Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΤΟ ΥΨΗΛΟ ΣΤΗΝ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΤΕΧΝΗ

 

Είναι δυστυχώς γεγονός ότι η βυζαντινή τέχνη έχει παραγνωριστεί σε μεγάλο βαθμό, κυρίως για λόγους ιστορικούς και εκπαιδευτικούς. Οι ιστορικοί λόγοι εδράζονται στο υφιστάμενο «μένος» της δυτικής «Εκκλησίας» προς την ανατολική Εκκλησία, που την ωθεί να υποβαθμίζει και να απαξιώνει, αν όχι να απορρίπτει συλλήβδην, ό,τι σχετίζεται με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Οι εκπαιδευτικοί λόγοι οφείλονται στη μειωμένη και μονομερή δυτική παιδεία του σύγχρονου ανθρώπου, που δεν του επιτρέπει να αντιληφθεί το μεγαλείο της βυζαντινής τέχνης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απογοήτευση που γεννάται στα μάτια του σύγχρονου επισκέπτη από τη θέαση ενός μικρού περίτεχνου βυζαντινού ναού, δουλεμένου με φτωχά υλικά, επενδυμένου με αντίστοιχης αξίας διακόσμηση, με παραμελημένη την ακρίβεια της εφαρμογής και της γεωμετρικής κανονικότητας των μορφών. Δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί εσωτερικά τη μοναδική ομορφιά ενός τέτοιου μνημείου.

Για την καλύτερη κατανόηση του μεγαλείου της βυζαντινής τέχνης και συγκεκριμένα της βυζαντινής ναοδομίας είναι αναγκαία η διασαφήνιση δύο θεμελιωδών όρων της Τέχνης, είναι αναγκαία η διάκριση μεταξύ του Ωραίου και του Υψηλού.

Υπέρτατος στόχος των κλασσικών αρχιτεκτόνων της αρχαιότητος, που αποτέλεσαν και πρότυπα της δυτικής τέχνης, αποτέλεσε η προβολή του Ωραίου. Η επίτευξη του Ωραίου επιτυγχάνεται με την χρήση του μέτρου, με το περιεχόμενο και τη μορφή του έργου υποχρεωτικά να βρίσκονται σε πλήρη αρμονία. Συντηρείται, δηλαδή, επιμελώς μια ιδανική, στατική όμως, ισορροπία. Χαρακτηριστικά παραδείγματα απεικονίσεως του Ωραίου αποτελούν οι αρχαίοι ναοί και αγάλματα.

Στο Ωραίο ο Χριστιανισμός αντιπαρέβαλλε το ιδανικό του Υψηλού.

Η επίτευξη του Υψηλού συνεπάγεται τη βίωση της παρουσίας του Θεού στον κόσμο, τη δημιουργία μιας αισθήσεως πνευματικότητος μέσω της τέχνης.

Όμως και το ιδανικό του Υψηλού διαφοροποιείται μεταξύ της ανατολικής και δυτικής Εκκλησίας. Η τέχνη στην δυτική «Εκκλησία» είναι εξωτερικότερη, υλιστικότερη στην έκφραση, και υποβάλλει το Υψηλό στον θεατή μέσω του όγκου και του επιβλητικού της δυνάμεως. Πολλές φορές κινδυνεύει να καταστεί άμορφη η τέχνη κατ᾿ αυτόν τον τρόπο, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ανέγερση των «τρομακτικών» Γοτθικών ναών. Αντίθετα, η βυζαντινή τέχνη είναι εσωτερικότερη και πνευματικότερη στην έκφραση, ενώ υποβάλλει το Υψηλό με το βάθος και την αξία της πνοής της. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο παραμένει γαλήνια, διατηρώντας τη ζωντάνια της μέσω της χρήσεως του μέτρου στον όγκο και στη δύναμη. Και έτσι εξηγείται πώς η βυζαντινή τέχνη καταφέρνει με μαεστρία να υποβάλλει το Υψηλό μέσα από τη σιωπηλή ένταση, που μελωδεί στα μικροσκοπικά της εκκλησάκια.

Εν ολίγοις, το κύριο στοιχείο του Ωραίου είναι η στατικότητα, ενώ του Υψηλού ο δυναμισμός, που απαιτεί την πνευματικότερη συμμετοχή του επισκέπτη. Παράλληλα, στο Ωραίο πρωτεύει η μορφή, δίνοντας βάση στην εξωτερική μορφή, ενώ το Υψηλό είναι στραμμένο προς τα έσω, όντας μια άρνηση της φαινόμενης αρμονίας του κόσμου, που μας αποκαλύπτει τη Θεότητα μέσα από το άπειρο.

Ειδικότερα στην αρχιτεκτονική, οι βυζαντινοί αρχιμάστορες, αναζητώντας την επίτευξη του Υψηλού μέσα στον πεπερασμένο χώρο του κτίσματος, κινήθηκαν απαράκλητα βάσει των κάτωθι αρχών.

‒ Η μορφή του ναού καθορίζεται αποκλειστικά από τον εσωτερικό του χώρο, που διαμορφώθηκε δια μέσου των αιώνων βάσει των αναγκών του ποιμνίου.

Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι συνολικά η ανάγκη που εξυπηρετούσε ο Χριστιανικός ναός, από τον αντίστοιχο της αρχαιότητος, ήταν εντελώς διαφορετική. Το πλήθος των προσκυνητών της κλασσικής αρχαιότητας παρέμενε εκτός του ναού, καθότι η είσοδος σε αυτόν επιτρεπόταν μόνο στους ιερείς. Αντίθετα, ο ναός των Χριστιανών αποσκοπούσε να «αγκαλιάσει» εσωτερικά όλους τους πιστούς και ως εκ τούτου όφειλε να είναι ευρύχωρος. Με τον καιρό, μάλιστα, απέκτησε μια σταθερή διάταξη (ιερό, κυρίως ναός, πρόναος, κλίτη, υπερώο κ.λπ.), προκειμένου να εξασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή λειτουργικότητα του λατρευτικού χώρου, ενδυόμενος ταυτόχρονα τον απαραίτητο θεολογικό συμβολισμό των μερών του (π.χ. ο τρούλος συμβολίζει τον ουρανό, η σταυρεπίστεγη σκέπαση του ναού θυμίζει το σύμβολο της νίκης του θανάτου κ.λπ.).

Κατά τον τρόπο εργασίας του λοιπόν, ο βυζαντινός αρχιτέκτονας θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τους αγγειοπλάστες, που δουλεύουν τον πηλό από μέσα προς τα έξω.

‒ Απόλυτο μέτρο του ναού είναι ο άνθρωπος.

Οι Βυζαντινοί λοιπόν εισήγαγαν στην αρχιτεκτονική την «ανθρώπινη κλίμακα», όπου όλα τα μέλη του κτίσματος είναι μετρημένα με βάση τις διαστάσεις του ανθρώπου.

Στον βυζαντινό ναό δηλαδή, οι βαθμίδες, οι θύρες, τα κιγκλιδώματα του υπερώου και τα λοιπά μέλη του παραμένουν σε ανθρώπινα μέτρα, ανεξαρτήτως του συνολικού μεγέθους και όγκου του ναού. Αυτή η αρχή τηρείται ευλαβικά τόσο στον μικροσκοπικό ναό της Γοργοεπηκόου στην Αθήνα, όσο στον τεράστιο περικαλλή ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Μεταφέροντας έτσι τα μέτρα της ανθρώπινης κλίμακας στα μέρη του ναού, δημιουργείται αυτόματα ένα αλάνθαστο μέτρο συγκρίσεως μεγέθους για τον εκάστοτε επισκέπτη.

Αντίθετα, ο ελληνικός ναός της κλασσικής εποχής όφειλε να παραμείνει σταθερά πιστός στα όρια του μέτρου και της αναλογίας προκειμένου να μην αποβεί ογκώδης.

Από την άλλη ο Μιχαήλ ´Αγγελος, κατά την ανοικοδόμηση του Αγίου Πέτρου στην εποχή της Αναγεννήσεως, φαίνεται να απέτυχε ακριβώς σε αυτό το σημείο, αφού παρέβλεψε εντελώς τα μέτρα της ανθρώπινης κλίμακας.

Η απεραντοσύνη του οικοδομήματος που ανήγειρε, μπορεί μεν να εντυπωσιάζει και να προκαλεί δέος στον πιστό με το μεγαλείο του, αλλά ταυτόχρονα τον συνθλίβει και του προκαλεί το αίσθημα του φόβου μπρος στη μηδαμινότητά του.

‒ Τα μέρη του ναού καθορίζουν το όλο.

Στα κλασσικά έργα το μέρος είναι εκπρόσωπος του όλου, σε σημείο που έχει λεχθεί ότι ένας κίονας είναι αρκετός για τους αρχαιολόγους για να αναπαραστήσουν την αρχική μορφή ολόκληρου του ναού με σχετική ακρίβεια. Αντίθετα, στη βυζαντινή ναοδομία το όλο είναι αυτό που καθορίζει τα μέρη. Δεν είναι τόσο οι αναλογικές τους σχέσεις όσο ο συγγενικός τους χαρακτήρας, δηλαδή η παραχώρηση που κάνει το κάθε στοιχείο από τη φαινόμενη ατομικότητά του προκειμένου όλα μαζί να αποτελέσουν ένα σύνολο. Στα βυζαντινά έργα διαπιστώνονται έντονα οι αρμονικές αναλογίες των μερών, χωρίς όμως να υποκύπτουν στην πολυπλοκότητα. Γι᾿ αυτό η μικροσκοπική Καπνικαρέα, με τους ελεύθερους αναβαθμούς των όγκων που στερεώνουν τον μικρόσωμο και υψιτενή της τρούλο και με τους εν γένει πολυποίκιλους και εναλλασσόμενους συνδυασμούς, επιτυγχάνει να υποβάλλει τα ρίγη του Υψηλού στον επισκέπτη της θυμίζοντας το ανάγλυφο τρικύμισμα της θάλασσας.

Ένα ακόμα μεγάλο μυστικό των βυζαντινών Εκκλησιών αποτελεί η επιστήμη των ασύμμετρων ταλαντεύσεων. Εύκολα διαπιστώνεται από τις κατόψεις των βυζαντινών ναών ότι είναι παράγωνες. Οι τρούλοι παραδείγματος χάρη δεν είναι πάντοτε απολύτως κυκλικοί στη βάση τους, οι όψεις είναι ακανόνιστες και η εφαρμογή των πλίνθων είναι εντελώς τυχαία. Το όλο θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια μουσική, που η δεξιοτεχνία του πρωτομάστορα την τραγουδάει κάθε φορά τόσο ιδιαίτερα και επιτυχημένα, ώστε να αποκλείεται η πιστή επανάληψή της. Και είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι η βυζαντινή τέχνη κατηγορήθηκε πολλάκις για ακαμψία τύπων και επανάληψη τυφλή προτύπων, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Εδώ έχουμε δηλαδή την κυριαρχία της πρωτοτυπίας, στις ράγες της παραδόσεως.

Έτσι ο βυζαντινός τεχνίτης, προς επίτευξη του Υψηλού, ακολουθώντας τις ανωτέρω αρχές, διάλεγε αρχικά τα υλικά σύμφωνα με τις ανάγκες και τη διάθεσή του και έπειτα ξεκινούσε τη χάραξη του ναού επί χάρτου, από πάνω προς τα κάτω. Προσπαθούσε να ανασηκώσει το ναό με ελαφριούς «ουράνιους» θόλους, που γι᾿ αυτόν τον λόγο τους αντιστήριζε με κόγχες. Για να αντέξουν όμως οι στύλοι κατασκευαστικά και αισθητικά όλο αυτό το φορτίο, έπρεπε κατ᾿ ανάγκη το βυζαντινό κιονόκρανο να μεγαλώσει παίρνοντας τη χαρακτηριστική μορφή της ανεστραμμένης πυραμίδας.

Οι Βυζαντινοί απέφευγαν να χτίζουν θόλους με χυτή τοιχοποιία, αλλά αντίθετα προτιμούσαν τους πλίνθους που δομούσαν ελεύθερα στο κενό, ώστε να δίνουν την αίσθηση της ελαφρότητας στην κατασκευή τους. Προσπαθούσαν επίσης να συγκεντρώσουν τους πεσσούς και τα αντερείσματα σε ορισμένα σημεία του ναού, προκειμένου να «εξαφανίζεται» το βάρος της μάζας του. Έτσι επετύγχαναν να κυριαρχεί η εντύπωση του απείρου μέσα στον πεπερασμένο χώρο του ναού.

Αντίθετα, η κλασσική ελληνική αρχιτεκτονική, με τις επίπεδες οροφές, απέκλειε εντελώς τη θολοδομία. Από την άλλη, η ρωμαϊκή αρχιτεκτονική χρησιμοποίησε πρώτη τους θόλους, οι οποίοι όμως ήταν βαρείς και απαιτούσαν τοίχους έδρασης και αντερείσματα ογκώδη. Τέτοιες υπέρμετρες κατασκευές ήταν εύκολες για το πολυάριθμο ανειδίκευτο εργατικό δυναμικό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ακριβώς αυτήν την πεζότητα των μνημειωδών ρωμαϊκών έργων ήρθε να καλύψει η βυζαντινή αρχιτεκτονική με την καλλιτεχνική της λεπτότητα και ευαισθησία.

Τέλος, στην προσπάθεια αποδόσεως του Υψηλού ο βυζαντινός αρχιτέκτονας έδινε ιδιαίτερη έμφαση στον φωτισμό του ναού. Συγκεκριμένα, ο βυζαντινός ναός προσπαθεί να διαρρυθμίζει σοφά το φως, ώστε από τον σκοτεινότερο νάρθηκα, ο πιστός να εισέρχεται στο ημίφωτο του κυρίως ναού, για να τον «τραβήξει» στο κέντρο του, που καταυγάζεται από το έντονο φως του τρούλου. Ακριβώς αυτό το ημίφωτο φαίνεται να αναπαύει ιδιαιτέρως το ανθρώπινο μάτι, προσδίδοντας κάποιον εσωτερικό μυστηριακό τόνο στο ναό, όταν οι αχτίδες του ηλίου φωτίζουν τη σκόνη και τα νέφη του καπνού του θυμιάματος, και αντανακλούν απάνω στις γυαλιστερές επιφάνειες της ορθομαρμάρωσης και του μωσαϊκού.

 


 

(Πηγή: www.byzantineathens.com)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας