είναι η θέληση του Θεού, εξαιτίας της οποίας όλα τα όντα εκπληρώνουν τον κατάλληλο προορισμό τους. Εάν η πρόνοια είναι θέληση του Θεού, είναι εντελώς απαραίτητο όλα όσα κάνει η πρόνοια σύμφωνα με τη λογική, να γίνονται όλο και πιο ωραία και θεοπρεπή και όσο γίνεται καλύτερα. Διότι είναι ανάγκη το ίδιο πρόσωπο να είναι και δημιουργός και προνοητής των όντων. Δεν είναι πρέπον και λογικό άλλος να είναι ο δημιουργός των όντων και άλλος ο προνοητής. Διότι έτσι και οι δύο θα είναι ελλιπείς, ο ένας σχετικά με τη δημιουργικότητα και άλλος με την πρόνοια.

Ὁ Θεὸς τοίνυν ἐστὶν ὅ τε ποιητὴς καὶ προνοητής, καὶ ἡ ποιητικὴ δὲ αὐτοῦ δύναμις καὶ ἡ συνεκτικὴ καὶ ἡ προνοητικὴ ἡ ἀγαθὴ αὐτοῦ θέλησίς ἐστι· «πάντα γάρ, ὅσα ἠθέλησεν, ὁ Κύριος ἐποίησεν ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ», καὶ τῷ θελήματι αὐτοῦ οὐδεὶς ἀνθέστηκεν. Ἠθέλησε γενέσθαι τὰ πάντα, καὶ γέγονε· θέλει συνίστασθαι τὸν κόσμον, καὶ συνίσταται, καὶ πάντα, ὅσα θέλει, γίνεται.

Ο Θεός, λοιπόν, είναι ο δημιουργός και προνοητής και η αγαθή θέλησή του αποτελεί τη δημιουργική, συντηρητική και προνοητική του δύναμη· «διότι, όλα όσα θέλησε ο Κύριος, τα δημιούργησε και στον ουρανό και στη γη», και κανείς δεν αντιστάθηκε στο θέλημά του. Θέλησε να γίνουν όλα, και έγιναν· θέλει να υπάρχει ο κόσμος, και υπάρχει· όλα, όσα θέλει, γίνονται.

Ὅτι δὲ προνοεῖ καὶ ὅτι καλῶς προνοεῖ, ὀρθότατα σκοπήσειεν ἄν τις οὕτως· Μόνος ὁ Θεός ἐστι φύσει ἀγαθὸς καὶ σοφός· ὡς οὖν ἀγαθὸς προνοεῖ (ὁ γὰρ μὴ προνοῶν οὐκ ἀγαθός· καὶ γὰρ καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ ἄλογα τῶν οἰκείων τέκνων προνοοῦνται φυσικῶς, καὶ ὁ μὴ προνοῶν ψέγεται), ὡς δὲ σοφὸς ἄριστα τῶν ὄντων ἐπιμελεῖται.

Μπορεί κανείς να κάνει πολύ ορθές σκέψεις για την πρόνοια του Θεού, και μάλιστα ότι είναι καλή. Να σκεφθεί, δηλαδή, ότι μόνον ο Θεός είναι από τη φύση του αγαθός και σοφός· και επειδή είναι αγαθός, προνοεί (διότι αυτός που δεν προνοεί δεν είναι αγαθός· απόδειξη αποτελεί ότι και οι άνθρωποι και τα ζώα προνοούν από τη φύση τους για τα παιδιά τους, ενώ αυτός που δεν τα φροντίζει κατηγορείται)· και επειδή (ο Θεός) είναι σοφός, φροντίζει για τα δημιουργήματα με τον καλύτερο τρόπο.

Χρὴ τοίνυν τούτοις προσέχοντας πάντα θαυμάζειν, πάντα ἐπαινεῖν, πάντα ἀνεξετάστως ἀποδέχεσθαι τὰ τῆς προνοίας ἔργα, κἂν φαίνηται τοῖς πολλοῖς ἄδικα διὰ τὸ ἄγνωστον καὶ ἀκατάληπτον εἶναι τοῦ Θεοῦ τὴν πρόνοιαν καί τούς λογισμούς ἡμῶν καί τάς πράξεις καί τά μέλλοντα αὐτῷ μόνῳ γνωστά. Πάντα δὲ λέγω τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν· τὰ γὰρ ἐφ᾿ ἡμῖν οὐ τῆς προνοίας ἐστίν, ἀλλὰ τοῦ ἡμετέρου αὐτεξουσίου.

Πρέπει, λοιπόν, έχοντας στραμμένη την προσοχή μας σ᾿ αυτά, όλα τα έργα της θείας πρόνοιας να τα θαυμάζουμε, να τα επαινούμε, να τα αποδεχόμαστε χωρίς να τα εξετάζουμε, ακόμη κι αν φαίνονται στους πολλούς άδικα· διότι η πρόνοια του Θεού μας είναι άγνωστη και ακατανόητη, και μόνον αυτός γνωρίζει τους λογισμούς, τις πράξεις μας και τα μέλλοντα. Και με όλα αυτά εννοώ όσα δεν εξαρτώνται από μας· όσα εξαρτώνται από μας, δεν είναι έργο της προνοίας του, αλλά της ελεύθερης βουλήσεώς μας.

Τῆς δὲ προνοίας τὰ μὲν κατ᾿ εὐδοκίαν ἐστί, τὰ δὲ κατὰ συγχώρησιν. Κατ᾿ εὐδοκίαν μέν, ὅσα ἀναντιρρήτως εἰσὶν ἀγαθά, κατὰ συγχώρησιν δὲ ὅσα εἰσί πονηρά. Συγχωρεῖ γὰρ πολλάκις καὶ τὸν δίκαιον περιπεσεῖν συμφοραῖς, ἵνα τὴν ἐν αὐτῷ λανθάνουσαν ἀρετὴν δείξῃ τοῖς ἄλλοις, ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰώβ. Ἄλλοτε συγχωρεῖ τῶν ἀτόπων τι πραχθῆναι, ἵνα διὰ τῆς πράξεως τῆς δοκούσης ἀτόπου μέγα τι καὶ θαυμαστὸν κατορθωθῇ ὡς διὰ τοῦ σταυροῦ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων.

Και απ᾿ αυτά που ανήκουν στην πρόνοιά Του, ο Θεός άλλα τα κάνει με ευχαρίστηση και άλλα με παραχώρηση. Με ευχαρίστηση κάνει όσα αναντίρρητα είναι καλά, ενώ με παραχώρηση όσα είναι κακά. Επιτρέπει, δηλαδή, πολλές φορές και ο δίκαιος να πέσει σε συμφορές, για να φανερώσει στους άλλους την αρετή που είναι κρυμμένη μέσα του, όπως συνέβη με τον Ιώβ. ΄Αλλοτε επιτρέπει να συμβεί ένα παράδοξο γεγονός, για να πετύχει μ᾿ αυτό κάτι σπουδαίο και θαυμαστό, όπως με τον σταυρό πραγματοποίησε τη σωτηρία των ανθρώπων.

Κατ᾿ ἄλλον τρόπον συγχωρεῖ τὸν ὅσιον πάσχειν κακῶς, ἵνα μὴ ἐκ τοῦ ὀρθοῦ συνειδότος ἐκπέσῃ ἢ καὶ ἐκ τῆς δοθείσης αὐτῷ δυνάμεώς τε καὶ χάριτος εἰς ἀλαζονείαν ἐκπέσῃ ὡς ἐπὶ τοῦ Παύλου. Ἐγκαταλείπεταί τις πρὸς καιρὸν πρὸς διόρθωσιν ἄλλου, ἵνα τὸ κατ᾿ αὐτὸν σκοποῦντες οἱ ἄλλοι παιδεύωνται, ὡς ἐπὶ τοῦ Λαζάρου καὶ τοῦ πλουσίου· φυσικῶς γὰρ ὁρῶντές τινας πάσχοντας συστελλόμεθα. Ἐγκαταλείπεταί τις καὶ εἰς ἄλλου δόξαν, οὐ δι᾿ οἰκείας ἢ γονέων ἁμαρτίας ὡς ὁ ἐκ γενετῆς τυφλὸς εἰς δόξαν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου.

Σε άλλη περίπτωση επιτρέπει να υποφέρει ο όσιος, για να μην ξεφύγει από την ορθή συνείδηση ή για να μην παρασυρθεί σε αλαζονεία από τη δύναμη και τη χάρη που του δόθηκε, όπως στην περίπτωση του Παύλου. Εγκαταλείπεται κάποιος για ορισμένο χρονικό διάστημα για να διορθωθεί ο άλλος, για να διδάσκονται δηλαδή οι άλλοι βλέποντας τη δυστυχία του, όπως έγινε με τον Λάζαρο και τον πλούσιο· διότι είναι από τη φύση μας, όταν βλέπουμε κάποιους να υποφέρουν, να ζαρώνουμε από φόβο. Εγκαταλείπεται κάποιος όχι εξαιτίας των αμαρτιών του ή των αμαρτιών των γονέων του, αλλά για να δοξασθεί ένας άλλος, όπως ο εκ γενετής τυφλός εγκαταλείφθηκε για να δοξασθεί ο υιός του ανθρώπου.

Πάλιν συγχωρεῖταί τις παθεῖν εἰς ἄλλου ζῆλον, ἵνα τῆς δόξης τοῦ παθόντος μεγαλυνθείσης ἄοκνον τὸ πάθος τοῖς ἄλλοις γένηται ἐλπίδι τῆς μελλούσης δόξης καὶ ἐπιθυμίᾳ τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, ὡς ἐπὶ τῶν μαρτύρων. Παραχωρεῖταί τις καὶ εἰς αἰσχρὰν ἐμπεσεῖν πρᾶξιν ἐνίοτε εἰς διόρθωσιν ἑτέρου χείρονος πάθους· οἷον, ἔστι τις ἐπαιρόμενος ἐπὶ ταῖς ἀρεταῖς καὶ τοῖς κατορθώμασιν αὐτοῦ· παραχωρεῖ τοῦτον ὁ Θεὸς εἰς πορνείαν ἐμπεσεῖν, ὅπως διὰ τοῦ πτώματος εἰς συναίσθησιν τῆς οἰκείας ἀσθενείας ἐλθὼν ταπεινωθῇ καὶ προσελθὼν ἐξομολογήσηται τῷ Κυρίῳ.

Παραχωρεί πάλι ο Θεός να κακοπαθήσει κάποιος για ν᾿ αυξηθεί ο ζήλος άλλου, με σκοπό από το μεγαλείο της δόξας του παθόντος να γίνουν και οι άλλοι ατρόμητοι στο μαρτύριο, με την ελπίδα της μελλοντικής δόξας και των μελλοντικών αγαθών, όπως γίνεται με τους μάρτυρες. Επιτρέπει, επίσης, να πέσει κάποιος ακόμη και σε αισχρή πράξη, για να διορθώσει το χειρότερο πάθος κάποιου άλλου· για παράδειγμα, υπερηφανεύεται κάποιος για τις αρετές και τα κατορθώματά του· παραχωρεί ο Θεός να πέσει σε πορνεία, ώστε αφού συναισθανθεί με την πτώση την αδυναμία του, να ταπεινωθεί και να προσέλθει να εξομολογηθεί στον Κύριο.

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν αἵρεσις τῶν πρακτῶν ἐφ᾿ ἡμῖν ἐστι, τὸ δὲ τέλος τῶν μὲν ἀγαθῶν τῆς τοῦ Θεοῦ συνεργίας δικαίως συνεργοῦντος τοῖς προαιρουμένοις τὸ ἀγαθὸν ὀρθῷ τῷ συνειδότι κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ, τῶν δὲ πονηρῶν τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Θεοῦ πάλιν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ δικαίως ἐγκαταλιμπάνοντος.

Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι η εκλογή αυτών που πρέπει να κάνουμε εξαρτάται από μας, αλλά η εκτέλεση των αγαθών είναι έργο της βοήθειας του Θεού, ο οποίος δίκαια βοηθεί αυτούς που προτιμούν το αγαθό με ορθή συνείδηση, σύμφωνα με τη δική του πρόγνωση, ενώ η τέλεση των κακών είναι αποτέλεσμα της εγκαταλείψεως του Θεού, ο οποίος, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, δίκαια εγκαταλείπει.

Τῆς δὲ ἐγκαταλείψεώς εἰσιν εἴδη δύο· ἔστι γὰρ ἐγκατάλειψις οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ καὶ ἔστιν ἐγκατάλειψις τελεία ἀπογνωστική. Οἰκονομικὴ μὲν καὶ παιδευτικὴ ἡ πρὸς διόρθωσιν καὶ σωτηρίαν καὶ δόξαν τοῦ πάσχοντος γινομένη ἢ καὶ πρὸς ἄλλων ζῆλον καὶ μίμησιν ἢ καὶ πρὸς δόξαν Θεοῦ· ἡ δὲ τελεία ἐγκατάλειψις, ὅτε τοῦ Θεοῦ πάντα πρὸς σωτηρίαν πεποιηκότος ἀνεπαίσθητος καὶ ἀνιάτρευτος, μᾶλλον δὲ ἀνίατος ἐξ οἰκείας προθέσεως διαμείνῃ ὁ ἄνθρωπος· τότε παραδίδοται εἰς τελείαν ἀπώλειαν ὡς ὁ Ἰούδας. Φείσοιται ἡμῶν ὁ Θεὸς καὶ ἐξελοῖτο τῆς τοιαύτης ἐγκαταλείψεως.

Υπάρχουν δύο είδη της εγκαταλείψεως· υπάρχει δηλαδή εγκατάλειψη οικονομική και διδακτική και υπάρχει εγκατάλειψη που οδηγεί σε πλήρη απελπισία. Οικονομική και διδακτική είναι αυτή που γίνεται για διόρθωση, σωτηρία και δόξα αυτού που υποφέρει ή και για τον ζήλο των άλλων και για μίμηση ή και για δόξα του Θεού. Η τέλεια όμως εγκατάλειψη γίνεται όταν, ενώ ο Θεός κάνει τα πάντα για τη σωτηρία του, ο άνθρωπος παραμένει με πρόθεσή του αναίσθητος και αδιόρθωτος, ή καλύτερα αθεράπευτος· τότε αφήνεται να χαθεί τελείως, όπως ο Ιούδας. Είθε να μας λυπηθεί ο Θεός και να μας γλυτώσει από τέτοιου είδους εγκατάλειψη.

Χρὴ δὲ εἰδέναι, ὡς πολλοί εἰσιν οἱ τρόποι τῆς τοῦ Θεοῦ προνοίας, καὶ μήτε λόγῳ ἑρμηνευθῆναι, μήτε νῷ περιληφθῆναι δυνάμενοι.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι της θείας πρόνοιας, τους οποίους ούτε ο λόγος τους ερμηνεύει ούτε ο νους τους συλλαμβάνει.

Δεῖ γινώσκειν, ὡς πᾶσαι αἱ σκυθρωπαὶ ἐπιφοραὶ τοῖς μετ᾿ εὐχαριστίας δεχομένοις πρὸς σωτηρίαν ἐπάγονται καὶ πάντως ὠφελείας γίνονται πρόξενοι.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι όλες οι λυπηρές δοκιμασίες οδηγούν στη σωτηρία εκείνους οι οποίοι τις δέχονται με ευχαρίστηση, και οπωσδήποτε τους προξενούν ωφέλεια.

Χρὴ εἰδέναι, ὡς ὁ Θεὸς προηγουμένως θέλει πάντας σωθῆναι καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ τυχεῖν· οὐ γὰρ ἐπὶ τὸ κολάσαι ἔπλασεν ἡμᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὸ μετασχεῖν τῆς ἀγαθότητος αὐτοῦ, ὡς ἀγαθός. Ἁμαρτάνοντας δὲ θέλει κολάζεσθαι ὡς δίκαιος.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός θέλει πάνω απ᾿ όλα όλοι να σωθούν και να κληρονομήσουν τη βασιλεία του· διότι δεν μας δημιούργησε για να μας τιμωρεί, αλλά για να μετάσχουμε στην αγαθότητά του, επειδή ο ίδιος είναι αγαθός. Θέλει όμως, επειδή είναι και δίκαιος, να τιμωρούνται αυτοί που αμαρτάνουν.

Λέγεται οὖν τὸ μὲν πρῶτον προηγούμενον θέλημα καὶ εὐδοκία, ἐξ αὐτοῦ ὄν, τὸ δὲ δεύτερον ἑπόμενον θέλημα καὶ παραχώρησις, ἐξ ἡμετέρας αἰτίας. Καὶ αὕτη διττή· ἡ μὲν οἰκονομικὴ καὶ παιδευτικὴ πρὸς σωτηρίαν, ἡ δὲ ἀπογνωστικὴ πρὸς τελείαν κόλασιν, ὡς εἰρήκαμεν. Ταῦτα δὲ ἐπὶ τῶν οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν.

Το πρώτο θέλημα, λοιπόν, ονομάζεται προηγούμενο θέλημα και ευδοκία, επειδή προέρχεται απ᾿ αυτόν (τον Θεό), ενώ το δεύτερο λέγεται επόμενο θέλημα και παραχώρηση, επειδή προέρχεται από δική μας υπαιτιότητα. Και αυτή (η παραχώρηση) είναι δύο ειδών: η μία οικονομική και διδακτική για τη σωτηρία μας, η άλλη οδηγεί στην απελπισία και τέλεια τιμωρία, όπως έχουμε πει. Και αυτά ισχύουν για όσα δεν εξαρτώνται από μας.

Τῶν δὲ ἐφ᾿ ἡμῖν τὰ μὲν ἀγαθὰ προηγουμένως θέλει καὶ εὐδοκεῖ, τὰ δὲ πονηρὰ καὶ ὄντως κακὰ οὔτε προηγουμένως οὔτε ἑπομένως θέλει· παραχωρεῖ δὲ τῷ αὐτεξουσίῳ· τὸ γὰρ κατὰ βίαν γινόμενον οὐ λογικόν, οὐδὲ ἀρετή. Προνοεῖ δὲ ὁ Θεὸς πάσης τῆς κτίσεως καὶ διὰ πάσης τῆς κτίσεως εὐεργετῶν καὶ παιδεύων καὶ δι᾿ αὐτῶν πολλάκις τῶν δαιμόνων ὡς ἐπὶ τοῦ Ἰὼβ καὶ τῶν χοίρων.

Απ᾿ αυτά πάλι που εξαρτώνται από μας, (ο Θεός) καταρχήν θέλει και συγκατατίθεται στα αγαθά, ενώ τα κακά και αληθινά επιζήμια ούτε στην αρχή ούτε κατόπιν τα θέλει· τα αφήνει στη διάθεση του αυτεξουσίου· διότι αυτό που γίνεται με πίεση ούτε λογικό είναι ούτε αρετή. Ο Θεός προνοεί για όλη την κτίση και μέσω της κτίσεως μας ευεργετεί και διδάσκει, πολλές φορές ακόμη και μέσω των δαιμόνων, όπως στην περίπτωση του Ιώβ, και των γουρουνιών.

 

Κεφάλαιο 44

Περὶ προγνώσεως καὶ προορισμοῦ
(Για την πρόγνωση και τον προορισμό)

Χρὴ γινώσκειν, ὡς πάντα μὲν προγινώσκει ὁ Θεός, οὐ πάντα δὲ προορίζει· προγινώσκει γὰρ καὶ τὰ ἐφ᾿ ἡμῖν, οὐ προορίζει δὲ αὐτά· οὐ γὰρ θέλει τὴν κακίαν γενέσθαι οὐδὲ βιάζεται τὴν ἀρετήν. Ὥστε τῆς θείας προγνωστικῆς κελεύσεως ἔργον ἐστὶν ὁ προορισμός. Προορίζει δὲ τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ· ἤδη γὰρ κατὰ τὴν πρόγνωσιν αὐτοῦ προέκρινε πάντα ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, αλλά δεν προαποφασίζει όλα· γνωρίζει, δηλαδή, εκ των προτέρων αυτά που εξαρτώνται από μας, αλλά δεν τα προαποφασίζει· διότι δεν θέλει ούτε την κακία να κάνουμε ούτε όμως μας εκβιάζει στην αρετή. Επομένως, ο προορισμός είναι έργο του προγνωστικού προστάγματος του Θεού. Επίσης, προαποφασίζει αυτά που δεν εξαρτώνται από μας λόγω της προγνώσεώς του· διότι έως τώρα ο Θεός, σύμφωνα με την πρόγνωσή του, τα προκαθόρισε όλα με κριτήριο την αγαθότητα και τη δικαιοσύνη του.

Χρὴ δὲ γινώσκειν, ὅτι ἡ μὲν ἀρετὴ ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐδόθη ἐν τῇ φύσει καὶ αὐτός ἐστι παντὸς ἀγαθοῦ ἀρχὴ καὶ αἰτία καὶ ἐκτὸς τῆς αὐτοῦ συνεργίας καὶ βοηθείας ἀδύνατον ἀγαθὸν θελῆσαι ἢ πρᾶξαι ἡμᾶς. Ἐφ᾿ ἡμῖν δέ ἐστιν ἢ ἐμμεῖναι τῇ ἀρετῇ καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Θεῷ πρὸς ταύτην καλοῦντι ἢ ἀποφοιτῆσαι τῆς ἀρετῆς, ὅπερ ἐστὶν ἐν τῇ κακίᾳ γενέσθαι καὶ ἀκολουθῆσαι τῷ Διαβόλῳ πρὸς ταύτην καλοῦντι ἀβιάστως· ἡ γὰρ κακία οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν, εἰ μὴ ἀναχώρησις τοῦ ἀγαθοῦ, ὥσπερ καὶ τὸ σκότος τοῦ φωτός ἐστιν ἀναχώρησις. Μένοντες οὖν ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἐν τῇ ἀρετῇ ἐσμεν, ἐκκλίνοντες δὲ ἐκ τοῦ κατὰ φύσιν, ἤγουν ἐκ τῆς ἀρετῆς, εἰς τό παρὰ φύσιν ἐρχόμεθα καὶ ἐν τῇ κακίᾳ γινόμεθα.

Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι ο Θεός έδωσε την αρετή στη φύση μας, ότι ο ίδιος είναι η πηγή και η αιτία κάθε αγαθού και είναι αδύνατο χωρίς τη συνεργασία και βοήθειά του να θελήσουμε ή να κάνουμε κάτι καλό. Αλλά από μας εξαρτάται ή να μείνουμε σταθεροί στην αρετή και ν᾿ ακολουθήσουμε τον Θεό που μας προσκαλεί προς αυτήν, ή να απομακρυνθούμε από την αρετή, που σημαίνει να οδηγηθούμε στην κακία και ν᾿ ακολουθήσουμε τον Διάβολο που μας προσκαλεί χωρίς βία σ᾿ αυτήν· διότι τίποτε άλλο δεν είναι η κακία, παρά απομάκρυνση από το αγαθό, όπως ακριβώς το σκοτάδι είναι απομάκρυνση του φωτός. Παραμένοντας, λοιπόν, στη φυσική μας κατάσταση, είμαστε στην αρετή, ενώ παρεκκλίνοντας από τη φύση μας, δηλαδή την αρετή, ερχόμαστε στο παρά φύση και καταλήγουμε στην κακία.

Μετάνοιά ἐστιν ἐκ τοῦ παρὰ φύσιν εἰς τὸ κατὰ φύσιν καὶ ἐκ τοῦ Διαβόλου πρὸς τὸν Θεὸν ἐπάνοδος δι᾿ ἀσκήσεως καὶ πόνων.

Μετάνοια είναι η επιστροφή, με άσκηση και κόπο, από την παρά φύση στη φυσική κατάσταση και από τον Διάβολο στον Θεό.

Τοῦτον τοίνυν τὸν ἄνθρωπον ὁ Δημιουργὸς ἄρρενα κατεσκεύασε, μεταδοὺς αὐτῷ τῆς ἑαυτοῦ θείας χάριτος καὶ ἐν κοινωνίᾳ ἑαυτοῦ διὰ ταύτης αὐτὸν ποιησάμενος· ὅθεν καὶ τὴν τῶν ζῴων ὀνομασίαν προφητικῶς, ὡς δούλων αὐτῷ δοθέντων, δεσποτικῶς ἐποιήσατο. Κατ᾿ εἰκόνα γὰρ Θεοῦ λογικός τε καὶ νοερὸς καὶ αὐτεξούσιος γενόμενος, εἰκότως τὴν τῶν ἐπιγείων ἀρχὴν ἐνεχειρίζετο ὑπὸ τοῦ κοινοῦ τῶν ἁπάντων Δημιουργοῦ τε καὶ Δεσπότου.

Ο Δημιουργός έπλασε τον άνθρωπο άνδρα στο φύλο· του μετάδωσε τη δική του θεία χάρη και τον έφερε σε κοινωνία μαζί του μέσω αυτής. Για τον λόγο αυτό, ως κυρίαρχος, έδωσε με προφητικό χάρισμα τα ονόματα των ζώων, τα οποία του δόθηκαν για να τον υπηρετούν. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός τον έπλασε κατ᾿ εικόνα του, να είναι λογικός, πνευματικός και αυτεξούσιος, δικαιολογημένα πήρε στα χέρια του από τον Δημιουργό και Κύριο όλων την εξουσία σε όλη την κτίση.

Εἰδὼς δὲ ὁ προγνώστης Θεός, ὡς ἐν παραβάσει γενήσεται καὶ τῇ φθορᾷ ὑποπεσεῖται, ἐποίησεν ἐξ αὐτοῦ τὸ θῆλυ, «βοηθὸν αὐτῷ κατ᾿ αὐτόν»· βοηθὸν δὲ πρὸς τὴν διὰ γεννήσεως μετὰ τὴν παράβασιν τοῦ γένους ἐκ διαδοχῆς σύστασιν. Ἡ γὰρ πρώτη πλάσις γένεσις λέγεται καὶ οὐ γέννησις· γένεσις μὲν γάρ ἐστιν ἡ ἐκ Θεοῦ πρώτη πλάσις, γέννησις δὲ ἡ ἐκ καταδίκης τοῦ θανάτου διὰ τὴν παράβασιν ἐξ ἀλλήλων διαδοχή.

Επειδή όμως ο προγνώστης Θεός γνώριζε ότι ο άνδρας θα γίνει παραβάτης και θα πέσει στη φθορά, δημιούργησε απ᾿ αυτόν τη γυναίκα, «πλάσμα όμοιο και βοηθό του»· βοηθό μάλιστα ώστε, μετά την παράβαση, με τη γέννηση να γίνεται η αναπαραγωγή του ανθρώπινου γένους. Διότι η αρχική πλάση λέγεται δημιουργία και όχι γέννηση· δημιουργία δηλαδή είναι η αρχική πλάση, ενώ γέννηση η διαδοχή του γένους που προήλθε μετά την καταδίκη σε θάνατο εξαιτίας της παραβάσεως.

Τοῦτον ἔθετο ἐν τῷ παραδείσῳ τῷ τε νοητῷ καὶ τῷ αἰσθητῷ· ἐν μὲν γὰρ τῷ αἰσθητῷ ἐπὶ γῆς σωματικῶς διαιτώμενος ψυχικῶς τοῖς ἀγγέλοις συνανεστρέφετο θείας γεωργῶν ἐννοίας καὶ ταύταις τρεφόμενος, γυμνὸς τῇ ἁπλότητι καὶ ἀτέχνῳ ζωῇ πρὸς μόνον τὸν Δημιουργὸν διὰ τῶν κτισμάτων ἐναγόμενος καὶ τῇ αὐτοῦ θεωρίᾳ ἐνηδυνόμενός τε καὶ εὐφραινόμενος.

(Ο Θεός) τοποθέτησε τον άνθρωπο σε νοητό και αισθητό παράδεισο· διότι, αν και ζούσε σωματικά μέσα σε αισθητό επίγειο παράδεισο, συναναστρεφόταν ψυχικά με τους αγγέλους, καλλιεργώντας θεία νοήματα και τρεφόμενος απ᾿ αυτά· ήταν γυμνός, ζώντας απλή και ανεπιτήδευτη ζωή, και ανυψωνόταν μέσω των δημιουργημάτων μόνο προς τον Δημιουργό· αισθανόταν ευχαρίστηση και χαρά με τη θεωρία του Θεού.

Ἐπειδὴ τοίνυν αὐτὸν αὐτεξουσίῳ θελήματι φυσικῶς κατεκόσμησε, δίδωσι νόμον αὐτῷ μὴ γεύσασθαι τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως. Περὶ οὗ ξύλου αὐταρκῶς ἐν τῷ περὶ παραδείσου κεφαλαίῳ κατά γε τὴν ἡμετέραν εἰρήκαμεν δύναμιν. Ταύτην τὴν ἐντολὴν αὐτῷ δίδωσιν ἐπαγγειλάμενος, ὡς, εἰ μὲν φυλάξοι τὸ τῆς ψυχῆς ἀξίωμα τῷ λόγῳ τὴν νίκην διδούς, ἐπιγινώσκων τὸν κτίσαντα καὶ τούτου φυλάττων τὸ πρόσταγμα, τῆς ἀιδίου μεθέξει μακαριότητος καὶ ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα κρείττων θανάτου γενόμενος. Εἰ δέ γε τὴν ψυχὴν ὑποτάξει τῷ σώματι καὶ τὰ τοῦ σώματος προτιμήσει τερπνὰ, τὴν οἰκείαν τιμὴν ἀγνοήσας καὶ τοῖς ἀνοήτοις παρεικασθεὶς κτήνεσι, τοῦ πεποιηκότος τὴν ζεύγλην ἀποσεισάμενος καὶ τὸ θεῖον αὐτοῦ παριδὼν ἐπίταγμα, θανάτῳ ἔσται ὑπεύθυνος καὶ φθορᾷ καὶ πόνῳ καθυποβληθήσεται τὸν ταλαίπωρον ἕλκων βίον.

Αφού, λοιπόν, στόλισε τη φύση του (του ανθρώπου) με το αυτεξούσιο θέλημα, του έδωσε εντολή να μη φάει από το δένδρο της γνώσεως. Γι᾿ αυτό το δένδρο έχουμε πει αρκετά – όσα μπορούσαμε – στο κεφάλαιο σχετικά με τον Παράδεισο. Αυτή την εντολή έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο, με την υπόσχεση ότι, εάν διαφυλάξει την αξία της ψυχής, χαρίζοντας τη νίκη στο λογικό, το οποίο θα αναγνωρίζει τον Δημιουργό και θα τηρεί την εντολή του, τότε θα γίνει μέτοχος της αιώνιας μακαριότητας και θα ζει αιώνια, διότι θα φανεί ανώτερος από τον θάνατο. Εάν όμως υποδουλώσει την ψυχή στο σώμα και προτιμήσει τις σωματικές απολαύσεις, λησμονώντας την προσωπική του αξία και εξομοιούμενος με τα άλογα ζώα, επειδή έδιωξε από πάνω του τη χάρη του Δημιουργού και αρνήθηκε να τηρήσει τη θεία εντολή του, τότε θα είναι υπόλογος σε θάνατο και θα δοκιμάσει τη φθορά και τον πόνο, ζώντας άθλια ζωή.

Οὐ γὰρ ἦν λυσιτελὲς ἀπείραστον ἔτι τυγχάνοντα καὶ ἀδόκιμον τῆς ἀφθαρσίας τυχεῖν, ἵνα μὴ εἰς τῦφον ἐμπέσῃ καὶ κρῖμα τοῦ Διαβόλου. Ἐκεῖνος γάρ διὰ τὸ ἄφθαρτον μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως ἔκπτωσιν τὴν ἐν τῷ κακῷ ἀμεταμέλητον ἔσχε καὶ ἄτρεπτον παγιότητα, ὥσπερ αὖ πάλιν καὶ οἱ ἄγγελοι, μετὰ τὴν ἐκ προαιρέσεως τῆς ἀρετῆς ἐκλογὴν, τὴν ἐν τῷ καλῷ διὰ τῆς χάριτος ἀμετακίνητον ἵδρυσιν.

Διότι δεν ήταν ωφέλιμο να γίνει αθάνατος χωρίς πειρασμούς και δοκιμασία, για να μην υπερηφανευθεί και πέσει σε πτώση ανάλογη με του Διαβόλου. Εκείνος δηλαδή, επειδή ήταν άφθαρτος, μετά τη θεληματική πτώση του, απόκτησε την αμετανόητη και μόνιμη παγίωσή του στο κακό· όπως, επίσης, από την άλλη πλευρά οι άγγελοι, μετά την εκούσια επιλογή της αρετής από μέρους τους, απόκτησαν με τη χάρη την αμετακίνητη διαμονή τους στο καλό.

Ἔδει τοίνυν πρότερον δοκιμασθέντα τὸν ἄνθρωπον – ἀνήρ γάρ ἀπείραστος καί ἀδόκιμος, οὐδενός λόγου ἄξιος – καὶ τῇ πείρᾳ διὰ τῆς τηρήσεως τῆς ἐντολῆς τελειωθέντα, οὕτω τὴν ἀφθαρσίαν ἀρετῆς κομίσασθαι ἔπαθλον· μέσος γὰρ Θεοῦ καὶ ὕλης γενόμενος, διὰ μὲν τῆς τηρήσεως τῆς ἐντολῆς μετὰ τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πρὸς τὰ ὄντα φυσικῆς σχέσεως, ἑνωθεὶς τῷ Θεῷ καθ᾿ ἕξιν, τὴν περὶ τὸ καλὸν παγιότητα λαμβάνειν ἀμετακίνητον ἔμελλε, διὰ δὲ τῆς παραβάσεως πρὸς τὴν ὕλην μᾶλλον κινηθεὶς καὶ τῆς αὐτοῦ αἰτίας, τοῦ Θεοῦ φημι, ἀποσπάσας τὸν νοῦν, τῇ φθορᾷ προσοικειοῦσθαι, καὶ παθητὸς ἀντὶ ἀπαθοῦς καὶ θνητὸς ἀντὶ ἀθανάτου γίνεσθαι καὶ συνδυασμοῦ καὶ ῥευστῆς γεννήσεως ἐπιδέεσθαι καὶ τῇ ἐφέσει τῆς ζωῆς τῶν μὲν ἡδέων, ὡς δῆθεν ταύτην συνιστώντων ἀντέχεσθαι, πρὸς δὲ τοὺς τούτων προμηθουμένους τὴν στέρησιν ἀδεῶς ἀπεχθάνεσθαι· καὶ τὴν μὲν ἔφεσιν ἐκ Θεοῦ πρὸς τὴν ὕλην, τὸν δὲ θυμὸν ἐκ τοῦ τῆς σωτηρίας ὄντως ἐχθροῦ μεταφέρειν πρὸς τὸ ὁμόφυλον. Φθόνῳ τοίνυν Διαβόλου ἡττήθη ὁ ἄνθρωπος· οὐ γὰρ ἔφερεν ὁ φθονερὸς καὶ μισόκαλος δαίμων αὐτὸς διὰ τὴν ἔπαρσιν κάτω γενόμενος ἡμᾶς τῶν ἄνω τυχεῖν, ὅθεν καὶ θεότητος ἐλπίδι ὁ ψεύστης δελεάζει τὸν ἄθλιον καὶ πρὸς τὸ ἴδιον τῆς ἐπάρσεως ὕψος ἀναγαγὼν, πρὸς τὸ ὅμοιον καταφέρει τῆς πτώσεως βάραθρον.

Έπρεπε, λοιπόν, αφού πρώτα δοκιμασθεί ο άνθρωπος – διότι άνθρωπος χωρίς πειρασμό και δοκιμασία δεν έχει καμμιά αξία – και αφού φθάσει στην τελειότητα με την εμπειρία της τηρήσεως της εντολής, ν᾿ αποκομίσει μ᾿ αυτό τον τρόπο την αρετή ως βραβείο της αρετής. Καθώς, λοιπόν, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε ενδιάμεσος μεταξύ Θεού και ύλης, αφού ενωθεί με τον Θεό χάρη στη συνήθεια που πήρε να τηρεί την εντολή Του και μετά την απαλλαγή από τον φυσικό δεσμό με τα υλικά πράγματα, επρόκειτο να αποκτήσει μόνιμη τη σταθερότητα στο καλό. Αντίθετα με την παράβαση, αφού ο άνθρωπος στράφηκε περισσότερο προς τα υλικά και απομάκρυνε το νου του από τον δημιουργό του Θεό, επρόκειτο να εξοικειωθεί με τη φθορά και να καταντήσει από απαθής παθητός και από αθάνατος θνητός· να έχει επίσης ανάγκη από συνεύρεση και σπερματική γέννηση και από πόθο για τη ζωή να προσκολλάται στις απολαύσεις, επειδή τάχα αυτές τη συνθέτουν· και να αισθάνεται μεγάλη αποστροφή σε όσους προσπαθούν να του στερήσουν τις απολαύσεις· και έστρεψε την επιθυμία του από τον Θεό προς την ύλη και τον θυμό του από τον πραγματικό εχθρό της σωτηρίας του προς τους συνανθρώπους του. Ο άνθρωπος, λοιπόν, νικήθηκε από φθόνο του Διαβόλου· ο φθονερός και μισόκαλος δαίμονας δεν άντεχε να πετύχουμε εμείς την ουράνια βασιλεία, ενώ ο ίδιος έπεσε από υπερηφάνεια· γι᾿ αυτό ο ψεύτης με δόλωμα την ισοθεΐα πέτυχε να παρασύρει το δυστυχή άνθρωπο και, αφού τον ανέβασε στο ύψος της δικής υπερηφάνειας, τον γκρέμισε στο δικό του βάραθρο της πτώσεως.

 

Κεφάλαιο 45

Περὶ τῆς θείας οἰκονομίας καὶ περὶ τῆς δι᾿ ἡμᾶς κηδεμονίας καὶ τῆς ἡμῶν σωτηρίας
(Για τη θεία οικονομία και για τη φροντίδα του για μας και τη σωτηρία μας)

Ταύτῃ τοίνυν τῇ προσβολῇ τοῦ ἀρχεκάκου δαίμονος δελεασθέντα τὸν ἄνθρωπον καὶ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ἐντολὴν οὐ φυλάξαντα καὶ γυμνωθέντα τῆς χάριτος καὶ τὴν πρὸς Θεὸν παρρησίαν ἀπεκδυσάμενον καὶ σκεπασθέντα τῇ τοῦ μοχθηροῦ βίου τραχύτητι – τοῦτο γὰρ τὰ φύλλα τῆς συκῆς – καὶ περιβληθέντα τὴν νέκρωσιν, ἤτοι τὴν θνητότητα καὶ παχύτητα τῆς σαρκός – τοῦτο γὰρ ἡ τῶν νεκρῶν δερμάτων ἀμφίασις – καὶ τοῦ παραδείσου κατὰ τὴν τοῦ Θεοῦ δικαιοκρισίαν γεγονότα ἐξόριστον καὶ θανάτῳ κατάκριτον καὶ φθορᾷ ὑποχείριον, οὐ παρεῖδεν ὁ συμπαθής, ὁ τὸ εἶναι δοὺς καὶ τὸ εὖ εἶναι χαρισάμενος, ἀλλὰ πολλοῖς πρότερον παιδαγωγήσας καὶ πρὸς ἐπιστροφὴν καλέσας στόνῳ καὶ τρόμῳ, ὕδατος κατακλυσμῷ καὶ παντὸς τοῦ γένους μικροῦ δεῖν πανωλεθρίᾳ, συγχύσει καὶ διαιρέσει γλωσσῶν, ἀγγέλων ἐπιστασίᾳ, πόλεων ἐμπρησμῷ, τυπικαῖς θεοφανείαις, πολέμοις, νίκαις, ἥτταις, σημείοις καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι, νόμῳ, προφήταις, δι᾿ ὧν τὸ σπουδαζόμενον ἦν ἡ τῆς ἁμαρτίας ἀναίρεσις, πολυσχεδῶς χεθείσης καὶ καταδουλωσαμένης τὸν ἄνθρωπον καὶ πᾶν εἶδος κακίας ἐπισωρευσάσης τῷ βίῳ καὶ ἡ πρὸς τὸ εὖ εἶναι τοῦ ἀνθρώπου ἐπάνοδος.

Επειδή, λοιπόν, εξαιτίας αυτής της προσβολής του αρχηγού της κακίας δαίμονα, εξαπατήθηκε ο άνθρωπος και δεν φύλαξε την εντολή του Δημιουργού, απογυμνώθηκε από τη χάρη και την παρρησία που είχε από τον Θεό και σκέπασε τη γύμνια του με τη σκληρότητα της άθλιας ζωής του – διότι αυτό σημαίνουν τα φύλλα της συκιάς – περιτυλίχθηκε τη νεκρότητα, δηλαδή τη θνητότητα και την υλοφροσύνη της σάρκας – διότι αυτό δείχνει η ένδυση των δερμάτινων χιτώνων – εξορίστηκε από τον παράδεισο σύμφωνα με τη δίκαιη κρίση του Θεού· καταδικάστηκε σε θάνατο και τον υποδούλωσε στη φθορά. Παρ᾿ όλα αυτά, ο εύσπλαγχνος Θεός, που μας έπλασε και μας έδωσε τη χάρη του, δεν έμεινε αδιάφορος, αλλά αφού πρώτα με πολλούς τρόπους μας παιδαγώγησε και μας κάλεσε να μετανοήσουμε με στεναγμούς και τρόμους, με τον κατακλυσμό και την παρ᾿ ολίγο εξολόθρευση όλου του ανθρωπίνου γένους, με τη σύγχυση και διαίρεση των γλωσσών, με εμφανίσεις αγγέλων, με εμπρησμό των πόλεων, με εικονικές φανερώσεις του Θεού, με πολέμους, με νίκες, με ήττες, με θαυμαστά σημεία και πολλά θαύματα, με το Νόμο, με τους προφήτες, που το κήρυγμά τους είχε σκοπό την κατάργηση της αμαρτίας, η οποία με πολλές διακλαδώσεις απλώθηκε και υποδούλωσε τον άνθρωπο και συσσώρευσε στη ζωή του κάθε είδος κακίας· με το κήρυγμα των προφητών που είχε σκοπό επίσης την επάνοδο του ανθρώπου στη θεία ζωή.

Ἐπειδὴ δι᾿ ἁμαρτίας ὁ θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν, ὥσπερ τι θηρίον ἄγριον καὶ ἀνήμερον τὸν ἀνθρώπινον λυμαινόμενος βίον, ἔδει δὲ τὸν λυτροῦσθαι μέλλοντα ἀναμάρτητον εἶναι καὶ μὴ τῷ θανάτῳ διὰ τῆς ἁμαρτίας ὑπεύθυνον, ἔτι δὲ νευρωθῆναι καὶ ἀνακαινισθῆναι τὴν φύσιν καὶ ἔργῳ παιδαγωγηθῆναι καὶ διδαχθῆναι ἀρετῆς ὁδόν, τῆς μὲν φθορᾶς ἀπάγουσαν, πρὸς δὲ τὴν ζωὴν ποδηγοῦσαν τὴν αἰώνιον.

Επειδή, δηλαδή, ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο εξαιτίας της αμαρτίας και κατατρώει την ανθρώπινη ζωή σαν κάποιο άγριο και ανήμερο θηρίο, έπρεπε αυτός που επρόκειτο να την λυτρώσει να είναι αναμάρτητος και όχι υπόλογος στον θάνατο εξαιτίας της αμαρτίας· έπρεπε ακόμη η ανθρώπινη φύση να ενισχυθεί και ανανεωθεί, να παιδαγωγηθεί με πράξεις και να διδαχθεί τον δρόμο της αρετής που δεν οδηγεί στην καταστροφή, αλλά στην αιώνια ζωή.

Τέλος τὸ μέγα περὶ αὐτὸν τῆς φιλανθρωπίας ἐνδείκνυται πέλαγος· αὐτὸς γὰρ ὁ Δημιουργός τε καὶ Κύριος τὴν ὑπὲρ τοῦ οἰκείου πλάσματος ἀναδέχεται πάλην καὶ ἔργῳ διδάσκαλος γίνεται· καὶ ἐπειδὴ θεότητος ἐλπίδι ὁ ἐχθρὸς δελεάζει τὸν ἄνθρωπον, σαρκὸς προβλήματι δελεάζεται καὶ δείκνυται ἅμα τὸ ἀγαθὸν καὶ τὸ σοφόν, τὸ δίκαιόν τε καὶ τὸ δυνατὸν τοῦ Θεοῦ· τὸ μὲν ἀγαθόν, ὅτι οὐ παρεῖδε τοῦ οἰκείου πλάσματος τὴν ἀσθένειαν, ἀλλ᾿ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῷ πεσόντι καὶ χεῖρα ὤρεξε· τὸ δέ δίκαιον, ὅτι ἀνθρώπου ἡττηθέντος, οὐχ ἕτερον ποιεῖ νικῆσαι τὸν τύραννον, οὐδὲ βίᾳ ἐξαρπάζει τοῦ θανάτου τὸν ἄνθρωπον, ἀλλ᾿ ὃν πάλαι διὰ τῆς ἁμαρτίας καταδουλοῦται ὁ θάνατος, τοῦτον ὁ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος νικητὴν πάλιν πεποίηκε καὶ τῷ ὁμοίῳ τὸν ὅμοιον ἀνεσώσατο, ὅπερ ἄπορον ἦν· τὸ δὲ σοφόν, ὅτι εὗρε τοῦ ἀπόρου λύσιν εὐπρεπεστάτην· εὐδοκίᾳ γὰρ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς, ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ὁ ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ προαιώνιος, ὁ ἄναρχος, ὁ ἐν ἀρχῇ ὢν καὶ πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα ὢν καὶ Θεὸς ὤν, ὁ ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων κλίνας οὐρανοὺς κατέρχεται, τουτέστιν, τὸ ἀταπείνωτον αὐτοῦ ὕψος ἀταπεινώτως ταπεινώσας συγκαταβαίνει τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις συγκατάβασιν ἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτον – τοῦτο γὰρ δηλοῖ ἡ κατάβασις – καὶ Θεὸς ὢν τέλειος ἄνθρωπος τέλειος γίνεται καὶ ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον, δι᾿ οὗ ἡ ἄπειρος τοῦ Θεοῦ ἐμφανίζεται δύναμις.

Τέλος, ο Θεός φανερώνει το μεγάλο πέλαγος της αγάπης του για τον άνθρωπο. Διότι ο ίδιος ο Δημιουργός και Κύριος παίρνει πάνω του τον αγώνα για το αγαπημένο του πλάσμα και γίνεται στην πράξη δάσκαλος. Και επειδή ο εχθρός με την ελπίδα της ισοθεΐας ξεγέλασε τον άνθρωπο, τώρα ο ίδιος ξεγελιέται από το προκάλυμμα της σάρκας. Ταυτόχρονα αποδείχνεται η αγαθότητα, η σοφία, η δικαιοσύνη και η δύναμη του Θεού. Η αγαθότητά του, διότι δεν αδιαφόρησε για την αδυναμία του πλάσματός του, αλλά το σπλαχνίστηκε, όταν έπεσε, και του άπλωσε το χέρι. Η δικαιοσύνη του, διότι ενώ ο άνθρωπος νικήθηκε, δεν φέρνει άλλον να νικήσει τον δυνάστη (διάβολο) ούτε με βία γλυτώνει τον άνθρωπο από τον θάνατο, αλλά τον ίδιο τον άνθρωπο, που ο θάνατος λόγω της αμαρτίας υπόταξε, αυτόν ο αγαθός και δίκαιος (Θεός) τον αναδείχνει πάλι νικητή και σώζει το όμοιο με το όμοιο, πράγμα που ήταν αδύνατο· η σοφία του φαίνεται, διότι βρήκε αξιοπρεπή λύση για κάτι αδύνατο. Διότι, με την καλή θέληση του Θεού Πατέρα, ο μονογενής του Υιός και Θεός Λόγος, που είναι στον τόπο του Θεού Πατέρα και είναι ομοούσιος με τον Πατέρα και το ΄Αγιο Πνεύμα, ο προαιώνιος και άναρχος, όντας εξαρχής με τον Θεό Πατέρα και Θεός ο ίδιος, έχοντας τη θεϊκή φύση, έκλινε τους ουρανούς και κατέβηκε κάτω στη γη· ταπείνωσε, δηλαδή, το αταπείνωτο ύψος του χωρίς να χάσει τη δόξα του και συγκαταβαίνει με ανέκφραστη και ακατάληπτη συγκατάβαση στους δούλους του – διότι αυτό δείχνει η κατάβασή του – όντας τέλειος Θεός γίνεται τέλειος άνθρωπος και πραγματοποιεί το πιο πρωτάκουστο απ᾿ όλα τα καινοφανή, το μοναδικό καινούργιο κάτω από τον ήλιο, με το οποίο φανερώνεται η άπειρη δύναμη του Θεού.

Τί γὰρ μεῖζον τοῦ γενέσθαι τὸν Θεὸν ἄνθρωπον; Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἀτρέπτως ἐγένετο ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Ἁγίας Ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου, καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων χρηματίζει ὁ μόνος φιλάνθρωπος, οὐκ ἐκ θελήματος ἢ ἐπιθυμίας ἢ συναφείας ἀνδρὸς ἢ γεννήσεως ἐνηδόνου ἐν τῇ ἀχράντῳ μήτρᾳ τῆς Παρθένου συλληφθείς, ἀλλ᾿ ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ τῆς πρώτης τοῦ Ἀδὰμ γενέσεως· καὶ γίνεται ὑπήκοος τῷ Πατρὶ τῷ καθ᾿ ἡμᾶς καὶ ἐξ ἡμῶν προσλήμματι τὴν ἡμετέραν παρακοὴν ἰώμενος καὶ ὑπογραμμὸς ἡμῖν ὑπακοῆς γινόμενος, ἧς ἐκτὸς οὐκ ἔστι σωτηρίας τυχεῖν.

Διότι, τί μεγαλύτερο υπάρχει από το να γίνει ο Θεός άνθρωπος; Και ο Λόγος, χωρίς να μεταβληθεί η θεία φύση του, σαρκώθηκε από ΄Αγιο Πνεύμα και τη Μαρία, την αγία και αειπάρθενο Θεοτόκο· ο μόνος φιλάνθρωπος γίνεται μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Συλλήφθηκε μέσα στην άχραντη μήτρα της Παρθένου όχι με το θέλημα, την επιθυμία, τη σχέση με άνδρα και τη γέννηση που είναι καρπός ηδονής, αλλά από το ΄Αγιο Πνεύμα και με τον τρόπο της αρχικής δημιουργίας του Αδάμ. Κάνει υπακοή στον Πατέρα θεραπεύοντας τη δική μας παρακοή με το ανθρώπινο σώμα που πήρε από μας, με το να γίνει σε μας τύπος υπακοής, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατόν να επιτύχουμε τη σωτηρία.

 

Κεφάλαιο 46

Περὶ τοῦ τρόπου τῆς συλλήψεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τῆς θείας αὐτοῦ σαρκώσεως
(Για τον τρόπο της συλλήψεως του Θεού Λόγου και τη θεία σάρκωση)

Ἄγγελος γὰρ Κυρίου ἀπεστάλη πρὸς τὴν Ἁγίαν Παρθένον, ἐκ δαυιτικοῦ φύλου καταγομένην· «πρόδηλον γὰρ ὡς ἐξ Ἰούδα ἀνατέταλκεν ὁ Κύριος ἡμῶν», «ἐξ ἧς φυλῆς οὐδεὶς προσέσχηκε τῷ θυσιαστηρίῳ», ὡς ὁ θεῖος ἔφη ἀπόστολος, περὶ οὗ ὕστερον ἐροῦμεν ἀκριβέστερον, ἥν εὐαγγελιζόμενος ἔλεγε· «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ. Ἡ δὲ διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ» καί φησι πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος· «Μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ Κυρίῳ καὶ τέξῃ Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν. Αὐτὸς γὰρ σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Ὅθεν καί τὸ «Ἰησοῦς» σωτὴρ ἑρμηνεύεται. Τῆς δὲ διαπορούσης· «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;», πάλιν φησὶ πρὸς αὐτὴν ὁ ἄγγελος· «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις Ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι. Διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἐκ σοῦ ἅγιον κληθήσεται, Υἱὸς Θεοῦ». Ἡ δὲ πρὸς αὐτόν· «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».

΄Αγγελος Κυρίου στάλθηκε στην αγία Παρθένο, η οποία καταγόταν από τη γενιά του Δαβίδ. Όπως το είπε ο θείος Απόστολος: «Είναι φανερό ότι ο Κύριός μας προήλθε από τη φυλή του Ιούδα, από την οποία κανείς δεν είχε πλησιάσει στο θυσιαστήριο»· γι᾿ αυτό θα μιλήσουμε στη συνέχεια με λεπτομέρειες. Σ᾿ αυτήν ο άγγελος έφερε τη χαρμόσυνη είδηση λέγοντας: «Να χαίρεσαι εσύ που είσαι η πιο χαριτωμένη· ο Κύριος είναι μαζί σου. Εκείνη όμως τρόμαξε στα λόγια του», και της είπε ο άγγελος: «Μη φοβάσαι, Μαρία· διότι ο Θεός σε χαρίτωσε και θα γεννήσεις παιδί που θα το ονομάσεις Ιησού. Διότι αυτός θα σώσει τον λαό του από τις αμαρτίες τους». Γι᾿ αυτό, το όνομα «Ιησούς» σημαίνει σωτήρας. Και ενώ εκείνη απορούσε, «πώς θα γίνει αυτό, αφού δεν είμαι παντρεμένη», της είπε πάλι ο άγγελος: «θα σε επισκεφθεί το ΄Αγιο Πνεύμα και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σ᾿ επισκιάσει. Γι᾿ αυτό και το παιδί που θα γεννηθεί από σένα θα είναι εξαγιασμένο, ο Υιός του Θεού». Τότε εκείνη συγκατατέθηκε: «Να, είμαι πρόθυμη δούλη του Κυρίου· ας γίνει σύμφωνα με την εντολή σου».

Μετὰ οὖν τὴν συγκατάθεσιν τῆς Ἁγίας Παρθένου Πνεῦμα Ἅγιον ἐπῆλθεν ἐπ᾿ αὐτὴν κατὰ τὸν τοῦ Κυρίου λόγον, ὃν εἶπεν ὁ ἄγγελος, καθαῖρον αὐτὴν καὶ δύναμιν δεκτικὴν τῆς τοῦ Λόγου θεότητος παρέχον, ἅμα δὲ καὶ γεννητικήν. Καὶ τότε ἐπεσκίασεν ἐπ᾿ αὐτὴν ἡ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου ἐνυπόστατος σοφία καὶ δύναμις, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁ τῷ Πατρὶ ὁμοούσιος, οἱονεὶ θεῖος σπόρος, καὶ συνέπηξεν ἑαυτῷ ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ καθαρωτάτων αὐτῆς αἱμάτων σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ, ἀπαρχὴν τοῦ ἡμετέρου φυράματος, οὐ σπερματικῶς ἀλλὰ δημιουργικῶς διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὐ ταῖς κατὰ μικρὸν προσθήκαις ἀπαρτιζομένου τοῦ σχήματος, ἀλλ᾿ ὑφ᾿ ἓν τελειωθέντος, αὐτὸς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος χρηματίσας τῇ σαρκὶ ὑπόστασις· οὐ γὰρ προϋποστάσῃ καθ᾿ ἑαυτὴν σαρκὶ ἡνώθη ὁ θεῖος Λόγος, ἀλλ᾿ ἐνοικήσας τῇ γαστρὶ τῆς Ἁγίας Παρθένου ἀπεριγράπτως ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὑποστάσει ἐκ τῶν ἁγνῶν τῆς Ἀειπαρθένου αἱμάτων σάρκα ἐψυχωμένην ψυχῇ λογικῇ τε καὶ νοερᾷ ὑπεστήσατο ἀπαρχὴν προσλαβόμενος τοῦ ἀνθρωπίνου φυράματος, αὐτὸς ὁ Λόγος γενόμενος τῇ σαρκὶ ὑπόστασις.

Μετά τη συγκατάθεση της αγίας Παρθένου, το ΄Αγιο Πνεύμα ήλθε σ᾿ αυτήν, σύμφωνα με την υπόσχεση του Κυρίου που μετέφερε ο άγγελος· την καθάρισε και την ενίσχυσε με δύναμη ώστε να δεχθεί και να γεννήσει τον Θεό Λόγο. Τότε έπεσε πάνω της σαν σκιά η ενυπόστατη σοφία και η δύναμη του Ύψιστου Θεού, ο Υιός του Θεού, που είναι ομοούσιος με τον Πατέρα· έπεσε σαν θείος σπόρος, και δημιούργησε για τον εαυτό του από το αγνό και καθαρό σώμα της σάρκα με ψυχή λογική και νοερή· πήρε ό,τι πιο εκλεκτό από τη δική μας ανθρώπινη φύτρα, όχι με σπέρμα αλλά με δημιουργία από την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος· δεν σχημάτισε το σώμα λίγο λίγο με τμηματικές προσθήκες, αλλά ολοκληρωμένο με τη μία, επειδή ο ίδιος ο Θεός Λόγος αποτελεί την υπόσταση και της σάρκας. Ο Θεός Λόγος, δηλαδή, δεν ενώθηκε με μία σάρκα η οποία έγινε πρώτα ξεχωριστή υπόσταση, αλλά, αφού ενοίκησε στη γαστέρα της αγίας Παρθένου, με απερίγραπτο τρόπο σχημάτισε μέσα στη δική του υπόσταση, από το αγνό σώμα της Παρθένου, σώμα με ψυχή λογική και νοερή. Έτσι, ο ίδιος ο Λόγος παίρνοντας ό,τι πιο εκλεκτό από το δικό μας ανθρώπινο φύραμα, έγινε υπόσταση με σάρκα.

Ὥστε ἅμα σάρξ, ἅμα Θεοῦ Λόγου σάρξ, ἅμα σὰρξ ἔμψυχος λογική τε καὶ νοερά, ἅμα Θεοῦ Λόγου σὰρξ ἔμψυχος λογική τε καὶ νοερά. Διὸ οὐκ ἄνθρωπον ἀποθεωθέντα λέγομεν, ἀλλὰ Θεὸν ἐνανθρωπήσαντα· ὢν γὰρ φύσει τέλειος Θεὸς, γέγονε φύσει τέλειος ἄνθρωπος ὁ αὐτὸς, οὐ τραπεὶς τὴν φύσιν, οὐδὲ φαντάσας τὴν οἰκονομίαν, ἀλλὰ τῇ ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου ληφθείσῃ λογικῶς τε καὶ νοερῶς ἐψυχωμένῃ σαρκὶ καὶ ἐν αὐτῷ τὸ εἶναι λαχούσῃ ἑνωθεὶς καθ᾿ ὑπόστασιν ἀσυγχύτως καὶ ἀναλλοιώτως καὶ ἀδιαιρέτως, μὴ μεταβαλὼν τὴν τῆς θεότητος αὐτοῦ φύσιν εἰς τὴν τῆς σαρκὸς οὐσίαν, μήτε τὴν οὐσίαν τῆς σαρκὸς αὐτοῦ εἰς τὴν φύσιν τῆς αὐτοῦ θεότητος οὐδὲ ἐκ τῆς θείας αὐτοῦ φύσεως καί, ἧς προσελάβετο ἀνθρωπίνης φύσεως, μίαν φύσιν ἀποτελέσας σύνθετον.

Επομένως, είναι ταυτόχρονα και ανθρώπινη σάρκα και σάρκα του Θεού Λόγου· συγχρόνως και ανθρώπινη έμψυχη λογική και νοερή σάρκα και σάρκα έμψυχη λογική και νοερή του Θεού Λόγου. Γι᾿ αυτό και δεν λέμε ότι ο άνθρωπος έγινε Θεός, αλλά ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος· όντας στη φύση του τέλειος Θεός, έγινε ο ίδιος τέλειος άνθρωπος στη φύση, χωρίς ν᾿ αλλάξει στη φύση του, και χωρίς να μείνει ως φαντασία το σχέδιο της θείας οικονομίας. Αλλά ενώθηκε υποστατικά χωρίς σύγχυση, χωρίς μεταβολή και χωρίς διαίρεση, με τη σάρκα που πήρε από την αγία Παρθένο και η οποία έχει λογική και νοερή ψυχή· δεν μετάβαλε τη φύση της θεότητός του σε φύση της σαρκός του ούτε τη φύση της σαρκός του σε θεία φύση, και χωρίς η θεία του φύση και η ανθρώπινη φύση, την οποία προσέλαβε, ν᾿ αποτελέσουν μία σύνθετη φύση.

 

[ΜΕΡΟΣ 8]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας