Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 11

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 10]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 12]

 

Κεφάλαιο 63

Περὶ τῆς θεανδρικῆς ἐνεργείας
(Για τη θεανδρική ενέργεια)

Ὁ μακάριος Διονύσιος «καινήν τινα θεανδρικὴν ἐνέργειαν» φήσας τὸν Χριστὸν «ἡμῖν πεπολιτευμένον», οὐκ ἀναιρῶν τὰς φυσικὰς ἐνεργείας μίαν ἐνέργειαν ἔκ τε τῆς ἀνθρωπίνης καὶ τῆς θείας γεγενημένην φησίν – οὕτω γὰρ ἂν καὶ μίαν φύσιν εἴποιμεν καινήν, ἐκ θείας τε καὶ ἀνθρωπίνης φύσεως γεγενημένην· «ὧν γὰρ ἡ ἐνέργεια μία, τούτων καὶ ἡ οὐσία μία» κατὰ τοὺς ἁγίους πατέρας – ἀλλὰ θέλων δεῖξαι τὸν καινὸν καὶ ἀπόρρητον τρόπον τῆς τῶν φυσικῶν τοῦ Χριστοῦ ἐνεργειῶν ἐκφάνσεως τῷ ἀπορρήτῳ τρόπῳ τῆς εἰς ἄλληλα τῶν Χριστοῦ φύσεων περιχωρήσεως προσφόρως καὶ τὴν κατὰ ἄνθρωπον αὐτοῦ πολιτείαν ξένην καὶ παράδοξον καὶ τῇ φύσει τῶν ὄντων ἄγνωστον καὶ τὸν τρόπον τῆς κατὰ τὴν ἀπόρρητον ἕνωσιν ἀντιδόσεως· οὐ διῃρημένας γάρ φαμεν τὰς ἐνεργείας οὐδὲ διῃρημένως ἐνεργούσας τὰς φύσεις, ἀλλ᾿ ἡνωμένας, ἑκάστην μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας ἐνεργοῦσαν τοῦθ᾿ ὅπερ ἴδιον ἔσχηκεν. Οὔτε γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ἀνθρωπίνως ἐνήργησεν – οὐ γὰρ ψιλὸς ἦν ἄνθρωπος – οὐδὲ τὰ θεῖα κατὰ Θεὸν μόνον – οὐ γὰρ ἦν γυμνὸς Θεός – ἀλλὰ Θεὸς ὁμοῦ ὑπάρχων καὶ ἄνθρωπος. Ὥσπερ γὰρ τῶν φύσεων τὴν ἕνωσιν καὶ τὴν φυσικὴν διαφορὰν ἐπιστάμεθα, οὕτω καὶ τῶν φυσικῶν θελημάτων τε καὶ ἐνεργειῶν.

Ο μακάριος Διονύσιος χαρακτηρίζει τον Χριστό, «που έζησε μεταξύ μας ως κάποια καινούργια θεανδρική ενέργεια», χωρίς να αναιρεί τις φυσικές ενέργειες, λέει ότι από την ανθρώπινη και θεία ενέργεια προήλθε μία ενέργεια. Παρόμοια θα λέγαμε και για μία καινούργια φύση, που προήλθε από τη θεία και ανθρώπινη φύση· διότι, σύμφωνα με τους αγίους Πατέρες, «όσα έχουν μία ενέργεια, αυτά έχουν και μία ουσία». (Ο μακάριος Διονύσιος) ήθελε να δείξει τον καινούργιο και ανέκφραστο τρόπο της φανερώσεως των φυσικών ενεργειών του Χριστού με τον ανέκφραστο και πρόσφορο τρόπο της αλληλοπεριχωρήσεως των φύσεων του Χριστού· να δείξει την ξένη, παράδοξη και άγνωστη στη φύση μας ανθρώπινη ζωή του καθώς και τον τρόπο της αντιδόσεως (των ιδιοτήτων των φύσεων) στην ανέκφραστη ένωσή τους. Διότι οι ενέργειες δεν είναι χωρισμένες, ούτε οι φύσεις ενεργούν ξεχωριστά, αλλά ενωμένα· καθεμία ενεργεί το ιδιαίτερο γνώρισμά της, συμμετέχοντας η μία στη ζωή της άλλης. Δεν ενεργούσε, δηλαδή, τα ανθρώπινα μόνο με ανθρώπινο τρόπο, διότι δεν ήταν απλός άνθρωπος· ούτε πάλι τα θεία μόνο με τρόπο θεϊκό, διότι δεν ήταν απλός Θεός· αλλά ήταν μαζί και Θεός και άνθρωπος. Όπως δηλαδή γνωρίζουμε την ένωση των φύσεων και τη φυσική διαφορά τους, έτσι γνωρίζουμε και τη διαφορά των θελήσεων και ενεργειών των (δύο) φύσεων.

Ἰστέον τοιγαροῦν, ὡς ἐπὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ποτὲ μὲν ὡς ἐπὶ δύο φύσεων τὸν λόγον ποιούμεθα, ποτὲ δὲ ὡς ἐφ᾿ ἑνὸς προσώπου, καὶ τοῦτο δὲ κἀκεῖνο εἰς μίαν ἀναφέρεται ἔννοιαν· αἱ γὰρ δύο φύσεις εἷς ἐστι Χριστός, καὶ ὁ εἷς Χριστὸς δύο φύσεις ἐστί. Ταὐτὸν οὖν ἐστιν εἰπεῖν· ἐνεργεῖ ὁ Χριστὸς καθ᾿ ἑκατέραν τῶν αὐτοῦ δύο φύσεων, καὶ ἐνεργεῖ ἑκατέρα φύσις ἐν τῷ Χριστῷ μετὰ τῆς θατέρου κοινωνίας. Κοινωνεῖ τοίνυν ἡ μὲν θεία φύσις τῇ σαρκὶ ἐνεργούσῃ διὰ τὸ εὐδοκίᾳ τῆς θείας θελήσεως παραχωρεῖσθαι πάσχειν καὶ πράττειν τὰ ἴδια καὶ διὰ τὸ τὴν ἐνέργειαν τῆς σαρκὸς πάντως εἶναι σωτήριον, ὅπερ οὐ τῆς ἀνθρωπίνης ἐνεργείας ἐστίν, ἀλλὰ τῆς θείας. Ἡ δὲ σὰρξ τῇ θεότητι τοῦ Λόγου ἐνεργούσῃ διά τε τὸ ὡς δι᾿ ὀργάνου τοῦ σώματος τὰς θείας ἐκτελεῖσθαι ἐνεργείας καὶ διὰ τὸ ἕνα εἶναι τὸν ἐνεργοῦντα θεϊκῶς τε ἅμα καὶ ἀνθρωπίνως.

Πρέπει να γνωρίζουμε, επίσης, ότι αναφερόμαστε στον Κύριό μας Ιησού Χριστό άλλοτε σαν να πρόκειται για δύο φύσεις και άλλοτε σαν να πρόκειται για ένα πρόσωπο· και το ένα και το άλλο έχουν την ίδια έννοια. Διότι οι δύο φύσεις είναι ο ένας Χριστός, και ο ένας Χριστός είναι οι δύο φύσεις. Επομένως, είναι το ίδιο να πει κανείς: ο Χριστός ενεργεί με καθεμία από τις δύο φύσεις του ή ενεργεί κάθε φύση στο πρόσωπο του Χριστού με συμμετοχή στη ζωή της άλλης. Συμμετέχει, λοιπόν, η θεία φύση στη σάρκα που ενεργεί, επειδή η θεία θέληση τής επιτρέπει να πάσχει και να κάμει τα δικά της χαρακτηριστικά, και επειδή η ενέργεια της σάρκας του είναι οπωσδήποτε σωστική, διότι δεν αποτελεί μόνον ανθρώπινη ενέργεια αλλά και θεία συνέργεια. Η σάρκα πάλι του Λόγου συμμετέχει στη θεότητά του, επειδή το σώμα σαν όργανο εκτελεί τις θείες ενέργειες και επειδή ένας είναι αυτός που ενεργεί ταυτόχρονα με θεϊκό και ανθρώπινο τρόπο.

Εἰδέναι γὰρ χρή, ὡς ὁ ἅγιος αὐτοῦ νοῦς καὶ τὰς φυσικὰς αὐτοῦ ἐνεργεῖ ἐνεργείας, νοῶν καὶ γινώσκων, ὅτι ἐστὶ Θεοῦ νοῦς καὶ ὅτι ὑπὸ πάσης προσκυνεῖται τῆς κτίσεως, καὶ μεμνημένος τῶν ἐπὶ τῆς γῆς αὐτοῦ διατριβῶν τε καὶ παθῶν, κοινωνεῖ δὲ ἐνεργούσῃ τῇ τοῦ Λόγου θεότητι καὶ διεπούσῃ καὶ κυβερνώσῃ τὸ πᾶν, νοῶν καὶ γινώσκων καὶ διέπων οὐχ ὡς ψιλὸς ἀνθρώπου νοῦς, ἀλλ᾿ ὡς Θεῷ καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένος καὶ Θεοῦ νοῦς χρηματίσας.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι ο άγιος νους του (του Χριστού) ενεργεί και τις φυσικές του ενέργειες, με τη σκέψη και τη γνώση ότι είναι νους του Θεού και ότι όλη η κτίση τον προσκυνά· θυμάται τη διαμονή του πάνω στη γη και τα πάθη του, και συμμετέχει στη θεότητα του Λόγου που ενεργεί, διευθετεί και κυβερνά το παν. Σκέφτεται και γνωρίζει και κυβερνά όχι σαν απλός ανθρώπινος νους, αλλά σαν νους που ενώθηκε υποστατικά με τον Θεό και έγινε νους του Θεού.

Τοῦτο οὖν δηλοῖ ἡ θεανδρικὴ ἐνέργεια, ὅτι ἀνδρωθέντος Θεοῦ, ἤγουν ἐνανθρωπήσαντος, καὶ ἡ ἀνθρωπίνη αὐτοῦ ἐνέργεια θεία ἦν, ἤγουν τεθεωμένη καὶ οὐκ ἄμοιρος τῆς θείας αὐτοῦ ἐνεργείας καὶ ἡ θεία αὐτοῦ ἐνέργεια οὐκ ἄμοιρος τῆς ἀνθρωπίνης αὐτοῦ ἐνεργείας, ἀλλ᾿ ἑκατέρα σὺν τῇ ἑτέρᾳ θεωρουμένη. Λέγεται δὲ ὁ τρόπος οὗτος περίφρασις, ὅταν τις δύο τινὰ διὰ μιᾶς περιλάβῃ λέξεως. Ὥσπερ γὰρ μίαν τὴν τετμημένην καῦσιν λέγομεν καὶ τὴν κεκαυμένην τομὴν τῆς πεπυρακτωμένης μαχαίρας, ἄλλην δὲ ἐνέργειάν φαμεν τὴν τομὴν καὶ ἄλλην τὴν καῦσιν, καὶ ἄλλης καὶ ἄλλης φύσεως, τοῦ μὲν πυρὸς τὴν καῦσιν, τοῦ δὲ σιδήρου τὴν τομήν, οὕτω καί μίαν τοῦ Χριστοῦ θεανδρικὴν ἐνέργειαν λέγοντες δύο τὰς ἐνεργείας νοοῦμεν τῶν δύο φύσεων αὐτοῦ, τῆς μὲν θεότητος αὐτοῦ τὴν θείαν, τῆς δέ ἀνθρωπότητος αὐτοῦ τὴν ἀνθρωπίνην ἐνέργειαν.

Η θεανδρική ενέργεια, λοιπόν, φανερώνει το εξής, ότι όταν ο Θεός ανδρώθηκε, δηλαδή ενανθρώπησε, και η ανθρώπινη του ενέργεια έγινε θεία, δηλαδή θεωμένη και όχι αμέτοχη στη θεία του ενέργεια· και η θεία του ενέργεια πάλι δεν ήταν αμέτοχη στην ανθρώπινη ενέργειά του, αλλά η καθεμία συμμετείχε στην άλλη. Ο τρόπος αυτός λέγεται περίφραση, όταν δηλαδή κάποιος με μία λέξη περιλάβει δύο έννοιες. Διότι, όπως ακριβώς λέμε ότι το κομμένο κάψιμο και το καμμένο κόψιμο του πυρακτωμένου μαχαιριού είναι ένα, και λέμε επίσης άλλη ενέργεια το κόψιμο και άλλη το κάψιμο, και το καθένα ανήκει σε διαφορετική φύση – το κάψιμο στη φωτιά ενώ το κόψιμο στο σίδηρο – έτσι και όταν λέμε ότι η θεανδρική ενέργεια του Χριστού είναι μία, εννοούμε τις δύο ενέργειες των δύο φύσεών του, δηλαδή τη θεία ενέργεια που ανήκει στη θεότητά του και την ανθρώπινη που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη φύση του.

 

Κεφάλαιο 64

Περὶ τῶν φυσικῶν καὶ ἀδιαβλήτων παθῶν
(Για τα φυσικά και αδιάβλητα πάθη)

Ὁμολογοῦμεν δέ, ὅτι πάντα τὰ φυσικὰ καὶ ἀδιάβλητα πάθη τοῦ ἀνθρώπου ἀνέλαβεν. Ὅλον γὰρ τὸν ἄνθρωπον καὶ πάντα τὰ τοῦ ἀνθρώπου ἀνέλαβε πλὴν τῆς ἁμαρτίας· αὕτη γὰρ οὐ φυσική ἐστιν οὐδὲ ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἡμῖν ἐνσπαρεῖσα, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς τοῦ διαβόλου ἐπισπορᾶς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ αὐτεξουσίῳ προαιρέσει ἑκουσίως συνισταμένη, οὐ βίᾳ ἡμῶν κρατοῦσα. Φυσικὰ δὲ καὶ ἀδιάβλητα πάθη εἰσὶ τὰ οὐκ ἐφ᾿ ἡμῖν, ὅσα ἐκ τῆς ἐπὶ τῇ παραβάσει κατακρίσεως εἰς τὸν ἀνθρώπινον εἰσῆλθε βίον· οἷον πεῖνα, δίψα, κόπος, πόνος, τὸ δάκρυον, ἡ φθορά, ἡ τοῦ θανάτου παραίτησις, ἡ δειλία, ἡ ἀγωνία (ἐξ ἧς οἱ ἱδρῶτες, οἱ θρόμβοι τοῦ αἵματος), ἡ διὰ τὸ ἀσθενὲς τῆς φύσεως ὑπὸ τῶν ἀγγέλων βοήθεια καὶ τὰ τοιαῦτα, ἅτινα πᾶσι τοῖς ἀνθρώποις φυσικῶς ἐνυπάρχουσι.

Πιστεύουμε ακόμη ότι (ο Χριστός) πήρε όλα τα φυσικά και αδιάβλητα (άμεμπτα) πάθη του ανθρώπου. Διότι προσέλαβε όλο τον άνθρωπο καί όλα τα γνωρίσματα του ανθρώπου, εκτός από την αμαρτία. Διότι αυτή δεν είναι φυσικό πράγμα ούτε ο Δημιουργός την έσπειρε μέσα μας, αλλά την αποκτήσαμε θεληματικά με την επίδραση του διαβόλου στην προαίρεσή μας, χωρίς να κυριαρχεί πάνω μας με βία. Φυσικά και αδιάβλητα πάθη είναι αυτά που δεν εξαρτώνται από τη θέλησή μας· όσα εισήλθαν στην ανθρώπινη ζωή μας εξαιτίας της καταδίκης λόγω της παραβάσεώς μας· για παράδειγμα η πείνα, η δίψα, ο κόπος, ο πόνος, τα δάκρυα, η φθορά, η αποφυγή του θανάτου, η δειλία, η αγωνία (από την οποία προέρχονται οι ιδρώτες και οι θρόμβοι του αίματος), η βοήθεια από τους αγγέλους εξαιτίας της αδύναμης φύσεώς μας και τα παρόμοια, τα οποία υπάρχουν μέσα σε κάθε άνθρωπο από τη φύση του.

Πάντα τοίνυν ἀνέλαβεν, ἵνα πάντα ἁγιάσῃ. Ἐπειράσθη καὶ ἐνίκησεν, ἵνα ἡμῖν τὴν νίκην πραγματεύσηται καὶ δῷ τῇ φύσει δύναμιν νικᾶν τὸν ἀντίπαλον, ὅπως ἡ φύσις ἡ πάλαι νικηθεῖσα, δι᾿ ὧν προσβολῶν ἐνικήθη, διὰ τούτων νικήσῃ τὸν πάλαι νικήσαντα.

Όλα, λοιπόν, τα προσέλαβε, για να τ᾿ αγιάσει όλα. Δοκίμασε τους πειρασμούς και νίκησε, για να κερδίσει τη νίκη για λογαριασμό μας· να δώσει τη δύναμη στη φύση μας να νικά τον αντίπαλο, ώστε η φύση που παλαιά με τις προσβολές του εχθρού νικήθηκε, με αυτές να νικήσει τον παλαιό αντίπαλο.

Ὁ μὲν οὖν πονηρὸς ἔξωθεν προσέβαλεν οὐ διὰ λογισμῶν, ὥσπερ καὶ τῷ Ἀδάμ· κἀκείνῳ γὰρ οὐ διὰ λογισμῶν, ἀλλὰ διὰ τοῦ ὄφεως. Ὁ δὲ Κύριος τὴν προσβολὴν ἀπεκρούσατο καὶ ὡς καπνὸν διέλυσεν, ἵνα προσβαλόντα αὐτῷ τὰ πάθη καὶ νικηθέντα καὶ ἡμῖν εὐκαταγώνιστα γένηται καὶ οὕτως ὁ νέος Ἀδὰμ τὸν παλαιὸν ἀνασώσηται.

Ο πονηρός, λοιπόν, του έκανε (του Χριστού) επίθεση απέξω, όχι με λογισμούς, όπως ακριβώς και στον Αδάμ· και σ᾿ εκείνον επιτέθηκε όχι με λογισμούς, αλλά μέσω του φιδιού. Ο Κύριος βέβαια απέκρουσε την επίθεση και τη διέλυσε σαν καπνό, ώστε τα πάθη που τον προσέβαλαν και τα κατανίκησε, να γίνουν κι από μας ευκολονίκητα και έτσι ο νέος Αδάμ (ο Χριστός) να σώσει πάλι τον παλαιό (Αδάμ).

Ἀμέλει τὰ φυσικὰ ἡμῶν πάθη κατὰ φύσιν καὶ ὑπὲρ φύσιν ἦσαν ἐν τῷ Χριστῷ. Κατὰ φύσιν μὲν γὰρ ἐκινεῖτο ἐν αὐτῷ, ὅτε παρεχώρει τῇ σαρκὶ πάσχειν τὰ ἴδια· ὑπὲρ φύσιν δέ, ὅτε οὐ προηγεῖτο ἐν τῷ Κυρίῳ τῆς θελήσεως τὰ φυσικά· οὐδὲν γὰρ ἠναγκασμένον ἐπ᾿ αὐτοῦ θεωρεῖται, ἀλλὰ πάντα ἑκούσια· θέλων γὰρ ἐπείνασε, θέλων ἐδίψησε, θέλων ἐδειλίασε, θέλων ἀπέθανεν.

Οπωσδήποτε τα φυσικά μας πάθη στο πρόσωπο του Χριστού ήταν σύμφωνα με τη φύση και πάνω απ᾿ αυτήν. Κινούνταν σύμφωνα με τη φύση μέσα του, όταν επέτρεπε στη σάρκα να παθαίνει τα δικά της. Κινούνταν πάλι πάνω από τη φύση, όταν τα φυσικά δεν προηγούνταν από τη θέληση του Κυρίου. Διότι σ᾿ αυτόν δεν υπήρχε καμμιά αναγκαιότητα, αλλά όλα ήταν θεληματικά· ήθελε και πείνασε, ήθελε και δίψασε, ήθελε και δείλιασε, ήθελε και πέθανε.

 

Κεφάλαιο 65

Περὶ ἀγνοίας καὶ δουλείας
(Για την άγνοια και τη δουλεία)

Δεῖ γινώσκειν, ὅτι τὴν μὲν ἀγνοοῦσαν καὶ δούλην ἀνέλαβεν φύσιν· καὶ γὰρ δούλη ἐστὶν ἡ ἀνθρώπου φύσις τοῦ ποιήσαντος αὐτὴν Θεοῦ καὶ οὐκ ἔχει τὴν τῶν μελλόντων γνῶσιν. «Ἐὰν οὖν» κατὰ τὸν θεολόγον Γρηγόριον «χωρίσῃς τὸ ὁρώμενον τοῦ νοουμένου», δούλη τε λέγεται καὶ ἀγνοοῦσα ἡ σάρξ, διὰ δὲ τὴν τῆς ὑποστάσεως ταυτότητα καὶ τὴν ἀδιάσπαστον ἕνωσιν κατεπλούτησεν ἡ τοῦ Κυρίου ψυχὴ τὴν τῶν μελλόντων γνῶσιν ὡς καὶ τὰς λοιπὰς θεοσημίας. Ὥσπερ γὰρ ἡ σὰρξ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὴν οἰκείαν φύσιν οὐκ ἔστι ζωοποιός, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου σὰρξ ἑνωθεῖσα καθ᾿ ὑπόστασιν αὐτῷ τῷ Θεῷ Λόγῳ τῆς μὲν κατὰ φύσιν θνητότητος οὐκ ἀπέστη, ζωοποιὸς δὲ γέγονε διὰ τὴν πρὸς τὸν Λόγον καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν καὶ οὐ δυνάμεθα λέγειν, ὅτι οὐκ ἦν καὶ ἔστιν ἀεὶ ζωοποιός· οὕτως ἡ μὲν ἀνθρωπίνη φύσις οὐσιωδῶς οὐ κέκτηται τῶν μελλόντων τὴν γνῶσιν, ἡ δὲ τοῦ Κυρίου ψυχὴ διὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν Λόγον ἕνωσιν καὶ τὴν ὑποστατικὴν ταυτότητα κατεπλούτησεν, ὡς ἔφην, μετὰ τῶν λοιπῶν θεοσημιῶν καὶ τὴν τῶν μελλόντων γνῶσιν.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι (ο Χριστός) προσέλαβε φύση την οποία διακρίνει η άγνοια και η δουλικότητα· διότι η ανθρώπινη φύση είναι δούλη του Θεού που την έπλασε και αγνοεί τα μέλλοντα. Σύμφωνα με τον Γρηγόριο τον θεολόγο, «εάν ξεχωρίσεις αυτό που βλέπουμε απ᾿ αυτό που αντιλαμβανόμαστε με το νου», η σάρκα είναι δούλη και έχει άγνοια· αλλά η ψυχή του Κυρίου, χάρη στην ταύτισή της με την υπόστασή του και την πλήρη ένωση μαζί του, έγινε πολύ πλούσια από τη γνώση των μελλόντων, όπως και από τις υπόλοιπες θεοσημίες. Διότι, όπως η σάρκα των ανθρώπων σύμφωνα με τη φύση της δεν είναι ζωοποιά, ενώ η σάρκα του Κυρίου, επειδή ενώθηκε υποστατικά με τον Θεό Λόγο, δεν έχασε τη φυσική της θνητότητα, αλλά έγινε ζωοποιός εξαιτίας της υποστατικής ενώσεως με τον Λόγο· και δεν μπορούμε να πούμε ότι δεν ήταν και είναι πάντοτε ζωοποιός. Έτσι, λοιπόν, η ανθρώπινη φύση δεν έχει αποκτήσει από τη φύση της τη γνώση των μελλόντων, ενώ η ψυχή του Κυρίου εξαιτίας της ενώσεώς της με τον Θεό Λόγο και την υποστατική ταύτιση έγινε πολύ πλούσια, όπως προανέφερα, στις υπόλοιπες θεοσημείες και στη γνώση για τα μέλλοντα.

Ἰστέον δέ, ὅτι οὔτε δοῦλον αὐτὸν λέγειν δυνάμεθα· τὸ γὰρ τῆς δουλείας καὶ τῆς δεσποτείας ὄνομα οὐ φύσεώς εἰσι γνωρίσματα, ἀλλὰ τῶν πρός τι, ὥσπερ τὸ τῆς πατρότητος καὶ τῆς υἱότητος. Ταῦτα γὰρ οὐκ οὐσίας, ἀλλὰ σχέσεώς εἰσι δηλωτικά. Ὥσπερ οὖν ἐπὶ τῆς ἀγνοίας εἴπομεν, ὅτι, ἐὰν ἰσχναῖς ἐπινοίαις, ἤτοι νοῦ λεπταῖς φαντασίαις διέλῃς τὸ κτιστὸν ἐκ τοῦ ἀκτίστου, δούλη ἐστὶν ἡ σάρξ, εἰ μὴ ἥνωτο τῷ Θεῷ Λόγῳ· ἅπαξ δὲ ἑνωθεῖσα καθ᾿ ὑπόστασιν πῶς ἔσται δούλη; Εἷς γὰρ ὢν ὁ Χριστὸς, οὐ δύναται δοῦλος ἑαυτοῦ εἶναι καί Κύριος· ταῦτα γὰρ οὐ τῶν ἁπλῶς λεγομένων εἰσίν, ἀλλὰ πρὸς ἕτερον. Τίνος οὖν ἔσται δοῦλος; Τοῦ Πατρός; Οὐκοῦν οὐ πάντα, ὅσα ἔχει ὁ Πατήρ, καὶ τοῦ Υἱοῦ εἰσιν, εἴπερ τοῦ Πατρός ἐστι δοῦλος, ἑαυτοῦ δὲ οὐδαμῶς. Πῶς δὲ περὶ ἡμῶν λέγει ὁ ἀπόστολος· «Ὥστε οὐκέτι εἶ δοῦλος, ἀλλ᾿ υἱός», δι᾿ αὐτοῦ υἱοθετηθέντων, εἴπερ αὐτὸς δοῦλός ἐστι; Προσηγορικῶς οὖν λέγεται δοῦλος οὐκ αὐτὸς ὢν τοῦτο, δι᾿ ἡμᾶς δὲ δούλου μορφὴν εἰληφὼς καὶ δοῦλος μεθ᾿ ἡμῶν κεκλημένος. Ἀπαθὴς γὰρ ὢν δι᾿ ἡμᾶς ἐδούλευσε πάθεσι καὶ διάκονος τῆς ἡμῶν σωτηρίας γέγονεν. Οἱ δὲ λέγοντες αὐτὸν δοῦλον διιστῶσι τὸν ἕνα Χριστὸν εἰς δύο καθάπερ Νεστόριος. Ἡμεῖς δὲ Δεσπότην αὐτόν φαμεν καὶ Κύριον πάσης τῆς κτίσεως, τὸν ἕνα Χριστόν, τὸν αὐτὸν Θεόν τε ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπον, καὶ πάντα εἰδέναι· «ἐν αὐτῷ γάρ εἰσι πάντες οἱ θησαυροὶ τῆς σοφίας καὶ τῆς γνώσεως ἀπόκρυφοι».

Πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε (τον Χριστό) ούτε δούλο να τον λέμε· διότι τα ονόματα «δούλος» ή «δεσπότης» δεν είναι γνωρίσματα της φύσεως, αλλά των σχέσεων, όπως τα ονόματα «πατέρας» ή «υιός». Αυτά δηλαδή δεν δείχνουν την ουσία αλλά τις σχέσεις. Όπως ακριβώς είπαμε για την άγνοια ότι, εάν διακρίνεις το κτιστό από το άκτιστο με αμυδρές ιδέες, δηλαδή με λεπτές φαντασίες του νου, τότε η σάρκα θα ήταν δούλη του Θεού, εάν δεν ενώνονταν με τον Θεό Λόγο· αφού όμως ενώθηκε υποστατικά, πώς θα είναι δούλη; Επειδή, δηλαδή, ο Χριστός είναι ένας, δεν μπορεί να είναι και δούλος του εαυτού του και Κύριος· διότι αυτά δεν είναι από αυτά που λέγονται απλοϊκά, αλλά σχετικά με κάτι άλλο. Ποιανού δούλος, λοιπόν, θα είναι; Του Πατέρα; Καλά! Αλλά, όλα όσα έχει ο Πατέρας, δεν είναι και του Υιού; Εάν, λοιπόν, είναι δούλος του Πατέρα, δεν είναι καθόλου του εαυτού του. Και πώς, εάν ο ίδιος είναι δούλος, λέει ο απόστολος για μας: «ώστε δεν είναι καθόλου δούλος, αλλά υιός», και αυτός μας υιοθέτησε; Λέγεται επομένως δούλος προσηγορικά, χωρίς ο ίδιος να είναι αυτό, αλλά πήρε τη μορφή του δούλου για χάρη μας και ονομάσθηκε μαζί μας δούλος. Όντας απαθής, δουλώθηκε στα πάθη για μας και διακόνησε τη δική μας σωτηρία. Όσοι τον ονομάζουν δούλο χωρίζουν τον ένα Χριστό σε δύο, όπως έκανε ο Νεστόριος. Εμείς όμως τον λέμε Δεσπότη και Κύριο όλης της κτίσεως· είναι ο ένας Χριστός, ο ίδιος Θεός και άνθρωπος ταυτόχρονα, ο οποίος τα γνωρίζει όλα· «διότι αυτός κατέχει όλους τους απόκρυφους θησαυρούς της σοφίας και της γνώσεως».

 

Κεφάλαιο 66

Περὶ προκοπῆς
(Για την προκοπή)

Προκόπτειν δὲ λέγεται «σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι», τῇ μὲν ἡλικίᾳ αὔξων, διὰ δὲ τῆς αὐξήσεως τῆς ἡλικίας τὴν ἐνυπάρχουσαν αὐτῷ σοφίαν εἰς φανέρωσιν ἄγων· ἔτι δὲ τὴν τῶν ἀνθρώπων ἐν σοφίᾳ καὶ χάριτι προκοπὴν καὶ τὴν τελείωσιν τῆς τοῦ Πατρὸς εὐδοκίας, ἤγουν τὴν τῶν ἀνθρώπων θεογνωσίαν τε καὶ σωτηρίαν οἰκείαν προκοπὴν ποιούμενος καὶ οἰκειούμενος πανταχοῦ τὸ ἡμέτερον. Οἱ δὲ προκόπτειν αὐτὸν λέγοντες σοφίᾳ καὶ χάριτι, ὡς προσθήκην τούτων δεχόμενον, οὐκ ἐξ ἄκρας ὑπάρξεως τῆς σαρκὸς γεγενῆσθαι τὴν ἕνωσιν λέγουσιν, οὐδὲ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν πρεσβεύουσι, Νεστορίῳ δὲ τῷ ματαιόφρονι πειθόμενοι, σχετικὴν ἕνωσιν καὶ ψιλὴν ἐνοίκησιν τερατεύονται, «μὴ γινώσκοντες, μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται».

Λέγεται μάλιστα ότι (ο Χριστός) πρόκοβε «στη σοφία, τη σωματική ανάπτυξη και τη χάρη»· μεγάλωνε στο σώμα, και με τη σωματική αύξηση φανέρωνε τη σοφία που είχε μέσα του. Ακόμη, έκαμε δική του την προκοπή των ανθρώπων στη σοφία και χάρη και εκπλήρωνε το θέλημα του Πατέρα του, που ήταν να οδηγήσει τους ανθρώπους στη γνώση του Θεού και τη σωτηρία· όλα τα δικά μας τα έκανε δικά του. Αυτοί όμως που λένε ότι πρόκοβε στη σοφία και τη χάρη, και εννοούν ότι αυτά (σοφία και χάρη) τα δεχόταν προσθετικά, υποστηρίζουν ότι η ένωση δεν έγινε από την πρώτη αρχή της σαρκώσεως ούτε δέχονται την υποστατική ένωση· ακολουθούν τον ματαιόδοξο Νεστόριο και τερατολογούν για ελλιπή ένωση και φανταστική ενσάρκωση, «αγνοώντας και τί λένε και τι υποστηρίζουν».

Εἰ γὰρ ἀληθῶς ἡνώθη τῷ Θεῷ Λόγῳ ἡ σὰρξ ἐξ ἄκρας ὑπάρξεως, μᾶλλον δὲ ἐν αὐτῷ ὑπῆρξε καὶ τὴν ὑποστατικὴν πρὸς αὐτὸν ἔσχε ταυτότητα, πῶς οὐ τελείως κατεπλούτησε πᾶσαν σοφίαν καὶ χάριν; Οὐκ αὐτὴ τῆς χάριτος μεταλαμβάνουσα, οὐδὲ κατὰ χάριν τῶν τοῦ Λόγου μετέχουσα, ἀλλὰ μᾶλλον διὰ τὴν καθ᾿ ὑπόστασιν ἕνωσιν τῶν τε ἀνθρωπίνων τῶν τε θείων τοῦ ἑνὸς Χριστοῦ γεγονότων, ἐπειδὴ ὁ αὐτὸς ἦν Θεός τε ὁμοῦ καὶ ἄνθρωπος, τὴν χάριν καὶ τὴν σοφίαν καὶ πάντων τῶν ἀγαθῶν τὴν πληρότητα τῷ κόσμῳ πηγάζουσα.

Διότι, αν η σάρκα ενώθηκε αληθινά με τον Θεό Λόγο από την πρώτη στιγμή της υπάρξεώς της, ή καλύτερα, αν απόκτησε ύπαρξη μέσα του και είχε τη δική υποστατική ταυτότητα, για ποιό λόγο να μη γίνει πολύ πλούσια σε κάθε σοφία και χάρη; Όχι επειδή η ίδια συμμετείχε στη χάρη, ούτε επειδή χαριστικά μετείχε στον Λόγο, αλλά περισσότερο, χάρη στην υποστατική ένωση των ανθρωπίνων και θείων γνωρισμάτων του ενός Χριστού, επειδή ο ίδιος ήταν μαζί και Θεός και άνθρωπος, πήγαζε στον κόσμο τη χάρη, τη σοφία και την πληρότητα όλων των αγαθών.

 

Κεφάλαιο 67

Περὶ δειλίας
(Για τη δειλία)

Τὸ τῆς δειλίας ὄνομα διπλῆν ἔχει τὴν ἔννοιαν. Ἔστι γὰρ δειλία φυσικὴ μὴ θελούσης τῆς ψυχῆς διαιρεθῆναι τοῦ σώματος διὰ τὴν ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ ἐντεθεῖσαν αὐτῇ φυσικὴν συμπάθειάν τε καὶ οἰκειότητα, δι᾿ ἣν φυσικῶς φοβεῖται καὶ ἀγωνιᾷ καὶ παραιτεῖται τὸν θάνατον. Ἧς ὅρος· «Κατὰ φύσιν δειλία ἐστὶ δύναμις κατὰ συστολὴν τοῦ ὄντος ἀνθεκτική». Εἰ γὰρ ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι παρήχθη ὑπὸ τοῦ Δημιουργοῦ τὰ πάντα, τοῦ εἶναι καὶ οὐ τοῦ μὴ εἶναι τὴν ἔφεσιν ἔχει φυσικῶς. Τούτων δὲ κατὰ φύσιν ἴδιον ἡ πρὸς τὰ συστατικὰ ὁρμή.

Το όνομα «δειλία» έχει διπλή έννοια. Υπάρχει δηλαδή, φυσική δειλία, όταν η ψυχή δεν θέλει ν᾿ αποχωριστεί το σώμα, επειδή ο Δημιουργός από την αρχή έβαλε μέσα της τη φυσική συμπάθεια και οικειότητα (προς το σώμα), και γι᾿ αυτό είναι στη φύση της να φοβάται, να αγωνιά και να ζητεί ν᾿ αποφύγει τον θάνατο. Ο ορισμός της είναι: «Φυσική δειλία είναι η δύναμη άμυνας του όντος, όταν φοβάται». Διότι, αν όλα προήλθαν από τον Δημιουργό, από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, τότε έχουν από τη φύση τους την επιθυμία να ζήσουν και όχι το αντίθετο. Χαρακτηριστικό μάλιστα της φύσεώς τους είναι η ορμή προς τα συστατικά τους.

Καὶ ὁ Θεὸς Λόγος τοίνυν ἄνθρωπος γενόμενος ἔσχε ταύτην τὴν ἔφεσιν ἐν μὲν τοῖς συστατικοῖς τῆς φύσεως τὴν ὁρμὴν ἐνδειξάμενος βρώσεώς τε καὶ πόσεως, ὕπνου τε ἐφιέμενος καὶ φυσικῶς ἐν πείρᾳ τούτων γενόμενος, ἐν δὲ τοῖς φθαρτικοῖς τὴν ὁρμὴν, ὡς τῷ καιρῷ τοῦ πάθους ἑκουσίως τὴν πρὸς τὸν θάνατον συστολὴν ποιήσασθαι. Εἰ γὰρ καὶ νόμῳ φύσεως ἐγίνετο τὰ γινόμενα, ἀλλ᾿ οὐ καθ᾿ ἡμᾶς ἠναγκασμένως· ἑκουσίως γὰρ τὰ φυσικὰ θέλων κατεδέξατο. Ὥστε αὕτη ἡ δειλία καὶ ὁ φόβος καὶ ἀγωνία τῶν φυσικῶν ἐστι καὶ ἀδιαβλήτων παθῶν καὶ μὴ ὑποκειμένων ἁμαρτίᾳ.

Και ο Θεός Λόγος, λοιπόν, επειδή έγινε άνθρωπος, είχε αυτή την επιθυμία (της ζωής)· παρουσίαζε την ορμή προς τα συστατικά της φύσεώς του, έχοντας την επιθυμία της βρώσεως, της πόσεως και του ύπνου. Δοκίμασε αυτά με φυσικό τρόπο και παρουσίασε την ορμή προς τα φθαρτά, όπως στην περίπτωση του πάθους του εκδήλωσε θεληματικά την αποστροφή του προς τον θάνατο. Διότι, αν και τα γεγονότα συνέβαιναν σύμφωνα με τη φύση, όμως δεν ήταν αναγκαστικά για μας· διότι δέχθηκε με τη θέλησή του τα γνωρίσματα της ανθρωπίνης φύσεως. Επομένως, η ίδια η δειλία, ο φόβος και η αγωνία ανήκουν στα φυσικά και αδιάβλητα (άμεμπτα) πάθη, τα οποία δεν υπάγονται στην αμαρτία.

Ἔστι πάλιν δειλία ἡ ἐκ προδοσίας λογισμῶν συνισταμένη καὶ ἀπιστίας καὶ τοῦ ἀγνοεῖν τὴν τοῦ θανάτου ὥραν, ὡς ὅταν νυκτὸς δειλιῶμεν ψόφου τινὸς γινομένου· ἥτις παρὰ φύσιν ἐστίν, ἣν καὶ ὁριζόμενοι λέγομεν· «Παρὰ φύσιν δειλία ἐστὶ παράλογος συστολή». Ταύτην ὁ Κύριος οὐ προσήκατο· διὸ οὐδὲ ἐδειλίασέ ποτε, εἰ μὴ ἐν τῷ τοῦ πάθους καιρῷ, εἰ καὶ οἰκονομικῶς ἑαυτὸν συνέστελλε πολλάκις· οὐ γὰρ ἠγνόει τὸν καιρόν.

Είναι ακόμη δειλία αυτή που προξενείται από την εγκατάλειψη των σκέψεών μας, την απιστία και την άγνοια της ώρας του θανάτου, όπως όταν τη νύχτα φοβόμαστε, όταν ακούμε κάποιον κρότο. Αυτή η δειλία είναι αφύσικη, και την ορίζουμε ως εξής: «Αφύσικη δειλία είναι αδικαιολόγητος φόβος». Ο Κύριος αυτήν δεν την είχε· γι᾿ αυτό ποτέ δεν δείλιασε, παρά μόνον την ώρα του πάθους του, αν και για λόγους οικονομίας πολλές φορές παρουσιαζόταν φοβισμένος· διότι γνώριζε την ώρα του θανάτου.

Ὅτι δὲ ἀληθῶς ἐδειλίασε, φησὶν ὁ ἱερὸς Ἀθανάσιος ἐν τῷ κατὰ τοῦ Ἀπολιναρίου λόγῳ· «Διὰ τοῦτο ὁ Κύριος ἔλεγεν· «Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται». Τὸ δὲ «νῦν» τοῦτό ἐστιν, ὅτε ἠθέλησεν, ὅμως μέντοι τὸ ὂν ἐπιδείκνυται· οὐ γὰρ τὸ μὴ ὂν ὡς παρὸν ὠνόμαζεν ὡς δοκήσει γινομένων τῶν λεγομένων. Φύσει γὰρ καὶ ἀληθείᾳ τὰ πάντα ἐγίνετο». Καὶ μεθ᾿ ἕτερα· «Οὐδαμῶς δὲ θεότης πάθος προσίεται δίχα πάσχοντος σώματος, οὐδὲ ταραχὴν καὶ λύπην ἐπιδείκνυται δίχα ψυχῆς λυπουμένης καὶ ταρασσομένης, οὔτε ἀδημονεῖ καὶ προσεύχεται δίχα νοήσεως ἀδημονούσης καὶ προσευχομένης, ἀλλὰ γὰρ κἂν μὴ ἡττήματι φύσεως συνέβαινε τὰ γινόμενα, ἀλλ᾿ ἐπιδείξει ὑπάρξεως ἐγίνετο τὰ γινόμενα». Τὸ δὲ «ἡττήματι φύσεως μὴ συμβαίνειν τὰ γινόμενα» τὸ μὴ ἀκουσίως ταῦτα ὑπομένειν δηλοῖ.

Ότι πραγματικά (ο Κύριος) δείλιασε, το λέει ο μέγας Αθανάσιος στον λόγο του ενάντια στον Απολινάριο: «Γι᾿ αυτό ο Κύριος έλεγε· «τώρα η ψυχή μου έχει ταραχθεί». Και το «τώρα» αυτό σημαίνει, ότι θέλησε· και δείχνει κάτι που υπάρχει· διότι δεν θα ανέφερε σαν παρόν κάτι που δεν υπάρχει, διότι τα λόγια θα ήταν του αέρα (φαινομενικά). Όλα, δηλαδή, γίνονταν πραγματικά και αληθινά». Και παρακάτω λέει: «Με κανένα τρόπο η θεότητα δεν δέχεται το πάθος χωριστά από το πάσχον σώμα· ούτε παρουσιάζει ταραχή και λύπη χωριστά από τη λυπημένη και ταραγμένη ψυχή· ούτε έχει αγωνία και προσεύχεται χωριστά από το νου που αγωνιά και προσεύχεται· αλλά, κι αν ακόμη δεν συνέβαιναν τα γεγονότα δίχως την ήττα της φύσεως, θα γίνονταν σίγουρα με την παρουσία της υπάρξεώς της». Η φράση «δεν συνέβαιναν τα γεγονότα δίχως την ήττα της φύσεως», σημαίνει ότι υπέμεινε αυτά με τη θέλησή της.

 

Κεφάλαιο 68

Περὶ τῆς τοῦ Κυρίου προσευχῆς
(Για την προσευχή του Κυρίου)

Προσευχή ἐστιν ἀνάβασις νοῦ πρὸς Θεὸν ἢ αἴτησις τῶν προσηκόντων παρὰ Θεοῦ. Πῶς οὖν ὁ Κύριος ἐπὶ Λαζάρου καὶ ἐν τῷ καιρῷ τοῦ πάθους προσηύχετο; Οὔτε γὰρ ἀναβάσεως τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἐδεῖτο ὁ ἅγιος αὐτοῦ νοῦς ἅπαξ καθ᾿ ὑπόστασιν τῷ Θεῷ Λόγῳ ἡνωμένος, οὔτε τῆς παρὰ Θεοῦ αἰτήσεως – εἷς γάρ ἐστιν ὁ Χριστός – ἀλλὰ τὸ ἡμέτερον οἰκειούμενος πρόσωπον καὶ τυπῶν ἐν ἑαυτῷ τὸ ἡμέτερον καὶ ὑπογραμμὸς ἡμῖν γενόμενος καὶ διδάσκων ἡμᾶς παρὰ Θεοῦ αἰτεῖν καὶ πρὸς αὐτὸν ἀνατείνεσθαι καὶ διὰ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ νοῦ ὁδοποιῶν ἡμῖν τὴν πρὸς Θεὸν ἀνάβασιν.

Προσευχή είναι η ανάβαση του νου προς τον Θεό ή η ζήτηση από τον Θεό των αναγκαίων. Πώς, λοιπόν, ο Κύριος προσευχόταν για τον Λάζαρο ή στην περίπτωση του πάθους του; Διότι ο άγιος νους του δεν είχε ανάγκη ν᾿ ανέβει προς τον Θεό, εφόσον ήταν υποστατικά ενωμένος με τον Θεό Λόγο, ούτε χρειαζόταν να ζητήσει κάτι – διότι ο Χριστός είναι ένας – προσευχόταν όμως, επειδή έκανε δικό του το δικό μας πρόσωπο και προσάρμοζε τον εαυτό του στον δικό μας τύπο· γινόταν για μας παράδειγμα και μας δίδασκε να ζητάμε από τον Θεό και ν᾿ απευθυνόμαστε σ᾿ αυτόν· και με τον άγιο νου του μας έδειχνε τον δρόμο για την ανάβασή μας προς τον Θεό.

Ὥσπερ γὰρ τὰ πάθη ὑπέμεινεν ἡμῖν τὴν κατ᾿ αὐτῶν νίκην βραβεύων, οὕτω καὶ προσεύχεται ἡμῖν ὁδοποιῶν, ὡς ἔφην, τὴν πρὸς Θεὸν ἀνάβασιν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν πᾶσαν δικαιοσύνην πληρῶν, ὡς ἔφη πρός Ἰωάννην, καί καταλλάττων ἡμῖν τὸν ἑαυτοῦ Πατέρα καὶ ὡς ἀρχὴν καὶ αἰτίαν ἑαυτοῦ τοῦτον τιμῶν καὶ δεικνύς, ὡς οὐκ ἔστιν ἀντίθεος. Ὅτε μὲν γὰρ ἔλεγεν ἐπὶ Λαζάρου· «Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι, ὅτι ἤκουσάς μου. Ἐγὼ δὲ ᾔδειν, ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις, ἀλλὰ διὰ τὸν παρεστηκότα ὄχλον εἶπον, ἵνα γνῶσιν, ὅτι σύ με ἀπέστειλας», οὐ πᾶσι σαφέστατον πέφυκεν, ὅτι ὡς ἀρχὴν ἑαυτοῦ καὶ αἰτίαν τιμῶν τὸν ἑαυτοῦ Πατέρα καὶ δεικνύς, ὡς οὐκ ἔστιν ἀντίθεος ταῦτα ἔφησεν;

Όπως, δηλαδή, υπέμεινε τα πάθη χαρίζοντας σε μας την νίκη εναντίον τους, κατά παρόμοιο τρόπο και προσεύχεται, ανοίγοντας, όπως είπα, τον δρόμο για την ανάβασή μας προς τον Θεό· πλήρωσε για χάρη μας κάθε χρέος, όπως είπε στον Ιωάννη, και μας συμφιλίωσε με τον Πατέρα του, τον οποίο τιμά και προβάλλει ως αρχή και αίτιο του εαυτού του, και δείχνει ότι δεν είναι αντίθετός του. Διότι, όταν έλεγε στον Λάζαρο: «Πατέρα μου, σ᾿ ευχαριστώ που με άκουσες. Εγώ βέβαια γνώριζα ότι πάντοτε μ᾿ ακούς, αλλά το είπα για τον λαό που παρίσταται, ώστε να γνωρίζουν ότι είμαι ο απεσταλμένος σου»· μ᾿ αυτά τα λόγια δεν καθιστούσε ολοφάνερο ότι αυτά τα είπε επειδή τιμούσε τον Πατέρα του ως αρχή και αιτία της υπάρξεώς του και επειδή ήθελε να δείξει ότι δεν είναι αντίθετος με τον Θεό;

Ὅτε δὲ ἔλεγε· «Πάτερ, εἰ δυνατόν, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ», οὐ παντί που δῆλόν ἐστιν, ὡς διδάσκων ἡμᾶς ἐν τοῖς πειρασμοῖς παρὰ μόνου τοῦ Θεοῦ αἰτεῖν τὴν βοήθειαν καὶ τὸ θεῖον τοῦ ἡμετέρου προκρίνειν θελήματος καὶ δεικνύς, ὡς ἀληθῶς τὰ τῆς ἡμετέρας ᾠκειώσατο φύσεως, ὅτι τε κατὰ ἀλήθειαν δύο θελήματα φυσικὰ μὲν καὶ τῶν αὐτοῦ κατάλληλα φύσεων, ἀλλ᾿ οὐχ ὑπεναντία κέκτηται; «Πάτερ», φησὶν ὡς ὁμοούσιος, «εἰ δυνατόν», οὐκ ἀγνοῶν – τί δὲ καὶ τῷ Θεῷ ἀδύνατον; – ἀλλὰ παιδαγωγῶν ἡμᾶς τὸ θεῖον τοῦ ἡμετέρου προκρίνειν θελήματος· τοῦτο γὰρ μόνον ἀδύνατον, ὃ Θεὸς οὐ βούλεται, οὐδὲ παραχωρεῖ. «Πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ»· ὡς μὲν Θεὸς ταυτοτελὴς ὢν τῷ Πατρί, ὡς δὲ ἄνθρωπος τὸ τῆς ἀνθρωπότητος φυσικῶς ἐνδείκνυται θέλημα· τοῦτο γὰρ φυσικῶς παραιτεῖται τὸν θάνατον. Τὸ δὲ «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;» τὸ ἡμέτερον οἰκειούμενος ἔφησε πρόσωπον. Οὔτε γὰρ Θεὸς αὐτοῦ ὁ Πατήρ, εἰ μή γε, διαιρεθέντος ἰσχναῖς τοῦ νοῦ φαντασίαις τοῦ ὁρωμένου ἐκ τοῦ νοουμένου, τάσσοιτο μεθ᾿ ἡμῶν, οὔτε κατελείφθη ὑπὸ τῆς οἰκείας θεότητος, ἀλλ᾿ ἡμεῖς ἦμεν οἱ ἐγκαταλελειμμένοι καὶ παρεωραμένοι. Ὥστε τὸ ἡμέτερον οἰκειούμενος πρόσωπον ταῦτα προσηύξατο.

Και όταν έλεγε: «Πατέρα μου, εάν είναι δυνατόν, ας μη δοκιμάσω αυτό το ποτήρι· όμως ας μη γίνει όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ θέλεις», δεν είναι ολοφάνερο ότι μας διδάσκει στους πειρασμούς να ζητάμε βοήθεια μόνο από τον Θεό και να προτιμάμε το θείο θέλημα από το δικό μας; Δεν δείχνει ακόμη ότι πράγματι έκανε δικά του τα γνωρίσματα της φύσεώς μας και ότι αληθινά απέκτησε δύο φυσικά θελήματα και αντίστοιχα των φύσεών του, αλλά όχι αντίθετα; «Πατέρα μου, εάν είναι δυνατόν»», λέει· το λέει σαν ομοούσιος, όχι επειδή έχει άγνοια – διότι τί είναι αδύνατο στον Θεό; – αλλά μας παιδαγωγεί να προτιμάμε το θείο και όχι το δικό μας θέλημα· διότι αδύνατο είναι μόνον ό,τι ο Θεός δεν θέλει, και ούτε το επιτρέπει. «Όμως, ας μη γίνει όπως εγώ θέλω, αλλά όπως εσύ»· ως Θεός, δηλαδή, έχει τον ίδιο σκοπό με τον Πατέρα, ενώ ως άνθρωπος παρουσιάζει με την ανθρώπινη φύση του το ανθρώπινο θέλημα· διότι αυτό (το ανθρώπινο θέλημα) ζητεί από τη φύση του ν᾿ αποφύγει τον θάνατο. Η φράση πάλι «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;» δείχνει ότι έκανε δικό του το δικό μας πρόσωπο. Διότι ούτε ο Πατέρας είναι Θεός του, εκτός εάν συγκαταλεχθεί μεταξύ μας, αφού πρώτα αυτό που βλέπουμε χωριστεί από το νόημά του με αμυδρές φαντασίες του νου· ούτε πάλι εκείνος αποχωρίστηκε από τη θεότητά του, αλλά εμείς ήμασταν οι εγκαταλειμμένοι και περιφρονημένοι. Επομένως, έκανε αυτή την προσευχή διότι έκανε δική του τη φύση μας.

 

Κεφάλαιο 69

Περὶ οἰκειώσεως
(Για την οικείωση)

Χρὴ εἰδέναι, ὡς δύο οἰκειώσεις εἰσί· μία φυσικὴ καὶ οὐσιώδης, καὶ μία προσωπικὴ καὶ σχετική. Φυσικὴ μὲν οὖν καὶ οὐσιώδης, καθ᾿ ἣν διὰ φιλανθρωπίαν ὁ Κύριος τήν τε φύσιν ἡμῶν καὶ τὰ φυσικὰ πάντα ἀνέλαβε φύσει καὶ ἀληθείᾳ γενόμενος ἄνθρωπος καὶ τῶν φυσικῶν ἐν πείρᾳ γενόμενος· προσωπικὴ δέ καί σχετική, ὅτε τις τὸ ἑτέρου ὑποδύεται πρόσωπον διὰ σχέσιν, οἶκτόν φημι ἢ ἀγάπην, καὶ ἀντ᾿ αὐτοῦ τοὺς ὑπὲρ αὐτοῦ ποιεῖται λόγους μηδὲν αὐτῷ προσήκοντας, καθ᾿ ἣν τήν τε κατάραν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν ἡμῶν καὶ τὰ τοιαῦτα, οὐκ ὄντα φυσικά, οὐκ αὐτὸς ταῦτα ὢν ἢ γενόμενος ᾠκειώσατο, ἀλλὰ τὸ ἡμέτερον ἀναδεχόμενος πρόσωπον καὶ μεθ᾿ ἡμῶν τασσόμενος. Τοιοῦτον δέ ἐστι καί τό «γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν κατάρα».

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν δύο οικειώσεις· μία φυσική και πραγματική, και μία προσωπική και σχετική. Φυσική και πραγματική είναι αυτή κατά την οποία ο Κύριός μας από φιλανθρωπία ανέλαβε τη φύση μας και όλα τα σχετικά γνωρίσματά της, και έγινε στ᾿ αλήθεια άνθρωπος και απόκτησε πείρα των φυσικών. Προσωπική και σχετική είναι, όταν κάποιος υποδύεται το πρόσωπο του άλλου από συμπάθεια, εννοώ ευσπλαγχνία ή αγάπη, και λέει λόγια για χάρη του, που καθόλου δεν του αρμόζουν. Εξαιτίας αυτής (ο Χριστός) οικειοποιήθηκε την κατάρα, την εγκατάλειψή μας και τα παρόμοια, τα οποία δεν ανήκουν στη φύση, και ούτε ήταν δικά του ή τ᾿ απόκτησε, αλλά τα πήρε επειδή αποδέχθηκε το πρόσωπό μας και τάχθηκε μαζί μας. Αυτή την έννοια έχει και η φράση «έγινε για μας κατάρα».

 

Κεφάλαιο 70

Περὶ τοῦ πάθους τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου καὶ τῆς ἀπαθείας τῆς αὐτοῦ θεότητος
(Για το πάθος του σώματος του Κυρίου και για την απάθεια της θείας φύσεώς του)

Αὐτὸς οὖν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος πάντα ὑπέμεινε σαρκὶ, τῆς θείας καὶ μόνης ἀπαθοῦς αὐτοῦ φύσεως ἀπαθοῦς μενούσης. Τοῦ γὰρ ἑνὸς Χριστοῦ τοῦ ἐκ θεότητός τε καὶ ἀνθρωπότητος συντεθειμένου, ἐν θεότητί τε καὶ ἀνθρωπότητι ὄντος, πάσχοντος τὸ μὲν παθητὸν ὡς πεφυκὸς πάσχειν, ἔπασχεν, οὐ συνέπασχε δὲ τὸ ἀπαθές. Ἡ μὲν γὰρ ψυχὴ παθητὴ οὖσα, τοῦ σώματος τεμνομένου αὐτὴ μὴ τεμνομένη συναλγεῖ καὶ συμπάσχει τῷ σώματι· ἡ δὲ θεότης ἀπαθὴς οὖσα, οὐ συνέπασχε τῷ σώματι.

Ο ίδιος, λοιπόν, ο Θεός Λόγος τα υπέφερε όλα με τη σάρκα, ενώ η θεία και μόνη απαθής φύση του έμεινε απείραχτη. Διότι ο ένας Χριστός που είχε ενώσει στο πρόσωπό του τη θεία και ανθρώπινη φύση, όντας και Θεός και άνθρωπος, όταν έπασχε, έπασχε η παθητή φύση του, ενώ η απαθής (φύση) δεν συμμετείχε στο πάθος. Η ψυχή, δηλαδή, επειδή είναι παθητή, όταν το σώμα κόβεται, η ίδια, αν και δεν κόβεται, πονάει και υποφέρει μαζί με το σώμα. Αντίθετα, η θεότητα, επειδή είναι απαθής, δεν υπέφερε μαζί με το σώμα.

Ἰστέον δέ, ὅτι Θεὸν μὲν σαρκὶ παθόντα φαμέν, θεότητα δὲ σαρκὶ παθοῦσαν ἢ Θεὸν διὰ σαρκὸς παθόντα οὐδαμῶς. Ὥσπερ γὰρ ἡλίου δένδρῳ ἐπιλάμποντος, εἰ ἀξίνη τέμνοι τὸ δένδρον, ἄτμητος καὶ ἀπαθὴς διαμένει ὁ ἥλιος, πολλῷ μᾶλλον ἡ ἀπαθὴς τοῦ Λόγου θεότης καθ᾿ ὑπόστασιν ἡνωμένη τῇ σαρκὶ τῆς σαρκὸς πασχούσης διαμένει ἀπαθής. Καὶ ὥσπερ, εἴ τις πεπυρακτωμένῳ σιδήρῳ ἐπιχέοι ὕδωρ, ὅ μὲν πέφυκε πάσχειν ὑπὸ τοῦ ὕδατος (τὸ πῦρ λέγω, σβέννυται γάρ), ἀβλαβὴς δὲ διαμένει ὁ σίδηρος (οὐ πέφυκε γὰρ ὑπὸ τοῦ ὕδατος διαφθείρεσθαι), πολλῷ πλέον τῆς σαρκὸς πασχούσης ἡ μόνη ἀπαθὴς θεότης τὸ πάθος οὐ προσήκατο καὶ ἀχώριστος αὐτῆς διαμένουσα· οὐκ ἀνάγκη γὰρ παντελῶς καὶ ἀνελλιπῶς ἐοικέναι τὰ παραδείγματα. Ἀνάγκη γὰρ ἐν τοῖς παραδείγμασι καὶ τὸ ὅμοιον θεωρεῖσθαι καὶ τὸ παρηλλαγμένον, ἐπεὶ οὐ παράδειγμα· τὸ γὰρ ἐν πᾶσιν ὅμοιον ταὐτὸν ἂν εἴη καὶ οὐ παράδειγμα, καὶ μάλιστα ἐπὶ τῶν θείων. Ἀδύνατον γὰρ ἐν πᾶσιν ὅμοιον εὑρεῖν παράδειγμα, ἐπί τε τῆς θεολογίας, ἐπί τε τῆς οἰκονομίας.

Πρέπει να γνωρίζουμε ότι λέμε ότι ο Θεός έπαθε με σάρκα, σε καμμία όμως περίπτωση δεν λέμε ότι η θεότητα έπαθε με σάρκα ή ο Θεός έπαθε μέσω της σάρκας. Όπως όταν ο ήλιος φωτίζει ένα δένδρο και μια αξίνα κόβει το δένδρο, αλλά ο ήλιος παραμένει άτμητος και απαθής, πολύ περισσότερο η απαθής θεότητα του Λόγου, που είναι ενωμένη υποστατικά με τη σάρκα, όταν η σάρκα υποφέρει, αυτή μένει απαθής. Και όπως, όταν κάποιος χύνει νερό σε πυρακτωμένο σίδερο, αυτό παθαίνει ό,τι από τη φύση τού προκαλεί το νερό (εννοώ, ότι η φωτιά σβήνει), αλλά ο σίδερος παραμένει αβλαβής (διότι το νερό δεν μπορεί από τη φύση του να τον βλάψει), πολύ περισσότερο όταν πάσχει η σάρκα, η μόνη απαθής θεότητα δεν δέχεται το πάθος, αν και είναι αχώριστη απ᾿ αυτήν (τη σάρκα)· δεν είναι ανάγκη βέβαια τα παραδείγματα να προσεγγίζουν τέλεια και χωρίς ψεγάδι. Διότι πρέπει να διαπιστώνουμε στα παραδείγματα και την ομοιότητα και τη διαφορά· αλλιώς δεν θα ήταν παράδειγμα. Αυτό που είναι απολύτως όμοιο είναι το ίδιο, και όχι παράδειγμα, και μάλιστα σχετικά με τα θεία. Είναι αδύνατο βρεθεί παράδειγμα όμοιο σε όλα, και στη θεολογία και στο σχέδιο της θείας οικονομίας.

 

Κεφάλαιο 71

Περὶ τοῦ ἀχώριστον διαμεῖναι τὴν τοῦ Λόγου θεότητα τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος καὶ ἐν τῷ θανάτῳ τοῦ Κυρίου καὶ μίαν διαμεῖναι ὑπόστασιν
(Για το ότι η θεότητα του Λόγου παρέμεινε αχώριστη από την ψυχή και το σώμα και στον θάνατο του Κυρίου, και ότι η υπόσταση παρέμεινε μία)

Ἀναμάρτητος ὢν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός – «ἁμαρτίαν γὰρ οὐκ ἐποίησεν, ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» – οὐχ ὑπέκειτο θανάτῳ, εἴπερ διὰ τῆς ἁμαρτίας εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθεν ὁ θάνατος. Θνῄσκει τοίνυν τὸν ὑπὲρ ἡμῶν θάνατον ἀναδεχόμενος καὶ ἑαυτὸν τῷ Πατρὶ προσφέρει θυσίαν ὑπὲρ ἡμῶν· αὐτῷ γὰρ πεπλημμελήκαμεν, καὶ αὐτὸν ἔδει τὸ ὑπὲρ ἡμῶν λύτρον δέξασθαι καὶ οὕτως ἡμᾶς λυθῆναι τῆς κατακρίσεως· μὴ γὰρ γένοιτο τῷ τυράννῳ τὸ τοῦ Δεσπότου προσενεχθῆναι αἷμα. Πρόσεισι τοίνυν ὁ θάνατος καὶ καταπιὼν τὸ τοῦ σώματος δέλεαρ τῷ τῆς θεότητος ἀγκίστρῳ περιπείρεται, καὶ ἀναμαρτήτου καὶ ζωοποιοῦ γευσάμενος σώματος διαφθείρεται καὶ πάντας ἀνάγει, οὓς πάλαι κατέπιεν. Ὥσπερ γὰρ τὸ σκότος τῇ τοῦ φωτὸς ἐπεισαγωγῇ ἐξαφανίζεται, οὕτως ἡ φθορὰ τῇ τῆς ζωῆς προσβολῇ ἀπελαύνεται, καὶ γίνεται πᾶσι ζωή, φθορὰ δὲ τῷ φθείροντι.

Επειδή ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός ήταν αναμάρτητος – «διότι δεν έκαμε αμαρτία αυτός που σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου, ούτε είχε δολιότητα στο στόμα του» – δεν επρόκειτο να γνωρίσει θάνατο, διότι ο θάνατος εισήλθε στον κόσμο με την αμαρτία. Πεθαίνει όμως, διότι αναδέχεται τον θάνατο για χάρη μας και προσφέρει τον εαυτό του θυσία στον Πατέρα του για μας. Διότι αμαρτήσαμε απέναντι στον Πατέρα και έτσι αυτός έπρεπε να δεχθεί το λύτρο μας, για να ελευθερωθούμε από την καταδίκη μας· διότι δεν ήταν δυνατό ο τύραννος (διάβολος) να δεχθεί το αίμα του Δεσπότου. Πλησιάζει, λοιπόν, ο θάνατος και αφού κατάπιε το δόλωμα του σώματος με το αγκίστρι της θεότητος, σουβλίζεται· αφού γεύτηκε το αναμάρτητο και ζωοποιό σώμα, εξοντώνεται και ελευθερώνει όλους αυτούς που παλαιά είχε καταπιεί. Όπως ακριβώς το σκοτάδι διαλύεται με την εμφάνιση του φωτός, έτσι και η φθορά με την έλευση της ζωής χάνεται, και η ζωή επικρατεί παντού, ενώ η φθορά μένει σ᾿ αυτόν που την προξενεί.

Εἰ καὶ τέθνηκε τοιγαροῦν ὡς ἄνθρωπος καὶ ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχὴ τοῦ ἀχράντου διῃρέθη σώματος, ἀλλ᾿ ἡ θεότης ἀχώριστος ἀμφοτέρων διέμεινε, τῆς τε ψυχῆς φημι καὶ τοῦ σώματος, καὶ οὐδὲ οὕτως ἡ μία ὑπόστασις εἰς δύο ὑποστάσεις διῃρέθη· τό τε γὰρ σῶμα καὶ ἡ ψυχὴ κατὰ ταὐτὸν ἐξ ἀρχῆς ἐν τῇ τοῦ Λόγου ὑποστάσει ἔσχον τὴν ὕπαρξιν καὶ ἐν τῷ θανάτῳ ἀλλήλων διαιρεθέντα ἕκαστον αὐτῶν ἔμεινε τὴν μίαν ὑπόστασιν τοῦ Λόγου ἔχοντα. Ὥστε ἡ μία τοῦ Λόγου ὑπόστασις τοῦ τε Λόγου καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ὑπῆρχεν ὑπόστασις· οὐδέποτε γὰρ οὔτε ἡ ψυχή, οὐδὲ τὸ σῶμα ἰδίαν ἔσχον ὑπόστασιν παρὰ τὴν τοῦ Λόγου ὑπόστασιν· μία δὲ ἀεὶ ἡ τοῦ Λόγου ὑπόστασις καὶ οὐδέποτε δύο. Ὥστε μία ἀεὶ τοῦ Χριστοῦ ἡ ὑπόστασις. Εἰ γάρ καὶ τοπικῶς ἡ ψυχὴ τοῦ σώματος κεχώριστο, ἀλλ᾿ ὑποστατικῶς διὰ τοῦ Λόγου ἥνωτο.

Αν και πέθανε σαν άνθρωπος και η αγία του ψυχή χωρίστηκε από το αμόλυντο σώμα του, η θεότητά του όμως παρέμεινε αχώριστη και από τα δύο, εννοώ τη ψυχή και το σώμα, και έτσι ούτε η μία υπόστασή του διαιρέθηκε σε δύο υποστάσεις. Διότι και το σώμα και η ψυχή συγχρόνως από την αρχή απέκτησαν την ύπαρξή τους μέσα στην υπόσταση του Λόγου· και με τον θάνατο, αν και χωρίστηκαν μεταξύ τους, το καθένα απ᾿ αυτά έμεινε στην μία υπόσταση του Λόγου. Επομένως, η μία υπόσταση του Λόγου αποτελούσε την υπόσταση της ψυχής και του σώματος του Λόγου. Διότι ποτέ η ψυχή ούτε το σώμα είχαν ξεχωριστή υπόσταση εκτός από την υπόσταση του Λόγου· η υπόσταση του Λόγου πάντοτε ήταν μία, και ποτέ δύο. Επομένως, πάντοτε η υπόσταση του Χριστού είναι μία. Διότι, αν και η ψυχή είχε χωριστεί τοπικά από το σώμα, παρ᾿ όλ᾿ αυτά ήταν ενωμένη υποστατικά με τον Λόγο.

 

Κεφάλαιο 72

Περὶ φθορᾶς καὶ διαφθορᾶς
(Για τη φθορά και τη διαφθορά)

Τὸ τῆς φθορᾶς ὄνομα δύο σημαίνει. Σημαίνει γὰρ τὰ ἀνθρώπινα ταῦτα πάθη· πεῖναν, δίψαν, κόπον, τὴν τῶν ἥλων διάτρησιν, θάνατον, ἤτοι χωρισμὸν τῆς ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος καὶ τὰ τοιαῦτα. Κατὰ τοῦτο τὸ σημαινόμενον φθαρτὸν τὸ τοῦ Κυρίου σῶμά φαμεν· πάντα γὰρ ταῦτα ἑκουσίως ἀνέλαβε. Σημαίνει δὲ ἡ φθορὰ καὶ τὴν τελείαν τοῦ σώματος εἰς τά, ἐξ ὧν συνετέθη, στοιχεῖα διάλυσιν καὶ ἀφανισμόν· ἥτις μᾶλλον ὑπὸ πολλῶν διαφθορὰ λέγεταί τε καὶ ὀνομάζεται. Ταύτης πεῖραν τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα οὐκ ἔσχεν, ὥς φησιν ὁ προφήτης Δαυίδ· «Ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ᾅδην, οὐδὲ δώσεις τὸν ὅσιόν σου ἰδεῖν διαφθοράν».

Η λέξη φθορά έχει δύο σημασίες. Σημαίνει πρώτα τα ανθρώπινα πάθη· δηλαδή την πείνα, τη δίψα, τον κόπο, το τρύπημα από τα καρφιά, τον θάνατο, τον χωρισμό δηλαδή της ψυχής από το σώμα και τα παρόμοια. Σύμφωνα μ᾿ αυτή την σημασία λέμε φθαρτό το σώμα του Κυρίου· διότι όλα αυτά τα ανέλαβε με τη θέλησή του. Φθορά επίσης σημαίνει και την τέλεια διάλυση και εξαφάνιση του σώματος στα στοιχεία από τα οποία συντίθεται· πολλοί αυτήν την ονομάζουν διαφθορά. Το σώμα του Κυρίου αυτή τη διαφθορά δεν την γεύθηκε, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Δεν θ᾿ αφήσεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα επιτρέψεις ο όσιός σου να γνωρίσει τη διαφθορά».

Ἄφθαρτον μὲν οὖν τό τοῦ Κυρίου σῶμα λέγειν κατὰ τὸν ἄφρονα Ἰουλιανὸν καὶ Γαϊανὸν κατὰ τὸ πρῶτον τῆς φθορᾶς σημαινόμενον πρὸ τῆς ἀναστάσεως ἀσεβές. Εἰ γὰρ ἄφθαρτον, οὐχ ὁμοούσιον ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν, ἃ γεγονέναι φησὶ τὸ Εὐαγγέλιον, τὴν πεῖναν, τὴν δίψαν, τοὺς ἥλους, τὴν τῆς πλευρᾶς νύξιν, τὸν θάνατον. Εἰ δὲ δοκήσει γέγονε, φενακισμὸς καὶ σκηνὴ τὸ τῆς οἰκονομίας μυστήριον, καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ γέγονεν ἄνθρωπος, καὶ δοκήσει καὶ οὐκ ἀληθείᾳ σεσώσμεθα. Ἀλλ᾿ ἄπαγε, καὶ οἱ ταῦτα λέγοντες τῆς σωτηρίας ἀμοιρείτωσαν. Ἡμεῖς δὲ τῆς ἀληθοῦς σωτηρίας ἐτύχομεν καὶ τευξόμεθα.

Είναι λοιπόν ασέβεια να λέμε, σύμφωνα με τη γνώμη του άφρονα Ιουλιανού και του Γαϊανού, ότι το σώμα του Κυρίου πριν από την ανάσταση είναι άφθαρτο με την πρώτη σημασία της λέξεως φθορά. Διότι εάν είναι άφθαρτο, δεν είναι όμοιο στην ουσία με το δικό μας· αντίθετα μάλιστα, όλα όσα αναφέρει το Ευαγγέλιο είναι φανταστικά και όχι πραγματικά, όπως η πείνα, η δίψα, τα καρφιά, η λόγχευση της πλευράς, ο θάνατος. Αν όμως ήταν φανταστικά, τότε το μυστήριο της οικονομίας είναι απάτη και θέατρο και (ο Θεός) έγινε άνθρωπος κατά φαντασία και όχι πραγματικά· επίσης, φαινομενικά και όχι αληθινά έχουμε σωθεί. Μακριά όμως από μας τέτοια βλασφημία! Κι αυτοί που τα λένε ας στερηθούν τη σωτηρία. Εμείς όμως κερδίσαμε και θ᾿ απολαύσουμε την αληθινή σωτηρία.

Κατὰ δὲ τὸ δεύτερον τῆς φθορᾶς σημαινόμενον ἄφθαρτον, ἤτοι ἀδιάφθορον, ὁμολογοῦμεν τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα, καθὼς ἡμῖν οἱ θεοφόροι πατέρες παραδεδώκασι. Μετὰ μέντοι τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν τοῦ Σωτῆρος καὶ κατὰ τὸ πρῶτον σημαινόμενον ἄφθαρτον τὸ τοῦ Κυρίου σῶμά φαμεν· καὶ τῷ ἡμετέρῳ γὰρ σώματι τήν τε ἀνάστασιν καὶ τὴν μετὰ ταῦτα ἀφθαρσίαν ὁ Κύριος διὰ τοῦ ἰδίου ἐδωρήσατο σώματος, αὐτὸς ἀπαρχὴ τῆς τε ἀναστάσεως καὶ τῆς ἀφθαρσίας καὶ τῆς ἀπαθείας ἡμῖν γενόμενος. «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν», φησὶν ὁ θεῖος ἀπόστολος.

Σύμφωνα όμως με τη δεύτερη σημασία της λέξεως φθορά, ομολογούμε, σύμφωνα με την πίστη που μας παράδωσαν οι θεοφόροι Πατέρες, ότι το σώμα του Κυρίου είναι άφθαρτο, δηλαδή αδιάφθορο. Και μετά όμως την ανάσταση του Σωτήρα από τους νεκρούς λέμε ότι το σώμα του Κυρίου, και σύμφωνα με την πρώτη σημασία (της φθοράς), είναι άφθαρτο. Διότι ο Κύριος με το δικό του σώμα χάρισε και στο δικό μας σώμα την ανάσταση και την μετέπειτα αφθαρσία· διότι Αυτός έγινε για χάρη μας η πρώτη αρχή της αναστάσεώς μας, της αφθαρσίας μας και της απαθείας μας. Το λέει ο θείος Απόστολος: «πρέπει το φθαρτό να ντυθεί με την αφθαρσία».

 

Κεφάλαιο 73

Περὶ τῆς ἐν τῷ ᾅδῃ καθόδου
(Για την κάθοδο στον ΄Αδη)

Κάτεισιν εἰς ᾅδην ψυχὴ τεθεωμένη, ἵνα, ὥσπερ τοῖς ἐν γῇ ὁ τῆς δικαιοσύνης ἀνέτειλεν ἥλιος, οὕτω καὶ τοῖς ὑπὸ γῆν ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις ἐπιλάμψῃ τὸ φῶς· ἵνα, ὥσπερ τοῖς ἐν γῇ εὐηγγελίσατο εἰρήνην, αἰχμαλώτοις ἄφεσιν καὶ τυφλοῖς ἀνάβλεψιν, καὶ τοῖς πιστεύσασι γέγονεν αἴτιος σωτηρίας αἰωνίου, τοῖς δὲ ἀπειθήσασιν ἔλεγχος ἀπιστίας, οὕτω καὶ τοῖς ἐν ᾅδου· «ἵνα αὐτῷ κάμψῃ πᾶν γόνυ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων», καὶ οὕτω τοὺς ἀπ᾿ αἰῶνος λύσας πεπεδημένους αὖθις ἐκ νεκρῶν ἀνεφοίτησεν ὁδοποιήσας ἡμῖν τὴν ἀνάστασιν.

Η θεωμένη ψυχή του (Χριστού) κατεβαίνει στον άδη, ώστε, όπως ο ήλιος της δικαιοσύνης ανέτειλε για τους ζωντανούς, έτσι να λάμψει και το φως στους πεθαμένους που βρίσκονται στο σκοτάδι και τη σκιά του θανάτου. Όπως έφερε στους ζωντανούς το χαρμόσυνο μήνυμα της ειρήνης, τη λύτρωση από την αιχμαλωσία (του διαβόλου) και το φως στους τυφλούς, και έγινε σε όσους τον πιστεύουν η αιτία της αιώνιας σωτηρίας, ενώ στους άπιστους αιτία καταδίκης, έτσι να συμβεί και στους ένοικους του ΄Αδη· «ώστε και τα επουράνια και τα επίγεια και τα υπόγεια να πέσουν στα γόνατα να τον προσκυνήσουν». Επομένως, αφού ελευθέρωσε από τα δεσμά τους προαιώνια νεκρούς, αμέσως αναστήθηκε από τους νεκρούς και άνοιξε για μας τον δρόμο της αναστάσεως.

 

Κεφάλαιο 74

Περὶ τῶν μετὰ τὴν ἀνάστασιν
(Για τα μετά την ανάσταση)

Μετὰ δὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν πάντα μὲν τὰ πάθη ἀπέθετο, φθορὰν λέγω, πεῖνάν τε καὶ δίψαν, ὕπνον καὶ κάματον καὶ τὰ τοιαῦτα. Εἰ γὰρ καὶ ἐγεύσατο βρώσεως μετὰ τὴν ἀνάστασιν, ἀλλ᾿ οὐ νόμῳ φύσεως – οὐ γὰρ ἐπείνασεν – οἰκονομίας δὲ τρόπῳ τὸ ἀληθὲς πιστούμενος τῆς ἀναστάσεως, ὡς αὐτή ἐστιν ἡ σὰρξ ἡ παθοῦσα καὶ ἀναστᾶσα· οὐδὲν δὲ τῶν τῆς φύσεως μερῶν ἀπέθετο, οὐ σῶμα, οὐ ψυχήν, ἀλλὰ καὶ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν λογικήν τε καὶ νοεράν, θελητικήν τε καὶ ἐνεργητικὴν κέκτηται, καὶ οὕτως ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρός καθέζεται, θέλων θεϊκῶς τε καὶ ἀνθρωπίνως τὴν ἡμῶν σωτηρίαν καὶ ἐνεργῶν, θεϊκῶς μὲν τὴν τῶν ὅλων πρόνοιάν τε καὶ συντήρησιν καὶ κυβέρνησιν, ἀνθρωπίνως δὲ μεμνημένος τῶν ἐπὶ γῆς διατριβῶν, ὁρῶν τε καὶ γινώσκων, ὡς ὑπὸ πάσης προσκυνεῖται τῆς λογικῆς κτίσεως. Γινώσκει γὰρ ἡ ἁγία αὐτοῦ ψυχή, ὅτι τε καθ᾿ ὑπόστασιν ἥνωται τῷ Θεῷ Λόγῳ, καὶ συμπροσκυνεῖται ὡς Θεοῦ ψυχὴ καὶ οὐχ ὡς ἁπλῶς ψυχή. Καὶ τὸ ἀναβῆναι δὲ ἐκ γῆς εἰς οὐρανοὺς καὶ τὸ καταβῆναι πάλιν ἐνέργειαί εἰσι περιγραφομένου σώματος· «Οὕτως γὰρ πάλιν ἐλεύσεται», φησί, «πρὸς ὑμᾶς, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν».

Μετά την ανάστασή του από τους νεκρούς άφησε κατά μέρος όλα τα πάθη, εννοώ τη φθορά, την πείνα, τη δίψα, τον ύπνο, την κούραση και τα παρόμοια. Διότι, αν και δοκίμασε τροφή μετά την ανάσταση, δεν τη δοκίμασε σύμφωνα με τους φυσικούς νόμους – αφού δεν πεινούσε – αλλά επειδή ήθελε να βεβαιώσει την αλήθεια της αναστάσεως με τον τρόπο της οικονομίας του, ότι δηλαδή η ίδια η σάρκα του είναι που έπαθε και αναστήθηκε· δεν άφησε κατά μέρος κανένα από τα μέρη της φύσεώς του, ούτε το σώμα ούτε την ψυχή, αλλά έχει και το σώμα και την ψυχή λογική και νοερή, με θέληση και ενέργεια· και έτσι κάθεται στα δεξιά του Πατέρα του, θέλοντας με θεϊκό και ανθρώπινο τρόπο τη σωτηρία μας και ενεργώντας με θεϊκό τρόπο την πρόνοια, τη συντήρηση και κυβέρνηση όλων· θυμάται με ανθρώπινο τρόπο τη διαμονή του πάνω στη γη, ενώ βλέπει και γνωρίζει ότι όλη η λογική κτίση τον προσκυνά. Διότι η αγία του ψυχή γνωρίζει ότι έχει ενωθεί υποστατικά με τον Θεό Λόγο και ότι προσκυνείται μαζί του ως ψυχή του Θεού και όχι ως απλή ψυχή. Και η ανάβαση από τη γη στον ουρανό και η κατάβαση του πάλι είναι ενέργειες του περιορισμένου σώματος. Λέει (ο άγγελος) «έτσι πάλι θα έλθει προς εσάς, με τον τρόπο που τον είδατε να ανεβαίνει στον ουρανό».

 

Κεφάλαιο 75

Περὶ τῆς ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρὸς καθέδρας
(Για το ότι κάθεται στα δεξιά του Πατέρα του)

Ἐκ δεξιῶν δὲ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς κεκαθικέναι φαμὲν τὸν Χριστὸν σωματικῶς, οὐ τοπικὴν δὲ δεξιὰν τοῦ Πατρὸς λέγομεν. Πῶς γὰρ ὁ ἀπερίγραπτος τοπικὴν σχοίη δεξιάν; Δεξιὰ γὰρ καὶ ἀριστερὰ τῶν περιγραφομένων εἰσί. Δεξιὰν δὲ τοῦ Πατρὸς λέγομεν τὴν δόξαν καὶ τιμὴν τῆς θεότητος, ἐν ᾗ ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱὸς πρὸ αἰώνων ὑπάρχων, ὡς Θεὸς καὶ τῷ Πατρὶ ὁμοούσιος, ἐπ᾿ ἐσχάτων σαρκωθεὶς καὶ σωματικῶς κάθηται συνδοξασθείσης τῆς σαρκὸς αὐτοῦ· προσκυνεῖται γὰρ μιᾷ προσκυνήσει μετὰ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ ὑπὸ πάσης τῆς κτίσεως.

Λέμε ότι ο Χριστός έχει καθίσει με το σώμα του στα δεξιά του Θεού και Πατέρα του, αλλά δεν εννοούμε τη δεξιά του Πατέρα ως τόπο. Διότι πώς ο απερίγραπτος (Θεός) θα είναι δεξιά ενός τόπου; Το «δεξιά» και «αριστερά» ανήκουν στα περιορισμένα όντα. Λέγοντας «δεξιά του Πατέρα», εννοούμε τη δόξα και την τιμή της θεότητος, στην οποία ενώ ήταν προαιώνια ο Υιός του Θεού, σαν ομοούσιος με τον Θεό Πατέρα του, τους έσχατους καιρούς σαρκώθηκε και κάθισε (στην ίδια δόξα) με το σώμα, αφού και η σάρκα του δοξάστηκε μαζί· και όλη η κτίση τον προσκυνά μαζί με τη σάρκα με την ίδια προσκύνηση.

 

Κεφάλαιο 76

Πρὸς τοὺς λέγοντας· Εἰ δύο φύσεις ὁ Χριστός, ἢ καὶ τῇ κτίσει λατρεύετε φύσιν κτιστὴν προσκυνοῦντες, ἢ μίαν φύσιν προσκυνητὴν λέγετε καὶ μίαν ἀπροσκύνητον
(Σ᾿ αυτούς που μας λένε ότι, εάν ο Χριστός έχει δύο φύσεις, τότε συμβαίνει ένα από τα δύο: ή λατρεύετε και την κτίση, προσκυνώντας την κτιστή φύση, ή θεωρείτε ότι μία φύση πρέπει να προσκυνείται και μία δεν πρέπει)

Τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι προσκυνοῦμεν· ἀσώματον μὲν πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως καὶ νῦν τὸν αὐτὸν σεσαρκωμένον καὶ γενόμενον ἄνθρωπον μετὰ τοῦ εἶναι Θεόν. Ἡ τοίνυν σὰρξ αὐτοῦ κατὰ μὲν τὴν ἑαυτῆς φύσιν, ἂν διέλῃς ἰσχναῖς ἐπινοίαις τὸ ὁρώμενον ἐκ τοῦ νοουμένου, ἀπροσκύνητός ἐστιν ὡς κτιστή, ἑνωθεῖσα δὲ τῷ Θεῷ Λόγῳ δι᾿ αὐτὸν καὶ ἐν αὐτῷ προσκυνεῖται.

Προσκυνούμε τον Υιό του Θεού μαζί με τον Πατέρα και το ΄Αγιο Πνεύμα· πριν από την ενανθρώπηση βέβαια (τον προσκυνούμε) ασώματο, ενώ τώρα τον ίδιο σαρκωμένο και ολοκληρωμένο άνθρωπο μαζί με τη θεότητά του. Η σάρκα του βέβαια, σε ό,τι αφορά στη φύση της, αν αφαιρέσεις με ισχυρή φαντασία το φαινόμενο από το νοούμενο, σαν κτίσμα που είναι δεν προσκυνείται· επειδή όμως ενώθηκε με τον Θεό Λόγο, εξαιτίας του και στο πρόσωπό του προσκυνείται.

Ὅνπερ γὰρ τρόπον ὁ βασιλεὺς καὶ γυμνὸς προσκυνεῖται καὶ ἐνδεδυμένος, καὶ ἡ ἁλουργὶς, ὡς μὲν ψιλὴ ἁλουργὶς πατεῖται καὶ περιρρίπτεται, βασιλικὸν δὲ γενομένη ἔνδυμα τιμᾶται καὶ δοξάζεται καί, εἴ τις αὐτὴν παροικτρώσειε, θανάτῳ ὡς τὰ πολλὰ κατακρίνεται, ὡς δὲ καὶ ξύλον ψιλὸν οὐκ ἔστι τῇ ἁφῇ ἀπρόσιτον, πυρὶ δὲ προσομιλῆσαν καὶ ἄνθραξ γενόμενον οὐ δι᾿ ἑαυτό, διὰ δὲ τὸ συνημμένον πῦρ ἀπρόσιτον γίνεται, καὶ οὐχ ἡ τοῦ ξύλου φύσις ὑπάρχει ἀπρόσιτος, ἀλλ᾿ ὁ ἄνθραξ, ἤτοι τὸ πεπυρωμένον ξύλον, οὕτως ἡ σὰρξ κατὰ μὲν τὴν ἑαυτῆς φύσιν οὐκ ἔστι προσκυνητή, προσκυνεῖται δὲ ἐν τῷ σεσαρκωμένῳ Θεῷ Λόγῳ οὐ δι᾿ ἑαυτήν, ἀλλὰ διὰ τὸν ἡνωμένον αὐτῇ καθ᾿ ὑπόστασιν Θεὸν Λόγον· καὶ οὔ φαμεν, ὅτι σάρκα προσκυνοῦμεν ψιλήν, ἀλλὰ σάρκα Θεοῦ, ἤτοι σεσαρκωμένον Θεόν.

Διότι, όπως ο βασιλιάς, είτε γυμνός είναι είτε ντυμένος, προσκυνείται· και η πορφύρα, σαν απλή πορφύρα την πατάμε και την πετάμε, αλλά μόλις γίνει ένδυμα του βασιλιά της αποδίδουμε τιμές και δόξες, ενώ, αν κάποιος την περιφρονήσει, καταδικάζεται συνήθως σε θάνατο· το ίδιο, όπως κάποιος μπορεί να πιάσει ένα απλό ξύλο, αλλά αν ενωθεί με τη φωτιά και γίνει κάρβουνο, όχι εξαιτίας της φύσεώς του αλλά εξαιτίας της ενωμένης μαζί του φωτιάς, τότε γίνεται απλησίαστο· και δεν είναι απλησίαστη η φύση του ξύλου, αλλά το κάρβουνο, δηλαδή το πυρωμένο ξύλο· έτσι και η σάρκα, σύμφωνα με τη φύση της, δεν είναι από μόνη της άξια προσκυνήσεως· την προσκυνάμε όμως όχι για χάρη της, αλλά χάρη στον σαρκωμένο Θεό Λόγο, τον Θεό Λόγο που ενώθηκε υποστατικά μαζί της. Και δεν λέμε ότι προσκυνάμε απλή σάρκα, αλλά τη σάρκα του Θεού, τον Θεό δηλαδή που σαρκώθηκε.

 

[ΜΕΡΟΣ 12]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας