Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

 

τοῦ Ἰωάννου Μ. Φουντούλη

 

Μέ ἁδρές γραμμές ὁ ἱερός Εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του καί στήν ἀρχή τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τήν τελευταία ἐμφάνιση τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στούς μαθητές Του. Ὅπως στά δύο αὐτά βιβλία τοῦ ἱεροῦ Λουκᾶ, ἔτσι ἡ ἀνάληψη τοῦ Κυρίου κατακλείει τήν ἱστορία τοῦ ἐπί γῆς βίου τοῦ Χριστοῦ καί ἀνοίγει τήν ἱστορία τῶν μαθητῶν τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μέ ἄλλα λόγια ὁ συνδετικός κρίκος, ἡ μετάβαση ἀπό τήν μία φάση τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ στήν ἄλλη. Τό κλείσιμο τῆς πρώτης σκηνῆς καί τό ἄνοιγμα τῆς δευτέρας. Ἀκριβῶς δέ τήν τεσσαρακοστή ἀπό τήν ἀνάσταση ἥμερα, ἀφοῦ ὑμνήσαμε καί δοξολογήσαμε μαζί μέ τούς μαθητᾶς τήν δόξα τοῦ ἀναστάντος, ἀφοῦ ζήσαμε ἐπί 40 ἡμέρες στήν χαρούμενη ἀτμόσφαιρα τῆς παρουσίας Του, θά κληθοῦμε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά παραστοῦμε νοητά στό ὅρος τῶν Ἐλαίων γιά νά ἀποχαιρετίσωμε τόν ἀπερχόμενο Σωτήρα.

Δέν ξέρω ἄν ὅλοι μας βρεθήκαμε ποτέ σέ ὥρα λατρείας κατά τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως ἤ καί σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργική σύναξη μέσα στόν ὑπέρλαμπρο ναό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, τήν Ἁγία Σοφία. Τόν μεγάλο τροῦλλο της κοσμεῖ ἕνα θαυμαστό μωσαϊκό τοῦ Θ΄ αἰῶνος. Στό κέντρο μέσα σέ φωτεινή δόξα κάθεται ὁ Χριστός ὑποβασταζόμενος ἀπό δύο ἀγγέλους. Γύρω-γύρω μέσα σέ ἕνα καταπληκτικό γιά τήν μεγαλοπρέπειά του τοπίο οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι μέ τήν Θεοτόκο στήν μέση βλέπουν μέ θάμβος πρός τόν οὐρανό. Καί δύο λευκοφόροι ἄγγελοι τούς ἀπευθύνουν τούς λόγους τῶν Πράξεων: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἐστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν»; Νομίζεις πώς καί ὅλοι οἱ πιστοί κάτω ἀπό τόν μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζί μέ τούς Ἀποστόλους καί ἀπολαμβάνουν τό ὑπερφυές θέαμα. Τόν Χριστό ἀναλαμβανόμενο, ἀλλά καί διαρκῶς μή χωριζόμενο. Διαρκῶς βλέποντα ἀπό τό βάθος τοῦ οὐρανοῦ μέσα στήν ἀστραφτερή ὁλόχρυση δόξα Του καί ἀδιάκοπα ἐπαίροντα τά χέρια Του καί εὐλογοῦντα τούς Ἀποστόλους, τήν Ἐκκλησία Του. Καί στήν στάση, στήν ἔκφραση, στίς κινήσεις τῶν Ἀποστόλων τοῦ ψηφιδωτοῦ διακρίνει κανείς ὅλα τά ἀνάμικτα αἰσθήματα πού ἔνοιωσαν ἐκεῖνοι κατά τή μεγάλη ἐκείνη στιγμή, ἀλλά καί ὅλα τα αἰσθήματα πού πλημμυρίζουν τίς καρδιές τῶν πιστῶν πού βλέπουν τή δόξα τοῦ ἀναλαμβανομένου. Γιατί ἀκριβῶς ἡ Ἀνάληψη εἶναι τό γεγονός – καί ἡ ἑορτή – τῶν μεγάλων συναισθημάτων, τῆς ποικιλίας τῶν ἀντιθέσεων. Ἔτσι ἀκριβῶς τήν βλέπει καί ἡ Ἐκκλησία στήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς.

Καί πρῶτα κυριαρχεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς, τῆς δόξης, τοῦ θριάμβου. Ὁ Κύριος τελειώνει τό ἔργο τῆς οἰκονομίας. Ὑψώνεται σάν νικητής καί θριαμβευτής ἐπάνω ἀπό τή γῆ πού ἔσωσε, ὁ Πατήρ τόν ὑποδέχεται, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι δοξολογοῦν τόν νικητή, τόν θριαμβευτή, τόν Σωτήρα. Τόν τόνο αὐτόν τῆς χαρᾶς γιά τήν ἔνδοξο Ἀνάληψη ἐκφράζει τό πρῶτο τροπάριο τῆς ἑορτῆς, τό πρῶτο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ πλ. β΄ ἤχου: «Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἴνα πέμψη τόν Παράκλητον τῷ κόσμῳ. Οἱ οὐρανοί ἠτοίμασαν τόν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τήν ἐπίβασιν αὐτοῦ. Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὀρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν. Ὁ Πατήρ ἐκδέχεται, ὅν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον. Τό Πνεῦμα τό ἅγιον κελεύει πάσι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ἠμῶν. Πάντα τα ἔθνη, κροτήσατε χείρας· ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἥν τό πρότερον».

Ἡ χαρά ὅμως αὐτή δέν εἶναι μόνο χαρά γιά τή δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί χαρά γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρῶπου. Γιατί ὁ Κύριος ἀνεβαίνοντας στούς οὐρανούς ἀνεβαίνει μαζί μέ τό σῶμα Του τό ἀνθρώπινο, μέ τήν θεωθεῖσα σάρκα. Αὐτήν ἀνεβάζει στόν οὐρανό καί συγκαθίζει στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Καί ἔτσι γίνεται πρωτοπόρος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στή δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως μέ τήν Ἀνάστασή Του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Στούς ὤμους Του πῆρε τήν πλανηθεῖσα ἀνθρωπίνη φύση καί ἀναληφθεῖς τήν ἐθέωσε καί «τῷ Θεῷ καί Πατρί προσήγαγε». Τό θρίαμβο αὐτό τοῦ ἀνθρώπου ψάλλει τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ του πλ. β΄ ἤχου: «Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος, τοῦ ἀνυψῶσαι τήν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ καί ἀποστεῖλαι Πνεῦμα Παράκλητον, τοῦ ἁγιᾶσαι τάς ψυχᾶς ἠμῶν».

Ἡ χαρά ὅμως γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ ἀναμειγνύεται μέ τήν λύπη γιά τόν χωρισμό. Καί τόν θρῆνο αὐτόν τῶν μαθητῶν παραστατικά ζωγραφεῖ τό τέταρτο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β΄ ἤχου: «Κύριε, οἱ ἀπόστολοι ὡς εἶδον σέ ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον, ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ, κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον: Δέσποτα, μή ἐάσης ἠμᾶς ὀρφανούς, οὖς δί᾽ οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου, ὡς εὔσπλαγχνος· ἀλλ᾽ ἀπόστειλον, ὡς ὑπέσχου ἠμίν, τό πανάγιόν σου Πνεῦμα, φωταγωγοῦν τάς ψυχᾶς ἠμῶν».

Χαρά, λύπη, ἀλλά καί ἐλπίδα. Ἐλπίδα ὅτι ὁ Κύριος δέν θά ἀφήσει ὀρφανούς τούς Ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία. Θά στείλει τό Πνεῦμα πού ὑποσχέθηκε, τόν Παράκλητο, γιά νά μένει μαζί τους καί μαζί μας, κατά τήν ἐπαγγελία Του, μέχρι τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος. Ὅτι τήν ἔνδοξο Ἀνάληψη θά ἀκολουθήσει ἡ δυναμική παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ὅπως ψάλλει τό πρῶτο τροπάριο τῆς λιτῆς τοῦ α΄ ἤχου: «Ἀνελθῶν εἰς οὐρανούς, ὅθεν καί κατῆλθες, μή ἐάσης ἠμᾶς ὀρφανούς, Κύριε· ἐλθέτω σου τό Πνεῦμα, φέρον εἰρήνην τῷ κόσμῳ. Δεῖξον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ἔργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».

Εἶναι ἕνα μυστήριο ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως. Μυστήριο, πού τό ζεῖ ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα πού τελοῦμε τήν ἀνάμνησή του, ἀλλά καθημερινά, σέ κάθε στιγμή τῆς ὑπάρξεώς της. Πού τό ζεῖ καί κάθε πιστός στίς ὧρες πού στρέφει τά μάτια του στόν οὐρανό ἀναζητώντας τό Σωτήρα του. Τόν βλέπει ἀνερχόμενον εἰς τόν οὐρανόν, καθήμενον ἐκ δεξιῶν του Πατρός στή δόξα τῆς Θεότητος, ὅπως τόν εἶδε ὁ πρωτομάρτυρας Στέφανος. Αἰσθάνεται τά χέρια Του σηκωμένα νά τόν εὐλογοῦν καί τούς λόγους Του νά τόν καθησυχάζουν. Τόν ἀκούει νά τοῦ μιλᾶ γιά τήν παράκληση, γιά τήν παρηγορία τοῦ Παρακλήτου καί γιά τήν ἐξ ὕψους βοήθεια καί νά τόν βεβαιώνει, ὅτι πάντοτε εἶναι καί θά εἶναι μαζί του μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Παίρνει δύναμη καί θάρρος αἰσθανόμενος τή διαρκῆ παρουσία Του, τή θαλπωρή τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἀποδύεται στόν ἀγώνα τῆς ζωῆς, πατώντας στήν γῆ, ἀλλά ζητώντας τά ἄνω, φρονώντας τά ἄνω, ἔχοντας τόν δείκτη τοῦ προσανατολισμοῦ του στραμμένο πρός τόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστός «ἔστι ἐν δεξιά τοῦ Θεοῦ καθήμενος», κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο. Εἶναι ἤδη πολίτης τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ ἡ κεφαλή του, ὁ Χριστός, βρίσκεται στούς οὐρανούς.

 


 

(Πηγή: Ἰωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσσαλονίκη, 1971, σ. 115)

(Ἠλεκτρονική πηγή: Ἱερός Ναός Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου Θηβῶν)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας