Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕΤΑΞΥ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΡΩΜΑΙΟΚΑΘΟΛΙΚΙΣΜΟΥ - ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΧΙΣΜΑ

 

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ENGLISH

 

της κας Ειρήνης Οικονομίδου,
Πτυχ. Θεολογίας και Πολιτικών Επιστημών -
Διπλ. Ξεναγού του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού

 

Ως τον 9ο αι. η Χριστιανική πίστις ήταν η ίδια στην Ανατολή και στην Δύσι. Αυτή η ενότης οφειλόταν στο γεγονός ότι οι ΄Αγ. Απόστολοι διέσχισαν όλη την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία για να φέρουν το Ευαγγέλιο, δηλαδή το μήνυμα της Αναστάσεως του Χριστού. (...) Αυτή η Αποστολική πίστις (η παρακαταθήκη), που εξήγησαν και διεκήρυξαν για όλη την οικουμένη και για όλες τις εποχές οι Επτά Οικουμενικές Σύνοδοι, ήταν η ίδια χωρίς καμμία παραλλαγή από την μια ή την άλλη πλευρά. Δηλαδή η Δυτική Ευρώπη ήταν Ορθόδοξη ως τα τέλη του 8ου αι., αφού οι Επίσκοποι της Δύσεως και της Ανατολής (όλοι στο ίδιο επίπεδο) είχαν αποδεχθή τους Όρους και τους Κανόνες των Επτά Οικουμενικών Συνόδων χωρίς κανείς τους να έχει απαιτήσει κάποια ανωτερότητα, ή κάποιο «πρωτείο». Μόνο στις αρχές του 9ου αι. παρουσιάστηκαν στην Χριστιανική Δύσι οι πρώτες Δογματικές και Εκκλησιολογικές καινοτομίες.

 

Το Δικαστικό Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης (πάπα)

Η κυριώτερη αιτία του Σχίσματος υπήρξε η λανθασμένη απαίτησις του πάπα Νικολάου Α΄ (818-867) ν᾿ αποκτήσει το «Δικαστικό Πρωτείο». Να θεωρείται δηλαδή ο εκάστοτε Επίσκοπος Ρώμης ο δικαστής όλων των Επισκόπων Ανατολής και Δύσεως. Αυτήν την απαίτηση, που καθιστούσε τον Επίσκοπο Ρώμης πραγματικό μονάρχη της Εκκλησίας, είχε τότε κατακρίνει ο επίσκοπος της Γαλλικής πόλεως Reims, ο Hincmar, με επιχειρήματα βασισμένα στο Κανονικό Δίκαιο. (Βλασ. Φειδάς, «Εκκλησιαστική Ιστορία», Αθήνα, 1973, σελ. 75).

Αυτή η απαίτησις του Επισκόπου Ρώμης, από τον 9ο αι. και μετά, δεν βασίζεται στην Αποστολική Παράδοσι. Πράγματι, από την αρχή της ζωής της Εκκλησίας, όταν έπρεπε οι Απόστολοι ν᾿ αποφασίσουν για κάποιο σημαντικό ζήτημα, συγκεντρώνονταν σε Σύνοδο, νήστευαν, προσεύχονταν και αποφάσιζαν όλοι μαζί υπό την καθοδήγησι του Αγ. Πνεύματος: «Τότε ἔδοξε τοῖς ἀποστόλοις καὶ τοῖς πρεσβυτέροις σὺν ὅλῃ τῇ ἐκκλησίᾳ...» (Πράξ. 15,22). «Ἔδοξε γὰρ τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν» (Πράξ. 15,28).

Αυτό το Συνοδικό σύστημα έμεινε ανέπαφο στην Ορθόδοξο Εκκλησία μέχρι σήμερα. Κανείς Επίσκοπος δεν είναι ανώτερος από τους άλλους. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει μόνο «τιμητικό Πρωτείο». Δεν έχει το δικαίωμα ν᾿ αποφασίζει μόνος του και δεν έχει το «αλάθητο», το οποίο ανήκει μόνο στην Οικουμενική Σύνοδο, το κύρος της οποίας αναγνωρίζουν όλοι οι πιστοί, σύμφωνα με το πιο πάνω κείμενο των Πράξεων των Αποστόλων («Τότε αποφάσισαν όλοι οι Απόστολοι μαζί με τους πρεσβυτέρους και όλη την Χριστιανική κοινότητα»).

Ώστε η πιο σημαντική και η πιο δύσκολα να υπερπηδηθή απ᾿ όλες τις διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Ρωμαιοκαθολικισμού είναι αυτή η απαίτησι του Επισκόπου Ρώμης να έχει το «Δικαστικό Πρωτείο» και το «αλάθητο». Το κείμενο του Ευαγγελίου επί του οποίου εβάσισαν στην Δύσι το «Δικαστικό Πρωτείο» του Επισκόπου Ρώμης, από τον 9ο αι., ερμηνεύθηκε λανθασμένα. ΄Αλλωστε καμμία Οικουμενική Σύνοδος δεν είχε δώσει αυτήν την καθυστερημένη ερμηνεία.

Το νόημα αυτού του κειμένου παρερμηνεύθηκε κατά τον 9ο αι. Η σωστή ερμηνεία του είναι η ακόλουθη (σε νέο-ελληνική μετάφρασι του κειμένου): Ο Ιησούς Χριστός είχε ρωτήσει τους Αποστόλους: «Ποιος νομίζετε πως είμαι;». Ο Σίμων Πέτρος απήντησε, σαν πιο αυθόρμητος, για λογαριασμό των υπολοίπων: «Είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος». Ο Ιησούς πήρε πάλι τον λόγο και του είπε: «Είσαι μακάριος, Σίμων, υιέ του Ιωνά, γιατί δεν είναι η σάρκα και το αίμα που σου αποκάλυψαν αυτό, αλλά ο Πατήρ μου, που είναι στους Ουρανούς. Κι εγώ σου λέγω ότι είσαι ο Πέτρος, και πάνω σ᾿ αυτήν την πέτρα θα ιδρύσω την εκκλησία μου» (Ματθ. 16,15-18). Η πέτρα πάνω στην οποία θα ίδρυε την Εκκλησία Του ο Χριστός δεν ήταν το πρόσωπο του Πέτρου (ο οποίος άλλωστε Τον αρνήθηκε αργότερα τρεις φορές), αλλά η μαρτυρία της πίστεως του Πέτρου. Δηλαδή της πίστεως ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος. Επειδή ο ακρογωνιαίος λίθος της Εκκλησίας δεν είναι το πρόσωπο του Πέτρου, αλλά ο Χριστός ο ίδιος, όπως έγραψε ο Απόστολος Παύλος στους Κορινθίους: «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστός» (Α΄ Κορ. 3,11).

Ο Χριστός δεν έχει ανάγκη από ένα μοναδικό αντιπρόσωπο επί της γης, γιατί όπως μας υποσχέθηκε θα είναι πάντα μαζί μας: «Kαὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,20). Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας (Αγία Κοινωνία) ενεργεί συνεχώς μέσα στον κόσμο. Γι᾿ αυτό ο Απ. Παύλος έγραψε στους Κορινθίους: «...καὶ πάντες τὸ αὐτὸ πόμα πνευματικὸν ἔπιον· ἔπινον γὰρ ἐκ πνευματικῆς ἀκολουθούσης πέτρας, ἡ δὲ πέτρα ἦν ὁ Χριστός» (Α΄ Κορ. 10,4).

Το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων μας πληροφορεί ότι η ιστορία της Εκκλησίας αρχίζει με το θαύμα της Πεντηκοστής στην Ιερουσαλήμ και όχι στην Ρώμη. Εκείνη την ημέρα 3.000 Εβραίοι μετενόησαν και βαφτίστηκαν (Πράξ. 2,41). Αυτοί λοιπόν οι Εβραίοι απετέλεσαν την πρώτη Χριστιανική κοινότητα της Ιερουσαλήμ και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Απ. Παύλος ίδρυσε την Χριστιανική κοινότητα των Φιλίππων, στην Μακεδονία, και της Κορίνθου (49-50 μ.Χ.) πριν να πάη ο Απόστολος Πέτρος στην Ρώμη.

΄Αλλωστε η πράξις της Εκκλησίας επί οκτώ αιώνες δεν είχε ποτέ αποδώσει «Δικαστικό Πρωτείο» στον Επίσκοπο Ρώμης. Είχε μόνο τιμητικό «Πρωτείο» ως την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος (451 μ.Χ.), η οποία με τον 28ο Κανόνα της απέδωσε το ίδιο «Τιμητικό Πρωτείο» στον Επίσκοπο Ρώμης και στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Αυτό το «Τιμητικό Πρωτείο» δεν απευθυνόταν στο πρόσωπο του Επισκόπου, αλλά στην μεγάλη σημασία της Εκκλησίας (χριστιανικής κοινότητας) που εκπροσωπούσε, δηλαδή τον μεγάλο αριθμό πιστών και τα πολλά έργα αγάπης. Αυτό το είδος του Πρωτείου ονομάζεται «Πρώτος μεταξύ ίσων» (PRIMUS INTER PARES).

Αυτή η καθυστερημένη καινοτομία (το δικαστικό πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης) υπήρξε η αιτία όλων των δεινών της Εκκλησίας στην Δύσι, γιατί απέκτησε μοναρχικό χαρακτήρα, αφού ο πάπας έγινε κοσμικός άρχων (για να αντιμετωπίση τους αυτοκράτορες της Δύσεως), έτσι οδηγήθηκε στους θρησκευτικούς πολέμους, στις Σταυροφορίες και στην Ιερά Εξέτασι με όλη της την φρίκη. Τέτοια γεγονότα δεν είχαμε ποτέ στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία διετήρησε την βαθειά της πνευματικότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ακολούθησε την συμβουλή του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος στην επιστολή του προς Τίτον γράφει σχετικά με τους αιρετικούς: «αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τιτ. 3,10). Δεν του έδωσε λοιπόν την συμβουλή να σκοτώνει και να καίει, όπως έκανε η Μεσαιωνική Δύσις διαστρεβλώνοντας το πνεύμα της Εκκλησίας.

 

Το «αλάθητο» του πάπα

Όσον αφορά το δόγμα του «αλαθήτου» του Επισκόπου Ρώμης που διεκήρυξαν οι Ρωμαιοκαθολικοί το 1870 στην Σύνοδο του Βατικανού, επιφέρει μια τέλεια παραμόρφωσι στο συνοδικό σύστημα, κατά το οποίο το αλάθητο ανήκει στο σύνολο της Εκκλησίας (πιστού λαού και κλήρου). Οι Επτά Οικουμενικές Σύνοδοι έγιναν αποδεκτές από όλο το σώμα της Εκκλησίας (πιστό λαό και κλήρο) σύμφωνα με το πρώτο παράδειγμα της Αποστολικής Συνόδου των Ιεροσολύμων (Πράξ. 15,22).

Το «Δικαστικό Πρωτείο» και το «αλάθητο» του Επισκόπου Ρώμης βαραίνουν πάνω στις ψυχές και καταστρέφουν τον δημοκρατικό χαρακτήρα της Εκκλησίας, εμποδίζοντας την ενότητα του κόσμου, γιατί η πλειονότης των ανθρώπων αντιδρά αρνητικά κατά του λανθασμένου αυτού δόγματος. Οφείλει λοιπόν ο πάπας να επιστρέψη στην Αποστολική Παράδοσι, αν πράγματι επιθυμεί την Χριστιανική ενότητα.

 

Παραμόρφωσι των Πηγών και της πράξεως της Εκκλησίας

Η Ορθόδοξη Εκκλησία βασίζεται σε δύο πηγές: την Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) και την Ιερά Παράδοσι, δηλαδή την Αποστολική διδασκαλία και πράξι (γραπτή και προφορική) σύμφωνα με την εντολή του Αποστ. Παύλου: «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε, καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι᾿ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 2,15). Αυτή η Αποστολική Παράδοσις, γραπτή και προφορική, έχει μείνει ανέπαφη μέχρι σήμερα μόνο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, που είναι η πραγματική παγκόσμια εκκλησία. Ο Ρωμαιοκαθολικισμός παραμόρφωσε αυτήν την παράδοσι, ενώ η Διαμαρτύρησι (από τον 16ο αι. και μετά) την απέρριψε τελείως. Με άλλους λόγους, και οι δύο αυτές παρεκκλίσεις του Χριστιανισμού παραποίησαν την Αποστολική αλήθεια με έναν τρόπο αυθαίρετο. Αυτήν την Αποστολική Παράδοση, που εξακολουθεί να ζη στην Ορθοδοξία περίπου 2.000 χρόνια, την υπερασπίστηκαν και την προστάτευσαν οι Κανόνες των Επτά Οικουμενικών Συνόδων, καθώς και οι Κανόνες ορισμένων Τοπικών Συνόδων που έγιναν αποδεκτοί από Οικουμενικές Συνόδους και έτσι κατέστησαν για πάντα σεβαστοί. Όλοι αυτοί οι ιεροί Κανόνες της Εκκλησίας αποτελούν την σωστή πρακτική του Δόγματος (δηλαδή, της Αποστολικής Πίστεως) στην ζωή των πιστών (λαού και κλήρου). Οι «Ιεροί Κανόνες», που κανονίζουν την ζωή των πιστών και του κλήρου, δεν είναι ανθρώπινο έργο, αλλά προέρχονται από τον ίδιο τον Θεό, εφ᾿ όσον το έργο των Οικουμενικών Συνόδων το καθοδηγούσε το ΄Αγιο Πνεύμα, σύμφωνα με την πρώτη Αποστολική Σύνοδο των Ιεροσολύμων (Πράξ. 15.28).

Οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι αμετακίνητες όπως και το κείμενο του Ευαγγελίου, σύμφωνα με τον 2ο Κανόνα της Συνόδου της εν Τρούλλῳ (692 μ.Χ.), γιατί αποτελούν την πληρότητα της εν Χριστῴ ζωής και οδηγούν στην Σωτηρία. Σ᾿ αυτούς που επαναστατούν κατά των Κανόνων της Εκκλησίας μπορούμε να απαντήσωμε με τα λόγια του Απ. Παύλου: «Πάντα εὐσχημόνως καὶ κατὰ τάξιν γινέσθω» (Α΄ Κορ. 14,40). Και να ποια είναι η ανάλυσι αυτής της πρακτικής: «Ἡ Ἐκκλησία ἄρα, οὖσα καθίδρυμα θεῖον, κέκτηται ἴδιον πολίτευμα ὅπερ ὡς θεῖον, ἄτε προερχόμενον ἀμέσως ἐκ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἤ τῶν Ἀποστόλων καί τῶν κανονικῶν αὐτῶν διαδόχων, ἐμπνεομένη ἐκ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος, δέν ὑπόκειται εἰς τήν αὐθαιρεσίαν τῆς ἀνθρωπίνης βουλήσεως, ἀλλ᾿ ἔχει ἀπόλυτον κῦρος» (Ιωάν. Καρμίρη, «Ορθόδοξη Εκκλησιολογία», Αθήνα 1973, σελ. 520).

 

Το «FILIOQUE» (φιλιόκβε: «και εκ του Υιού»)

Ο Ρωμαιοκαθολικισμός όχι μόνο απέρριψε πολλούς από τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, αλλά είχε το θράσος να παραποιήση το Σύμβολο της Νικαίας (το Πιστεύω), που περιλαμβάνει τα βασικά άρθρα της Χριστιανικής πίστεως, επί της βασιλείας του Καρόλου του Μεγάλου (Καρλομάγνου). Το 809 ο Καρλομάγνος κάλεσε τοπική Σύνοδο στην πρωτεύουσά του (Aix-La-Chapelle ή Aahen), που απαρτιζόταν μόνο από Επισκόπους Γερμανικής καταγωγής. Αυτοί οι Επίσκοποι, με τελείως αυθαίρετο τρόπο, άλλαξαν το άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως το σχετικό με το ΄Αγιο Πνεύμα. Δηλαδή, ενώ στο Ευαγγέλιο (Ιωάν. 15,26) γράφει ότι το ΄Αγιο Πνεύμα «Ἐκπορεύεται ἐκ τοῦ Πατρὸς», εκείνοι πρόσθεσαν ότι εκπορεύεται «καί ἐκ τοῦ Ὑιού» (FILIOQUE στα λατινικά.) Αυτή η αυθαίρετος προσθήκη στο Σύμβολο της πίστεως είναι αίρεσις, εφ᾿ όσον παραποιεί κείμενο του Ευαγγελίου που λέγει: «τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας ὃ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται» (Ιωάν. 15,26). Σύμφωνα με αυτό το ευαγγελικό κείμενο, οι ΄Αγιοι Πατέρες της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (381 μ.Χ.) έγραψαν αυτό το άρθρο του «Πιστεύω»: «...Καί εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό Κύριον, τό ζωοποιόν, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον», το οποίο έμεινε ανέπαφο μέχρι σήμερα. Η προσθήκη αυτή του FILIOQUE (και εκ του Υιού) στο σύμβολο της πίστεως είναι λανθασμένη. Ο Πάπας Λέων ο Γ΄ την είχε απορρίψει τότε, τοποθετώντας δύο ασημένιες πλάκες με το σωστό σύμβολο της Πίστεως χωρίς την προσθήκη του «FILIOQUE» στην Βασιλική του Αγ. Πέτρου, με την εξής διευκρίνισι: «Εγώ, ο Λέων, τοποθέτησα αυτό για την αγάπη και την προστασία της Ορθοδόξου Πίστεως». (Στα λατινικά: HAEC LEO POSUI AMORE ET CAUTELA ORTHODOXAE FIDEI). Αυτή η τόσο σημαντική πληροφορία βρίσκεται στο βιβλίο «VITA LEONIS, LIBER PONTIFICALIS», (Ed. Duchesne, Τ. ΙΙ, σελ. 26), όπως αναφέρει ο καθηγητής Βασίλειος Στεφανίδης στην «Εκκλησιαστική Ιστορία» (Αθήνα 1970). Όμως, καθώς φαίνεται, η αποκήρυξι αυτή του FILIOQUE από τον πάπα Λέοντα τον Γ΄ δεν ήταν αρκετή. Σε λίγο όλη η Δύσις δέχθηκε αυτή την λανθασμένη διδασκαλία, δηλαδή ότι το ΄Αγιο Πνεύμα εκπορεύεται και εκ του Υιού.

Η διδασκαλία αυτή είναι λανθασμένη, επειδή παραποιεί κείμενο του Ευαγγελίου και επειδή παραποιεί το Σύμβολο της Πίστεως, που το συνέταξαν δύο Οικουμενικές Σύνοδοι (η Α΄ της Νικαίας το 325 μ.Χ. και η Β΄ της Κωνσταντινουπόλεως το 381 μ.Χ.) υπό την καθοδήγησι του Αγ. Πνεύματος. Είναι επίσης λανθασμένη γιατί παραμορφώνει την λειτουργικότητα των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, δημιουργώντας δύο πηγές εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος (τον Πατέρα και τον Υιό), πράγμα που οδηγεί σε παραλογισμό, αφού ο Υιός και Λόγος του Θεού αποκτά, με το FILIOQUE, την ίδια λειτουργικότητα με τον Πατέρα, θα γεννούσε έναν άλλον Υιό και Λόγο, που και αυτός με την σειρά του θα εκπόρευε ένα άλλο ΄Αγιο Πνεύμα, δίχως τέλος, πράγμα που οδηγεί σε παραλογισμό. Την εξήγησι αυτή της αιρέσεως του FILIOQUE, που οδηγεί σε παραλογισμό, την επεσήμανε για πρώτη φορά ο Μέγας Φώτιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (επί του οποίου δημιουργήθηκε αυτό το πρόβλημα στην Δύσι), στην εγκύκλιο επιστολή του προς τους Επισκόπους της Ανατολής.

Η παραποίησις αυτή του δόγματος είναι η αιτία που στην Δύσι δυσκολεύονται να καταλάβουν το Μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Ο Μέγας Αθανάσιος, Επίσκοπος Αλεξανδρείας, που είχε λάβει μέρος στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας ως διάκονος, είχε εξηγήσει αυτό το Μυστήριο με έναν παραλληλισμό: Την πηγή, το ποτάμι και το νερό του ποταμού.

Η πηγή του ποταμού είναι ο Πατήρ, εκ του οποίου εκπορεύεται το ΄Αγιο Πνεύμα.

Το ποτάμι είναι ο Υιός, που μας στέλνει το ΄Αγιο Πνεύμα μετά την εθελοντική θυσία Του επάνω στον Σταυρό και μετά την ένδοξη Ανάστασι και την Ανάστασι και την Ανάληψί Του στους Ουρανούς, γιατί είχε πει στους Αποστόλους: «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω· ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω, ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς» (Ιωάν. 16,7).

Το νερό του ποταμού που πίνομε είναι το ΄Αγιο Πνεύμα, που χορηγεί τις διάφορες δωρεές και την Χάρι. Έτσι λοιπόν τα τρία Πρόσωπα (υποστάσεις) της Αγίας Τριάδος είναι αδιαίρετα, όπως το δείχνει αυτός ο παραλληλισμός (η πηγή, το ποτάμι το νερό). Και τα τρία Πρόσωπα της Αγ. Τριάδος είναι ομοούσια, έχουν δηλαδή την ίδια ουσία, όπως το νερό του ποταμού. (Η θεία ουσία δεν μεταδίδεται στον άνθρωπο. Μόνο οι άκτιστες ενέργειες της Αγίας Τριάδος μεταδίδονται στους ανθρώπους που αγιάζονται κάνοντας το θέλημα του Θεού στην ζωή τους, πιστεύοντας με τον σωστό τρόπο και μετέχοντας σωστά στα ΄Αγια Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησίας).

Η προσθήκη του «FILIOQUE» στο «Πιστεύω» από τον Καρλομάγνο ωφειλόταν σε μια παρερμηνεία του Αγ. Αυγουστίνου. Αλλά ο ΄Αγ. Αυγουστίνος δεν είχε ποτέ μάθει ελληνικά και δεν μπόρεσε ποτέ να διαβάσει τους Πατέρες της Εκκλησίας που είχαν γράψει στα ελληνικά πριν από αυτόν, π.χ. τον Μέγα Αθανάσιο, που τόσα πολλά έγραψε σχετικά με τις αποφάσεις της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας. Η Σύνοδος αυτή είχε πραγματοποιηθεί το 325 μ.Χ., ενώ η μεταστροφή του Αγ. Αυγουστίνου στον Χριστιανισμό έγινε το 386. Δεν ήταν λοιπόν σύγχρονος των δύο πρώτων Οικουμενικών Συνόδων και, καθώς δεν γνώριζε ελληνικά, δεν μπόρεσε να διαβάση την σωστή ερμηνεία των Πατέρων που είχαν λάβει μέρος σ᾿ αυτές. Ωστόσο, δεν μπορούμε να τοποθετήσωμε αυτήν την παρερμηνεία του Αγ. Αυγουστίνου (στο βιβλίο του AUGUSTINI, EX LIBRO XV DE TRINITATE) πιο πάνω από το κείμενο του Ευαγγελίου (Ιωάν. 15,26) ούτε πιο πάνω από μια Οικουμενική Σύνοδο, που, όπως έχομε ήδη εξηγήσει, είναι αδύνατον να αλλάξη, επειδή οι αποφάσεις της έχουν ληφθεί με την καθοδήγησι του Αγίου Πνεύματος. Δεν θα ᾿πρεπε λοιπόν ν᾿ αργήσει η Δύσις να διορθώσει αυτό το δογματικό λάθος και να κάνει αυτό που είχε κάνει ο πάπας Λέων ο Γ΄ διαμαρτυρόμενος κατά του FILIOQUE. Πρέπει δηλαδή να αποδεχθή το σωστό Σύμβολο της Πίστεως και να το διαβάζει πάλι στις εκκλησίες της, όπως το έκανε πριν την αυθαίρετη τοπική Σύνοδο στο Aix-La-Chapelle το 809.

Αυτές οι δύο καινοτομίες της Δύσεως, το Δικαστικό Πρωτείο του Επισκόπου Ρώμης και η προσθήκη του FILIOQUE στο σύμβολο της Νίκαιας, οδήγησαν στο τελικό Σχίσμα τον 11ο αι. (1054). Παρ᾿ όλο που η Εκκλησία δεν μπορούσε να αποδεχθή την διαστρέβλωσι του Ευαγγελικού κειμένου και της Αποστολικής Παραδόσεως με αυτές τις δύο καινοτομίες, δεν αναθεμάτισε αμέσως αυτούς που τόλμησαν να παραβούν το θέλημα του Θεού. Επί δύο αιώνες περίμενε την επιστροφή τους. Κατά περίεργο τρόπο, ο αναθεματισμός προήλθε από αυτούς που παρανόμησαν. Το γεγονός αυτό συνέβη επί του πάπα Λέοντος του 9ου στα μέσα του 11ου αι. (1054). (…) Ο τότε Οικουμενικός Πατριάρχης Μιχαήλ Κηρουλάριος κάλεσε την Διαρκή Ιερά Σύνοδο, η οποία αναθεμάτισε με την σειρά της αυτούς που έγραψαν την Βούλα του Αναθέματος και όσους την παραδέχονταν (MANSI 19,812). Οι άλλοι Πατριάρχες της Ανατολής (Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων) αποδέχθηκαν αυτή την απόφασι του Οικουμενικού Πατριάρχου, και έτσι το Σχίσμα που είχε αρχίσει επί του Καρλομάγνου (809) και του πάπα Νικολάου του Α΄ (858-867) ολοκληρώθηκε.

(Σημ.: Η τελευταία Οικουμενική Σύνοδος πριν το σχίσμα, όταν ακόμη η Ανατολή και η Δύσις συμφωνούσαν, ήταν η 7η (786-787 μ.Χ.) κατά της εικονομαχίας. Η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 879 που κατεδίκασε το FILIOQUE και που είχε όλα τα χαρακτηριστικά Οικουμενικής Συνόδου επεκύρωσε την 7η Οικουμενική Σύνοδο και οι αντιπρόσωποι του πάπα Ιωάννου απεδέχθησαν το λανθασμένο της διδασκαλίας του FILIOQUE και αναθεμάτισαν αυτούς που άλλαξαν το Σύμβολο της Πίστεως (...) Οι Ρωμαιοκαθολικοί δεν αναγνωρίζουν την Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 879 ως Οικουμενική).

 

ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΙΣ ΤΩΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ

 

Το ΄Αγιο Βάπτισμα

Η λέξις «βάπτισμα» προέρχεται από το ρήμα «βαπτίζω», που σημαίνει βυθίζω κάτι μέσα σε υγρό. ΄Αρα το βάπτισμα πρέπει να είναι μια πλήρης κατάδυσις μέσα στο νερό, όπως ήταν η πράξις της Εκκλησίας από την αρχή Αυτή η κατάδυσις συμβολίζει τον ενταφιασμό μας στον θάνατο του Ιησού Χριστού, όπως λέγει ο Απ. Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή: «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ Πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. Εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα» (Ρωμ. 6,4-5). Γι᾿ αυτό λοιπόν πρέπει όλο το σώμα αυτού που βαπτίζεται να έλθη σε επαφή με το νερό της βαπτίσεως, που είναι το ορατό στοιχείο του Μυστηρίου, μέσα στο οποίο υπάρχει η αόρατος Θεία Χάρις. Τα αρχαία βαπτιστήρια που είναι διάσπαρτα στην Δυτική Ευρώπη αποδεικνύουν αυτήν την αλήθεια, δηλαδή ότι τελούσαν την βάπτισι και εκεί με κατάδυσι και όχι με ραντισμό. Μόνο από τον 14ο αι. άρχισαν να γενικεύουν τον ραντισμό, τον οποίο έδιναν στην αρχή κατ᾿ οικονομίαν στους ασθενείς.

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία αυτός που τελεί το Μυστήριο δεν είναι ο ιερέας, αλλά το ΄Αγιο Πνεύμα, που ο ιερέας καλεί με ειδικές προσευχές πολύ αρχαίες. Ο ιερέας δεν λέγει «σε βαπτίζω εγώ», όπως κάνουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, αλλά «βαπτίζεται ο δούλος του Θεού».

Όπως ο Κύριος βαπτίσθηκε ολόκληρος μέσα στο νερό του Ιορδάνου με κατάδυσι και ανάδυσι (Ματθ. 3,16), έτσι και το ΄Αγιο Βάπτισμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία τελείται με τριπλή κατάδυσι στο όνομα της Αγίας Τριάδος, που συμβολίζει τον ενταφιασμό του «παλαιού ανθρώπου» (της πτώσεως) και με τριπλή ανάδυσι, που συμβολίζει την ανάστασι του «νέου εν Χριστῴ» ανθρώπου.

 

Το Χρίσμα

Ένα άλλο πολύ σημαντικό Μυστήριο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι το Χρίσμα, το οποίο μας μεταδίδει τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος. Από την αρχή της Ιστορίας της Εκκλησίας μέχρι σήμερα το Μυστήριο αυτό τελείται αμέσως μετά το Βάπτισμα, σύμφωνα με μαρτυρίες των Αγίων Πατέρων της Εκκλησίας. Ο ΄Αγ. Κύριλλος Ιεροσολύμων (4ος αι.) μαρτυρεί ότι «σ᾿ αυτούς που ανεβαίνουν από την κολυμβήθρα χορηγείται το Χρίσμα» (Μυσταγ. Κατηχ. 111,1). ΄Αλλη μαρτυρία πολύ σημαντική μας έρχεται από την Σύνοδο της Λαοδικείας (343-381 μ.Χ.): «Ὅτι δεῖ τοὺς φωτιζομένους μετὰ τὸ βάπτισμα χρίεσθαι χρίσματι ἐπουρανίῳ καὶ μετόχους εἶναι τῆς βασιλείας τοῦ Χριστοῦ» (Κανών 48). Όμως στην Δύσι μετά το Σχίσμα εχώρισαν το Βάπτισμα από το Χρίσμα, το οποίο δίνουν στα βαπτισμένα παιδιά σε ηλικία 7 ή 12 ετών. Έτσι στερούν το παιδί από τις δωρεές του Αγ. Πνεύματος κατά την μικρή του ηλικία, και αυτό έχει συνέπεια να του στερούν και την Αγία Κοινωνία, αφού πριν από το Χρίσμα δεν μπορεί να μετέχει στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Στην περίπτωσι λοιπόν που ένα παιδί πεθάνει πριν το Χρίσμα, φεύγει από τη ζωή χωρίς να έχει κοινωνήσει. Στην αρχαία Εκκλησία οι πιστοί κοινωνούσαν αμέσως μετά το Βάπτισμα και το Χρίσμα, γι᾿ αυτό η Ορθόδοξος Εκκλησία δίνει την Αγία Κοινωνία στα βαπτισμένα παιδιά ακολουθώντας τα λόγια του Χριστού: «ἄφετε τὰ παιδία ἐλθεῖν πρός με» (Λουκ. 18,16).

Αυτές οι παραποιήσεις των Μυστηρίων οφείλονται στο θετικιστικό πνεύμα της Δύσεως (μετά το Σχίσμα), που θέλει να εξηγή τα πάντα με την ψυχρή λογική, κι έτσι, νομίζοντας ότι το παιδί πρέπει να φθάση στην ηλικία που καταλαβαίνει για να δεχθή το Χρίσμα και την Αγία Κοινωνία, δεν του τα δίνει καθόλου. Η Ορθοδοξία όμως, ακολουθώντας την Αποστολική Παράδοσι που εξήγησαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι ΄Αγιοι Πατέρες, πιστεύει στην Αποκάλυψι του Θεού και στην Θεία Χάρι που προσφέρονται ως «Δωρεά» στα παιδιά. Αυτό το ορθολογιστικό πνεύμα προξένησε πολύ κακό στην Δύσι, γιατί θέλησαν να εξηγήσουν τα Μυστήρια του Θεού με την Αριστοτελική λογική. Η λογική έχει έναν περιορισμένο χώρο δράσεως. Πέρα από αυτόν υπάρχει η άπειρη αγάπη και η αιωνιότης το Θεού, που η ανθρώπινη λογική δεν μπορεί να φθάση. Μόνο με την δωρεά της Χάριτος ο άνθρωπος είναι ικανός να βιώση τον κόσμο του απείρου με ευγνωμοσύνη, χωρίς να προσπαθή να δράξη το «μυστήριο» με την διάνοια. Αυτός είναι ο τρόπος που πλησίασαν τα μυστήρια του Θεού οι ΄Αγιοι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως π.χ. ο ΄Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος (4ος-5ος αι.).

 

Η Αγία Κοινωνία

Μετά το Σχίσμα παραποίησαν οι Ρωμαιοκαθολικοί και το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αντί να δίνουν στους πιστούς το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου με την μορφή του άρτου και του οίνου, όπως το είχε παραδώσει ο ίδιος ο Κύριος στο Μυστικό Δείπνο (και όπως μας το παρέδωσαν οι Απόστολοι), τους στερούν από το Αίμα και τους δίνουν μόνο το Σώμα, και μάλιστα όχι με τη μορφή του ενζύμου άρτου, όπως ήταν πάντα η πράξις της Εκκλησίας, αλλά με τη μορφή της όστιας.

Τα ευαγγελικά κείμενα μας πληροφορούν με ποιον τρόπο έδιναν την Θεία Κοινωνία από την Αποστολική εποχή: «Ἐσθιόντων δὲ αὐτῶν λαβὼν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε (τον έκοψε) καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου· καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν» (Ματθ. 26,26-28).

«Εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ. Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις. Ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ. Καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν Πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι᾿ ἐμέ» (Ιωάν. 6,53-57).

Ο Απόστ. Παύλος μας λέγει επίσης: «Ἐγὼ γὰρ παρέλαβον ἀπὸ τοῦ Κυρίου ὃ καὶ παρέδωκα ὑμῖν, ὅτι ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς ἐν τῇ νυκτί ᾗ παρεδίδοτο ἔλαβεν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε (τον έκοψε) καὶ εἶπε: λάβετε φάγετε· τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐστὶν ἐν τῷ ἐμῷ αἵματι· τοῦτο ποιεῖτε, ὁσάκις ἂν πίνητε, εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἂν ἔλθῃ. Ὥστε ὃς ἂν ἐσθίῃ τὸν ἄρτον τοῦτον ἢ πίνῃ τὸ ποτήριον τοῦ Κυρίου ἀναξίως, ἔνοχος ἔσται τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Κυρίου. Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω. Ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. διὰ τοῦτο ἐν ὑμῖν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται (πεθαίνουν) ἱκανοί» (Α΄ Κορ. 11,23-30).

Πρέπει λοιπόν να χρησιμοποιηθή για το Μυστήριο τη Θείας Ευχαριστίας (Αγ. Κοινωνίας) ένζυμος άρτος, γιατί ο Μυστικός Δείπνος πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Πέμπτης, που δεν ήταν ακόμη ημέρα των αζύμων για τους Εβραίους. Αυτό ήταν πάντα η πράξις της Εκκλησίας από την αρχή. Μόνο κατά τον 10 αι. κάτι ιουδαΐζουσες αιρέσεις χρησιμοποίησαν άζυμο άρτο. Έχομε μάλιστα την πληροφορία από την Δύσι ότι πριν το Σχίσμα χρησιμοποιούσαν ένζυμο άρτο για το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας («PANIS USITATUS», στο βιβλίο DE SACRAMENTIS, κεφ. 4,14).

Η μεταβολή του άρτου και του οίνου στο Σώμα και το Αίμα του Χριστού πραγματοποιείται με την ευχή της επικλήσεως του Αγίου Πνεύματος που προφέρει ο ιερέας. Πρόκειται για ένα πραγματικό θαύμα της Παντοδυναμίας του Θεού, που η ανθρώπινη διάνοια δεν μπορεί να ερευνήση. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο άρτος και ο οίνος προσφέρονται από τον λαό την παραμονή της Θείας Λειτουργίας.

Το γεγονός ότι ο Κύριος μας προσφέρει με το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας την «ζωή», που είναι Αυτός ο ίδιος [σημαίνει ότι] ο άρτος που χρησιμοποιείται για το Μυστήριο αυτό πρέπει να έχει ζωή (ζύμη) και όχι να είναι χωρίς ζωή (άζυμο).

Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας είναι πολύ σημαντικό. Είναι αυτή η ίδια η καρδιά της Εκκλησίας, που μας ενώνει με τον Κύριο όπως τα «κλήματα στο αμπέλι». Εκείνος είναι που μας είπε: «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα. Ὁ μένων ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν αὐτῷ, οὗτος φέρει καρπὸν πολύν, ὅτι χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ιωάν. 15,5). Και πρόσθεσε: «Ἐὰν μή τις μείνῃ ἐν ἐμοί, ἐβλήθη ἔξω ὡς τὸ κλῆμα καὶ ἐξηράνθη, καὶ συνάγουσιν αὐτὰ καὶ εἰς τὸ πῦρ βάλλουσι, καὶ καίεται» (Ιωάν. 15,6). Αυτό σημαίνει ότι χωρίς να μετέχωμε σ᾿ αυτό το Μυστήριο, που μας αγιάζει, είμαστε σαν τα ξερά κλήματα, που δεν μπορούν πια να κάνουν κανένα καρπό, αλλά είναι κατάλληλα μόνο για την φωτιά.

 

Το Μυστήριο της Μετανοίας – Εξομολογήσεως

Η εξομολόγησι είναι μια προετοιμασία της ψυχής για να πλησιάση το ΄Αγιο Ποτήριο. Η Θεία Λειτουργία του Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου (4ος-5ος αι.), η οποία βασίζεται στην πρώτη Λειτουργία που γράφτηκε ποτέ από τον ΄Αγ. Ιάκωβο τον Αδελφόθεο τον 1ο αι. μ.Χ., περιέχει την εξής φράσι που εκφωνεί ο ιερέας: «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις».

Δεν μπορούμε λοιπόν να πλησιάσωμε το ΄Αγιο Ποτήριο αν δε έχωμε προηγουμένως καθαρίσει την ψυχή μας με τα δάκρυα της μετανοίας. Γι᾿ αυτό, το Μυστήριο της Μετανοίας ονομάζεται επίσης «δεύτερο βάπτισμα» ή το «βάπτισμα των δακρύων». Ο Απόστολος Παύλος μας μιλάει με αυστηρότητα γι᾿ αυτήν την προετοιμασία: «Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω. Ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου» (Α΄ Κορ. 11,28-29).

Το Μυστήριο της Μετανοίας ή Εξομολογήσεως βασίζεται στο ακόλουθο κείμενο του Ευαγγελίου: Όταν ο Κύριος εμφανίσθηκε στους Αποστόλους μετά την Ανάστασι «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», τους είπε: «Καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται» (Ιωάν. 20,21-23).

Αυτή η εξουσία που έδωσε ο Κύριος στους Αποστόλους μεταδόθηκε στους διαδόχους τους με το Μυστήριο της ιερωσύνης και στους ιερείς που ορίζει ο Επίσκοπος πνευματικούς. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν υπάρχει ένα ειδικό μέρος για την εξομολόγησι. Μπορεί να εξομολογηθή κανείς στην εκκλησία ή αλλού και δεν υπάρχει τίποτε που να χωρίζει τον εξομολόγο από τον εξομολογούμενο, όπως γίνεται στους Ρωμαιοκαθολικούς. Έτσι, από την μια εξομολόγησι στην άλλη, η ψυχή δυναμώνει και μπορεί να αντιστέκεται πιο εύκολα στους πειρασμούς. Πρέπει να γνωρίζει ο Ορθόδοξος Χριστιανός ότι είναι τελείως υπεύθυνος επί της γης. Η άφεσις των αμαρτιών είναι μία συνέπεια της ειλικρινούς μετανοίας του που πηγάζει από την σταυρική θυσία του Χριστού. Δεν οφείλεται στην μεσιτεία των Αγίων, ούτε σε κάποιον άλλο παράγοντα.

(Σημ.: Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τους Αγίους γιατί δόξασαν τον Θεό με το μαρτύριό τους και την αγία τους ζωή, όπως λέει ο Ψαλμωδός: «Ὁ Θεὸς δοξάζεται ἐν τοῖς Ἅγίοις Αὐτοῦ» (Ψαλμ. 67(68),35 και Ψαλμ. 15,29)).

Ενώ η εξομολόγησις είναι μια προετοιμασία της ψυχής για να πλησιάσωμε το ΄Αγιο Ποτήριο, η νηστεία είναι μία προετοιμασία του σώματος. Οι περίοδοι της νηστείας και ο τρόπος που νηστεύουμε έχουν ορισθή από τους Κανόνες της Εκκλησίας από την Αποστολική εποχή και είναι σεβαστοί μέχρι σήμερα. Στην Δύσι δεν σέβονται πια αυτούς τους Κανόνες.

 

Το Μυστήριο της Ιερωσύνης (Χειροτονία)

Η Ιερωσύνη ως Μυστήριο βασίζεται στο κείμενο του Ευαγγελίου που αναφέρει την εκλογή των Αποστόλων από τον Χριστό (Ματθ. 10,1) (Λουκ. 10,1) (Ιωάν. 6,70) (Πράξ. 2,1). Στο Βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων υπάρχουν πολλά εδάφια τα οποία μας εξηγούν πώς οι Απόστολοι έκαναν την εκλογή των διαδόχων τους: (Πράξ. 6,6) (Πράξ. 13,3) (Πράξ. 14,23) (Πράξ. 20,28). Συναντούμε επίσης αυτήν την πληροφορία σε επιστολές του Αποστόλου Παύλου, όπως: (Α΄ Τιμ. 4,14) (Α΄ Τιμ. 5,22) και (Β΄ Τιμ. 1,16). Το ακόλουθο κείμενο από τις Πράξεις των Αποστόλων είναι πολύ καθαρό: «Τότε νηστεύσαντες καὶ προσευξάμενοι καὶ ἐπιθέντες αὐτοῖς τὰς χεῖρας ἀπέλυσαν» (Πράξ. 13,3). Η πρώτη προς Τιμόθεον επιστολή του Απ. Παύλου δείχνει ότι η χειροτονία μετέδιδε κάποια θεία δωρεά: «Μὴ ἀμέλει τοῦ ἐν σοὶ χαρίσματος, ὃ ἐδόθη σοι διὰ προφητείας μετὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τοῦ πρεσβυτερίου» (Α΄ Τιμ. 4,14). Αυτή η «δωρεά» που μεταδίδεται με την χειροτονία καθιστά τον ιερέα ικανό να τελεί τα ΄Αγια Μυστήρια, τα οποία δεν είναι έγκυρα αν ο ιερέας δεν έχει σωστή χειροτονία.

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία υπάρχουν ιερείς έγγαμοι, οι Πρεσβύτεροι, και άγαμοι ιερείς, οι Αρχιμανδρίται, από τους οποίους εκλέγονται οι Επίσκοποι. Αυτή η διπλή δυνατότης του Ορθοδόξου κλήρου είναι απόφασις της 6ης Οικουμενικής Συνόδου (12ος Κανών). Όσοι επιθυμούν να γίνουν Επίσκοποι μένουν άγαμοι (εν Χριστῴ αγαμία), ενώ αυτοί που θα γίνουν εφημέριοι σε ενορίες, μέσα στον κόσμο, είναι έγγαμοι. Ο γάμος τους όμως τελείται πριν την χειροτονία. (Μετά την χειροτονία δεν επιτρέπεται γάμος). Οι ιερείς που χηρεύουν πρέπει να μείνουν στην χηρεία, αλλά τους επιτρέπεται, αν έχουν τα προσόντα, να γίνουν Επίσκοποι (επειδή η χηρεία τους ελευθερώνει από τις υποχρεώσεις της οικογενείας).

Στην Ορθόδοξο Εκκλησία υπάρχουν τρεις βαθμοί ιερωσύνης: ο Διάκονος, ο Πρεσβύτερος και ο Επίσκοπος, σύμφωνα με το Βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Ο βαθμός του Καρδιναλίου στον Ρωμαιοκαθολικισμό είναι μεταγενέστερος. Δεν αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη. Ο βαθμός του Καρδιναλίου αδυνατίζει τον θεσμό του Επισκόπου, εφ᾿ όσον οι Καρδινάλιοι θεωρούνται ως ανώτεροι Επίσκοποι.

Η υποχρεωτική αγαμία του συνόλου του Ρωμαιοκαθολικού Κλήρου δεν είναι Αποστολική Παράδοσις. Αυτό φαίνεται ολοκάθαρα στην προς Τίτο επιστολή του Αποστόλου Παύλου: «Τούτου χάριν κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσῃ, καὶ καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην, εἴ τίς ἐστιν ἀνέγκλητος, μιᾶς γυναικὸς ἀνήρ, τέκνα ἔχων πιστά, μὴ ἐν κατηγορίᾳ ἀσωτίας ἢ ἀνυπότακτα» (Τιτ. 1,5-6).

 

Ο Γάμος

Ο Γάμος δεν είναι ανθρώπινος θεσμός, αλλά θεοΐδρυτος. Στην Παλαιά Διαθήκη, στο Βιβλίο της Γενέσεως, διαβάζομε: «Καὶ εἶπε Κύριος ὁ Θεός· οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον· ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ᾿ αὐτόν» (Γεν. 2,18). Και πιο κάτω συμπληρώνει: «Ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν» (Γεν. 2,24). ΄Αρα ο Γάμος, που ίδρυσε ο Θεός, έχει διπλό χαρακτήρα: την κοινή ζωή ψυχοσωματική ένωσι) για την από κοινού τελείωσι και την τεκνογονία.

Στην Καινή Διαθήκη αυτός ο θεοΐδρυτος θεσμός αποκτά τον χαρακτήρα του «Μυστηρίου». Στην επιστολή προς Εφεσίους ο Απόστ. Παύλος ονομάζει τον γάμο «μέγα μυστήριο» και παραβάλλει την αγιασμένη ένωσι του ανδρός και της γυναικός με την μυστηριακή ένωσι του Χριστού με την Εκκλησία, το σώμα των πιστών επί της γης (Εφ. 5,32).

Από την αρχή του Χριστιανισμού ο Γάμος ήταν θρησκευτική τελετή, όπως μας πληροφορούν αρχαιολογικά ευρήματα και τοα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας. επάνω σε μεταλλικό κύπελλο που βρέθηκε σε κατακόμβη της Ρώμης είναι χαραγμένη η μορφή ιερέως που στεφανώνει και ευλογεί τους νεονύμφους (2ος-3ος αι. μ.Χ.). Ο ΄Αγ. Ιγνάτιος, Επίσκοπος Αντιοχείας, γράφει στον ΄Αγ. Πολύκαρπο Σμύρνης κατά τον 2ο μ.Χ. αι. (και δύο υπήρξαν άμεσοι διάδοχοι των Αποστόλων και μάρτυρες): «Πρέπει δέ τοῖς γαμοῦσι καί ταῖς γαμουμέναις μετά γνώμης τοῦ ἐπισκόπου τήν ἕνωσιν ποιεῖσθαι, ἵνα ὁ γάμος ᾖ κατά Θεόν, καί μή κατ᾿ ἐπιθυμίαν». Ο ΄Αγ. Βασίλειος γράφει στην «Εξαήμερο»: «Ὁ τῆς φύσεως δεσμὸς, ὁ διὰ τῆς εὐλογίας ζυγὸς» (7,5). Και ο ΄Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος εξηγεί: «οὐδέ γάρ ἡ συνάφεια, ἀλλ᾿ ἡ τῆς εὐχῆς τελετή ποιεῖ τήν μνηστείαν ὡς γάμον λογίζεσθαι» (Ομιλία περί πορνείας, 2).

Είναι η παρουσία του Αγίου Πνεύματος (παρόν σε όλα τα Μυστήρια) που δίνει την ευλογία στους νεονύμφους και τους μεταδίδει την Θεία Χάρι. Αυτή η Χάρις του Θεού αγιάζει την φυσική ένωσι μεταμορφώνοντάς την με τέτοιο τρόπο ώστε να γίνη η οικογένεια πυρήνας ηθικής τελειώσεως. Γι᾿ αυτό δεν είναι θεμιτό να διαλυθή αυτός ο θαυμαστός δεσμός του γάμου. Με τον χριστιανικό γάμο δημιουργείται ο χώρος όπου θα γεννηθούν και θα μεγαλώσουν νέοι Χριστιανοί. Έτσι κάθε χριστιανική οικογένεια αποκτά την δύναμι να εξαγιάση λίγο-λίγο την κοινωνία.

Ο αδιάλυτος χαρακτήρας του θεσμού του γάμου ορίσθηκε από τον ίδιον τον Χριστόν. Όταν οι Φαρισαίοι Τον ρώτησαν αν επιτρέπεται το διαζύγιο, απήντησε: «Ὅ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω» (Ματθ. 19,6). Και μετά πρόσθεσε: «Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται· καὶ ὁ ἀπολελυμένην γαμήσας μοιχᾶται. (Ματθ. 19,9). Γι᾿ αυτό η Ορθόδοξος Εκκλησία επιτρέπει το διαζύγιο μόνο στην περίπτωσι που ανέφερε ο Κύριος, δηλαδή την μοιχεία (πορνεία).

Στο Κεφάλαιο περί γάμου, το Ευαγγέλιο μας μιλάει επίσης για την αγαμία: «Εἰσὶ γὰρ εὐνοῦχοι οἵτινες ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτω. Καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω» (Ματθ. 19,12). ΄Αρα η «εν Χριστῴ» αγαμία (παρθενία) δεν είναι για όλους, αλλά γι᾿ αυτούς που «δύνανται» και που την δέχονται με ελευθερία και όχι με καταναγκασμό. Η πνευματική αυτή πειθαρχία έχει βέβαια την συμπαράστασι του Θεού δια της προσευχής, της βαθειάς γνώσεως της Ορθοδόξου πίστεως και της αποδοχής της και της πολύ εντόνου μυστηριακής ζωής (εξομολόγησι και Αγ. Κοινωνία), που μεταδίδει την Θεία Χάρι και ενδυναμώνει τον αγωνιζόμενο Χριστιανό (άνδρα ή γυναίκα) πνευματικά και σωματικά.

Ο Απόστ. Παύλος, ο οποίος έζησε ο ίδιος τον αγώνα της εν Χριστῴ αγαμίας, εξηγεί πολύ ωραία αυτό το θέμα στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή: «θέλω δὲ ὑμᾶς ἀμερίμνους εἶναι. Ὁ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, πῶς ἀρέσει τῷ Κυρίῳ. Ὁ δὲ γαμήσας μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῇ γυναικί. Μεμέρισται καὶ ἡ γυνὴ καὶ ἡ παρθένος. Ἡ ἄγαμος μεριμνᾷ τὰ τοῦ Κυρίου, ἵνα ᾖ ἁγία καὶ σώματι καὶ πνεύματι, ἡ δὲ γαμήσασα μεριμνᾷ τὰ τοῦ κόσμου, πῶς ἀρέσει τῷ ἀνδρί. Τοῦτο δὲ πρὸς τὸ ὑμῶν αὐτῶν συμφέρον λέγω, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω, ἀλλὰ πρὸς τὸ εὔσχημον καὶ εὐπάρεδρον τῷ Κυρίῳ ἀπερισπάστως... ὥστε καὶ ὁ ἐκγαμίζων καλῶς ποιεῖ, ὁ δὲ μὴ ἐκγαμίζων κρεῖσσον ποιεῖ» (Α΄ Κορ. 7,32-38). Χρειάζεται όμως η ελευθέρα αποδοχή και όχι καταναγκασμός, καθώς και η δραστηριοποίησις και καρποφορία του άγαμου ατόμου στα πλαίσια της Εκκλησίας, ανάλογα με τις δωρεές που έλαβε από τον Θεό. Δηλαδή μια άκαρπη αγαμία δεν έχει νόημα.

Οι Ρωμαιοκαθολικοί ιερείς, που είναι υποχρεωτικά άγαμοι, δεν κάνουν όρκο παρθενίας, γι᾿ αυτό η αγαμία τους είναι ψεύτικη. Δηλαδή στερούνται την νόμιμη οικογένεια, αλλά έχουν την ελευθερία να ζουν όπως θέλουν!

Η πραγματική εν Χριστῴ αγαμία είναι ένα δώρο του Θεού σ᾿ αυτούς που θέλουν ελεύθερα ν᾿ αγωνιστούν τον «καλόν αγώνα». Είναι ένα θαύμα που ειρηνεύει τα ένστικτα και τα πάθη και βοηθά την ψυχή να ενωθή με τον Θεό και να δεχθή σταδιακά τις πιο μεγάλες δωρεές του Αγ. Πνεύματος. Έτσι στην ιστορία της Εκκλησίας συναντούμε συχνά τους πιο μεγάλους ασκητάς να είναι συγχρόνως και μεγάλοι αγωνισταί και φλογεροί υπερασπισταί της αληθείας της Ορθοδόξου Πίστεως κατά διαφόρων αιρέσεων.

Για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς δεν υπάρχουν, λοιπόν, παρά δύο λύσεις σ᾿ αυτό το θέμα: ή ο γάμος ο ευλογημένος από τον Θεό, ή η παρθενία που έχει γίνει αποδεκτή ελεύθερα και που είναι δώρο του Θεού. «Ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω».

Η εν Χριστῴ αγαμία δεν είναι απαραίτητο να βιώνεται μέσα σε μοναστήρι. Αυτή η άσκησι μπορεί να πραγματοποιηθή μέσα στην κοινωνία κατά το παράδειγμα των Αποστόλωνκαι άλλων Αγίων της Εκκλησίας. Όμως στην Ορθοδοξία δεν υπάρχουν μοναστικά τάγματα μέσα στον κόσμο.

 

Το Ευχέλαιο

Το Μυστήριο του Ευχελαίου αναφέρεται σε μία από τις επιστολές των Αποστόλων. Το πρόσφεραν όμως στους αρρώστους για οποιαδήποτε ασθένεια και όχι σαν προετοιμασία των ετοιμοθανάτων όπως συμβαίνει στους Ρωμαιοκαθολικούς. Απόδειξις είναι το ίδιο το κείμενο της Καινής Διαθήκης: «Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. Ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ᾿ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου· καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ» (Ιακ. 5,1-15). Και στο κατά Μάρκον Ευαγγέλιο έχομε την ακόλουθη πληροφορία για τη δραστηριότητα των Αποστόλων: «Καὶ ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα μετανοήσωσι, καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλλον, καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώστους καὶ ἐθεράπευον» (Μάρκ. 6,12-13). ΄Αρα ο τρόπος που δίδεται το Ευχέλαιο στους Ρωμαιοκαθολικούς δεν είναι σύμφωνος με την Αποστολική Παράδοσι.

 

ΑΛΛΕΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ

 

Το Καθαρτήριον Πυρ

Η σύλληψις της εννοίας του Καθαρτηρίου Πυρός είναι μια μεταγενέστερη καινοτομία του Ρωμαιοκαθολικισμού. Δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο. Την απόδειξι μας την δίνει η Καινή Διαθήκη όταν μας λέγει ότι ο Ληστής πήγε κατ᾿ ευθείαν από τον Σταυρό στον Παράδεισο, σύμφωνα με την εντολή του ιδίου του Κυρίου, που του είπε επάνω στον Σταυρό: «Ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23,43). ΄Αρα δεν πέρασε από κανένα ενδιάμεσο σταθμό καθάρσεως των αμαρτιών του όπως διατείνεται η Δύσις μετά το Σχίσμα.

Η ιδέα του καθαρτηρίου Πυρός αφαιρεί την υπευθυνότητα του Χριστιανού επί της γης. Η αλήθεια στο θέμα αυτό είναι ότι θα κριθούμε σύμφωνα με τις πράξεις που κάναμε με πλήρη ελευθερία και με πλήρη υπευθυνότητα. Μας μένει, δηλαδή, «ἅπαξ ἀποθανεῖν, μετὰ δὲ Κρίσις» (Ματθ. 16,27) και (Αποκ. 22,12).

 

Η άσπιλος σύλληψις της Θεοτόκου

Η υπεραγία Θεοτόκος δεν γεννήθηκε χωρίς το προπατορικό αμάρτημα, όπως νομίζουν οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι οποίοι αυτήν την πλάνη την έκαναν δόγμα το 1854 (Πάπας Πίος 9ος). Η σωστή διδασκαλία είναι ότι την ώρα του Ευαγγελισμού από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, η Παναγία ελευθερώθηκε από το προπατορικό αμάρτημα χάρις στην μεγάλη της ταπείνωσι και υπακοή στο θέλημα του Θεού, και με την δύναμι του Αγ. Πνεύματος που την σκέπασε: «Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι» της είπε ο Αρχάγγελος (Λουκ. 1,35). Η υπεραγία Θεοτόκος δέχθηκε ελεύθερα το παράδοξο γεγονός της γεννήσεως του Σωτήρος από αυτήν με θαυμαστό τρόπο και δεν έφερε αντίρρησι στα λόγια του Αρχαγγέλου, αλλά απήντησε ταπεινά: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμα σου» (Λουκ. 1,38). Γι᾿ αυτό στην Ορθόδοξο Εκκλησία η μητέρα του Σωτήρος ονομάζεται «Παναγία». Είναι η πιο αγία γυναίκα που έζησε ποτέ επί της γης. Ονομάζεται επίσης Θεοτόκος (μητέρα του Θεού), επειδή από αυτήν γεννήθηκε με θαυμαστό τρόπο ο Θεάνθρωπος, ο Σωτήρ του κόσμου. Μετά την Κοίμησί της βρίσκεται κοντά Του στους Ουρανούς και μεσιτεύει για μας συνεχώς. Γι᾿ αυτό ονομάζεται και «Πρέσβειρα» και Μεσίτρια», γιατί πρεσβεύει και μεσιτεύει για όλη την ανθρωπότητα.

 

* * *

 

Μετά την συνάντησι στους Αγίους Τόπους του πάπα Παύλου του ΣΤ΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου του Α΄, αποφασίσθηκε η αμοιβαία άρσις των αναθεμάτων του 1054 (χωρίς να γίνη όμως και η άρσις των αιτίων των αναθεμάτων), για να προχωρήσει ο θεολογικός «Διάλογος» πιο ελεύθερα μέσα από μια σχέσι αδελφικής «αγάπης» (1965).

Οι πρώτοι Χριστιανοί είχαν «μιά καρδιά καί μιά ψυχή» (Πράξεις 4,32). [Σήμερα] η «Ένωσις» είναι αδύνατος όταν στην πραγματικότητα λείπουν η αδελφική αγάπη και η θεολογική ειλικρίνεια. (...) Η αγάπη προς τον Θεό απαιτεί την ορθή πίστι που μας παρέδωσαν οι Απόστολοι και που πρέπει να γίνη κανόνας ζωής, και η αγάπη προς τον πλησίον απαιτεί ειλικρίνεια και τιμιότητα προς τον συνομιλητή και μια πραγματική επιθυμία για ενότητα «ἐν ἀγάπῃ καί ἀληθείᾳ», όπως λέγει ο Απ. Παύλος: «Ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ» (Εφ. 4,15).

Αμήν.

 


 

(Πηγή: Διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Ρωμαιοκαθολικών, Αθήνα, 2002)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας