Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΠΟΛΥΘΕΪΣΜΟΣ

ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΣΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΗΣ ΤΗΣ Ι.Μ. ΚΗΦΙΣΙΑΣ

 

τοῦ Πρωτοπρ. Κυριακοῦ Τσουροῦ,
Γραμματέως τῆς Σ.Ε. ἐπί τῶν αἱρέσεων

 

1. Γενικά

Ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶχαν ἐμφανισθεῖ δειλά-δειλά καί σιωπηρά σέ κύκλους Ἑλλήνων διανοουμένων ἰδιωτικές πρωτοβουλίες γιά τήν ἀναβίωση τῆς ἀρχαιοελληνικῆς θρησκείας. Ἀπό τήν δεκαετία τοῦ 1970 ἐμφανίζεται ἐντονότερα ἕνα νέο πολυθεϊστικό κίνημα, γνωστό διεθνῶς ὡς «Παγανισμός».

Ὁ ὅρος «Παγανισμός» (καί «Νεοπαγανισμός»), προερχόμενος ἀπό τή λατινική λέξη “paganismus” (καί “neopaganismus”), εἶναι παράγωγο τῆς λατινικῆς λέξεως “paganus” (πληθυντικός “pagani”), πού σημαίνει χωρικός. Γιά πρώτη φορά ἀποδόθηκε ἡ ὀνομασία αὐτή στούς πιστούς τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρικῆς θρησκείας, μετά τήν ἐξάπλωση τοῦ Χριστιανισμοῦ στά ἀστικά κέντρα, διότι οἱ περισσότεροι ἀπ᾿ αὐτούς διαβιοῦσαν στήν ὕπαιθρο. Στόν ὅρο αὐτό ἐμπεριέχεται καί ἡ ἔννοια τῆς πολυθεΐας. Σήμερα ἔχει καθιερωθῆ διεθνῶς ὁ ὅρος αὐτός γιά τά νεοφανῆ κινήματα πού κηρύσσουν καί ἐπιδιώκουν τήν ἐπιστροφή καί ἀναβίωση τῶν ἀρχαίων ἐθνικῶν, φυσιοκρατικῶν, πολυθεϊστικῶν καί εἰδωλολατρικῶν θρησκειῶν καί ἀντιστοιχεῖ στήν ἑλληνική λέξη «εἰδωλολατρία». Ἀμετάφραστος καί μέ τήν ἴδια ἔννοια ἔχει γίνει ἀποδεκτός καί χρησιμοποιεῖται καί ἀπό Ἑλληνικές «ἀρχαιολατρικές» ὁμάδες. Ὑπάρχουν βεβαίως καί ἐκεῖνοι πού ἀπορρίπτουν τόν χαρακτηρισμό αὐτό.

Στήν Ἑλλάδα δραστηριοποιοῦνται πολλές «νεοπαγανιστικές» ὁμάδες μέ ποικίλους τίτλους. Οἱ συνηθέστεροι ἀπ᾿ αὐτούς εἶναι: «ἀρχαιολάτρες», «ἑλληνολάτρες», «εἰδωλολάτρες», «νεοπαγανιστές», «φυσιολάτρες», «ἑλληνόψυχοι», «ἀρχαιόφιλοι», «ἀρχαιόθρησκοι», «δωδεκαθεϊστές», «ὀπαδοί τῆς πατρώας ἤ παραδοσιακῆς θρησκείας», «Ἕλληνες ἐθνικοί» κ.ἄ.

Τά νεοφανῆ αὐτά κινήματα ὑποστηρίζουν ὅτι ἐπιδιώκουν τήν προβολή τῆς ἀρχαίας φυσικῆς θρησκείας καί τήν ἐπαναφορά τῶν «πατρώων θρησκευτικῶν παραδόσεων».

Τό φαινόμενο αὐτό δέν εἶναι μόνον Ἑλληνικό, ἀλλά συνδέεται μέ τό διεθνές νεοπαγανιστικό κίνημα καί ἐντάσσεται μέσα στήν πλημμυρίδα τῶν πολυωνύμων ὁμάδων τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Πιστεύω μετά βεβαιότητος ὅτι εἶναι ἡ σατανικώτερη νεοεποχίτικη ἐπινόηση, εἰδικά γιά τήν Ἑλλάδα, πού ἀπειλεῖ περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ὁμάδα τῆς «Νέας Ἐποχῆς» τήν συνοχή τῆς χώρας μας. Καί τοῦτο διότι συνδέεται ἐντέχνως μέ τό ἔνδοξο ἀρχαιοελληνικό παρελθόν τῆς φυλῆς μας καί ἐγγίζει τά εὐαίσθητα πατριωτικά καί ἐθνικά αἰσθήματα τοῦ νεοέλληνα, μέ κίνδυνο νά διχάσει τούς Ἕλληνες σέ «Ἕλληνες» καί «Χριστιανούς».

 

2. Γιατί ὁ νεοπαγανισμός ἐντάσσεται στό ρεῦμα τῆς «Νέας Ἐποχῆς»

Καίτοι μερικά ἑλληνικά «νεοπαγανιστικά» ἔντυπα ὑποστηρίζουν ὅτι εἶναι ξένα πρός τό παγκόσμιο ρεῦμα τῆς «Νέας Ἐποχῆς», ἐν τούτοις τά χαρακτηριστικά τους καί οἱ δοξασίες τους ὁδηγοῦν τόν μελετητή στό συμπέρασμα ὅτι ἀποτελοῦν μία ἀκόμη ἀτραπό μέσα στήν πλημμυρίδα τῶν πολυωνύμων ὁμάδων τῆς «Νέας Ἐποχῆς».

Ὅπως οἱ «νεοεποχίτες», ἔτσι καί οἱ «νεοπαγανιστές» δέν δέχονται τήν ὕπαρξη προσωπικοῦ «ἄκτιστου» Θεοῦ ἔξω ἀπό τήν «κτιστή» Φύση. Δέν ἀποδέχονται ἕναν «ἐξωκοσμικό», ὅπως οἱ ἴδιοι τόν χαρακτηρίζουν, «θεό». Ὁ «θεός» τους, δέν εἶναι, ὅπως λένε, «κάποιος ἀπολυταρχικός θεός», κάποιο «δικτατορικό ὑπερκόσμιο ὄν». Ὁ «θεός» τους – γιά τήν ἀκρίβεια οἱ «θεοί» τους – εἶναι ὁμοούσιοι καί ταυτίζονται μέ τό Σύμπαν καί τήν Φύση, ἀπό τά ὁποῖα καί ἐγεννήθησαν καί ἀποτελοῦν μαζί τους τό «Ὅλον»: «Ἕν τό Πᾶν». Ἀποδέχονται, δηλαδή, τήν «νεοεποχική» «ὁλιστική θεώρηση» περί Θεοῦ καί κόσμου.

Ἐξ ἄλλου, ἡ ἀποδοχή τῆς δοξασίας τῆς «μετενσαρκώσεως» ἤ «μετεμψυχώσεως» καί ἡ διακήρυξη ἀπό πολλές ὁμάδες ὅτι οὐσιαστικά δέν ὑπάρχει διάκριση μεταξύ καλοῦ καί κακοῦ – ἀλλά εἶναι δύο ὄψεις τοῦ αὐτοῦ νομίσματος – εἶναι καθαρῶς «νεοεποχικές» ἀντίληψεις, πού χαρακτηρίζουν καί τίς «νεοπαγανιστικές» ὁμάδες καί «κνίθουν» τήν ἀκοή τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος θέλγεται ἀπό τέτοιου εἴδους κοσμοθεωρίες. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ δήλωση ἐκπροσώπου ἑνός ἐκ τῶν πολλῶν Ἑλληνικῶν «ἀρχαιολατρικῶν» κινημάτων: «Λατρεύω τούς ἀρχαίους ἕλληνες θεούς γιατί μοῦ προσφέρουν τήν ἐλευθερία πού θέλω καί χρειάζομαι».

Δέν λείπει βεβαίως ἀπό πολλές ὁμάδες τοῦ «χώρου» αὐτοῦ καί τό ἐσωτεριστικό καί ἀποκρυφιστικό στοιχεῖο, ἀναπόσπαστο καί συνακόλουθο χαρακτηριστικό τῶν ὁμάδων τῆς «Νέας Ἐποχῆς».

Ὁ «νεοεποχικός» χαρακτήρας τῶν κινημάτων αὐτῶν συντελεῖ ἀποφασιστικά στήν ἐξάπλωσή τους, μιά καί ὁ σύχρονος ἄνθρωπος ἔχει διαβρωθῆ ἀπό τό πνεῦμα τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Γι᾿ αὐτό, νομίζω ὅτι μποροῦμε νά χαρακτηρίσουμε ὅλα αὐτά τά «νεοπαγανιστικά» ρεύματα ὡς μιά ἀκόμη «ἀτραπό τῆς Νέας Ἐποχῆς».

 

3. Χαρακτηριστικά

Τά Ἑλληνικά «νεοπαγανιστικά» ρεύματα ἐμφανίζονται συχνά ὡς κινήσεις γιά τήν προβολή τοῦ ἀρχαίου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ μέ ἐθνικιστικό ἤ πολιτιστικό κάλυμμα, γιά τήν ἀναβίωση τοῦ ὀλυμπιακοῦ πνεύματος, γιά τήν προβολή τῶν Δελφικῶν ἰδεωδῶν, γιά τήν ἐπιστροφή στίς ρίζες μας, ἤ γιά τήν διδασκαλία τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Δραστηριοποιοῦνται ὡς φυσιολατρικά, πολιτιστικά καί οἰκολογικά κινήματα, ὡς καλλιτεχνικές ἀναβιώσεις ἀρχαιοελληνικῶν τελετῶν πού φέρουν ἀρχαιοθρησκειακό χαρακτήρα, (ὅπως Παναθήναια, Ἐλευσίνια μυστήρια, ἀναστενάρια, φωτιές τοῦ Ἅη-Γιαννιοῦ, Καρναβάλια, παράδοση τοῦ πυρός στούς ἀνθρώπους ἀπό τόν Προμηθέα, γιορτή τοῦ θερινοῦ ἡλιοστασίου, ἀφή καί μεταφορά τῆς «ἱερῆς φλόγας» κ.λπ.). Ἀκόμη προσφέρουν εὐκαιρίες γιά τήν ἀπόλαυση τῆς πανσελήνου ἀπό τόν «ἱερό βράχο τῆς Ἀκροπόλεως» καί ἄλλων ἀρχαιολογικῶν χώρων, ὀργανώνουν ἐκδηλώσεις μέ τόν ἑορτασμό τῶν ἡλιοστασίων, τήν ἀλλαγή τῶν ἐποχῶν κ.λπ. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα ἀκόμη δέν εἶναι πάντοτε ἁπλές παραδοσιακές-φολκλορικές ἤ πολιτιστικές ἐκδηλώσεις καί τελετές, ἀλλά μπορεῖ νά εἶναι ποικίλα προσωπεῖα καί τεχνάσματα γιά τήν προώθηση «νεοεθνικῶν» θέσεων.

Τά κινήματα αὐτά, καίτοι στήν συντριπτική πλειοψηφία τους συμπίπτουν στόν ἀντιχριστιανικό προσανατολισμό τους καί ἐνίοτε στό ἀνεξέλεγκτο μένος τους κατά τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἐν τούτοις δέν συμφωνοῦν πάντοτε μεταξύ τους στίς περί Θεοῦ καί κόσμου ἀντιλήψεις τους, ἀλλά ἀντιμάχονται συχνά ἤ καί εἰρωνεύονται οἱ διάφορες τάσεις τίς θέσεις τῶν ἄλλων. Τοῦτο δέν μειώνει ἀσφαλῶς τό μέγεθος τοῦ προβλήματος, καθόσον ὅλα αὐτά τά ρεύματα συμφωνοῦν στόν ἀντιχριστιανικό τους προσανατολισμό.

Ἡ φύση καί ὁ χαρακτήρας τῶν κινημάτων αὐτῶν προβάλλει μέσα ἀπό τήν πληθώρα τῶν ἐντύπων τους (περιοδικῶν τῶν ἀντιστοίχων ὁμάδων, συγγραμμάτων Ἑλλήνων συγγραφέων ἤ μεταφράσεων ξένων ἐκπροσώπων τοῦ νεοπαγανισμοῦ), ἀπό τακτικές τηλεοπτικές καί ραδιοφωνικές ἐκπομπές τους, ἀλλά καί ἀπό τήν διοργάνωση ὁμιλιῶν, διαλέξεων, τελετῶν καί ἐκδηλώσεων μέ κρυφό ἤ καί φανερό νεοειδωλολατρικό περιεχόμενο. Μέ ὅλους αὐτούς τούς τρόπους ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιστροφή στήν «φυσική θρησκεία», στήν «πατρώα θρησκεία», ὁπως λένε, καί στούς «πατρογονικούς θεούς», μεταξύ τῶν ὁποίων πρωτεύουσα θέση κατέχει τό «Δωδεκάθεο τοῦ Ὀλύμπου».

Ἀπό τήν μελέτη τῶν διαφόρων βιβλίων καί περιοδικῶν τους διαπιστώνομε ἀκόμη ὅτι στά κινήματα αὐτά ὑπάρχει μιά ρευστότητα ἰδεολογικοῦ προσανατολισμοῦ. Ἀπό τήν μιά πλευρά, ὑπάρχουν πρώην ἤ καί νῦν «πιστοί» τοῦ ἱστορικοῦ ὑλισμοῦ, οἱ ὁποῖοι, μετά τήν κατάρρευση τῆς μαρξιστικῆς ἰδεολογίας, μεταλλάχθηκαν σέ «πιστούς» τοῦ παγανιστικοῦ ὑλισμοῦ, ἀλλάζοντας ἁπλῶς στρατόπεδο ἀθεϊστικῆς ἤ ἀντιχριστιανικῆς στράτευσης καί τακτικῆς. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού προπαγανδίζουν μιά νεοφασιστική καί νεοναζιστική ἰδεολογία καί ἕναν ἀνεξέλεγκτο φυλετισμό, ξενοφοβία καί ρατσισμό, πού ἀναπτύσσεται συχνά σέ ἕναν ἄκρατο ἀντισημιτισμό. Συγχρόνως, Ἑλληνικά «νεοπαγανιστικά» ἔντυπα χαρακτηρίζουν τούς Ἕλληνες ὡς «θεόπλαστους», ὡς «οὐράνιο γένος» καί καλλιεργοῦν τήν ἰδέα ἑνός «περιουσίου λαοῦ», μιᾶς «μοναδικῆς καί καθαρῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς», μιᾶς «Ἡγεμονικῆς φυλῆς», ἡ ὁποία θά διατηρηθῆ μόνον μέ τήν ἀναβίωση καί τήν ἄσκηση τῆς «πατρώας» θρησκείας.

 

4. Ὁ Νεοπαγανισμός ὡς νέος ἀντιχριστιανισμός

Ἀπό τήν πρώτη ἐπαφή μέ τά ἔντυπα τοῦ Ἑλληνικοῦ «νεοπαγανιστικοῦ χώρου», ὁ μελετητής διαπιστώνει τόν ἔντονο ἀντιχριστιανικό, ἀντιεβραϊκό καί ἀντισημιτικό χαρακτήρα μερικῶν τουλάχιστον ρευμάτων ἀλλά καί τήν ἐχθρική στάση τους ἔναντι τοῦ Μονοθεϊσμοῦ γενικότερα. Τοῦτο ὀφείλεται κυρίως στό γεγονός ὅτι τά «νεοπαγανιστικά» ρεύματα ἀναπτύσσονται ὡς ἐθνικές θρησκεῖες, ὄχι μόνον ὑπό τήν παλαιά ἔννοια τοῦ «ἐθνικοῦ» ὡς εἰδωλολάτρη, ἀλλά καί τοῦ ἐμφορουμένου ἀπό φυλετικό ἐθνικισμό. Κάθε θρησκεία, λοιπόν πού θεωρεῖται ξένη πρός τόν ἐθνικό χῶρο, στόν ὁποῖο ζεῖ ἕνα ἔθνος ἤ μιά φυλή, εἶναι ἀπορριπτέα καί ἰδιαιτέρως ὅταν πρόκειται περί μονοθεϊστικῆς. Ἔτσι, ὁ ἐθνικιστικός χαρακτήρας τῶν Ἑλληνικῶν ρευμάτων ἐκδηλώνεται πρωτίστως ὡς ἀντιϊουδαϊσμός (φυλετικός ἀντιεβραϊσμός καί ἀντισημιτισμός), καθόσον ὁ Ἰουδαϊσμός θεωρεῖται ξένη θρησκεία καί ὁ γεννήτορας τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Ἰσλάμ. Ὁ ἀντιϊουδαϊσμός αὐτός ἀναπτύσσεται ὡς μιά σφοδρή πολεμική – καί ἐνίοτε μέ χυδαῖο ὑβρεολόγιο – κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὡς ἰουδαϊκοῦ κειμένου, καί ὡς ἀπόρριψη τῶν «προπατόρων τοῦ Χριστοῦ», ὡς Ἑβραίων. Ἐπειδή δέ τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συνδέεται ἀρρήκτως μέ τά κείμενα καί εἰδικότερα μέ τούς προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ ἀντιϊουδαϊσμός καταλήγει σέ ἀντιχριστιανισμό καί στήν ἀπόρριψη τοῦ Ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Παρόμοια τακτική ἔναντι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης συναντᾶται καί σέ πολλλές ὁμάδες τῆς «Νέας Ἐποχῆς» στήν γενικώτερη προσπάθειά τους νά ἐμφανίσουν τόν Ἰησοῦν Χριστόν ὡς ἕναν ἀπό τούς πολλούς Χριστούς-Μεσσίες (Ἀβατάρς) τῆς «Νέας Ἐποχῆς», χωρίς ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά καί, εἰδικώτερα, ἀποκομμένο ἀπό τούς προφῆτες του. Καί τοῦτο καθόσον ἡ ἀληθινή ταυτότητα καί ἡ ἰδιότητα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τῆς Καινῆς Διαθήκης, τόν Ὁποῖο ἐπιδιώκουν νά πλήξουν, ὡς τοῦ ἀναμενόμενου – καί ἀπό τά ἔθνη – Λυτρωτῆ-Μεσσία, εἶναι τό ἀντικείμενο, ὄχι μόνο τῆς προσμονῆς καί τῆς προσδοκίας τῶν πρό Χριστοῦ «χριστιανιζόντων» μεγάλων Ἑλλήνων σοφῶν καί, γενικῶς, τῆς ἀγωνίας τοῦ «καθημένου ἐν σκότει καί σκιᾷ θανάτου» ἀνθρώπου τῶν πρό Χριστοῦ αἰώνων, ἀλλά, κυρίως, τό κεντρικό σημεῖο ὅλων τῶν προρρήσεων τῶν προφητῶν τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, κατά τούς «νεοπαγανιστές», νά ἀπορριφθεῖ ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὥστε νά στερηθεῖ ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἕνα ἀπό τά οὐσιώδη χαρακτηριστικά Του – τήν μοναδικότητα πού Τόν χαρακτηρίζει – δηλαδή τούς ἀπ᾿ αἰῶνος προφῆτες τῆς ἐπί γῆς παρουσίας Του. Στόχος, δηλαδή, δέν εἶναι μόνον ἡ Παλαιά Διαθήκη, ὡς ἱστορία τοῦ Ἑβραϊκοῦ λαοῦ, ἀλλά ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καθόσον Χριστός χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη δέν νοεῖται[1].

Ἀκολούθως, προβάλλεται ἡ ἐπίσης ἐθνικιστική θέση ὅτι ὁ Χριστιανισμός εἶναι μιά ἰουδαιογενής θρησκεία, πού προωθεῖ τά ἰουδαϊκά συμφέροντα καί ἄρα εἶναι ὄχι μόνο ξένος, ἀλλά καί ἐχθρικός πρός τόν Ἑλληνισμό. Τελικός, βεβαίως, στόχος εἶναι νά ἐπιτευχθεῖ ἡ ρήξη τοῦ Ἕλληνα μέ τόν Ἰησοῦν Χριστόν καί τήν Ἐκκλησία. Γι᾿ αὐτό, γίνεται κατά κόρον χρήση τοῦ ὅρου «Ἰουδαιοχριστιανισμός», ὥστε νά συνδεθεῖ ὁ Χριστιανισμός (καί δή ἡ Ὀρθοδοξία) μέ τόν Ἰουδαϊσμό καί νά εὐαισθητοποιηθεῖ – νά προκληθεῖ – μέ τόν τρόπο αὐτό τό ἐθνικό συναίσθημα τοῦ Νεοέλληνα, ὥστε νά προδιατεθεῖ ἀρνητικά, ὄχι μόνον κατά τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ἀλλά καί κατά τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Ἔτσι ὁ ἀντισημιτισμός καταλήγει σέ ἀντιχριστιανισμό[2]. Ὁ Χριστιανισμός, τελικά, εἶναι «κοσμοπολίτικη», «πανεθνική», «ἀνεθνική», «οἰκουμενική» θρησκεία καί μάλιστα «ἑβραιογενής», καί ὡς τέτοια πρέπει νά ἐξοβελιστεῖ ἀπό τόν χῶρο, τήν ζωή καί τήν ταυτότητα τῶν γνησίων Ἑλλήνων, πάντα κατά τούς δικούς τους ἰσχυρισμούς.

 

Ἰδιαίτερα ἔντονος ὁ ἀντιχριστιανικός χαρακτήρας τους

Περιοδικό τοῦ «χώρου», γνωστό γιά τίς ἀκραῖες τοποθετήσεις του, ἐπιτίθεται μέ σκληρότητα καί χυδαιότητα κατά τῶν «ἐξ ἀποκαλύψεως θρησκειῶν». Ἀναφερόμενο στίς τρεῖς μονοθεϊστικές θρησκεῖες Χριστιανισμό, Ἰουδαϊσμό καί Μωαμεθανισμό, σέ ἄρθρο του ὑπό τόν τίτλο «Πάντα στούς ἴδιους βόθρους μέ τά ἴδια πάντοτε κόπρανα...», διακηρύττει ὅτι αὐτά εἶναι «Τά κύρια χαρακτηριστικά τῆς ἀρρωστημένης θρησκευτικότητας τῶν “ἐξ ἀποκαλύψεως” κυρίαρχων θρησκειῶν καί τῶν μικρῶν τους μιμητῶν, ἤ – στήν καθομιλουμένη – cults ἤ “αἱρέσεων”»[3].

Εἴπαμε ὅτι ἡ πολεμική κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ ξεκινᾶ μέ τήν ἐπίθεση κατά τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τό περιοδικό «Δαυλός» (το ὁποῖο ἀνέστειλε τήν ἔκδοσή του) ἐδημοσίευσε ἀνοικτή ἐπιστολή πρός τήν Ἱερά Σύνοδο τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος (Μάϊος 1993), μέ τήν ὁποία ζητεῖ «να ἀποκηρύξη καί ἀποβάλλη ἀπό τά ἱερά κείμενα τῆς θρησκείας τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἴτε ὁλόκληρο τό “σῶμα” τῶν βιβλίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, εἴτε τουλάχιστον τά μέρη ἐκεῖνα πού κατάφωρα στρέφονται κατά τοῦ Ἔθνους μας»[4].

Ἡ ἐπίθεση κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ ἐκδηλώνεται κυρίως μέ τήν μεροληπτική, ἀποσπασματική ἤ καί διαστρεβλωμένη παρουσίαση καί προβολή μεμονωμένων περιστατικῶν καί κειμένων τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας, ἤ πληροφοριῶν ἀμφιβόλου γνησιότητας, ἐπιδιώκοντας ἔτσι νά παρουσιάσουν ἕνα Χριστιανισμό διώκτη τῶν Ἑλλήνων καί καταστροφέα τῶν Ἑλληνικῶν μνημείων καί τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ καί ὑπαίτιο τῆς «σημερινῆς κακοδαιμονίας... καί ὡς ἕναν ἀπό τούς μεγαλύτερους – ἄν ὄχι τόν μεγαλύτερο – ἀρνητικούς παράγοντες γιά τή σημερινή κατάσταση»[5]. Ὁ Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται ἀκόμη ὡς «δικτατορεῦον χριστιανικό δόγμα»[6], ὡς «ἡ θανατική ποινή κατά τῆς Ἑλλάδος»[7], ὡς «σάβανο τοῦ Ἑλληνισμοῦ»[8], κ.ο.κ.

Ὁ ἀντιχριστιανισμός τῶν κινημάτων αὐτῶν ἐκδηλώνεται κυρίως μέσα ἀπό τά κείμενα ἐκεῖνα, πού καταφέρονται μέ μῖσος καί ἐμπάθεια κατά τοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων Του, τοῦ Ἀποστόλου Παύλου εἰδικά, καί τῶν Ἁγίων Πατέρων, τοῦ Χριστιανισμοῦ γενικῶς καί τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰδικώτερα, μέ ὕβρεις, χυδαῖες ἐκφράσεις, ἀπειλές καί διχαστικά συνθήματα, ὅπως μπορεῖ νά διαπιστώσει κανείς τόσον ἀπό τά περιοδικά τους ὅσο καί ἀπό μερικές ἱστοσελίδες τους, ὅπου κηρύσσεται «ἱερός πόλεμος» κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἐφημερίδα τοῦ χώρου, γράφει: «Ὁ Ἱερός Πόλεμος στό πρῶτο του στάδιο θά εἶναι καθαρά ἀντιχριστιανικός καί στήν ἑπόμενη φάση καθαρά Ἑλληνικός».

Δέν θεωρῶ πρέπον νά μεταφέρω ἐδῶ τήν ἀπαράδεκτη ἀτμόσφαιρα καί τήν χυδαία γλῶσσα πού ἐπικρατεῖ συχνά στά «νεοπαγανιστικά» κείμενα. Ἐπιτρέψτε μου ὅμως νά παρουσιάσω ἐνδεικτικά μόνον ἕνα ἀπειροελάχιστο δεῖγμα τέτοιων ἐκφράσεων καί μάλιστα τῶν πιό «ἐλαφρῶν»:

Το ἐπικρατοῦν πνεῦμα ἔναντι τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκφράζουν φράσεις ὅπως οἱ ἀκόλουθες: «σημιτικῆς κατασκευῆς Δικτατορίσκος τ᾿ Οὐρανοῦ»[9], «περιτετμημένος ραββίνος Τζεσουά»[10], «ἀσήμαντος ξυλουργός»[11], «Ὁ ψευτοθεός Τζεσουά ἦταν ἀκάθαρτο καί βρωμερό πνεῦμα... ἕνας δολοφόνος... ὅποιος ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ Τζεσουά μέ σεβασμό εἶναι μιαρός»[12], «ἑσταυρωμένο πινόκιο»[13], «περιτετμημένος ἀγύρτης»[14], «κήρυκας μίσους, διχασμοῦ καί μισελληνισμοῦ»[15], κ.π.ἄ. Σέ φύλλο τῆς ἐφημερίδας «Ἑλληνική Θρησκεία», στήν στήλη «καταγγελίες» καταχωροῦνται τά ἑξῆς: «Σέ μίσησαν ναζωραῖε. Τό αἷμα σου λέρωσε τά παπούτσια τους. Τό κορμί σου μόλυνε τήν τροφή τους. Ἡ ψυχή σου βρώμισε τό πνεῦμα τους. Γι᾿ αὐτό σέ σταύρωσαν, γι᾿ αὐτό σέ ἔφτυσαν. Ἤσουν ἕνα σκουλίκι, ἤσουν... Γι᾿ αὐτό σέ ἔγδαραν. Γι᾿ αὐτό σέ κρέμασαν. Γι᾿ αὐτό σέ ἔκαψαν. Ἔλαβες τόν μισθό τῶν πράξεών σου»[16]. Οἱ ὕβρεις συνοδεύονται καί ἀπό βαρεῖς χλευασμούς πρός τό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ[17]. Ἀκόμη, ὁ Ἰησοῦς θεωρεῖται ἐχθρός τῆς χαρᾶς (sic), διδάσκαλος τοῦ μίσους (sic), καί ἐχθρός τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

Ἀλλά καί ὁ Τίμιος Σταυρός χαρακτηρίζεται ὡς «ἐμετικό καί ἀηδιαστικό σύμβολο». «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες ὑποχρεοῦνται νά κατεβάσουν καί νά καταστρέψουν τό θεομίσητο σύμβολο... ἀπό τά δημόσια καί ἰδιωτικά κτήρια»[18].

Ἰδιαίτερος στόχος τῶν «νεοεθνικῶν» εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Μέ αὐθαίρετους ἰσχυρισμούς καί προκρούστιες παραποιήσεις τῶν κειμένων του, τόν παρουσιάζουν ὡς τόν μεγαλύτερο «ἀνθέλληνα» καί ἐχθρό τοῦ Ἑλληνισμοῦ[19], ὡς τόν «διαφθορέα τῶν ἐθνῶν καί πραγματικό ἱδρυτή τοῦ Χριστιανισμοῦ»[20], τόν «ὀλετήρα τῶν Ἐθνῶν»[21], ὁ ὁποῖος «προσπάθησε νά καθυποτάξῃ καί νά δολοφονήσῃ ἱστορικά τόν ἑλληνισμό»[22]. Εἶναι ἀκόμη ὁ ἐμπρηστής τῆς Ρώμης ἐπί Νέρωνος.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας χαρακτηρίζονται ὡς «ἐγκληματίες - χαλαστές», οἱ «μελανειμονοῦντες» καί οἱ «τά φαιά φέροντες»[23], «ἀποστεωμένα καχεκτικά μοντέλα». Χαρακτηρίζονται ἀκόμη ὡς «οἱ ἐξ ἀνατολῶν ὕαινες»[24], «κοπρόψυχοι»[25], «καθάρματα καί δολοφόνοι τῶν Ἑλλήνων»[26], «ἅγια ρεμάλια»[27] καί ἀποκαλοῦνται, ὑποτιμητικά, «δίποδα»[28]. Εἶναι ἰδιαιτέρως ἐχθρικοί κατά τοῦ ἱ. Χρυσοστόμου.

Γιά τούς ναούς μας γράφουν: «Κατάρα στά πορνεῖα τῶν ναζωραίων». Οἱ κληρικοί καί οἱ μοναχοί εἶναι «στιγεροί Πρωτογενίτσαροι»[29], «ρασοφορεμένα γουρούνια»[30], «ἐνδεδυμένα μέ ράσα ἑρπετά»[31], «ἑσμός τῶν μαυροφορεμένων»[32], «μαυροφορεμένοι δήμιοι»[33], «μαυροφορεμένα ἀνδράποδα»[34], «μαυροφορεμένοι πράκτορες τοῦ ξένου θεοῦ»[35], «ἐκμαυλιστές τῆς χριστιανικῆς κλίκας»[36], «ἀγύρτες ναζωραῖοι καί ἀνθρωπόμορφα κτήνη»[37], «ἀγύρτες ναζωραῖοι παπάδες»[38], «σεμνοφανεῖς ἀπατεῶνες» καί «ὀρδές τῶν ρασοφόρων, οἱ διαχρονικοί αὐτοί ἔμποροι τοῦ αἰσχροῦ ψεύδους»[39] κ.ο.κ.

Γενικῶς, ὑποστηρίζεται ὅτι «Οἱ χριστιανοί ποτέ τους δέν ἦταν Ἕλληνες», εἶναι «αἰσχροί, χωμόπλαστα ὑπανθρωπάκια... μιασμένοι καί μιαροί... ὑβριστές»[40], «παραμυθολόγοι τοῦ ἀποσυντεθέντος ἀπαισίου βυζαντινισμοῦ», «ἔμφορβα ὀντάρια θρησκολήπτων»[41], «ἀνθρωπόμορφα κτήνη» καί «χριστιανικά γουρούνια»[42], «σκουλίκια πού σέρνονται στά σκαλιά τῆς “Μεγαλόχαρης”»[43], «εἰδωλολάτρες, ἄπιστοι, κοσμοπολίτες, ἀπάτριδες, ἀσεβεῖς καί ἄθεοι»[44] «ὑποκριτές, ἐθνοκάπηλοι καί ἀπατεῶνες»[45], «μιαρός συρφετός ψυχολογικά βιασμένων εὐνούχων»[46], «χριστιανοβυζαντινά κοράκια νά ἀφοδεύουν πάνω στήν ἐθνική μας κληρονομιά»[47]. Γι᾿ αὐτό, ἄν κάποιος «καλοπροαίρετος ἐθνικός κάνει λάθος καί τούς πλησιάσει, ὀφείλει νά τελέσει ἀμέσως τούς κατάλληλους καθαρμούς, σύμφωνα μέ τίς Ἀρχές τῆς Ἑλληνικῆς Θρησκείας». Ἀκόμη, κανείς «ἐθνικός» δέν πρέπει νά «τούς μιλᾶ... τούς ἀγγίζει... τούς συναναστρέφεται»[48]. Στό περιοδικό «Διϊπετές» δημοσιεύεται ἡ πληροφορία γιά «Ἱεροπραξία Καθαρμοῦ», ἡ ὁποία ἔλαβε χώρα «σέ μυστική τοποθεσία τῆς Ἀττικῆς Γῆς, ἀπό Ἕλληνες Ἐθνικούς πρός Ἕλληνες Ἐθνικούς, γιά τό “ξέπλυμα” τοῦ μιάσματος τοῦ ἐβραιοχριστιανικοῦ βαπτίσματος»[49].

Ὁ φανατισμός δέν φείδεται ὕβρεων καί γιά τίς χριστιανικές τελετές, ὅπως στήν ἀκόλουθη περίπτωση: «Ποιός ἄραγε δέν γνωρίζει τίς αἰσχρολογίες πού λέγονται κατά τίς τελετές τῶν ναζωραίων; Ποιός δέν γνωρίζει πόσο βρωμιά εἶναι ὁ “ἁγιασμός” τους;»[50]. Γενικῶς, γιά τήν συμπεριφορά ἔναντι τῶν χριστιανικῶν ἐθίμων, δίδεται ἡ αὐστηρή ἐντολή: «Τό χριστιανικό ἔθιμο εἶναι μιά παγίδα, ἕνας λάκκος, ἕνας βόθρος. Μήν κάνεις τόν σταυρό σου..., μήν μυρίζεις λιβάνι. Πέταξε μακριά τόν σταυρό καί ἔλα στά συγκαλά σου»[51].

Στά χαρακτηριστικά τῶν Ἑλληνικῶν «νεοπαγανιστικῶν» ρευμάτων πρέπει νά καταγράψουμε καί μιά ἄλλη πτυχή: Ὁ ἀντιχριστιανικός χαρακτήρας τους ἀναπτύσσεται καί ὡς ἔντονος «ἀντιβυζαντινισμός»[52]. Μέ πληθώρα ἄρθρων καί βιβλίων ἐπιχειρεῖται, ἀπό μερικούς «συνεχιστές τοῦ τεμαχισμοῦ τῆς ἱστορικῆς μας σάρκας», ἡ ἐξοστράκιση τῆς μακρᾶς ἔνδοξης καί λαμπρῆς Βυζαντινῆς περιόδου καί ἡ ἀποκοπή τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, μέ ἕνα ἀνιστόρητο ἅλμα χιλίων ἑπτακοσίων περίπου ἐτῶν, ἀπό τήν διαχρονική ἱστορική πορεία του[53]. Παραγνωρίζεται ἐνσυνείδητα τό γεγονός, ὅτι τό «Βυζάντιο», καίτοι διατήρησε τόν τίτλο τοῦ Ρωμαϊκοῦ κράτους, πολύ σύντομα ἔχασε τόν ρωμαϊκό χαρακτήρα του καί ἔγινε Ἀνατολικό Ἑλληνικό τμῆμα του, «στή σκέψη, στήν τέχνη, στόν λόγο καί στή συνείδηση».

Ὑποστηρίζεται, ἀκόμη, ἀπό μερικά ρεύματα, ὅτι τό Ἑλληνικό Ἔθνος τελεῖ κάτω ἀπό δουλεία δεκαεπτά αἰώνων, ὅση καί ἡ χριστιανική «κυριαρχία». Δίδεται ἔτσι ἡ ἐντύπωση, ὅτι τό Ἑλληνικό Γένος ἔπαψε νά ὑπάρχει γιά δεκαεπτά ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅτι στερεῖται «πατέρων» καί ἀνατρέχει μόνο σέ ἔνδοξους «παπποῦδες» καί προπάτορες. Πολύ εὔστοχα, σύγχρονος λόγιος ἁγιορείτης μοναχός, ἐπιχειρώντας ἕνα ψυχογράφημα τοῦ Ἕλληνα «νεοπαγανιστῆ», τόν χαρακτηρίζει ὡς «ἐμπαθῆ προγονόπληκτο, πού μισεῖ τό χθές καί λατρεύει τό προχθές, τό μακρυνό κι ὄχι τό πλησίον, τό ἄγνωστο κι ὄχι τό γνωστό, τό μυθικό κι ὄχι τό ἀληθινό»[54]. Καί ἀπό τόν «ἀντιβυζαντινισμό» τους αὐτόν, γίνεται φανερός ὁ χαρακτήρας τοῦ «νεοπαγανισμοῦ» ὡς ἀντιχριστιανισμοῦ.

 

5. Αἴτια

Ἡ ἀναζήτηση τῶν αἰτίων τῆς ἀναπτύξεως τῶν «νεοπαγανιστικῶν» κινημάτων δέν εἶναι εὔκολη ὑπόθεση. Ἀσφαλῶς ἔχουν τίς ρίζες τους στήν πνευματική ἀπορρύθμιση τοῦ ἀνθρώπου τῶν μέσων τοῦ 20οῦ αἰῶνα, μετά τίς καταπληκτικές πράγματι ἐπιτυχίες του στήν ἐπιστήμη καί στήν τεχνολογία. Οἱ ἐπιτυχίες του αὐτές ἔγιναν τά εἴδωλά του καί τά εἴδωλά του ἔγιναν οἱ «θεοί» του. Ὁ ἄνθρωπος, στήν σύγχυσή του γιά τόν καθορισμό τῶν ὁρίων στίς ἀνθρώπινες δυνατότητες, προτίμησε νά περιθωριοποιήσει καί νά ἐξορίσει τόν Ἀληθινό Θεό ἀπό τήν ζωή καί τήν ἱστορία του καί νά θεοποιήσει καί πάλι τήν Φύση καί τίς δυνάμεις της. Ἔτσι, κατά βάση, σάν κύριο αἴτιο τῆς ἐπαναβιώσεως τῆς εἰδωλολατρίας πρέπει νά θεωρήσουμε τήν ἐπιστροφή τοῦ ἀνθρώπου σέ ἕνα νέο «προπατορικό ἁμάρτημα», τό «εὐαγγέλιο τοῦ ὄφεως», δηλαδή σέ μιά νέα ἀνταρσία κατά τοῦ Θεοῦ. Εἶναι, λοιπόν, πρωτίστως ἀποτέλεσμα τῆς πνευματικῆς κρίσεως τοῦ ἀνθρώπου ἡ ἐμφάνιση τοῦ «νεοπαγανισμοῦ».

Αὐτή ἡ «μανία» τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου νά αὐτοπεριοριστεῖ στήν ὑλική πραγματικότητα δέν ἐκδηλώνεται πάντοτε ὡς «ἀθεΐα», ἀλλά συχνά συνοδεύεται ἀπό ἕνα ἐντυπωσιακό καί παράδοξο φαινόμενο, τῆς ἀναπτύξεως δηλαδή μιᾶς πρωτοφανοῦς καί πρωτόγονης «θρησκευτικότητος», ἡ ὁποία πολλές φορές πρέπει νά ἐκληφθῆ μᾶλλον ὡς δεισιδαιμονία. Ἔτσι, ἐνῶ ἀπορρίπτει τήν πίστη στόν Ἀληθινό Θεό, εὔκολα ἐνστερνίζεται ἀποκρυφιστικές δοξασίες παραθρησκευτικῶν ὁμάδων, πού προσφέρουν εὐτελῆ ὑποκατάστατα τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ.

Δέν εἶναι ὅμως μόνον πνευματικά τά αἴτια. Δέν εἶναι λίγες οἱ περιπτώσεις πού διαπιστώνουμε στά πρόσωπα, στούς τρόπους, στίς μεθόδους καί στά ἐπιχειρήματα τῶν ἐκφραστῶν τῶν κινημάτων αὐτῶν, μιά νέα ἐκδοχή καί ἔκφραση παλαιοτέρων πολεμίων τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Ἔτσι, συναντῶνται στά κινήματα αὐτά παλαιές γνωστές θεωρίες, θέσεις καί συνθήματα τοῦ Διαφωτισμοῦ, τοῦ Μαρξισμοῦ, τοῦ Τεκτονισμοῦ, τῆς Θεοσοφίας, τοῦ Ἀποκρυφισμοῦ καί ἄλλων ἀντιχριστιανικῶν κινημάτων, ὥστε νά μποροῦμε νά μιλᾶμε γιά «νεοπαγανιστικό» ἀντιχριστιανισμό. Αὐτό ὑποστηρίζει ἄλλωστε καί ἐκφραστής τοῦ χώρου ὅταν γράφει: «ἄς θυμόμαστε ὅτι τό κίνημα τοῦ νεο-Παγανισμοῦ γεννήθηκε ὡς μία ἀντίδραση στόν Χριστιανισμό»[55].

Τό περίεργο στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὅτι ὁ τόσον ἐξελιγμένος πολιτιστικά καί ἐπιστημονικά σύγχρονος ἄνθρωπος, ἐνῶ ἐπιθυμεῖ νά ἀλλάξει, ὅπως ὑποστηρίζει, τήν περί θεοῦ ἀντίληψή του μέ μιά νέα ἀντίληψη πού νά «ἀνταποκρίνεται στό νοητικό ἐπίπεδο τῆς νέας ἐποχῆς», ἐν τούτοις ἀναζητεῖ τήν «νέα ταυτότητά» του σέ μορφές θρησκευτικότητος πρωτόγονες, πού ἔχουν ἀπορριφθεῖ πρίν ἀπό εἰκοσιτέσσερις καί πλέον αἰῶνες. Ἀπό τότε δηλαδή πού οἱ θεμελιωτές τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, τῆς ἐπιστημονικῆς γνώσεως καί τῆς τεχνολογίας εἶχαν διαπιστώσει ὅτι οἱ «θεοί» καί οἱ «θεές» τῆς ἀρχαίας εἰδωλολατρίας δέν εἶναι δυνατόν νά ἀποτελοῦν τά ἀρχέτυπα καί τά πρότυπα τοῦ πολιτισμένου ἀνθρώπου.

Στά αἴτια πού ὁδηγοῦν νέους κυρίως ἀνθρώπους στήν σύγχρονη εἰδωλολατρία πρέπει νά προσθέσομε καί ὅσα προηγουμένως εἴπαμε γιά τόν ἐθνικιστικό, τόν ρατσιστικό καί τόν ἀντισημιτικό χαρακτήρα τῶν Ἑλληνικῶν «νεοπαγανιστικῶν» ρευμάτων.

 

6. «Θεός» καί «Χριστός» τοῦ Νεοπαγανισμοῦ

α) «Θεός»

Στήν προσπάθειά τους νά δώσουν ὑπόσταση στίς θέσεις τους, οἱ ἐκπρόσωποι τῶν ρευμάτων αὐτῶν ἐπικαλοῦνται τήν ἀρχαία Ἑλληνική μυθολογία καί «θεογονία», ὁ καθένας ὅμως τίς ἑρμηνεύει σύμφωνα μέ τίς δικές του ἀντιλήψεις. Ἔτσι, δημιουργεῖται μιά μεγάλη σύγχυση καί ποικιλία «κοσμοθεάσεων», ὥστε δύσκολα μπορεῖ κανείς νά διακρίνει πῶς τό κάθε ρεῦμα ἐκλαμβάνει καί «πιστεύει» τούς «θεούς» του.

Μέσα σέ ὅλη αὐτή τήν ποικιλία τῶν τάσεων ὑπάρχει πάντως μιά κοινή θεωρητική βάση περί «θείου», ἡ ὁποία συνίσταται σέ μιά «φυσιοκρατική» περί θεοῦ καί κόσμου ἀντίληψη καί «πίστη», πού ὁδηγεῖ, ὅπως εἴπαμε, στήν ἄρνηση τῆς ὕπαρξης «ἐξωκοσμικοῦ θεοῦ» καί, τελικά, στήν λατρεία τῆς θεοποιημένης αὐθύπαρκτης Φύσης καί ταυτίζεται μέ τίς περί θείου δοξασίες τῆς «Νέας Ἐποχῆς».

Σέ γενικές γραμμές μποροῦμε νά διακρίνουμε τίς ἑξῆς κύριες τάσεις[56]:

α) Τίς τάσεις πού ἀντιλαμβάνονται τούς «θεούς» ὡς ἀπρόσωπες φυσικές δυνάμεις καί ἐνέργειες ἤ ὡς φυσικούς νόμους.

β) Τίς τάσεις πού θεωροῦν τούς «θεούς» ὡς πραγματικές ὑλικοψυχικές ἤ θεῖες ὀντότητες, πού προῆλθαν ἀπό τήν μετεξέλιξη ἀνθρώπων, διά σειρᾶς μετεμψυχώσεων ἤ μετενσαρκώσεων (κυρίως οἱ «Δωδεκαθεϊστές»).

γ) Ἄλλες πού ἐκλαμβάνουν τούς «θεούς» ὡς ἁπλές συμβολικές ὑποδηλώσεις φυσικῶν ἤ ψυχικῶν τάσεων.

δ) Ὑπάρχουν τάσεις μικτοῦ χαρακτήρα, ἐκεῖνες δηλαδή πού συνδυάζουν δύο ἤ καί περισσότερες ἀντιλήψεις, ὅπως π.χ. ὅτι οἱ «θεοί» εἶναι φυσικές δυνάμεις καί συγχρόνως προσωποποιήσεις ἀνθρωπίνων ἀρετῶν, ἰδεῶν κ.λπ.

ε) Συναντᾶμε, ἀκόμη, ἐκείνους πού θεωροῦν τούς «θεούς» ὡς ἐξελιγμένους ἐξωγήϊνους ἐπισκέπτες.

στ) Τέλος, ὑπάρχουν ρεύματα πού προσπαθοῦν νά συμβιβάσουν τόν Μονοθεϊσμό μέ τήν Πολυθεΐα, ἤ τόν Χριστιανισμό καί τό «Δωδεκάθεο», ἤ πού ὑποστηρίζουν ὅτι καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν Ἕλληνας ἤ ὅτι «ἀνῆκε στούς θεούς τοῦ Δωδεκαθέου».

β) «Χριστός»

Στά ἑλληνικά «νεοπαγανιστικά» κινήματα συναντᾶμε ποικιλία τοποθετήσεων ἔναντι τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ: Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἦταν ἱστορικό πρόσωπο, μυθικό ἤ συμβολικό «πρόσωπο», Ἐσσαῖος, σοφιστής, Ἕλληνας, ὀνομαζόταν Ἰάσων Πανδίρας, ἦταν ἕνας ἀπό τούς «θεούς» τοῦ «ἀρχαιοειδωλολατρικοῦ πανθέου», ταυτίζεται μέ τόν Ὀρφέα, τόν Διόνυσο, ἤ καί τόν Δία, τόν Ὄσσιρι, τόν Προμηθέα, ἤ τόν Ἀπολλώνιο Τυανέα, ταξείδεψε στίς Ἰνδίες, στήν Αἴγυπτο, στήν Ἑλλάδα, ἀκόμη καί στήν Ἀγγλία, κ.ο.κ.

Βεβαίως, εἶναι πρόδηλο ὅτι ὅλες αὐτές οἱ τοποθετήσεις ἀρνοῦνται καί μάχονται τό ἀληθινό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τῶν Εὐαγγελίων καί καθίστανται πολέμιοι τοῦ Χριστιανισμοῦ.

 

7. Ἐπιστροφή στήν ἀρχαία Ἑλληνική Θρησκεία;

Τό σύνθημα πού κυριαρχεῖ στά Ἑλληνικά νεοεθνικά ρεύματα εἶναι: «Ἐπιστροφή στήν πατρώα θρησκεία».

α) Ποιά ὅμως ἦταν ἡ «πατρώα θρησκεία»;

Οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες πολυθεϊστές ὑποστηρίζουν ὅτι ἐπιδιώκουν νά ἀναβιώσουν τήν ἀρχαία «πατρώα» θρησκεία. Τό ἐρώτημα ὅμως πού προβάλλει εἶναι: ποιά ἦταν αὐτή ἡ «πατρώα» θρησκεία, ἡ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων πού θέλουν νά ἀναβιώσουν;

Εἶναι γνωστό ὅτι ἡ «πατρώα θρησκεία» ἱστορικά πέρασε, σέ διάστημα πολλῶν π.Χ. καί μ.Χ. αἰώνων, μέσα ἀπό μιά μακρά ἐξελικτική πορεία καί ἀπό διάφορες μορφές. Ἄλλη ἦταν ἡ θρησκεία τῶν προομηρικῶν, τῶν ὁμηρικῶν καί μεταομηρικῶν χρόνων, ἄλλη ἡ θρησκεία τῆς Ἑλληνικῆς Πόλεως (6ος αἰώνας π.Χ.), ἄλλη ἡ θρησκεία τῶν ἑλληνιστικῶν καί τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων, ἀλλά καί τῶν τριῶν πρώτων χριστιανικῶν αἰώνων. Ταυτίζονται ἄραγε τά σύγχρονα νεοπαγανιστικά κινήματα μέ τίς φιλοσοφικές – πού ἦταν καί «θεολογικές» – ἀντιλήψεις τῶν ὀρφικῶν, τῶν πυθαγορείων, ἤ μέ τίς θρησκευτικές ἀντιλήψεις τῶν ἐκπροσώπων τῆς ἀρχαιοελληνικῆς φιλοσοφικῆς διανοήσεως;

Ἡ πορεία τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς θρησκείας ποικίλει ἀπό τήν λατρεία τῆς ἀρχέγονης Μητέρας θεᾶς, τῆς Γαίας, σ᾿ ἐκείνη τῶν χθονίων θεοτήτων, τῶν Ὀλυμπίων θεῶν καί τῆς ὀρφικῆς πολυθεΐας, τῆς διονυσιακῆς λατρείας, τῶν ἐλευσινίων μυστηρίων, μέχρι καί τῶν μονοθεϊζουσῶν τάσεων τοῦ Ξενοκράτους καί τοῦ Ἡρακλείτου καί τῶν μεγάλων μορφῶν τῆς ἀρχαιότητος, τοῦ Σωκράτη, τοῦ Πλάτωνα, τοῦ Ἀριστοτέλη, τῶν Στωϊκῶν καί τῶν Νεοπλατωνικῶν κ.ἄ., οἱ ὁποῖοι βεβαίως, καίτοι ἀποστασιοποιήθηκαν ἀπό τήν παχυλή ἔννοια τῆς πολυθεΐας, ἡ ὁποία κυριαρχοῦσε μέσα στήν λαϊκή θρησκευτικότητα, δέν κατόρθωσαν νά φθάσουν στήν ἔννοια τοῦ Ἑνός καί Ἀληθινοῦ Θεοῦ. [Ἀκόμη καί αὐτός ὁ ἕνας θεός τοῦ «σοφωτάτου» Πλάτωνα, τό «ἀεί ὄν», δέν εἶναι δυνατόν νά ταυτισθεῖ μέ τήν ἀληθῆ περί Θεοῦ ἔννοια, ἐφ᾿ ὅσον αὐτός δέν εἶναι οὐσιαστικά ὁ δημιουργός τοῦ κόσμου ἀλλά κατ᾿ ἀκρίβειαν ὁ διαμορφωτής του, ἀφοῦ δημιουργεῖ ἀναγκαστικά τό αἰσθητό σύμπαν «μέ βάση τά πρότυπα τῶν ἰδεῶν καί σύμφωνα μέ τούς μαθηματικούς νόμους»[57].]

Δέν ἦταν λοιπόν μία καί ἑνιαία ἡ θρησκεία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, στήν ὁποία ὑποστηρίζουν ὅτι θέλουν νά ἐπιστρέψουν οἱ νεοέλληνες «νεοεθνικοί», οὔτε καθαρά Ἑλληνική, ὅταν μάλιστα λάβουμε ὑπ᾿ ὄψη ὅτι ἕνας ἔντονος θρησκευτικός συγκρητισμός εἶχε δημιουργήσει στήν Ἑλλάδα συνωστισμό ξένων θεοτήτων, ὄχι μόνον ἑλληνικῶν.

Εἶναι ἑπομένως παράλογο νά ὑποστηρίζεται ὅτι πρέπει νά γυρίσει ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα σέ μία ἀπό τίς φάσεις τοῦ ἀρχαίου εἰδωλολατρικοῦ παρελθόντος της, τό ὁποῖο ἀποκαλοῦν «πατρώα θρησκεία», ὡς τήν μόνη ἀληθινή, ὅταν μάλιστα ἐκεῖνο τό παρελθόν βρισκόταν σέ μιά συνεχῆ ἐξελικτική καί συγκριτιστική πορεία καί δέν ἦταν οὔτε μονοθεϊστικό οὔτε καθαρά ἑλληνικό, ἐπί πλέον δέ εἶχεν ἤδη ἀπορριφθεῖ ἀπό τούς ἐκλεκτοτέρους ἐκπροσώπους τῆς φιλοσοφικῆς διανοήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.

β) Ἐπιστροφή στήν παρηκμασμένη ἀρχαία θρησκεία;

Ἐξ ἄλλου, ἡ ἴδια αὐτή ἀρχαία πολυθεϊστική θρησκεία, τήν ὁποία θέλουν νά ἀναβιώσουν οἱ Ἕλληνες «νεοπολυθεϊστές», ἐγνώρισε συγχρόνως καί βαθειά παρακμή καί ἀπόρριψη ἀπό τούς ἴδιους τούς Ἕλληνες. Ἕνας ἀπό τούς βασικούς λόγους τῆς ἀπόρριψής της ἦταν ὅτι οἱ θεωρούμενοι ὡς «θεοί» τοῦ Ἑλληνικοῦ πολυθεϊστικοῦ καί «δωδεκαθεϊστικοῦ» πανθέου κάθε ἄλλο παρά ὡς πρότυπα ζωῆς μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν.

Οἱ λατρευόμενοι ἀρχαῖοι «θεοί» εἶχαν ὁδηγήσει τούς «θρησκευτές» τους σέ τέτοια κατάσταση, ὥστε νά ζοῦν μέσα σέ ἕνα ἔντονο μεταφυσικό φόβο, μέσα στήν μαγεία καί στήν δεισιδαιμονία. Ἄν προστεθοῦν καί οἱ αἱματηρές θυσίες, ἡ μαντεία καί ἡ ἀστρολογία, οἱ ὀργιαστικές τελετές καί τόσες ἀκόμη λατρευτικές «παραδόσεις», τότε δέν παραμένει ἡ παραμικρή ἀμφιβολία γιά τούς λόγους πού ὁδήγησαν, ὄχι μόνο τούς Ἕλληνες σοφούς, ἀλλά τελικά καί τόν ἁπλό λαό νά «στρέψουν τήν πλάτη» τους σ᾿ αὐτό πού εἶχε καθιερωθεῖ ὡς ἐπίσημη θρησκεία.

Καί τό ἐρώτημα πού τίθεται εἶναι: Σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση, πού ἐκεῖνοι ἀπέρριψαν, θέλουν μερικοί συνέλληνες νά μᾶς ἐπιστρέψουν; Εἶναι δυνατόν νά ἐπαναφέρουμε ὡς πρότυπα ζωῆς, ἠθικῆς συμπεριφορᾶς καί κοινωνικῶν σχέσεων τήν συμπεριφορά τῶν Ὀλυμπίων «θεῶν»; Ἀναμφιβόλως, οἱ «συμπεριφορές», οἱ «συναναστροφές» καί οἱ «μάχες», τῶν Ὀλυμπίων δέν μποροῦν νά τεθοῦν ὡς κανόνες κοινωνικῶν σχέσεων καί πρότυπα γιά τήν διαμόρφωση μιᾶς ἀποδεκτῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς συμπεριφορᾶς. Ἡ Ἀθηνᾶ ἐπιτίθεται κατά τοῦ Ἄρη καί τόν πληγώνει· ὁ Ἡρακλῆς ἔρχεται σέ πάλη μέ τόν Ἄρη, τόν πληγώνει καί τόν νικᾶ. Οἱ «θεοί» τοῦ Ὁμήρου ἐντάσσονται σέ ἀντίπαλα στρατόπεδα θνητῶν, οἱονεί «ὀπαδοί» τους, καί ἐμβάλουν μίση μεταξύ τῶν ἀνθρώπων. Ἀναρίθμητα τέτοια περιστατικά μπορεῖ νά καταγράψει κανείς μέσα στήν Ἰλιάδα καί στήν Ὁδύσσεια.

Τά ζεύγη τῶν «θεῶν» ἀλληλοαπατῶνται καί διαπληκτίζονται συνεχῶς καί προσωποληπτοῦν ὑπέρ εὐνοουμένων τους θνητῶν. Ἡ «θεά» Ἀφροδίτη προΐσταται τοῦ χυδαίου ἔρωτα καί ἡ πορνεία στήν λατρεία της προσλαμβάνει ἱερό χαρακτήρα. Παρά τόν γάμο της μέ τόν Ἥφαιστο, συνδέεται ἐρωτικά καί μέ τόν Ἄρη, τόν Ἑρμῆ, τόν Διόνυσο, τόν Ποσειδώνα, ἀλλά καί μέ θνητούς, ὅπως τόν ἡγεμόνα τῶν Τρώων Ἀγχίστη, ἀπό τόν ὁποῖο ἀπέκτησε τόν Αἰνεία, καί κυρίως τόν Ἄδωνι[58]. Ἀλλά καί ὁ «θεός» Ἔρως συνέβαλλε μέ τόν δικό του τρόπο καταλυτικά στήν ἀλλοίωση τῶν ἠθῶν, τόσο στίς ἑτερόφυλες ὅσο καί στίς ὁμοφυλόφιλες σχέσεις.

Γι᾿ αὐτό, οἱ ἀρχαῖοι σοφοί ἐθεώρησαν ὅλους αὐτούς τούς «θρησκευτικούς» μύθους ὡς βλαπτικούς καί ἀπορριπτέους. Ὁ Ἡράκλειτος καί ὁ Πλάτων κατηγοροῦν τόν Ὅμηρο καί τόν Ἡσίοδο ὅτι, ἀποδίδοντας ἀνάρμοστη συμπεριφορά στους «θεούς» βλάπτουν τά ἤθη καί μάλιστα τῶν νέων. Ὁ Ξενοκράτης, ὁ Πλάτωνας, ὁ Αἰσχύλος, ὁ Σοφοκλῆς καί ὁ Εὐριπίδης διακωμωδοῦν καί ἀπορρίπτουν τήν συμπεριφορά τῶν «θεῶν» τους καί τούς ἴδιους τελικά. Ὅπως ἔχει γραφεῖ, «Ὁ Ἑλληνικός πολυθεϊσμός, ὅπως μᾶς τόν παρέδωσαν οἱ τραγικοί ποιητές, εἶναι ἕνας σπαρασσόμενος κόσμος ἀπό θεϊκούς φθόνους»[59].

Βεβαίως, ἕνα ἀκόμη ἐρώτημα πρός τούς νοσταλγούς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς θρησκείας θά ἦταν: μήπως ἐπιθυμοῦν καί τήν ἐπιστροφή στίς αἱματηρές θυσίες καί μάλιστα καί στίς ἐλάχιστες μέν ὅμως ὑπαρκτές, δυστυχῶς, ἀνθρωποθυσίες;

Ὅμως, οἱ σύγχρονοι Ἕλληνες ἐθνικοί - πολυθεϊστές προσπαθοῦν νά ἐξωραΐσουν τήν ἀρχαία Ἑλληνική θρησκεία, ἀκοκρύπτοντας τίς σκοτεινές μυθολογικές πτυχές της καί προβάλλοντας μόνο τίς ἰδανικές. Ἐπιστρατεύουν καί τό δῆθεν ἐπιχείρημα ὅτι σ᾿ ἐκείνη τήν πολυθεϊστική θρησκεία ὀφείλεται τό γεγονός τῆς λαμπρᾶς καί μοναδικῆς ἀκμῆς τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ πνεύματος.

 

8. Ποιμαντική ἀντιμετώπιση

Ἡ ἐπί τροχάδην καί λίαν ἐπιγραμματική σκιαγράφιση τῶν χαρακτηριστικῶν καί τῶν αἰτίων τοῦ «νεοπαγανιστικοῦ» προβλήματος ὁδηγεῖ αὐτομάτως στή διαμόρφωση σαφοῦς γνώμης καί θέσεως περί τοῦ τρόπου τῆς ποιμαντικῆς ἀντιμετωπίσεώς του.

Βεβαίως, εἶναι φανερό ὅτι ἡ «νεοειδωλολατρία» εἶναι γιά τήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας μία πρόκληση γνώριμη ἀπό τό μακρινό παρελθόν. Μιά πρόκληση πού ἀντιμετωπίστηκε ἐπιτυχῶς ἀπό τούς Ἀπολογητές Πατέρες καί τούς ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς.

Στή συνάντηση ὅμως ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελικοῦ κηρύγματος μέ τήν κυρίαρχη, ἀκόμη τότε, καίτοι φθίνουσα εἰδωλολατρία, ἡ εἰδωλολατρία κατεῖχε τήν θέση τοῦ διώκτου. Σήμερα ἐπιδιώκει νά ἐμφανισθῆ ὡς ἡ διωχθεῖσα τότε, ἀλλά καί σήμερα διωκομένη, ὑπό τῆς Ἰουδαιοχριστιανικῆς «λαίλαπας». Ὁμιλεῖ γιά καταστροφές ναῶν της[60], γιά ὑποδούλωση 17 αἰώνων, γιά καταστροφή τῆς λαμπρᾶς πορείας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καί δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας ὅτι αὐτά τά συνθήματα ἀπευθύνονται πρός νέους κυρίως ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐπαρκῆ γνώση τῆς ἱστορίας μας, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προετοιμασθῆ διαβρωτικά μέ συνεχῆ ἀντιχριστιανική καί ἀντιεκκλησιαστική προπαγάνδα μέ πλῆθος ἄρθρων, βιβλίων, ἐκπομπῶν, οἱ ὁποῖοι βρίσκονται ὑπό τήν ἐπίδραση τοῦ πνεύματος τῆς «Νέας Ἐποχῆς», οἱ ὁποῖοι γιά ποικίλους ἰδεολογικούς ἐνίοτε λόγους ἀπωθοῦν τήν παραδοσιακή Ορθόδοξη πίστη καί ἀλλοιθωρίζουν πρός νέες ἐναλλακτικές καί ἐξωτικές «θρησκευτικές» προσφορές.

Ὑπεστήριξα πιό πάνω ὅτι ὅλα αὐτά τά κινήματα συνδέονται ἰδεολογικά μέ τόν Εὐρωπαϊκό καί Ἑλληνικό Διαφωτισμό, ἐκπρόσωποι τοῦ ὁποίου ἤδη ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνα ἔκαναν πολλές προσπάθειες ἀναβιώσεως τῆς λεγομένης Δελφικῆς ἰδέας. Καί δέν πρέπει νά λησμονοῦμε ὅτι ὁ Διαφωτισμός κάθε ἄλλο παρά φιλικός ὑπῆρξε γιά τόν Χριστιανισμό.

Γράφει ἔνθερμη ἐκπρόσωπος τῶν «ἀγνῶν θρησκευτῶν τῶν Ὀλυμπίων θεῶν»: «Ἔχουμε μία γέφυρα πού θά μᾶς ἐπιτρέψει, μέσα ἀπό τή γνώσι καί τήν ἐλευθερία, νά περάσουμε καί πάλι εἰς τήν «ἄλλη ὄχθη», εἰς τούς ἀπέραντους λειμῶνες πού καταυγάζονται ἀπό τό φῶς τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἱερότητος τοῦ ζῆν. Ἡ γέφυρα αὐτή μᾶς δίνεται ἀπό τόν Εὐρωπαϊκό Διαφωτισμό, ...πού, ἀνοικτά, θά καταγγέλλει κάθε δογματισμό, ἀπό ὅποια πλευρά καί ἄν φαίνεται ὅτι αὐτός προέρχεται, ὠθώντας τόν ἄνθρωπο νά χρησιμοποιήσει τή λογική του γιά νά ἑρμηνεύσει τόν Κόσμο καί νά οἰκοδομήσει τίς κοινωνίες του». Αὐτός ὁ νέος Διαφωτισμός, καταλήγει, θά ὁδηγήσει σέ μιά μεγάλη ἐπανάσταση «πού θά ἀπελευθερώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τά δεσμά τῆς ἀνωριμότητός του»[61].

Τέλος, πρέπει νά ποῦμε ὅτι συχνά οἱ ὁμάδες αὐτές ἐπιδιώκουν νά ἐπιστρατεύσουν ὀπαδούς μέσα ἀπό τόν λεγόμενο «πνευματικό» κόσμο τοῦ τόπου μας, καθηγητές, καλλιτέχνες, ἠθοποιούς, δημοσιογράφους, στρατιωτικούς, καί δημοσίους λειτουργούς, οἱ ὁποῖοι νά λειτουργήσουν στήν συνέχεια ὡς πολλαπλασιαστές, μέσα ἀπό τήν δυνατότητα πού τούς δίδεται ἀπό τήν θέση τους καί τήν ἐπαφή τους μέ τό εὐρύ κοινό, καί μάλιστα τούς νέους, ὥστε νά προβάλουν τήν «ἰδεολογία» τοῦ «νεοπαγανισμοῦ» καί γενικώτερα τῆς «Νέας Ἐποχῆς». Καί ἄν κάποιος τολμήσει νά μιλήσει γιά τόν πραγματικό χαρακτήρα τοῦ νεοφανοῦς αὐτοῦ ρεύματος καί νά ξεκαθαρίσει τά πράγματα, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ καύχηση γιά τό ἔνδοξο πράγματι ἀρχαιοελληνικό παρελθόν μας καί ἄλλο ἡ ἐπιστροφή σέ παρωχημένα πρωτόγονα εἰδωλολατρικά «πιστεύματα», σέ «θεούς» ἀνύπαρκτους καί γεμάτους λάθη καί πάθη, τότε ἐπιστρατεύεται ἡ λοιδωρία: «Εἶσαι ἀνθέλληνας καί Ἰουδαιοχριστιανός».

Ἐνώπιον αὐτῆς τῆς νέας προκλήσεως ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας εἶναι ἀνάγκη νά ἀναπτύξει ὅλους τούς ποιμαντικούς μηχανισμούς της γιά τήν ὀρθή ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος.

Καί σ᾿ αὐτή τήν πορεία χρειάζεται πρωτίστως βαθειά μελέτη καί γνώση τῶν τρόπων, τῶν ἐπιχειρημάτων, τῶν μεθοδεύσεων πού χρησιμοποιοῦν οἱ διάφοροι ἐκπρόσωποι τῶν κινημάτων αὐτῶν, ἔργον καθόλου εὔκολο, ὥστε νά χαραχθῆ, χωρίς φανατισμό ἀλλά μέ ἀντικειμενικότητα, ἡ ὀρθή ποιμαντική στρατηγική, ἀνάλογη τοῦ χαρακτῆρα καί τοῦ μεγέθους τοῦ προβλήματος, ἀποφεύγοντας τίς παγίδες τῆς «νεοπαγανιστικῆς» πλάνης καί ὑπερπηδώντας τίς δυσκολίες πού προκύπτουν ἀπό τά νέα συνταγματικά καί νομικά δεδομένα.

Στήν ποιμαντική αὐτή προσπάθεια θά εἶναι ἰδιαιτέρως πολύτιμα τά συγγράμματα τῶν ἐκκλησιαστικῶν πατέρων τῶν πρώτων αἰώνων καί εἰδικῶς τῶν ἀπολογητῶν, ἐφ᾿ ὅσον βεβαίως ἡ σκέψη τους καί οἱ θέσεις τους προσαρμοσθοῦν στά νέα δεδομένα καί τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά τοῦ σύγχρονου «παγανισμοῦ», ὅπως αὐτά προσπαθήσαμε νά καταγράψουμε.

Κι ἔπειτα εἶναι ἀνάγκη νά συμβάλουν μέ τήν ἐπιστημονική γνώση τους εἰδικοί μελετητές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας, τῆς ἑρμηνείας καί τῆς ἱστορίας τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης, τῆς θρησκειολογίας κ.ἄ.[62].

 

9. Κατακλεῖδα

Ὁ «σπερματικός λόγος» τοῦ Θεοῦ μέ σαφήνεια διεμήνυσε στόν τιμώμενο ἰδιαιτέρως ἀπό τούς Ἕλληνες «δωδεκαθεϊστές» Ἰουλιανό τόν παραβάτη, διά τοῦ μαντείου τῶν Δελφῶν: «Χαμαί πεσέ Δαίδαλος αὐλά. Οὐκέτι Φοῖβος ἔχει καλύβαν, οὐ μάντιδα δάφνην, οὐ παγάν λαλέουσαν. Ἀπέσβετο καί λάλον ὕδωρ».

Οἱ Μεγάλοι Ἕλληνες σοφοί Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης κ.ἄ., ὑπέδειξαν τόν Ἕνα Θεό καί εἰσῆλθαν στόν μονόδρομο τῆς Μονοθεΐας.

Ἡ προσπάθεια λοιπόν τῶν Ἑλλήνων ἐθνικῶν γιά τήν ἐπιστροφή στήν παλιά ἐκείνη πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας πρέπει νά ἐκληφθεῖ ὡς ὀπισθοχώρηση σέ πρωτόγονες μορφές πολυθεΐας καί πνευματικῆς ἄγνοιας. Γιά νά χρησιμοποιήσω, ἀνάλογα προσαρμοσμένους, τούς λόγους τοῦ Ἀπ. Πέτρου: «Εἰς αὐτούς ἐφαρμόζεται ἡ ἀληθινή παροιμία: «Σκύλος πού ἐπέστρεψε εἰς τό δικό του ξέρασμα» καί «χοῖρος, (πού) μετά τό λούσιμο, κυλίεται πάλιν στό βοῦρκο» (Β΄ Πέτρ. β΄ 20-22).

Ἀσφαλῶς ἐμεῖς οἱ νεοέλληνες, Χριστιανοί Ὀρθόδοξοι, ὅσο κι ἄν εἴμαστε ὑπερήφανοι γιά τό ἔνδοξο καί λαμπρό ἀρχαιοελληνικό παρελθόν μας, δέν μποροῦμε νά ἐπιστρέψουμε στήν σκοτεινή ἐκείνη περίοδο τῆς εἰδωλολατρίας, τήν ὁποία οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πρόγονοί μας ἀπέρριψαν. Πᾶσα περαιτέρω προσπάθεια γιά ἀναβίωση τῆς λατρείας τῶν εἰδώλων πρέπει νά ἑρμηνευθεῖ μόνον ὡς αὐτονόμηση τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τόν Ἀληθινό Θεό καί πᾶσα προσφορά λατρείας στά εἴδωλα ὡς πράξη δαιμονική, καθόσον «ἅ θύει τά ἔθνη, δαιμονίοις θύει καί οὐ Θεῷ» (Α΄ Κορ. ι΄ 20).

 


 

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1]. Γιά τήν σφοδρή πολεμική κατά τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἐκτός τῶν ἄλλων, παραπέμπομε εἰδικά σέ σειρά ἄρθρων τοῦ περιοδ. «Δαυλός», τά ὁποῖα, κατά περίπτωση, θά χρησιμοποιήσουμε στήν παροῦσα ἐργασία, καθώς καί στά βιβλία τοῦ Μ. Βερέττα, «Ἡ Βίβλος καί οἱ Ἕλληνες, Οἱ διαδρομές τοῦ Βιβλικοῦ μισελληνισμοῦ», καί Μ. Καλόπουλου, «Βιβλική Θρησκεία, τό Μεγάλο Ψέμα – Στή σκιά τοῦ γίγαντα Ἑλληνισμοῦ». Περισσότερα βλ. στό Δ΄ κεφάλαιο, ἑνότητα Δ.6. τῆς παρούσας ἐργασίας.

[2]. Γιά τό ἴδιο θέμα βλ. π. Γ. Μεταλληνοῦ, «Παγανιστικός Ἑλληνισμός ἤ Ἑλληνορθοδοξία;», μν. ἔργ. σσ. 30-31 καί εἰδικώτερα τό κεφάλαιο: Ἡ ἀνθελληνική καί ἀντορθόδοξη νεοειδωλολατρία καί τό χρέος τῶν Ὀρθοδόξων ἀπέναντί της, σσ. 123 ἑξ.

[3]. Διί, τ. 13, σ. 30.

[4]. «Δαυλός», τ. 137, σσ. 7940-41.

[5]. Στ. Ἐλμάζη, Σέ ἀναζήτηση ταυτότητας, περιοδ. «Ἀνιχνεύσεις», τ. 20, ἔνθετο «Ἔρχονται οἱ Ἕλληνες;», σ. 2.

[6]. Ἐπιστολή Υ.Σ.Ε.Ε. πρός τήν «Συνοδική Ὑποεπιτροπή Ὀλυμπιακῶν Ἀγώνων», δημοσιευθεῖσα στό Διί, τ. 30, σ. 13.

[7]. Ἐφημ. «Μεγαρικός Τῦπος», 17.9.95.

[8]. Ἐφημ. «Ἔθνος», 30.4.87.

[9]. Ἀπάντηση σέ ἐπιστολή, Διί, τ. 4, σ. 6.

[10]. Ἰφικράτη, Ὁ Ἱερός Πόλεμος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ΕΘ, φ. 5, σ. 1.

[11]. Διί, ἱστοσελίδα, διαφήμιση μπλούζας γιά τούς «Διϊπετεῖς», μέ τήν «στάμπα» «Ἀπό τόν ἀσήμαντο ξυλουργό προτιμοῦμε τόν ἀνίκητο ἥλιο».

[12]. Ἰφικράτη, Προτρεπτικός πρός ἀγνοῦντας τούς Θεούς, ἱστοσελίδα τῆς ΕΘ.

[13]. Τό ποτῆρι ἔχει ξεχειλίσει πρό πολλοῦ μέ τούς ναζωραίους κατακτητές, ἱστοσελίδα ΕΘ.

[14]. Ἰφικράτης, Ἄκου ναζωραῖε, ἱστοσελίδα ΕΘ.

[15]. Δ, τ. 273, ἐξώφυλλο καί ἄρθρο μέ τόν ἴδιο τίτλο τοῦ Ἴων. Δημόφιλου, σ. 17909. Βλ. καί Γ. Γρηγορομιχελάκη, «Ἰησοῦς, κήρυκας ἀγάπης ἤ μίσους;», ΑΦ, τ. 51, σ. 28.

[16]. ΕΘ, φ. 4, σ. 8. Οἱ ἐκφράσεις αὐτές εἶναι ἕνα ἐλάχιστο ἐπιλεγμένο δεῖγμα ἐκείνων πού συναντᾶμε στά ἐν λόγῳ κείμενα. Ὑπάρχουν καί ἄλλες πολύ βαρύτερες, τίς ὀποῖες, ἀπό εὐλάβεια πρός τό Πανάγιον Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καί σεβασμό πρός τόν ἀναγνώση, δέν θελήσαμε νά μεταφέρουμε ἐδῶ.

[17]. Βλ. ἐνδεικτικά, Ἡ (παρα)φύση τοῦ Ἰησοῦ, Διί, τ. 34, σ. 38. τ. 37, σ. 35. Πανδίωνα. Ἡ Σπείρα, Διί, τ. 34, σ. 38. «Ἑλληνική κωμωδία», ἱστοσελίδα παραρτήματος Υ.Σ.Ε.Ε. Αὐστραλίας, κ.ἄ.

[18]. Ἰφικράτη, Ἄλλη μία προσβολή τοῦ Ἱεροῦ Συμβόλου τῆς Γονιμότητος ἀπό τήν συμμορία τῶν ναζωραίων, ἱστοσελίδα ΕΘ, (ὑπογράμμιση δική μας).

[19]. Ἴων. Ἀθηναίου, Ἑλληνοχριστιανική σύγκλιση ἤ σύγκρουση;, ΑΦ, τ. 15, σ.13.

[20]. Βλ. Ρασσιᾶ, Πόσο Ἕλληνες εἴμαστε;, Διί, τ. 29, σ. 15.

[21]. Τοῦ ἰδίου, Ψέματα καί ἀνορθολογισμός, ΤΜ, τ. 88, σ. 58.

[22]. Β. Ἐμμανουηλίδη, «Ἀποκάλυψη»: προφητεία ἤ «ὁδηγίες» γιά δράση;, Δ, τ. 260-261, 17054.

[23]. Ἀλκ. Μπεναρδῆ, Ὁ σφαγμένος Ἑλληνισμός, Α΄, ἐφημ. «Μεγαρικός Τῦπος», 17.9.1995, σ. 4.

[24]. Τοῦ ἰδίου, Β΄, στήν ἴδια ἐφημερίδα 24.9.1999.

[25]. Τοῦ ἰδίου, Γ΄, στήν ἴδια ἐφημερίδα, 8.10.1995.

[26]. Ἰφικράτη, Ὁ Ἱερός Πόλεμος τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ΕΘ, φ. 5, σ. 1.

[27]. Ἡ ἐκπαίδευση καί ὁ κεκλιμένος πύργος τοῦ Χριστιανισμοῦ, σημείωμα Β. Μισύρη, Ὁ κεκλιμένος πύργος καί ὁ Χριστόδουλος, Ιχ., τ. 61, σ. 80, καί Ἀλκ. Μπεναρδῆ, ἔνθ. ἀνωτ., σ. 4.

[28]. Κ. Σταυροπούλου-Τίμαιου, Μιά πρώτη ἀπάντηση στήν Συνδιάσκεψη τῶν Ἐντεταλμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, μν. ἔργ., Διί, τ. 33, σ. 13.

[29]. Ἐπιστολή «ἱερέως τῆς θεᾶς Δήμητρος» πρός τόν Σεβ. Μητροπολίτη Ἡλείας κ. Γερμανό, 20 Τρυγητοῦ 1992, μ.Α.Τ. πρβλ. καί Διί, τ. 13, σ. 15.

[30]. Ἰφικράτη, Ὁ ἐπιθανάτιος ρόγχος τῶν αἱρετικῶν τῆς Δανίας οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀναγνώριση ἀπό τούς φονιάδες τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς ἀνθρωπότητος, ἱστοσελίδα τῆς ΕΘ.

[31]. Δέξιππου, Μισελληνικό παραλήρημα ἀπό τήν ναζωραία δημοσιογράφο Η. Μιχαλολιάκου στό extrachannel 3, ἱστοσελίδα ΕΘ.

[32]. Αὐλός Πανός, Διί, τ. 37, σ. 5. Τῶν ρασοφόρων ὁ ἑσμός, Διί, τ. 56, σ. 2.

[33]. Ἐφημ. ΕΘ, φ. 3, σ. 8.

[34]. Αὐλός Πανός, Διί, τ. 29, σ. 25.

[35]. Ὁμοίως, Διί, τ. 32, σ. 11.

[36]. Σπ. Κούρκουλου, Χάσμα ἤ διχασμός θρησκειῶν; ΑΦ, τ. 44, σ. 22.

[37]. Ἰφικράτη, Ἄκου ναζωραῖε, ἱστοσελίδα ΕΘ.

[38]. Αὐτόθι.

[39]. Μ. Καλόπουλου, Θρησκεῖες: οἱ διαχρονικοί γίγαντες τῆς δεισιδαιμονίας, στό ΑΕΘ, μν. ἔργ., σ. 116, 117. Βλ. καί Π. Μαρίνη, Ἡ Ἑλληνική Γραμμή «ἐνάντια στήν ἠθική παρακμή», (ἐπίθεση κατά τοῦ Μοναχισμοῦ γενικῶς), ΑΦ, τ. 4, σ. 28.

[40]. Ἐκάς οἱ βέβηλοι, Ἐκάς οἱ χριστιανοί, ἱστοσελίδα ΕΘ.

[41]. Β. Πελασγοῦ Γούσιου, Περισκόπιο, Διί, τ. 13. σ. 15.

[42]. Ἰφικράτη, Ἄλλη μία προσβολή τοῦ Ἱεροῦ Συμβόλου τῆς Γονιμότητος ἀπό τήν συμμορία τῶν ναζωραίων, ἔνθ. ἀνωτ.

[43]. Τοῦ Ὑπερίωνα, Οἱ ἰδεολογικές διαφορές μεταξύ Υ.Σ.Ε.Ε. καί ὑπολοίπων ὁμάδων, ἱστοσελίδα Υ.Σ.Ε.Ε., Θέματα.

[44]. Τοῦ ἰδίου, Τό κατηγορῶ τοῦ λαοῦ, ἱστοσελία ΕΘ.

[45]. Ἱστοσελίδα Υ.Σ.Ε.Ε., Δελτία Τύπου, Ἀνακοίνωση 145/17.6. «2003».

[46]. Αὐλός Πανός, Διί, τ. 36, σ. 6.

[47]. Βλ. Ρασσιᾶ, στό ἄρθρο: Οἱ ἀρχαιολάτρες πολιτεύονται, «Ἰός τῆς Κυριακῆς», ἐφημ. «Κυρ. Ἐλευθεροτυπία», 7.2.1999. Πρβλ. καί Διί, τ. 4, σ. 27. τ. 6, σ. 29. τ. 13, σ. 32. τ. 32, σ. 11. ΕΘ, φ. 4, σ. 1, 8. Γιά ὅλους αὐτούς τούς ὑβριστικούς χαρακτηρισμούς βλ. καί τήν σειρά τῶν ἄρθρων μας «Ἡ ἀρχαιολατρία ὡς ἀτραπός τῆς “Νέας Ἐποχῆς”», στό περιοδ. «Διάλογος», τ. 13 ἕως καί 19, καί εἰδικῶς τ. 16, σ. 10 ἑξ. (1999).

[48]. Ἀστερίας, Ἐκάς οἱ βέβηλοι, Ἐκάς οἱ χριστιανοί, ἱστοσελίδα τῆς ΕΘ, (ὑπογράμμιση δική μας).

[49]. Αὐλός Πανός, Διί, τ. 30, σ. 11. Γιά «καθαρμούς ἱερῶν τόπων» τῶν «ἀρχαιοθρήσκων», βλ. καί ἱστοσ. «Ἑλλήνων Ἱερατεῖον», Αἱ πρῶται Ἐντολαί καί Ὁδηγίαι πρός τούς Ἕλληνας Θρησκευτάς, Ἐντολή 3η.

[50]. Ἰφικράτη, Προτρεπτικός πρός ἀγνοῦντας τούς Θεούς, ἔνθ. ἀνωτ., (ὑπογράμμιση δική μας).

[51]. Αὐτόθι.

[52]. Σέ ἔντυπο πού ἐκφράζει μιά ἰδιαιτέρως σκληρή καί ἐχθρική γραμμή κατά τοῦ Χριστιανισμοῦ καί τοῦ Βυζαντίου, καταγράφεται ἡ πληροφορία ὅτι «Ἕλληνες πατριῶτες ἔκαψαν βυζαντινές σημαῖες σέ χωριό τῆς Θράκης», ἐφημ. ΕΘ, φ. 3, σ. 8. Ἐπίσης στήν ἱστοσελίδα τοῦ ἴδιου ρεύματος, ὑπό τόν τίτλο: «Φωτιά καί τσεκούρι στούς νεοβυζαντινούς γραικύλους», διακηρύσσεται ὅτι «Οἱ Ἕλληνες ἀπανταχοῦ στήν οἰκουμένη τήν 29η Μαΐου ἑορτάζουν μέ ἀγαλλίαση τήν πτώση τῆς καταραμένης καί θεομίσητης βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας... Ζήτω ἡ πτώση τῆς Νέας Ρώμης!» (ὑπογραμμίσεις δικές μας).

[53]. Ὁ χαρακτηρισμός προέρχεται ἀπό τό βιβλίο τοῦ π. Γ. Μεταλληνοῦ, «Παγανιστικός Ἑλληνισμός ἤ Ἑλληνορθοδοξία;», σ. 92. Βλ. καί διαπιστώσεις τῆς «ΙΑ΄ Πανορθοδόξου Συνδιασκέψεως Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ἱερῶν Μητροπόλεων γιά θέμετα αἱρέσων καί παραθρησκείας» (1999), στήν ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ecclesia.gr, Ἐπιτροπαί, Συνοδική Ἐπιτροπή ἐπί τῶν Αἱρέσεων, Δραστηριότητα. Καταχωροῦμε ἐδῶ ἕνα ἐλάχιστο μόνον δεῖγμα τίτλων τέτοιων κειμένων: Π. Τσινᾶ, Ἡ Βυζαντινή ἡγεσία διέταξε τόν Ἀλάριχο νά ἐξαφανίση τούςἝλληνες τῆς Ν. Ἑλλάδος, Δ, τ. 188-189, σ. 11637. Ἀθ. Κουκοβίτσα, Ἡ ἀληθινή ἰδεολογία τοῦ Βυζαντίου, Δ, τ. 202, σ. 12615. Τοῦ Ἰδίου, Ὁ ἀνθελληνισμός στό Βυζάντιο καί τό «σχίσμα» μέ τή Ρώμη, Δ, τ. 209, σ. 13123. Τοῦ ἰδίου, Τό ψυχορράγημα τοῦ Βυζαντίου, Δ, τ. 209, σ. 13143. Μ. Πλωρίτη, συνέντευξη, Δ, τ. 214, σ. 13471. Μ. Καλόπουλου, συνέντευξη, Δ, τ. 233, σ. 14981. Στ. Μυτιληναίου, Ἡ σφαγή τῶν Ἑλλήνων ἀπό τόν Ἰουστινιανό, Δ, τ. 247, σ. 16027. Κ. Ρωμανοῦ, Ἑλληνιστικό Ἰσλάμ. Τοῦ ἰδίου, συνέντευξη, Δ, τ. 254, σ. 16563. Ἐξώφυλλο τοῦ «Δαυλοῦ», τ. 293: «Βυζάντιο: Ἡ ἰδεολογική ταυτότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ» καί ἀφιέρωμα τοῦ ἰδίου τεύχους μέ ἐννέα ἄρθρα, σσ. 19966-20010. Στ. Μιχόπουλου, Βυζάντιο, αὐτοκράτορες, κλῆρος καί Ἑλληνισμός. Π. Μαρίνη, Νόμος καί ὑπηκοότης εἰς τό Ἀνατολικόν Ρωμαϊκόν κράτος, ΕΠ, τ. 2, σ. 84. Τοῦ ἰδίου, Βυζάντιον καί Ἑλληνισμός, σκιαγραφία τοῦ μεγάλου δράματος, ΕΠ, τ. 20, σ. 47. Ἐπί βασιλείας Θεοδοσίου, τοῦ θεοσεβοῦς ἡμῶν αὐτοκράτορος, Διί, τ. 7, σ. 20 (δική μας ἀρίθμηση). Βλ. Ρασσιᾶ, Ἑλληνικό καί Βυζαντινό ἔθος, Διί, τ. 28, σ. 11. Ὁ ἴδιος, σέ Συμπόσιο στήν Ἀθήνα – ἐξερχόμενος τῶν ὁρίων κάθε δεοντολογίας –  ἐχαρακτήρισε τούς Βυζαντινούς ὡς «χριστιανοβυζαντινά κοράκια», (Συμπόσιο μέ θέμα: «Ἡ Ἀρχαιοελληνική Παράδοση στήν Τρίτη Χιλιετία», Ἀθήνα (23-24.1.1999), «Ἰός τῆς Κυριακῆς», 7.2.1999, σ. V). Β. Μισύρη, Ἕλληνες καί Βυζαντινοί. Ἦταν Ἕλληνικό τό Βυζάντιο; Ιχ, τ. 66, σ. 27, Γ. Δραγώνα, Συνέντευξη γιά τά Ἑλληνικά Θέματα (ἐφ᾿ ὅλης τῆς ὕλης), ΑΕ, τ. 31, σ. 38, κ.π.ἄ. Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὑπάρχουν καί ἀρκετά κείμενα πού καταδικάζουν αὐτόν τόν «ἀντιβυζαντινισμό», ἀπό τά ὁποῖα ἀναφέρομε ἐδῶ, δειγματολειπτικῶς, μερικά μόνον, πολύ χαρακτηριστικά: Χρ. Σαρτζετάκη, Οἱ φιλλέληνες Ρωμαῖοι καί οἱ Ἕλληνες Βυζαντινοί..., Δ, τ. 256, σ. 16659. Γ. Γεωργαλᾶ, Ἀντιβυζαντινισμοῦ ἀνατομία, ΕΑ, τ. 22/75, σ. 55. Π. Πέρου, Ὁ Ἑλληνισμός στό Βυζάντιο, ΑΕ, τ. 12, σ. 26. Ἰ. Χαραλαμπόπουλου, Βυζάντιο καί Ἑλληνικότητα, ΑΦ, τ. 7, σ. 23. Ε. Μπεξῆ, εἰσήγηση στό συνέδριο «Ἑλληνισμός - Χριστιανισμός στό Βυζάντιο, τό Βυζάντιο ὠφέλησε ἤ ἔβλαψε τόν Ἑλληνισμό», 1998, σ. 76. Βλ. καί Ἀγνῆς Βασιλικοπούλου, Ἡ κλασσική παιδεία στό Βυζάντιο, στό π. Γ. Μεταλληνοῦ, ἔνθ. ἀνωτ., ( ἀποσπάσματα), σσ. 236 ἑξ.

[54]. Γέροντος Μωϋσῆ Ἁγιορείτη, Ψυχολογική ἑρμηνεία τοῦ φαινομένου τῆς Νεοειδωλολατρίας, στό: «Φαινόμενα Νεοειδωλολατρίας, Δωδεκαθεϊσμός, Ὑποτίμηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, Ὀλυμπιακοί Ἀγῶνες, (Πρακτικά Ἐπιστημονικοῦ Συνεδρίου, Θεσσαλονίκη 25-27 Μαΐου 2003), σ. 310.

[55]. Ἀ. Ἀσκαρίδου, μν. ἔργ. σ. 3.

[56]. Βλ. ἄρθρο μας, «Ἡ ἀρχαιολατρία ὡς “ἀτραπός” τῆς “Νέας Ἐποχῆς”», περιοδ. «Διάλογος», τ. 13, σ. 4, καί εἰσήγησή μας στήν «ΙΓ΄ Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη Ἐντεταλμένων Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καί Ἱ. Μητροπόλεων γιά θέματα αἱρέσεων καί παραθρησκείας» (Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ρῶσος, 31.10.2001), μέ τίτλο: «Φύση καί χαρακτήρας τῶν νεοφανῶν ἀρχαιολατρικῶν κινημάτων». Καί, Ἀποστολικῆς Διακονίας, «Νεοπαγανισμός, ἡ ἀπειλή ἀπό τό παρελθόν», σ. 28.

[57]. Ἐγκυκλοπαιδεία «Ὑδρία», λεῖμμα Πλάτων, τόμ. 44, σ. 97.

[58]. Βλ. «Νεώτερον Ἐγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ἡλίου», τόμ. 7, «Ἑλλάς», σ. 1151.

[59]. Δ. Τσινικόπουλου, Ἑλληνισμός καί Ἑβραϊσμός: Οἱ διαφορές δύο κόσμων, ΤΜ, τ. 38, σ. 8.

[60]. Βλ. π. Κυρ. Τσουροῦ, Ποιοί κατέστρεψαν τούς ἀρχαίους ναούς;, Α΄ καί Β΄, στό περιοδ. «Διάλογος», τ. 52, σ. 2 καί 53, σ. 1.

[61]. Οὐρ. Τουτουντζῆ, ἔνθ. ἄνωτ. σ. 246.

[62]. Περί τοῦ φαινομένου τοῦ σύγχρονου Παγανισμοῦ γενικῶς, βλ. ἐκτενῆ βιβλιογραφία καί πρωτογενές ὑλικό στό βιβλίο μας: «Ὁ Νεοπαγανισμός τῆς “Νέας Ἐποχῆς”», ἔκδ. ΠΕΓ, Ἀθήνα, 2008, σελίδες 696.

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολις Κηφισίας)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας