Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 15

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 14]

 

Κεφάλαιο 95

Περὶ νόμου Θεοῦ καὶ νόμου ἁμαρτίας
(Σχετικά με το νόμο του Θεού και το νόμο της αμαρτίας)

Ἀγαθὸν τὸ θεῖον καὶ ὑπεράγαθον, καὶ τὸ τούτου θέλημα· τοῦτο γὰρ ἀγαθόν, ὅπερ ὁ Θεὸς βούλεται. Νόμος δέ ἐστιν ἡ τοῦτο διδάσκουσα ἐντολή, ἵν᾿ ἐν αὐτῷ μένοντες ἐν φωτὶ ὦμεν. Ἧς ἐντολῆς ἡ παράβασις ἁμαρτία ἐστίν. Αὕτη δὲ διὰ τῆς τοῦ Διαβόλου προσβολῆς καὶ τῆς ἡμετέρας ἀβιάστου καὶ ἑκουσίου παραδοχῆς συνίσταται· λέγεται δὲ καὶ αὕτη νόμος.

Το θείο είναι αγαθό και υπεράγαθο, και το θέλημά του επίσης· διότι αγαθό είναι όποιο θέλει ο Θεός. Και η εντολή που το διδάσκει αποτελεί νόμο, ώστε, τηρώντας το θέλημά του, μένουμε μέσα στο φως. Και η παράβαση αυτής της εντολής είναι αμαρτία. Αυτή (η αμαρτία) συνίσταται από την επίθεση του Διαβόλου και από τη δική μας αβίαστη και θεληματική αποδοχή· και αυτή μάλιστα ονομάζεται νόμος.

Ἐπιβαίνων οὖν ὁ τοῦ Θεοῦ νόμος τῷ νῷ ἡμῶν ἐφέλκεται πρὸς ἑαυτὸν καὶ νύττει τὴν ἡμετέραν συνείδησιν. Λέγεται δὲ καὶ ἡ ἡμετέρα συνείδησις νόμος τοῦ νοὸς ἡμῶν. Καὶ ἡ προσβολὴ δὲ τοῦ πονηροῦ, τουτέστιν ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας, ἐπιβαίνων τοῖς μέλεσι τῆς σαρκὸς ἡμῶν δι᾿ αὐτῆς ἡμῖν προσβάλλει. Ἅπαξ γὰρ παραβάντες ἑκουσίως τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσβολὴν τοῦ πονηροῦ παραδεξάμενοι ἐδώκαμεν αὐτῇ εἴσοδον, πραθέντες ὑφ᾿ ἑαυτῶν τῇ ἁμαρτίᾳ. Ὅθεν ἑτοίμως ἄγεται τὸ σῶμα ἡμῶν πρὸς αὐτήν. Λέγεται οὖν καὶ ἡ ἐναποκειμένη τῷ σώματι ἡμῶν ὀσμὴ καὶ αἴσθησις τῆς ἁμαρτίας, ἤτοι ἐπιθυμία καὶ ἡδονὴ τοῦ σώματος, νόμος ἐν τοῖς μέλεσι τῆς σαρκὸς ἡμῶν.

Ο νόμος του Θεού, λοιπόν, κυριαρχώντας πάνω στο νου μας, τον ελκύει προς τον εαυτό του και παροτρύνει τη συνείδησή μας. Και η συνείδησή μας μάλιστα λέγεται νόμος του νου μας. Και η επίθεση του πονηρού πάλι, δηλαδή ο νόμος της αμαρτίας, κυριαρχεί πάνω στα μέλη της σάρκας μας και μέσω αυτής μας επιτίθεται. Διότι, αν παραβούμε μια φορά το νόμο του Θεού και συγκατατεθούμε στην επίθεση του πονηρού, ανοίξαμε τον δρόμο στην αμαρτία και της πουλήσαμε δούλο τον εαυτό μας. Γι᾿ αυτό, το σώμα μας με προθυμία οδηγείται προς αυτήν. Ακόμη η μυρουδιά και η αίσθηση της αμαρτίας που υπάρχει στο σώμα μας, δηλαδή η επιθυμία και η ηδονή του σώματος, ονομάζεται νόμος που υπάρχει στα μέλη της σάρκας μας.

Ὁ μὲν οὖν νόμος τοῦ νοός μου, ἤτοι ἡ συνείδησις, συνήδεται τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ, ἤτοι τῇ ἐντολῇ καὶ ταύτην θέλει. Ὁ δὲ νόμος τῆς ἁμαρτίας, ἤτοι ἡ προσβολὴ, διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐν τοῖς μέλεσιν, ἤτοι τῆς τοῦ σώματος ἐπιθυμίας καὶ ῥοπῆς καὶ κινήσεως καὶ τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς, ἀντιστρατεύεται τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου, τουτέστι τῇ συνειδήσει, καὶ αἰχμαλωτίζει με καὶ θέλοντα τὸν τοῦ Θεοῦ νόμον καὶ ἀγαπῶντα καὶ μὴ θέλοντα τὴν ἁμαρτίαν κατὰ ἀνάκρασιν διὰ τε τοῦ λείου τῆς ἡδονῆς καὶ τῆς τοῦ σώματος ἐπιθυμίας καὶ τοῦ ἀλόγου μέρους τῆς ψυχῆς, ὡς ἔφην, πλανᾷ καὶ πείθει δουλεῦσαι τῇ ἁμαρτίᾳ· ἀλλ᾿ «ὁ Θεὸς τὸ ἀδύνατον τοῦ νόμου, ἐν ᾧ ἠσθένει ὁ νόμος διὰ τῆς σαρκός, πέμψας τὸν Υἱὸν αὐτοῦ ἐν ὁμοιώματι σαρκὸς ἁμαρτίας» – σάρκα μὲν γὰρ ἀνέλαβεν, ἁμαρτίαν δὲ οὐδαμῶς – «κατέκρινε τὴν ἁμαρτίαν ἐν τῇ σαρκί, ἵνα τὸ δικαίωμα τοῦ νόμου πληρωθῇ ἐν τοῖς μὴ κατὰ σάρκα περιπατοῦσιν, ἀλλὰ κατὰ Πνεῦμα. Τὸ γὰρ Πνεῦμα συναντιλαμβάνεται τῇ ἀσθενείᾳ ἡμῶν» καὶ παρέχει δύναμιν τῷ νόμῳ τοῦ νοὸς ἡμῶν κατὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐν τοῖς μέλεσιν ἡμῶν. Τὸ γὰρ «τί προσευξώμεθα, καθὸ δεῖ, οὐκ οἴδαμεν, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ Πνεῦμα ἐντυγχάνει ὑπὲρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀλαλήτοις», τουτέστι διδάσκει ἡμᾶς, τί προσευξόμεθα. Ὥστε ἀδύνατον, εἰ μὴ δι᾿ ὑπομονῆς καὶ προσευχῆς, τὰς ἐντολὰς τοῦ Κυρίου κατεργάσασθαι.

Ο νόμος, λοιπόν, του νου, δηλαδή η συνείδηση, ευχαριστείται με το νόμο του Θεού, δηλαδή με την εντολή, και αυτήν θέλει. Ο νόμος όμως της αμαρτίας, δηλαδή η επίθεση (του διαβόλου), με το νόμο που κυριαρχεί στα μέλη (του σώματος), δηλαδή με την επιθυμία, τη ροπή και την κίνηση του σώματος και του αλόγου μέρους της ψυχής, πολεμά το νόμο του νου μου – εννοώ τη συνείδηση – και με αιχμαλωτίζει· και ενώ θέλω και αγαπώ το νόμο του Θεού και δεν θέλω την αμαρτία, σύμφωνα με την εξέταση, με τη γλυκύτητα της ηδονής και την επιθυμία του σώματος και του αλόγου μέρους της ψυχής, όπως είπα, με αποπλανά και με πείθει να διαπράξω την αμαρτία. «Ο Θεός, όμως, την αδυναμία του νόμου, επειδή ο νόμος εξαιτίας της σάρκας ήταν ασθενής, αποστέλλοντας τον Υιό του σε ομοίωμα της αμαρτωλής σάρκας» – πήρε δηλαδή τη σάρκα, όχι όμως την αμαρτία – «καταδίκασε την αμαρτία στη σάρκα, για να εκπληρωθεί η δίκαιη απαίτηση του νόμου σ᾿ αυτούς που δεν βαδίζουν σύμφωνα με τη σάρκα αλλά σύμφωνα με το Πνεύμα. Διότι το Πνεύμα μας βοηθάει στην αδυναμία μας» και δίνει τη δύναμη στο νόμο του νου μας να στραφεί εναντίον του νόμου των μελών της σάρκας μας. Διότι το χωρίο «δεν ξέρουμε τί να προσευχηθούμε όπως πρέπει, αλλά αυτό το Πνεύμα μεσιτεύει για χάρη μας με στεναγμούς αλάλητους» μας διδάσκει τί θα προσευχηθούμε. Επομένως είναι αδύνατο να εκτελέσουμε τις εντολές του Κυρίου, παρά μόνον με υπομονή και προσευχή.

 

Κεφάλαιο 96

Κατὰ Ἰουδαίων περὶ τοῦ Σαββάτου
(Εναντίον των Ιουδαίων, σχετικά με το Σάββατο)

Σάββατον ἡ ἑβδόμη ἡμέρα κέκληται, δηλοῖ δὲ τὴν κατάπαυσιν· ἐν αὐτῇ γὰρ «κατέπαυσεν ὁ Θεὸς ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ», ὥς φησιν ἡ Γραφή. Διὸ καὶ μέχρις ἑπτὰ ὁ τῶν ἡμερῶν ἀριθμὸς προβαίνων πάλιν ἀνακυκλοῦται καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἄρχεται. Οὗτος ὁ ἀριθμὸς τίμιος παρὰ Ἰουδαίοις τοῦ Θεοῦ προστάξαντος τιμᾶσθαι αὐτὸν – οὐχ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ καὶ μετὰ βαρυτάτων τῶν ἐπὶ τῇ παραβάσει ἐπιτιμίων. Οὐχ ἁπλῶς δὲ τοῦτο προσέταξεν, ἀλλὰ διά τινας μυστικῶς τοῖς πνευματικοῖς τε καὶ διορατικοῖς κατανοουμένας αἰτίας.

Η έβδομη ημέρα έχει ονομασθεί Σάββατο και φανερώνει την ξεκούραση· διότι αυτή την ημέρα «ο Θεός αναπαύθηκε από τα έργα του», όπως λέει η Αγία Γραφή. Γι᾿ αυτό ο αριθμός (των ημερών) προχωρεί μέχρι το επτά, επανέρχεται και αρχίζει πάλι από την πρώτη ημέρα. Ο αριθμός αυτός είναι σεβαστός στους Ιουδαίους, επειδή ο Θεός πρόσταξε να τον σέβονται – όχι με χαλαρότητα – αλλά και με πολύ αυστηρές τιμωρίες σε περίπτωση παραβάσεως. Και δεν το διέταξε αυτό χωρίς λόγο, αλλά για κάποιους λόγους που γίνονται αντιληπτοί με μυστικό τρόπο από τους προχωρημένους πνευματικά και τους διορατικούς.

Ὡς ἐμὲ γοῦν γνῶναι τὸν ἀμαθῆ, ἵν᾿ ἐκ τῶν κατωτέρων καὶ παχυτέρων ἄρξωμαι· Εἰδὼς ὁ Θεὸς τὸ παχύ τε καὶ φιλόσαρκον καὶ πρὸς τὴν ὕλην ὅλως ἐπιρρεπὲς τοῦ Ἰσραηλίτου λαοῦ, ἅμα δὲ καὶ τὸ ἀδιάκριτον· πρῶτον μέν, «ἵνα ὁ δοῦλος καὶ τὸ ὑποζύγιον ἀναπαύσηται», ὡς γέγραπται· ἐπειδὴ ἀνὴρ «δίκαιος οἰκτείρει ψυχὰς κτηνῶν αὐτοῦ», ἅμα δὲ ἵνα καὶ σχολὴν ἄγοντες ἐκ τοῦ περὶ τὴν ὕλην περισπασμοῦ πρὸς Θεὸν συνάγωνται «ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς» καὶ μελέτῃ τῶν θείων Γραφῶν ἅπασαν τὴν ἑβδόμην ἀναλίσκοντες καὶ ἐν τῷ Θεῷ καταπαύοντες.

Όπως, λοιπόν, εγώ ο αμαθής γνωρίζω – για να αρχίσω από τα κατώτερα και χονδροειδή – επειδή ο Θεός γνώριζε την αναισθησία, τη φιλοσαρκία και τη ροπή του Ισραηλιτικού λαού προς την ύλη, και συγχρόνως την αδιακρισία του, γι᾿ αυτό πρώτα (καθιερώνει την ανάπαυση της εβδόμης ημέρας) «για ν᾿ αναπαύονται οι δούλοι και τα μεταφορικά ζώα», όπως λέει η Γραφή, επειδή «ο δίκαιος άνθρωπος λυπάται τα ζώα του»· και παράλληλα, για να διακόπτουν την απασχόλησή τους με τα υλικά και να συγκεντρώνονται να υμνήσουν τον Θεό «με ψαλμούς, ύμνους και πνευματικά άσματα»· με τη μελέτη των θείων Γραφών να περνούν όλη την έβδομη ημέρα και ν᾿ αναπαύονται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού.

Ὅτε μὲν γὰρ οὐκ ἦν νόμος, οὐ Γραφὴ θεόπνευστος, οὐδὲ τὸ Σάββατον Θεῷ ἀφιέρωτο. Ὅτε δὲ ἡ θεόπνευστος Γραφὴ διὰ Μωσέως ἐδόθη, ἀφιερώθη τῷ Θεῷ τὸ Σάββατον, ὡς ἂν περὶ τὴν ταύτης μελέτην ἐν αὐτῷ ἀδολεσχήσωσιν οἱ μὴ πάντα τὸν βίον τῷ Θεῷ ἀφιεροῦντες, οἱ μὴ πόθῳ τῷ Δεσπότῃ ὡς Πατρὶ δουλεύοντες, ἀλλ᾿ ὡς δοῦλοι ἀγνώμονες, κἂν μικρὸν καὶ ἐλάχιστον μέρος τῆς ἑαυτῶν ζωῆς τῷ Θεῷ ἀποτέμωνται, καὶ τοῦτο φόβῳ τῶν ἐπὶ τῇ παραβάσει εὐθυνῶν καὶ ἐπιτιμήσεων· «δικαίῳ γὰρ νόμος οὐ κεῖται», ἀλλ᾿ ἀδίκοις.

Όταν, δηλαδή, δεν υπήρχε νόμος, δεν υπήρχε ούτε θεόπνευστη Γραφή ούτε το Σάββατο ήταν αφιερωμένο στον Θεό. Όταν όμως η θεόπνευστη Γραφή δόθηκε με τον Μωυσή, τότε και το Σάββατο αφιερώθηκε στον Θεό, για να εντρυφούν στη μελέτη της κατά τη διάρκειά του (του Σαββάτου) όσοι δεν αφιερώνουν όλη τους τη ζωή στον Θεό και όσοι δεν υπηρετούν με πόθο τον Θεό ως Πατέρα· αλλά, σαν αχάριστοι δούλοι, κι όταν ακόμη αφιερώνουν ένα μικρό και ελάχιστο μέρος της ζωής τους στον Θεό, το αφιερώνουν από φόβο για τις ευθύνες της παραβάσεως και τις τιμωρίες. Βέβαια, «δεν υφίσταται νόμος για τον δίκαιο», αλλά για τους αδίκους.

Ἐπεὶ πρῶτος Μωσῆς τεσσαράκοντα ἡμερῶν καὶ αὖθις ἑτέρων τεσσαράκοντα νηστείᾳ προσεδρεύσας τῷ Θεῷ, πάντως καὶ τοῖς Σάββασι διὰ τῆς νηστείας ἐκάκου ἑαυτόν, τοῦ νόμου μὴ κακοῦν ἑαυτοὺς ἐν τῇ τοῦ Σαββάτου ἡμέρᾳ προστάσσοντος. Εἰ δὲ φαῖεν, ὅτι πρὸ τοῦ νόμου τοῦτο, τί φήσουσι περὶ τοῦ Θεσβίτου Ἡλιοῦ τεσσαράκοντα ἡμερῶν ὁδὸν ἀνύσαντος ἐν βρώσει μιᾷ; Οὗτος γὰρ οὐ μόνον διὰ τῆς νηστείας, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ὁδοιπορίας ἐν τοῖς Σάββασι τῶν τεσσαράκοντα ἡμερῶν ἑαυτὸν κακώσας ἔλυσε τὸ Σάββατον· καὶ οὐκ ὠργίσθη τούτῳ ὁ τὸν νόμον δεδωκώς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀρετῆς ἔπαθλον ἐν Χωρὴβ ἑαυτὸν ἐνεφάνισε.

Όταν πρώτος ο Μωυσής έμεινε κοντά στον Θεό σαράντα ημέρες και πάλι άλλες σαράντα ημέρες έμεινε νηστεύοντας, οπωσδήποτε νήστευε και τα Σάββατα και ταλαιπωρούσε τον εαυτό του, παρόλο που ο νόμος πρόσταζε να μην ταλαιπωρούν τον εαυτό τους την ημέρα του Σαββάτου. Αν όμως ισχυρισθούν ότι αυτό γινόταν πριν από το νόμο, τι θα πουν για το Θεσβίτη Ηλία, ο οποίος διήνυσε δρόμο σαράντα ημερών μ᾿ ένα γεύμα; Αυτός, δηλαδή, ταλαιπώρησε τον εαυτό του και κατάργησε την αργία του Σαββάτου όχι μόνον με τη νηστεία, αλλά και με σαρανταήμερη πορεία και τις ημέρες του Σαββάτου· και ο Θεός, που έδωσε το νόμο, δεν θύμωσε μαζί του, αλλά για να επιβραβεύσει την αρετή του, του εμφανίσθηκε στο (όρος) Χωρήβ.

Τί δὲ περὶ Δανιὴλ φήσουσιν; Οὐχὶ τρεῖς ἑβδομάδας διετέλεσεν ἄσιτος; Τί δὲ πᾶς Ἰσραήλ; Οὐ περιτέμνει τὸ παιδίον ἐν Σαββάτῳ, εἰ τύχοι, ὀκταήμερον; Οὐχὶ δὲ καὶ τὴν μεγάλην νηστείαν, ἣν νενομοθέτηνται, εἰ ἐν Σαββάτῳ καταντήσοι, νηστεύουσι; Οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ Λευῖται ἐν τοῖς τῆς σκηνῆς ἔργοις βεβηλοῦσι τὸ Σάββατον καὶ ἀναίτιοί εἰσιν; Ἀλλὰ καὶ κτῆνος, ἂν εἰς βόθρον ἐμπέσοι ἐν Σαββάτῳ, ὁ μὲν ἀνασπάσας ἀναίτιος, ὁ δὲ παριδὼν κατάκριτος. Τί δὲ πᾶς Ἰσραήλ; Οὐχὶ ἑπτὰ ἡμέρας τὴν τοῦ Θεοῦ κιβωτὸν περιφέροντες τὰ Ἱεριχούντια τείχη περιῄεσαν, ἐν αἷς πάντως ἦν καὶ τὸ σάββατον;

Και τί θα πουν για τον Δανιήλ; Δεν πέρασε τρεις εβδομάδες χωρίς φαγητό; Και τί κάνει ο Ισραηλιτικός λαός; Αν συμβεί ένα αγόρι να ογδοήσει το Σάββατο, δεν του κάνει περιτομή; Και πάλι, δεν τηρούν τη μεγάλη νηστεία, που την θέσπισε ο νόμος, και την ημέρα του Σαββάτου, αν τυχόν συμπέσει; Αλλά και οι ιερείς και οι Λευΐτες δεν καταργούν το Σάββατο με την υπηρεσία στη Σκηνή, και κανένας δεν τους κατηγορεί; Ακόμη και το ζώο, αν την ημέρα του Σαββάτου πέσει στο βόθρο, αυτός που το ανασύρει είναι αθώος, ενώ αυτός που το παραμελεί είναι ένοχος; Τί έκανε όλος ο λαός του Ισραήλ; Δεν περιέφερε την Κιβωτό του Θεού γύρω από τα τείχη της Ιεριχούς επτά ημέρες, μέσα στις οποίες ήταν οπωσδήποτε και το Σάββατο;

Ὡς οὖν ἔφην, σχολῆς ἕνεκα τῆς πρὸς Θεόν, ἵνα κἂν σμικροτάτην ἀπόμοιραν αὐτῷ ἀπονέμωσι καὶ ἀναπαύσωνται ὅ τε δοῦλος καὶ τὸ ὑποζύγιον, ἡ τοῦ Σαββάτου τήρησις ἐπινενόητο τοῖς νηπίοις ἔτι καὶ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου δεδουλωμένοις, τοῖς σαρκικοῖς καὶ μηδὲν ὑπὲρ τὸ σῶμα καὶ τὸ γράμμα ἐννοῆσαι δυναμένοις. «Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν Υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ, γενόμενον ἐκ γυναικὸς ἄνθρωπον, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν».

Όπως είπα, λοιπόν, η τήρηση του Σαββάτου καθιερώθηκε γι᾿ αυτούς οι οποίοι είναι νήπιοι πνευματικά και δεν μπορούν να καταλάβουν περισσότερο από τα σωματικά και το γράμμα (του νόμου)· έγινε για ν᾿ αναπαύονται και να λατρεύουν τον Θεό, να του αφιερώνουν λίγο καιρό, και να ξεκουράζονται και ο δούλος και το μεταφορικό ζώο. «Όταν όμως ήλθε ο κατάλληλος καιρός, ο Θεός έστειλε στον κόσμο τον μονογενή του Υιό, που έγινε άνθρωπος από γυναίκα, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου, για να λυτρώσει τους υποκείμενους στο νόμο, και έτσι όλοι να γίνουμε παιδιά του».

Ὅσοι γὰρ ἐλάβομεν αὐτόν, ἔδωκεν ἡμῖν ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς αὐτόν. Ὥστε οὐκέτι ἐσμὲν δοῦλοι ἀλλ᾿ υἱοί, οὐκέτι ὑπὸ νόμον ἀλλ᾿ ὑπὸ χάριν· οὐκέτι μερικῶς τῷ Κυρίῳ δουλεύοντες ἐκ φόβου, ἀλλὰ πάντα τὸν τῆς ζωῆς χρόνον αὐτῷ ἀνατιθέναι ὀφείλοντες καὶ ἀεὶ τὸν δοῦλον, τὸν θυμὸν λέγω καὶ τὴν ἐπιθυμίαν, ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας καταπαύοντες καὶ τῷ Θεῷ σχολάζειν ἐπιτρέποντες· τὴν μὲν ἐπιθυμίαν ἅπασαν ἀεὶ πρὸς Θεὸν ἀνατείνοντες, τὸν δὲ θυμὸν κατὰ τῶν τοῦ Θεοῦ δυσμενῶν καθοπλίζοντες· καὶ τὸ ὑποζύγιον, ἤτοι τὸ σῶμα, ὁμοίως τῆς μὲν δουλείας τῆς ἁμαρτίας ἀναπαύοντες, ταῖς δὲ θείαις ἐντολαῖς ἐξυπηρετεῖσθαι προτρέποντες.

Και όσοι τον δεχθήκαμε, μας έδωσε το δικαίωμα, εφόσον πιστεύουμε σ᾿ αυτόν, να γίνουμε παιδιά του Θεού. Επομένως, δεν είμαστε πλέον δούλοι αλλά υιοί· δεν είμαστε στην εξουσία του νόμου, αλλά της χάριτος. Δεν υπηρετούμε τον Κύριο, κατά ένα μέρος της ζωής μας, από φόβο, αλλά οφείλουμε να του εμπιστευόμαστε όλη μας τη ζωή και πάντοτε σταματάμε τον δούλο, εννοώ τον θυμό και την επιθυμία, να διαπράττει την αμαρτία και τον κάνουμε να υπηρετεί τον Θεό. Υψώνουμε συνεχώς όλη μας την επιθυμία προς τον Θεό και οπλίζουμε τον θυμό μας εναντίον των εχθρών του Θεού. Παρόμοια και το υποζύγιό μας, το σώμα δηλαδή, το ελευθερώνουμε από το δουλικό φορτίο της αμαρτίας και το παρακινούμε να εκτελεί με προθυμία τις θείες εντολές.

Ταῦτα ὁ πνευματικὸς ἡμῖν ἐντέλλεται τοῦ Κυρίου νόμος, καὶ οἱ τοῦτον φυλάσσοντες ὑπέρτεροι τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου γεγόνασιν· ἐλθόντος γὰρ τοῦ τελείου τὸ ἐκ μέρους κατήργηται, καὶ τοῦ καλύμματος τοῦ νόμου, ἤτοι τοῦ καταπετάσματος, διὰ τῆς τοῦ Σωτῆρος διαρραγέντος σταυρώσεως καὶ τοῦ Πνεύματος πυρίναις γλώσσαις ἐκλάμψαντος τὸ γράμμα κατήργηται, τὰ σωματικὰ πέπαυται καὶ ὁ τῆς δουλείας νόμος πεπλήρωται καὶ νόμος ἐλευθερίας ἡμῖν δεδώρηται. Καὶ ἑορτάζομεν τὴν τελείαν τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως κατάπαυσιν, φημὶ δὴ τὴν τῆς ἀναστάσεως ἡμέραν, ἐν ᾗ ἡμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς, ὁ τῆς ζωῆς ἀρχηγὸς καὶ Σωτήρ, εἰς τὴν ἐπηγγελμένην τοῖς πνευματικῶς τῷ Θεῷ λατρεύουσι κληρουχίαν εἰσήγαγεν, εἰς ἣν αὐτὸς πρόδρομος ἡμῶν εἰσῆλθεν, ἀναστὰς ἐκ νεκρῶν καὶ ἀνοιγέντων αὐτῷ τῶν οὐρανίων πυλῶν ἐν δεξιᾷ τοῦ Πατρὸς κεκάθικε σωματικῶς, ἔνθα καὶ οἱ τὸν πνευματικὸν τηροῦντες νόμον εἰσελεύσονται.

Αυτά μας παραγγέλλει ο πνευματικός νόμος του Κυρίου και όσοι τον τηρούν έχουν γίνει ανώτεροι από το νόμο του Μωυσή· διότι, όταν έλθει το τέλειο, το μερικό καταργείται, και όταν με τη Σταύρωση του Σωτήρα σχίσθηκε το κάλυμμα του νόμου, το καταπέτασμα δηλαδή, και το ΄Αγιο Πνεύμα έλαμψε με πύρινες γλώσσες, τότε καταργήθηκε το γράμμα του νόμου, τα σωματικά έργα σταμάτησαν, ο νόμος της δουλείας εκπλήρωσε την αποστολή του και μας δόθηκε ο νόμος της ελευθερίας. Εορτάζουμε πλέον την τέλεια ανάπαυση της ανθρωπίνης φύσεως, εννοώ την εορτή της αναστάσεως, κατά την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, ο αρχηγός της ζωής και Σωτήρας, μας έδωσε την κληρονομία που είχε υποσχεθεί σ᾿ αυτούς που λατρεύουν πνευματικά τον Θεό· σ᾿ αυτήν Αυτός πρώτος εισήλθε για λογαριασμό μας, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και άνοιξε Αυτός τις πύλες του ουρανού και κάθισε με το σώμα του στα δεξιά του Πατέρα του· εκεί θα εισέλθουν και όσοι τηρούν τον πνευματικό νόμο.

Ἡμῖν τοίνυν τοῖς τῷ πνεύματι στοιχοῦσι καὶ οὐ τῷ γράμματι πᾶσα ἡ τῶν σαρκικῶν ἐστιν ἀπόθεσις καὶ ἡ πνευματικὴ λατρεία καὶ πρὸς Θεὸν συνάφεια. Περιτομὴ μὲν γάρ ἐστιν ἡ τῆς σωματικῆς ἡδονῆς καὶ τῶν περιττῶν καὶ οὐκ ἀναγκαίων ἀπόθεσις· ἀκροβυστία γὰρ οὐδὲν ἕτερόν ἐστιν εἰ μὴ δέρμα, ἡδονικοῦ μορίου περίττωμα. Πᾶσα δὲ ἡδονὴ μὴ ἐκ Θεοῦ καὶ ἐν Θεῷ γινομένη περίττωμα ἡδονῆς ἐστιν· ἧς τύπος ἡ ἀκροβυστία. Σάββατον δὲ ἡ ἐκ τῆς ἁμαρτίας κατάπαυσις. Ὥστε ἀμφότερα ἓν τυγχάνουσι καὶ οὕτως ἀμφότερα ἅμα ὑπὸ τῶν πνευματικῶν τελούμενα, οὐδὲ τὴν τυχοῦσαν παρανομίαν ἐργάζονται.

Όλη, λοιπόν, η απόθεση των σαρκικών έργων, η πνευματική λατρεία και η ένωση με τον Θεό είναι για μας που βαδίζουμε σύμφωνα με το Πνεύμα και όχι με τον γραπτό νόμο. Διότι περιτομή είναι η αποβολή της σωματικής ηδονής, των περιττών και των αχρήστων· ενώ ακροβυστία δεν είναι τίποτε άλλο παρά δέρμα, περίττωμα του γεννητικού μορίου της ηδονής. Μάλιστα, κάθε ηδονή που δεν προέρχεται από τον Θεό και δεν γίνεται σύμφωνα με τον Θεό, είναι περίττωμα της ηδονής· η ακροβυστία αποτελεί τον τύπο της· ενώ το Σάββατο (συμβολίζει) την κατάπαυση από την αμαρτία. Επομένως, και τα δύο είναι ένα, και έτσι, όταν πνευματικοί άνθρωποι εκτελούν και τα δύο, δεν κάνουν την παραμικρή παράβαση.

Ἔτι δὲ ἰστέον, ὅτι ὁ ἑπτὰ ἀριθμὸς πάντα τὸν παρόντα χρόνον δηλοῖ, ὥς φησιν ὁ σοφώτατος Σολομῶν· «Δοῦναι μερίδα τοῖς ἑπτὰ καί γε τοῖς ὀκτώ». Καὶ ὁ θεηγόρος Δαυὶδ περὶ τῆς ὀγδόης ψάλλων περὶ τῆς μελλούσης μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν καταστάσεως ἔψαλλε. Τὴν ἑβδόμην οὖν ἡμέραν ἀργίαν ἄγειν ἐκ τῶν σωματικῶν, τοῖς δὲ πνευματικοῖς ἐνασχολεῖσθαι προστάσσων ὁ νόμος μυστικῶς πάντα τὸν χρόνον τῷ ἀληθινῷ Ἰσραὴλ καὶ νοῦν ὁρῶντα Θεὸν ἔχοντι ὑπέφηνε, τῷ Θεῷ ἑαυτὸν προσάγειν καὶ ὑπεράνω τῶν σωματικῶν γίνεσθαι.

Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι ο αριθμός επτά φανερώνει όλο τον χρόνο της παρούσης ζωής, όπως λέει ο σοφότατος Σολομών: «Να δώσεις μερίδα στους επτά και τους οκτώ». Και ο θεηγόρος Δαβίδ, ψάλλοντας την όγδοη ημέρα, έψαλλε για τη μελλοντική κατάσταση μετά την ανάσταση των νεκρών. Ο νόμος, λοιπόν, δίνοντας εντολή την έβδομη ημέρα ν᾿ αναπαύονται από τα σωματικά έργα και ν᾿ ασχολούνται με τα πνευματικά, φανέρωσε με μυστικό τρόπο ότι πρέπει καθ᾿ όλο τον χρόνο ο αληθινός Ισραηλίτης, που έχει νου και βλέπει τον Θεό, να οδηγεί τον εαυτό του στον Θεό και να ξεπερνά τα σωματικά έργα.

 

Κεφάλαιο 97

Περὶ παρθενίας
(Για την Παρθενία)

Κακίζουσιν οἱ σαρκικοὶ τὴν παρθενίαν, καὶ εἰς μαρτυρίαν προβάλλονται οἱ φιλήδονοι τὸ «ἐπικατάρατος πᾶς, ὃς οὐκ ἐγείρει σπέρμα ἐν τῷ Ἰσραήλ». Ἡμεῖς δέ φαμεν τῷ ἐκ Παρθένου σαρκωθέντι Θεῷ Λόγῳ θαρρήσαντες, ὡς ἡ παρθενία ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ἐφυτεύθη τῇ φύσει τῶν ἀνθρώπων· ἐκ παρθένου γὰρ γῆς ὁ ἄνθρωπος πεπλαστούργηται, ἐκ μόνου Ἀδὰμ ἡ Εὔα ἔκτισται, ἐν παραδείσῳ παρθενία ἐπολιτεύετο. Φησὶ γοῦν ἡ θεία Γραφή, ὅτι «γυμνοὶ ἦσαν, ὅ τε Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, καὶ οὐκ ᾐσχύνοντο». Ἡνίκα δὲ παρέβησαν, «ἔγνωσαν, ὅτι γυμνοὶ ἦσαν», καὶ αἰσχυνθέντες ἔρραψαν ἑαυτοῖς περιζώματα. Καὶ μετὰ τὴν παράβασιν, ὅτε ἤκουσε «ὅτι γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ», ὅτε διὰ τῆς παραβάσεως θάνατος εἰς τὸν κόσμον εἰσῆλθε, τότε «ἔγνω Ἀδὰμ Εὔαν τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ συνέλαβε καὶ ἐγέννησεν». Ὥστε διὰ τὸ μὴ ἐκτριβῆναι καὶ ἀναλωθῆναι τὸ γένος ὑπὸ τοῦ θανάτου ὁ γάμος ἐπινενόηται, ὡς ἂν διὰ τῆς παιδοποιίας τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων διασῴζηται.

Οι σαρκικοί άνθρωποι συκοφαντούν την παρθενία και, όντας φιλήδονοι, επικαλούνται ως απόδειξη το (χωρίο) «καταραμένος να είναι όποιος δεν αφήνει απογόνους στον Ισραήλ». Εμείς όμως, παίρνοντας θάρρος από τον Θεό Λόγο που γεννήθηκε από Παρθένο, ισχυριζόμαστε ότι η παρθενία εξαρχής δόθηκε από τον Θεό στη φύση των ανθρώπων. Πράγματι, ο άνθρωπος πλάσθηκε από την παρθένο γη, η Εύα δημιουργήθηκε από τον Αδάμ μόνο και η παρθενία βασίλευε στον παράδεισο. Λέει μάλιστα η Αγία Γραφή, ότι «ο Αδάμ και η Εύα, παρόλο που ήταν γυμνοί, δεν ντρέπονταν». Όταν όμως έκαναν την παρακοή, τότε «ένιωσαν ότι ήταν γυμνοί» και από ντροπή έραψαν ρούχα για τον εαυτό τους. Και μετά την παράβαση, όταν ο Αδάμ άκουσε «ότι από τη γη προήλθες και στη γη θα καταλήξεις» και εξαιτίας της παραβάσεως εισήλθε ο θάνατος στη ζωή μας, τότε «ήλθε σε επαφή με τη γυναίκα του Εύα, και αυτή συνέλαβε και γέννησε». Επομένως, ο γάμος επινοήθηκε για να μη χαθεί και εξαφανισθεί από τον θάνατο το ανθρώπινο γένος, για να μπορέσει να διασωθεί με τη γέννηση των παιδιών.

Ἀλλ᾿ ἐροῦσι τυχόν· Τί οὖν τὸ «ἄρρεν καὶ θῆλυ» βούλεται καὶ τὸ «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε»; Πρὸς ὃ λέξομεν, ὅτι τὸ μὲν «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» οὐ πάντως τὸν διὰ γαμικῆς συναφείας πληθυσμὸν δηλοῖ. Ἐδύνατο γὰρ ὁ Θεὸς καὶ ἑτέρῳ τρόπῳ τὸ γένος πληθῦναι, εἰ τὴν ἐντολὴν μέχρι τέλους ἐτήρησαν ἀπαραχάρακτον. Ἀλλ᾿ εἰδὼς ὁ Θεὸς τῇ προγνώσει αὐτοῦ, «ὁ πάντα εἰδὼς πρὶν γενέσεως αὐτῶν», ὡς μέλλουσιν ἐν παραβάσει γίνεσθαι καὶ θανάτῳ κατακρίνεσθαι, προλαβὼν ἐποίησε τὸ ἄρρεν καὶ θῆλυ καὶ αὐξάνεσθαι καὶ πληθύνεσθαι προσέταξεν. Ὁδῷ τοίνυν κατέλθωμεν καὶ ἴδωμεν τὰ τῆς παρθενίας αὐχήματα· ταὐτὸν δὲ καὶ ἁγνείας εἰπεῖν.

Αλλά ίσως μας αντείπουν: Τότε, τί χρειάζεται (η διάκριση) σε «αρσενικό και θηλυκό (φύλο)» και το (χωρίο που λέει) «αυξηθείτε κι πολλαπλασιασθείτε»; Θ᾿ απαντήσουμε σ᾿ αυτά ότι το μεν «αυξηθείτε κι πολλαπλασιασθείτε» δεν σημαίνει οπωσδήποτε τον πολλαπλασιασμό με την ένωση του γάμου. Διότι μπορούσε ο Θεός και με άλλο τρόπο να πολλαπλασιάσει το ανθρώπινο γένος, εάν αυτό τηρούσε απαράβατη την εντολή ως το τέλος. Αλλά επειδή ο προγνώστης ο Θεός, που «γνωρίζει τα πάντα πριν ακόμη δημιουργηθούν», γνώριζε ότι πρόκειται να κάνουν την παράβαση και να τιμωρηθούν με θάνατο, πρόλαβε και έκανε αρσενικό και θηλυκό και έδωσε την εντολή της αυξήσεως και του πολλαπλασιασμού. Ας επιστρέψουμε, όμως, στο θέμα για να εξετάσουμε τα κατορθώματα της παρθενίας· είναι το ίδιο να μιλήσουμε και για την αγνότητα.

Νῶε εἰς τὴν κιβωτὸν εἰσελθεῖν προστασσόμενος καὶ κόσμου σπέρμα φυλάττειν ἐγχειριζόμενος οὕτω προστάττεται· «Εἴσελθε σύ», φησί, «καὶ οἱ υἱοί σου καὶ ἡ γυνή σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου». Διεῖλεν αὐτοὺς ἐκ τῶν γυναικῶν, ὡς ἂν μετὰ τῆς ἁγνείας τὸ πέλαγος καὶ τὸ παγκόσμιον ἐκεῖνο ναυάγιον διαδράσαιεν. Μετὰ μέντοι τὴν τοῦ κατακλυσμοῦ κατάπαυσιν· «Ἔξελθε σύ», φησί, «καὶ ἡ γυνή σου καὶ οἱ υἱοί σου καὶ αἱ γυναῖκες τῶν υἱῶν σου». Ἰδοὺ πάλιν διὰ τὸν πληθυσμὸν ὁ γάμος συγκεχώρηται.

Όταν ο Νώε πήρε την εντολή να εισέλθει στην κιβωτό και ανέλαβε να σώσει τη φύτρα των ανθρώπων, προστάχθηκε τα εξής: «Μπες μέσα (στην κιβωτό) εσύ, οι γιοί σου, η γυναίκα σου και οι γυναίκες των γιών σου». (Ο Θεός) τους ξεχώρισε από τις γυναίκες, για να γλυτώσουν με την αγνότητα τη φουρτούνα και το παγκόσμιο εκείνο ναυάγιο. Μετά όμως από την παύση του κατακλυσμού του είπε (ο Θεός): «Βγες έξω (από την κιβωτό) εσύ, οι γιοί σου, η γυναίκα σου και οι γυναίκες των γιών σου». Και να, πάλι επιτρέπει τον γάμο για τον πολλαπλασιασμό.

Εἶτα Ἡλίας, ὁ πυρίπνους ἁμαρτηλάτης καὶ οὐρανοφοίτης, οὐκ ἀγαμίαν ἠσπάζετο καὶ τῷ ὑπὲρ ἀνθρώπους ἐμαρτυρήθη μετεωρίσματι; Τίς οὐρανοὺς ἔκλεισε; Τίς νεκροὺς ἤγειρε; Τίς Ἰορδάνην ἔτεμεν; Οὐχ ὁ παρθένος Ἡλίας; Ἐλισσαῖος δέ, ὁ τούτου φοιτητής, οὐ τὴν ἴσην ἀρετὴν ἐπιδειξάμενος ἐν διπλασίῳ τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος αἰτήσας ἐκληρονόμησε; Τί δὲ οἱ τρεῖς παῖδες; Οὐ παρθενίαν ἀσκήσαντες πυρὸς κρείττους γεγόνασι διὰ τῆς παρθενίας τῶν σωμάτων ἀναλώτων τῷ πυρὶ γεγονότων; Οὐ Δανιήλ, οὗ τῷ σώματι παρθενίᾳ στομωθέντι θηρῶν ὀδόντες ἐμπαρεῖναι οὐκ ἴσχυσαν; Οὐ μέλλων τοῖς Ἰσραηλίταις ὁ Θεὸς ὀπτάνεσθαι ἁγνίζειν τὸ σῶμα προσέταττεν; Οὐχὶ οἱ ἱερεῖς ἑαυτοὺς ἁγνίζοντες οὕτω τῶν ἀδύτων ἐπέβαινον καὶ τὰς θυσίας προσῆγον; Οὐχ ὁ νόμος μεγάλην εὐχὴν τὴν ἁγνείαν ἀνηγόρευσε;

Έπειτα ο Ηλίας, ο πυρφόρος και ουρανοδρόμος αρματηλάτης, δεν προτίμησε την αγαμία και δεν απόκτησε την καλή μαρτυρία με την υπεράνθρωπη αρετή του; Ποιός έκλεισε τους ουρανούς; Ποιός ανέστησε νεκρούς; Ποιός διαίρεσε τον Ιορδάνη; Δεν ήταν ο παρθένος Ηλίας; Αλλά και ο μαθητής του Ελισσαίος δεν επέδειξε την ίδια αρετή και, όταν το ζήτησε, δεν πήρε ως κληρονομιά διπλάσια (από τον Ηλία) τη χάρη του Πνεύματος; Και τί έγινε με τους τρεις παίδες; Με την άσκηση της παρθενίας δεν φάνηκαν πιο ανθεκτικοί από τη φωτιά, επειδή τα παρθενικά τους σώματα έγιναν άκαυστα; Δεν ήταν πάλι ο Δανιήλ, που η παρθενία του σώματος εμπόδισε τα δόντια των θηρίων να να μπηχθούν σ᾿ αυτό; Δεν ήταν ο Θεός, που για να εμφανισθεί στους Ισραηλίτες απαιτούσε να αγνίσουν το σώμα τους; Δεν ήταν οι ιερείς που καθάριζαν τον εαυτό τους, για να εισέλθουν στα άδυτα (του Ναού) και να προσφέρουν τις θυσίες; Δεν ήταν ο νόμος που διακήρυξε την αγνότητα ως μεγάλη ευλογία;

Χρὴ τοιγαροῦν ἐπὶ τὸ πνευματικώτερον λαμβάνειν τὸ νομικὸν πρόσταγμα. Ἔστι γὰρ σπέρμα πνευματικὸν δι᾿ ἀγάπης καὶ φόβου Θεοῦ συλλαμβανόμενον ἐν τῇ ψυχικῇ γαστρὶ ὠδινούσῃ καὶ τικτούσῃ πνεῦμα σωτηρίας. Οὕτω δὲ ἐκληπτέον καὶ τὸ «μακάριος, ὃς ἔχει σπέρμα ἐν Σιὼν καὶ οἰκείους ἐν Ἱερουσαλήμ». Τί γάρ, κἂν πόρνος ᾖ, κἂν μέθυσος καὶ εἰδωλολάτρης, μακάριός ἐστιν, εἰ μόνον ἔχει σπέρμα ἐν Σιὼν καὶ οἰκείους ἐν Ἱερουσαλήμ; Οὐδεὶς εὖ φρονῶν τοῦτο ἐρεῖ.

Πρέπει, λοιπόν, την εντολή του νόμου να τη θεωρούμε με πνευματικό νόημα. Υπάρχει, δηλαδή, πνευματικό σπέρμα που με αγάπη και φόβο Θεού συλλαμβάνεται μέσα στην κοιλιά της ψυχής, και η οποία κοιλοπονεί και γεννά πνεύμα σωτηρίας. Έτσι πρέπει να εννοήσουμε και το (χωρίο) «ευτυχισμένος όποιος έχει παιδιά στη Σιών και συγγενείς στην Ιερουσαλήμ». Τί εννοεί, δηλαδή; Ακόμη κι αν είναι πόρνος ή μέθυσος ή ειδωλολάτρης, είναι ευτυχής, εφόσον έχει παιδιά στη Σιών και συγγενείς στην Ιερουσαλήμ; Κανένας συνετός άνθρωπος δεν θα ισχυριστεί κάτι τέτοιο.

Παρθενία τὸ τῶν ἀγγέλων πολίτευμα, τὸ πάσης ἀσωμάτου φύσεως ἰδίωμα. Ταῦτα λέγομεν οὐ τὸν γάμον κακίζοντες – μὴ γένοιτο – οἴδαμεν γὰρ τὸν Κύριον ἐν τῇ παρουσίᾳ αὐτοῦ τὸν γάμον εὐλογήσαντα καὶ τὸν εἰπόντα· «Τίμιος ὁ γάμος καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος»· ἀλλὰ καλοῦ κρείττονα τὴν παρθενίαν γινώσκοντες. Ἔν τε γὰρ ταῖς ἀρεταῖς εἰσιν ἐπιτάσεις καὶ ὑφέσεις, ὁμοίως καὶ ἐν ταῖς κακίαις. Γινώσκομεν, ὅτι γάμου ἔκγονοι πάντες βροτοὶ μετὰ τοὺς τοῦ γένους ἀρχηγέτας. Ἐκεῖνοι γὰρ παρθενίας εἰσὶ καὶ οὐ γάμου πλαστούργημα· ἀλλ᾿ ἡ ἀγαμία ἀγγέλων ἐστιν, ὡς ἔφημεν, μίμημα.

Η παρθενία είναι το πολίτευμα των αγγέλων, το γνώρισμα όλης της ασωμάτου φύσεως. Και τα λέμε αυτά χωρίς να κατηγορούμε τον γάμο – αλίμονό μας – διότι γνωρίζουμε ότι ο Κύριος με την παρουσία του ευλόγησε τον γάμο και είπε: «Να είναι τίμιος ο γάμος και το νυφικό κρεβάτι αμόλυντο»· αναγνωρίζουμε όμως την παρθενία ως καλύτερη από το καλό. Διότι και ανάμεσα στις αρετές υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες, όπως και στις κακίες. Γνωρίζουμε ότι, μετά τους αρχηγούς του ανθρωπίνου γένους, όλοι οι θνητοί είναι καρπός του γάμου. Διότι εκείνους (αρχηγούς) δημιούργησε η παρθενία και όχι ο γάμος· ενώ η αγαμία, όπως είπαμε, είναι μίμηση της αγγελικής ζωής.

Ὅσῳ τοιγαροῦν ἄγγελος ἀνθρώπου ὑπέρτερος, τοσούτῳ παρθενία γάμου τιμιωτέρα. Τί δὲ λέγω ἄγγελος; Αὐτὸς ὁ Χριστὸς τῆς παρθενίας τὸ κλέος, οὐ μόνον ἐκ Πατρὸς ἀνάρχως, ἀρρεύστως καὶ ἀσυνδυάστως γεγεννημένος, ἀλλ᾿ ὅτι καὶ ἄνθρωπος καθ᾿ ἡμᾶς γενόμενος ὑπὲρ ἡμᾶς ἐκ Παρθένου συναφείας ἄνευ σεσαρκωμένος καὶ αὐτὸς παρθενίαν τὴν ἀληθῆ καὶ παντελῆ δεικνὺς ἐν ἑαυτῷ. Ὅθεν καὶ ταύτην ἡμῖν οὐκ ἐνομοθέτησε μέν· «οὐ γὰρ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον», ὡς αὐτὸς ἔφησεν· ἔργῳ δὲ ἡμᾶς ἐξεπαίδευσεν καὶ πρὸς ταύτην ἡμᾶς ἐνεδυνάμωσε. Τίνι γὰρ οὐκ ἔστι σαφές, ὅτι παρθενία ἐν ἀνθρώποις νῦν πολιτεύεται;

Και όσο ο άγγελος είναι ανώτερος από τον άνθρωπο, τόσο η παρθενία είναι πιο πολύτιμη από τον γάμο. Και γιατί αναφέρω τον άγγελο; Ο ίδιος ο Χριστός, η δόξα της παρθενίας, όχι μόνο γεννήθηκε από τον Πατέρα αιώνια, αλλά και χωρίς ρεύση και επαφή· και πάλι έγινε άνθρωπος σαν κι εμάς, για χάρη μας, χωρίς να γεννηθεί με σαρκική σχέση αλλά από Παρθένο· και ο ίδιος πραγματοποίησε στον εαυτό του την αληθινή και τέλεια παρθενία. Γι᾿ αυτό και δεν την έδωσε ως νόμο σε μας· «διότι, όπως είπε ο ίδιος, δεν την αντέχουν όλοι». Μας τη δίδαξε όμως στην πράξη και μας ενίσχυσε προς αυτήν. Διότι ποιος δεν γνωρίζει ξεκάθαρα ότι τώρα η παρθενία είναι τρόπος ζωής μεταξύ των ανθρώπων;

Καλὴ μὲν ἡ τεκνογονία, ἣν ὁ γάμος συνέστησε, καὶ καλὸς ὁ γάμος διὰ τὰς πορνείας, ταύτας περικόπτων καὶ τὸ λυσσῶδες τῆς ἐπιθυμίας διὰ τῆς ἐννόμου μίξεως οὐκ ἐῶν πρὸς ἀνόμους ἐκμαίνεσθαι πράξεις. Καλὸς ὁ γάμος, οἷς οὐ πάρεστιν ἐγκράτεια· κρείττων δὲ ἡ παρθενία, ψυχῆς τεκνογονίαν αὔξουσα καὶ Θεῷ καρπὸν ὥριμον, τὴν προσευχήν, προσάγουσα. «Τίμιος ὁ γάμος καὶ ἡ κοίτη ἀμίαντος· πόρνους δὲ καὶ μοιχοὺς κρινεῖ ὁ Θεός».

Η τεκνογονία, η οποία προκύπτει από τον γάμο, είναι βέβαια καλή· και ο γάμος είναι καλός για την αποφυγή της πορνείας, διότι την περιορίζει· η λυσσασμένη επιθυμία, με τη νόμιμη σχέση, δεν εκτρέπεται σε διαστροφικές πράξεις. Είναι καλός ο γάμος για όσους δεν έχουν εγκράτεια. Ανώτερη όμως είναι η παρθενία, επειδή αυξάνει την καρποφορία της ψυχής και προσφέρει στον Θεό σαν ώριμο καρπό την προσευχή. «Ο γάμος να είναι τίμιος και το νυφικό κρεβάτι αμόλυντο, διότι ο Θεός θα τιμωρήσει τους πόρνους και τους μοιχούς».

 

Κεφάλαιο 98

Περὶ τῆς περιτομῆς
(Για την Περιτομή)

Ἡ περιτομὴ πρὸ νόμου ἐδόθη τῷ Ἀβραὰμ μετὰ τὰς εὐλογίας, μετὰ τὴν ἐπαγγελίαν, σημεῖον ἀποδιαστέλλον αὐτὸν καὶ τοὺς αὐτοῦ οἰκογενεῖς ἐκ τῶν ἐθνῶν, μεθ᾿ ὧν συνανεστρέφετο. Καὶ δῆλον· ὅτε γὰρ ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἔτη ὁ Ἰσραὴλ μόνος καθ᾿ ἑαυτὸν διέτριψεν οὐ συναναμεμιγμένος ἑτέρῳ ἔθνει, ὅσοι ἐν τῇ ἐρήμῳ ἐγεννήθησαν, οὐ περιετμήθησαν· ἡνίκα δὲ Ἰησοῦς διεβίβαζεν αὐτοὺς τὸν Ἰορδάνην, περιετμήθησαν, καὶ γέγονε δεύτερος νόμος περιτομῆς. Ἐπὶ Ἀβραὰμ γὰρ ἐδόθη νόμος περιτομῆς, εἶτα ἐπαύσατο ἐν τῇ ἐρήμῳ τεσσαράκοντα ἔτη. Καὶ πάλιν ἐκ δευτέρου ἔδωκεν ὁ Θεὸς τῷ Ἰησοῦ νόμον περιτομῆς μετὰ τὸ διαβῆναι τὸν Ἰορδάνην, καθὼς ἐν τῇ βίβλῳ Ἰησοῦ τοῦ Ναυῆ γέγραπται· «Ὑπὸ δὲ τοῦτον τὸν καιρὸν εἶπεν Κύριος τῷ Ἰησοῦ· Ποίησον σεαυτῷ μαχαίρας πετρίνας ἐκ πέτρας ἀκροτόμου καὶ καθίσας περίτεμε τοὺς υἱοὺς Ἰσραὴλ ἐκ δευτέρου», καὶ μετ᾿ ὀλίγα· «Ἐπὶ τεσσαράκοντα γὰρ καὶ δύο ἔτη ἀνέστραπται Ἰσραὴλ ἐν τῇ ἐρήμῳ τῇ Βατταρίτιδι, καὶ διὰ τοῦτο ἀπερίτμητοι αὐτῶν ἦσαν οἱ πλεῖστοι τῶν μαχίμων, τῶν ἐξεληλυθότων ἐκ γῆς Αἰγύπτου, οἱ ἀπειθήσαντες ταῖς ἐντολαῖς τοῦ Θεοῦ, οἷς καὶ διώρισε μὴ ἰδεῖν αὐτοὺς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, ἣν ὤμοσε Κύριος τοῖς πατράσιν ἡμῶν δοῦναι αὐτοῖς, γῆν ῥέουσαν γάλα καὶ μέλι. Ἀντὶ δὲ τούτων ἀντικατέστησε τοὺς υἱοὺς αὐτῶν, οὓς Ἰησοῦς περιέτεμε, διὰ τὸ γεγενῆσθαι αὐτοὺς ἀπεριτμήτους κατὰ τὴν ὁδόν». Ὥστε σημεῖον ἦν ἡ περιτομὴ ἀφορίζον τὸν Ἰσραὴλ ἐκ τῶν ἐθνῶν, οἷς συνανεστρέφετο.

Η περιτομή δόθηκε στον Αβραάμ πριν από το νόμο, μετά από ευλογία και υπόσχεση του Θεού· ήταν σημάδι για να ξεχωρίζει αυτός και οι συγγενείς από τους ειδωλολάτρες, με τους οποίους ζούσαν μαζί. Και είναι ξεκάθαρο: όταν ο Ισραηλιτικός λαός περιπλανιόταν στην έρημο σαράντα χρόνια, έζησε μόνος του χωρίς ν᾿ αναμιχθεί με άλλο έθνος· και όσοι γεννήθηκαν εκεί, δεν περιτμήθηκαν. Περιτμήθηκαν όταν ο Ιησούς (του Ναυή) τους πέρασε από τον Ιορδάνη και έγινε ο δεύτερος νόμος της περιτομής. Την εποχή, δηλαδή, του Αβραάμ δόθηκε ο νόμος της περιτομής και έπειτα σταμάτησε στην έρημο για σαράντα χρόνια. Και πάλι, για δεύτερη φορά, ο Θεός έδωσε στον Ιησού το νόμο της περιτομής, μετά τη διάβαση του Ιορδάνη, όπως περιγράφεται στο βιβλίο Ιησού του Ναυή: «Εκείνη την εποχή ο Κύριος είπε στον Ιησού: Κάνε για τον εαυτό σου πέτρινα κοφτερά μαχαίρια και να κάνεις για δεύτερη φορά περιτομή στους γιους του Ισραήλ»· και λίγο παρακάτω (λέει): «Για σαράντα δύο χρόνια ο Ισραηλιτικός λαός περιφέρονταν στην έρημο της Βαττάρας και γι᾿ αυτό οι περισσότεροι μάχιμοι άνδρες, που είχαν φύγει από την Αίγυπτο, ήταν απερίτμητοι· επειδή δεν υπάκουσαν στις εντολές του Θεού, (ο Κύριος) όρισε ότι δεν θα τους αφήσει να δουν τη γη της επαγγελίας, την οποία ο Κύριος ορκίστηκε ότι θα δώσει στους πατέρες μας, γη που ρέει μέλι και γάλα. Και στη θέση τους έβαλε τους γιους τους, στους οποίους ο Ιησούς έκανε περιτομή, επειδή ήταν απερίτμητοι λόγω της οδοιπορίας». Επομένως, η περιτομή ήταν σημάδι που ξεχώριζε τον Ισραηλιτικό λαό από τα ειδωλολατρικά έθνη, με τα οποία ζούσε μαζί.

Τύπος δὲ ἦν τοῦ βαπτίσματος. Καθάπερ γὰρ ἡ περιτομὴ οὐ χρειῶδες μέλος ἀποτέμνει τοῦ σώματος, ἀλλὰ περίττωμα ἄχρηστον, οὕτω διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος τὴν ἁμαρτίαν περιτεμνόμεθα· ἡ δὲ ἁμαρτία δῆλον ὡς περίττωμα ἐπιθυμίας ἐστὶ καὶ οὐ χρειώδης ἐπιθυμία· ἀδύνατον γάρ τινα μηδ᾿ ὅλως ἐπιθυμεῖν ἢ τέλεον ἄγευστον ἡδονῆς εἶναι, ἀλλὰ τὸ ἄχρηστον τῆς ἡδονῆς ἤτοι ἡ ἄχρηστος ἐπιθυμία τε καὶ ἡδονή, τουτέστιν ἡ ἁμαρτία, ἣν περιτέμνει τὸ ἅγιον βάπτισμα παρέχον ἡμῖν σημεῖον τὸν τίμιον σταυρὸν ἐπὶ τοῦ μετώπου, οὐκ ἐξ ἐθνῶν ἀφορίζον ἡμᾶς – πάντα γὰρ τὰ ἔθνη τοῦ βαπτίσματος ἔτυχον καὶ τῷ σημείῳ τοῦ σταυροῦ ἐσφραγίσθησαν – ἀλλ᾿ ἐν ἑκάστῳ ἔθνει τὸν πιστὸν ἀποδιαστέλλον τοῦ ἀπίστου.

Ήταν μάλιστα τύπος του βαπτίσματος. Διότι, όπως η περιτομή αποκόπτει ένα αχρείαστο μέλος του σώματος, άχρηστο πλεόνασμα, έτσι και με το άγιο βάπτισμα αποκόπτουμε την αμαρτία. Και είναι φανερό ότι η αμαρτία αποτελεί άχρηστο περίττωμα της επιθυμίας, αχρείαστη ηδονή· διότι είναι αδύνατο να μην έχει κανείς καμμία επιθυμία ή να είναι τελείως άπειρος της ηδονής, αλλά εδώ είναι η άχρηστη ηδονή και άχρηστη επιθυμία, δηλαδή αμαρτία. Το άγιο βάπτισμα αυτήν αποκόπτει προσφέροντας σε μας ως σημάδι τον τίμιο σταυρό στο μέτωπο, χωρίς να μας ξεχωρίζει από τα έθνη – διότι όλα τα έθνη βαπτίσθηκαν και σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού – αλλά σε κάθε έθνος διακρίνει τον πιστό από τον άπιστο.

Τῆς τοίνυν ἀληθείας ἐμφανισθείσης ἀνόνητος ὁ τύπος καὶ ἡ σκιά. Ὥστε περιττὸν νῦν τὸ περιτέμνεσθαι καὶ ἐναντίον τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. «Ὁ γὰρ περιτεμνόμενος χρεωστεῖ ὅλον τὸν νόμον τηρῆσαι»· ὁ δὲ Κύριος, ἵνα πληρώσῃ τὸν νόμον, περιετμήθη· καὶ πάντα δὲ τὸν νόμον καὶ τὸ Σάββατον ἐτήρησεν, ἵνα πληρώσῃ καὶ στήσῃ τὸν νόμον. Ἀφ᾿ οὗ δὲ ἐβαπτίσθη καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα τοῖς ἀνθρώποις ἐνεφανίσθη ἐν εἴδει περιστερᾶς καταβαῖνον ἐπ᾿ αὐτόν, ἔκτοτε ἡ πνευματικὴ λατρεία καὶ πολιτεία καὶ ἡ τῶν οὐρανῶν βασιλεία κεκήρυκται.

Αφού, λοιπόν, η αλήθεια φανερώθηκε, ο τύπος και η σκιά δεν έχουν νόημα. Επομένως, τώρα η περιτομή είναι περιττή και αντίθετη στο άγιο βάπτισμα. «Διότι αυτός που περιτέμνεται, υποχρεώνεται να τηρήσει όλο το νόμο». Κι ο Κύριος, για να τηρήσει το νόμο, δέχθηκε την περιτομή. Και τήρησε όλο το νόμο και την αργία του Σαββάτου, για να συμπληρώσει και ανορθώσει το νόμο. Αφότου όμως βαπτίσθηκε και το ΄Αγιο Πνεύμα φανερώθηκε μπροστά στους ανθρώπους να κατεβαίνει πάνω του με μορφή περιστεριού, από τότε έχει κηρυχθεί η πνευματική λατρεία και ζωή, και η βασιλεία των ουρανών.

 

Κεφάλαιο 99

Περὶ τοῦ ἀντιχρίστου
(Για τον Αντίχριστο)

Χρὴ γινώσκειν, ὅτι δεῖ τὸν ἀντίχριστον ἐλθεῖν. Πᾶς μὲν οὖν ὁ μὴ ὁμολογῶν τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθέναι καὶ εἶναι Θεὸν τέλειον καὶ γενέσθαι ἄνθρωπον τέλειον μετὰ τοῦ μεῖναι Θεὸν ἀντίχριστός ἐστιν. Ὅμως ἰδιοτρόπως καὶ ἐξαιρέτως Ἀντίχριστος λέγεται ὁ ἐπὶ τῇ συντελείᾳ τοῦ αἰῶνος ἐρχόμενος. Χρὴ τοιγαροῦν πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι, καθὼς ἔφη ὁ Κύριος, καὶ τότε ἐλεύσεται εἰς ἔλεγχον τῶν ἀντιθέων Ἰουδαίων. Ἔφη γὰρ αὐτοῖς ὁ Κύριος· «Ἐγὼ ἦλθον ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἔρχεται ἄλλος ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, κἀκεῖνον λήψεσθε». Καὶ ὁ ἀπόστολος· «Ἀνθ᾿ ὧν τὴν ἀγάπην τῆς ἀληθείας οὐκ ἐδέξαντο εἰς τὸ σωθῆναι αὐτούς, καὶ διὰ τοῦτο πέμψει αὐτοῖς ὁ Θεὸς ἐνέργειαν πλάνης εἰς τὸ πιστεῦσαι αὐτοὺς τῷ ψεύδει, ἵνα κριθῶσι πάντες οἱ μὴ πιστεύσαντες τῇ ἀληθείᾳ, ἀλλ᾿ εὐδοκήσαντες ἐν τῇ ἀδικίᾳ».

Οφείλουμε να γνωρίζουμε ότι ο αντίχριστος πρέπει να έλθει. Καθένας βέβαια που δεν παραδέχεται ότι ο Υιός του Θεού, και Θεός ο ίδιος, δεν έχει σαρκωθεί, ότι δεν είναι τέλειος Θεός και δεν έγινε τέλειος άνθρωπος παραμένοντας Θεός, αυτός είναι αντίχριστος. Όμως ιδιαίτερα και ξεχωριστά Αντίχριστος ονομάζεται αυτός που θα έλθει στα τέλη των αιώνων. Πρώτα, δηλαδή, πρέπει το ευαγγέλιο να κηρυχθεί σε όλα τα έθνη, όπως είπε ο Κύριος, και τότε (ο Αντίχριστος) θα έλθει για να ελέγξει την ασέβεια των Ιουδαίων. Διότι ο Κύριος τους είπε: «Εγώ ήλθα απεσταλμένος από τον Πατέρα μου, και δεν με δέχεσθε· θα έλθει όμως άλλος από δική του πρωτοβουλία, και εκείνον θα τον δεχθείτε». Και ο απόστολος (λέει): «Επειδή δεν δέχθηκαν την αγάπη και την αλήθεια (δηλαδή τον Χριστό), για να σωθούν, γι᾿ αυτό και ο Θεός θα τους στείλει μια πλάνη, για να πιστέψουν στο ψέμα, και έτσι να καταδικασθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια, αλλά τους άρεσε η αδικία».

Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι Υἱὸν Θεοῦ ὄντα τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ Θεὸν οὐκ ἐδέξαντο, τὸν δὲ πλάνον Θεὸν ἑαυτὸν λέγοντα δέξονται. Ὅτι γὰρ Θεὸν ἑαυτὸν ἀποκαλέσει, ὁ ἄγγελος τῷ Δανιὴλ διδάσκων οὕτω φησίν· «Ἐπὶ θεοὺς τῶν πατέρων αὐτοῦ οὐ συνήσει». Καὶ ὁ ἀπόστολος· «Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον, ὅτι, ἐὰν μὴ ἔλθῃ ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀνομίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον θεὸν ἢ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ ὡς θεὸν καθίσαι ἀποδεικνύντα ἑαυτόν, ὅτι ἔστι θεός». Εἰς τὸν ναὸν δὲ τοῦ Θεοῦ οὐ τὸν ἡμέτερον, ἀλλὰ τὸν παλαιόν, τὸν Ἰουδαϊκόν. Οὐ γὰρ ἡμῖν, ἀλλὰ τοῖς Ἰουδαίοις εἰσελεύσεται· οὐχ ὑπὲρ Χριστοῦ ἀλλὰ κατὰ Χριστοῦ καὶ τῶν τοῦ Χριστοῦ, διὸ καὶ Ἀντίχριστος λέγεται.

Οι Ιουδαίοι, λοιπόν, αν και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είναι Υιός του Θεού και Θεός ο ίδιος, δεν τον δέχθηκαν, ενώ θα δεχθούν τον απατεώνα που θα διαδίδει ότι δήθεν είναι Θεός. Και πως θα τολμήσει να καλέσει τον εαυτό του Θεό, το πληροφορεί ο άγγελος στο Δανιήλ με τα εξής λόγια: «Δεν θα φροντίζει τους θεούς των πατέρων του». Το λέει και ο απόστολος: «Κανείς με κανένα τρόπο να μην σας εξαπατήσει· διότι (δε θα έρθει η ημέρα εκείνη της κρίσεως), εάν δεν έλθει πρώτα η αποστασία και δεν φανερωθεί ο άνθρωπος της αδικίας, ο γιός της απώλειας, αυτός που αντιτάσσεται και υψώνει τον εαυτό του ενάντια σε καθέναν που λέγεται θεός ή σέβασμα, ώστε αυτός να καθίσει σαν θεός στο ναό του Θεού, για να δείχνει τον εαυτό του ότι είναι θεός». Εννοεί, βέβαια, όχι το δικό μας ναό του Θεού, αλλά τον παλαιό, τον Ιουδαϊκό. Διότι δεν θα έλθει σε μας, αλλά στους Ιουδαίους· δεν θα έλθει για τον Χριστό, αλλά εναντίον του Χριστού και των χριστιανών, γι᾿ αυτό και ονομάζεται Αντίχριστος.

Δεῖ τοίνυν πρῶτον κηρυχθῆναι τὸ εὐαγγέλιον ἐν πᾶσι τοῖς ἔθνεσι. «Καὶ τότε ἀποκαλυφθήσεται ὁ ἄνομος, οὗ ἐστιν ἡ παρουσία κατ᾿ ἐνέργειαν τοῦ σατανᾶ ἐν πάσῃ δυνάμει καὶ σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους καὶ ἐν πάσῃ ἀπάτῃ τῆς ἀδικίας ἐν τοῖς ἀπολλυμένοις, ὃν ὁ Κύριος ἀνελεῖ τῷ ῥήματι τοῦ στόματος αὐτοῦ καὶ καταργήσει τῇ παρουσίᾳ τῆς ἐπιφανείας αὐτοῦ». Οὐκ αὐτὸς τοίνυν ὁ Διάβολος γίνεται ἄνθρωπος κατὰ τὴν τοῦ Κυρίου ἐνανθρώπησιν – μὴ γένοιτο – ἀλλ᾿ ἄνθρωπος ἐκ πορνείας τίκτεται καὶ ὑποδέχεται πᾶσαν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Σατανᾶ. Προειδὼς γὰρ ὁ Θεὸς τὸ ἄτοπον τῆς μελλούσης αὐτοῦ προαιρέσεως παραχωρεῖ ἐνοικῆσαι ἐν αὐτῷ τὸν Διάβολον.

Πρέπει, λοιπόν, πρώτα να κηρυχθεί το ευαγγέλιο σε όλα τα έθνη. «Και τότε θα φανερωθεί ο άνομος, του οποίου η παρουσία θα είναι σύμφωνα με την ενέργεια του σατανά με πολλή δύναμη, με σημεία και τέρατα ψεύδους, με κάθε απάτη αδικίας σ᾿ αυτούς που χάνονται· αυτόν ο Κύριος Ιησούς θα εξολοθρεύσει με την πνοή του στόματός του και θα τον καταργήσει με την επιφάνεια της παρουσίας του». Ο Διάβολος βέβαια δεν γίνεται άνθρωπος, όπως ο Κύριος έγινε άνθρωπος – αλίμονό μας – αλλά γεννιέται πρώτα ένας άνθρωπος με τρόπο πορνικό και δέχεται μετά όλη την ενέργεια του Σατανά. Επειδή, δηλαδή, ο Θεός προγνωρίζει τη διαστροφή της μελλοντικής προαιρέσεως (αυτού του ανθρώπου), επιτρέπει (ο Θεός) να μπει μέσα του ο Διάβολος.

Τίκτεται τοίνυν ἐκ πορνείας, ὡς ἔφημεν, καὶ ἀνατρέφεται λεληθότως καὶ αἰφνίδιον ἐπανίσταται καὶ ἀνταίρει καὶ βασιλεύει. Καὶ ἐν τοῖς προοιμίοις μὲν τῆς βασιλείας αὐτοῦ, μᾶλλον δὲ τυραννίδος, ὑποκρίνεται ἁγιοσύνην· ἡνίκα δὲ ἐπικρατὴς γένηται, διώκει τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ καὶ ἐκφαίνει πᾶσαν τὴν πονηρίαν αὐτοῦ. Ἐλεύσεται δὲ «ἐν σημείοις καὶ τέρασι ψεύδους» πεπλασμένοις καὶ οὐκ ἀληθέσι καὶ τοὺς σαθρὰν καὶ ἀστήρικτον τὴν βάσιν τῆς διανοίας ἔχοντας ἀπατήσει καὶ ἀποστήσει ἀπὸ Θεοῦ ζῶντος, ὥστε σκανδαλισθῆναι, «εἰ δυνατόν, καὶ τοὺς ἐκλεκτούς».

Γεννιέται, λοιπόν, (ο Αντίχριστος) όπως είπαμε, με πορνεία, και ανατρέφεται κρυφά· και ξαφνικά επαναστατεί, ανταρτεύει και κυριαρχεί ως βασιλιάς. Και στην αρχή της βασιλείας του – ή καλύτερα της τυραννίας του – προσποιείται αγιότητα· όταν όμως στερεωθεί καλά στην εξουσία, τότε καταδιώκει την Εκκλησία του Θεού και εκδηλώνει όλη την πονηριά του. Και θα έλθει «με σημεία και τέρατα ψεύτικα», πλαστά και όχι αληθινά· θα εξαπατήσει και θα απομακρύνει από τον ζωντανό Θεό όλους αυτούς που έχουν ετοιμόρροπη και χωρίς θεμέλιο τη βάση της διάνοιάς τους, με αποτέλεσμα να σκανδαλισθούν «και οι εκλεκτοί, αν είναι δυνατόν».

Ἀποσταλήσεται δὲ Ἑνὼχ καὶ Ἡλίας ὁ Θεσβίτης καὶ ἐπιστρέψουσι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα, τουτέστι τὴν συναγωγὴν ἐπὶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὸ τῶν ἀποστόλων κήρυγμα, καὶ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἀναιρεθήσονται. Καὶ ἐλεύσεται ὁ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ, ὃν τρόπον οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἐθεάσαντο αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν, Θεὸς τέλειος καὶ ἄνθρωπος τέλειος, μετὰ δόξης καὶ δυνάμεως καὶ ἀνελεῖ τὸν ἄνθρωπον τῆς ἀνομίας, τὸν υἱὸν τῆς ἀπωλείας, τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ. Μηδεὶς τοίνυν ἀπὸ γῆς ἐκδεχέσθω τὸν Κύριον, ἀλλ᾿ ἐξ οὐρανοῦ, ὡς αὐτὸς ἡμᾶς ἠσφαλίσατο.

Τότε θα αποσταλεί ο Ενώχ και ο Ηλίας ο Θεσβίτης και θα επιστρέψουν οι καρδιές των πατέρων κοντά στα παιδιά τους· θα επιστρέψει, δηλαδή, η συναγωγή κοντά στον Κύριό μας Ιησού Χριστό και στο κήρυγμα των αποστόλων, και τότε (ο Αντίχριστος) θα τους φονεύσει. Και αμέσως ο Κύριος θα έλθει από τον ουρανό, όπως ακριβώς οι άγιοι απόστολοι τον είδαν ν᾿ ανεβαίνει στον ουρανό, με δόξα και δύναμη, δηλαδή ως τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και θα εκμηδενίσει με την πνοή του στόματός του τον άνθρωπο της αδικίας και γιό της απωλείας (τον Αντίχριστο). Κανείς, λοιπόν, ας μην περιμένει ο Κύριος να έλθει από τη γη, αλλά από τον ουρανό, όπως ο ίδιος μας το βεβαίωσε.

 

Κεφάλαιο 100

Περὶ ἀναστάσεως
(Για την Ανάσταση)

Πιστεύομεν δὲ καὶ εἰς ἀνάστασιν νεκρῶν. Ἔσται γάρ, ὄντως ἔσται νεκρῶν ἀνάστασις. Ἀνάστασιν δὲ λέγοντες σωμάτων φαμὲν ἀνάστασιν. Ἀνάστασις γάρ ἐστι δευτέρα τοῦ πεπτωκότος στάσις· αἱ γὰρ ψυχαὶ ἀθάνατοι οὖσαι πῶς ἀναστήσονται; Εἰ γὰρ θάνατον ὁρίζονται χωρισμὸν ψυχῆς ἀπὸ σώματος, ἀνάστασίς ἐστι πάντως συνάφεια πάλιν ψυχῆς καὶ σώματος καὶ δευτέρα τοῦ διαλυθέντος καὶ πεσόντος ζῴου στάσις. Αὐτὸ οὖν τὸ σῶμα τὸ φθειρόμενον καὶ διαλυόμενον, αὐτὸ ἀναστήσεται ἄφθαρτον· οὐκ ἀδυνατεῖ γὰρ ὁ ἐν ἀρχῇ ἐκ τοῦ χοὸς τῆς γῆς αὐτὸ συστησάμενος πάλιν ἀναλυθὲν καὶ ἀποστραφὲν εἰς τὴν γῆν, ἐξ ἧς ἐλήφθη κατὰ τὴν τοῦ Δημιουργοῦ ἀπόφασιν, πάλιν ἀναστῆσαι αὐτό.

Πιστεύουμε επίσης και στην ανάσταση των νεκρών. Θα γίνει πράγματι η ανάσταση των νεκρών. Όταν λέμε ανάσταση, εννοούμε την ανάσταση των σωμάτων. Διότι ανάσταση είναι το δεύτερο ζωντάνεμα αυτού που έχει πεθάνει· διότι οι ψυχές, που είναι αθάνατες, πώς θα αναστηθούν; Αν πράγματι ορίζουν ως θάνατο τον χωρισμό της ψυχής από το σώμα, τότε οπωσδήποτε ανάσταση είναι η ένωση της ψυχής πάλι με το σώμα και δεύτερη ανόρθωση της υπάρξεως που πέθανε και διαλύθηκε. Το ίδιο, λοιπόν, σώμα που φθάρθηκε και διαλύθηκε, θα αναστηθεί άφθαρτο. Διότι αυτός που το έπλασε στην αρχή από το χώμα της γης μπορεί και πάλιν να το αναστήσει, παρόλο που λύθηκε στα στοιχεία του και επέστρεψε στη γη, από την οποία πλάσθηκε με απόφαση του Δημιουργού.

Εἰ γὰρ μὴ ἔστιν ἀνάστασις, «φάγωμεν καὶ πίωμεν», τὸν ἐνήδονον καὶ ἀπολαυστικὸν βίον μετέλθωμεν. Εἰ οὐκ ἔστιν ἀνάστασις, ἐν τίνι τῶν ἀλόγων διαφέρομεν; Εἰ οὐκ ἔστιν ἀνάστασις, μακαρίσωμεν τὰ θηρία τοῦ ἀγροῦ τὸν ἄλυπον ἔχοντα βίον. Εἰ οὐκ ἔστιν ἀνάστασις, οὐδὲ Θεός ἐστιν οὐδὲ πρόνοια, αὐτομάτως δὲ πάντα ἄγονταί τε καὶ φέρονται. Ἰδοὺ γὰρ ὁρῶμεν πλείστους δικαίους μὲν πενομένους καὶ ἀδικουμένους καὶ μηδεμιᾶς ἐν τῷ παρόντι βίῳ τυγχάνοντας ἀντιλήψεως, ἁμαρτωλοὺς δὲ καὶ ἀδίκους ἐν πλούτῳ καὶ πάσῃ τρυφῇ εὐθηνοῦντας.

Διότι, αν δεν υπάρχει ανάσταση, «ας φάμε και πιούμε», ας επιδιώξουμε τη ζωή των ηδονών και των απολαύσεων. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, σε τί διαφέρουμε από τα άλογα ζώα; Εάν δεν υπάρχει ανάσταση, ας μακαρίσουμε τα θηρία του δάσους που η ζωή τους κυλά χωρίς λύπη. Αν δεν υπάρχει ανάσταση, ούτε Θεός υπάρχει, ούτε η πρόνοιά του, και όλα γίνονται στην τύχη. Βλέπουμε, για παράδειγμα, πάρα πολλούς δίκαιους να είναι φτωχοί, ν᾿ αδικούνται και να μην έχουν στον παρόντα βίο καμμιά βοήθεια· αντίθετα, αμαρτωλοί και άδικοι να ευημερούν μέσα στον πλούτο και κάθε απόλαυση.

Καὶ τίς ἂν τοῦτο δικαιοκρισίας ἢ σοφῆς προνοίας ἔργον εὖ φρονῶν ὑπολάβοι; Ἔσται οὖν, ἔσται ἀνάστασις. Δίκαιος γὰρ ὁ Θεὸς καὶ τοῖς ὑπομένουσιν αὐτὸν μισθαποδότης γίνεται. Εἰ μὲν οὖν ἡ ψυχὴ μόνη τοῖς τῆς ἀρετῆς ἀγῶσιν ἐνήθλησε, μόνη καὶ στεφανωθήσεται. Καὶ εἰ μόνη ταῖς ἡδοναῖς ἐνεκυλίσθη, μόνη δικαίως ἂν ἐκολάζετο· ἀλλ᾿ ἐπεὶ μήτε τὴν ὕπαρξιν κεχωρισμένην ἔσχον μήτε τὴν ἀρετὴν μήτε τὴν κακίαν ἡ ψυχὴ μετῆλθε δίχα τοῦ σώματος, δικαίως ἄμφω ἅμα καὶ τῶν ἀμοιβῶν τεύξονται.

Και ποιός λογικός άνθρωπος θα το θεωρούσε αυτό δίκαιη και σοφή πράξη; Θα γίνει, λοιπόν, θα γίνει η ανάσταση. Διότι ο Θεός είναι δίκαιος και βραβεύει με μισθό αυτούς που τον υπακούν. Αν βέβαια η ψυχή αγωνίσθηκε μόνη στον αγώνα των αρετών, και μόνη αυτή θα βραβευθεί. Κι αν μόνη της έπεσε στον βούρκο των ηδονών, θα ήταν δίκαιο μόνη αυτή να τιμωρούνταν. Αλλά, επειδή ούτε η (ανθρώπινη) ύπαρξη έχει δύο χωριστά μέρη, ούτε η ψυχή εργάσθηκε την αρετή ή την κακία ξεχωριστά από το σώμα, είναι δίκαιο και τα δύο (ψυχή και σώμα) να λάβουν τις αμοιβές.

Μαρτυρεῖ δὲ καὶ ἡ θεία Γραφή, ὅτι ἔσται σωμάτων ἀνάστασις. Φησὶ γοῦν ὁ Θεὸς πρὸς Νῶε μετὰ τὸν κατακλυσμόν· «Ὡς λάχανα χόρτου δέδωκα ὑμῖν τὰ πάντα. Πλὴν κρέας ἐν αἵματι ψυχῆς οὐ φάγεσθε· καὶ γὰρ τὸ ὑμέτερον αἷμα τῶν ψυχῶν ὑμῶν ἐκζητήσω, ἐκ χειρὸς πάντων τῶν θηρίων ἐκζητήσω αὐτὸ καὶ ἐκ χειρὸς παντὸς ἀνθρώπου ἀδελφοῦ αὐτοῦ ἐκζητήσω τὴν ψυχὴν αὐτοῦ. Ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου, ἀντὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται, ὅτι ἐν εἰκόνι Θεοῦ ἐποίησα τὸν ἄνθρωπον». Πῶς ἐκζητήσει τὸ αἷμα τοῦ ἀνθρώπου ἐκ χειρὸς πάντων τῶν θηρίων, ἢ ὅτι ἀναστήσει τὰ σώματα τῶν ἀνθρώπων τῶν ἀποθνῃσκόντων; Οὐ γὰρ ἀντὶ τοῦ ἀνθρώπου ἀποθανεῖται τὰ θηρία.

Μάλιστα, η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι θα γίνει ανάσταση των σωμάτων. Λέει, λοιπόν, ο Θεός στο Νώε μετά τον κατακλυσμό: «Σας τα επιτρέπω όλα έως τα λάχανα και τα χόρτα. Ωμό όμως κρέας, με τη ζωή και το αίμα του, δεν θα φάτε· και οπωσδήποτε το αίμα και τη ζωή σας θα τα ζητήσω πίσω από τα θηρία που τα κατασπάραξαν, όπως τη ζωή κάθε ανθρώπου θα τη ζητήσω πίσω από το χέρι του αδελφού του (που τον σκότωσε). Όποιος χύσει αίμα ανθρώπου, από άνθρωπο θα χυθεί το αίμα του, διότι έπλασα τον άνθρωπο σύμφωνα με την εικόνα του Θεού». Πώς θα ζητήσει πίσω το αίμα του ανθρώπου από τα θηρία που τον κατασπάραξαν, παρά μόνον με το ότι θα αναστήσει τα σώματα των ανθρώπων που πέθαναν; Διότι δεν είναι δυνατόν να πεθάνουν θηρία σε αντάλλαγμα των ανθρώπων.

Καὶ πάλιν τῷ Μωσεῖ· «Ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ Θεὸς Ἰακώβ. Οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς νεκρῶν Θεὸς» τῶν ἀποθανόντων καὶ οὐκέτι ἐσομένων, ἀλλὰ ζώντων, ὧν αἱ ψυχαὶ μὲν ἐν χειρὶ αὐτοῦ ζῶσι, τὰ δὲ σώματα πάλιν διὰ τῆς ἀναστάσεως ζήσεται. Καὶ ὁ θεοπάτωρ Δαυίδ φησι πρὸς τὸν Θεόν· «Ἀντανελεῖς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ ἐκλείψουσι καὶ εἰς τὸν χοῦν αὐτῶν ἐπιστρέψουσιν». Ἰδοὺ περὶ τῶν σωμάτων ὁ λόγος. Εἶτα ἐπάγει· «Ἐξαποστελεῖς τὸ Πνεῦμά σου, καὶ κτισθήσονται, καὶ ἀνακαινιεῖς τὸ πρόσωπον τῆς γῆς».

Και πάλι λέει στον Μωυσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Ο Θεός δεν είναι Θεός των νεκρών», δηλαδή αυτών που πέθαναν και δεν θα υπάρχουν πια, αλλά των ζωντανών, των οποίων οι ψυχές βρίσκονται στα χέρια του, ενώ τα σώματά τους θα ζήσουν πάλι με την ανάστασή τους. Και ο θεοπάτορας Δαβίδ λέει στον Θεό: «Θ᾿ αφαιρέσεις το πνεύμα τους και θα χαθούν, και θα επιστρέψουν στη γη τους». Να, εδώ γίνεται λόγος για τα σώματα. Έπειτα προσθέτει: «Θ᾿ αποστείλεις το πνεύμα σου και θα πλασθούν και θα ανανεώσεις τους κατοίκους της γης».

Καὶ Ἡσαΐας δέ· «Ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις». Δῆλον δέ, ὡς οὐχ αἱ ψυχαὶ ἐν τοῖς μνημείοις τίθενται, ἀλλὰ τὰ σώματα. Καὶ ὁ μακάριος δὲ Ἰεζεκιήλ· «Καὶ ἐγένετο», φησίν, «ἐν τῷ με προφητεῦσαι, καὶ ἰδοὺ σεισμός, καὶ προσήγαγε τὰ ὀστᾶ, ὀστέον πρὸς ὀστέον, ἕκαστον πρὸς τὴν ἁρμονίαν αὐτοῦ. Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ ἐπεγένετο αὐτοῖς νεῦρα, καὶ σάρκες ἀνεφύοντο, καὶ ἀνέβαινεν ἐπ᾿ αὐτὰ καὶ περιετάθη αὐτοῖς δέρματα ἐπάνωθεν». Εἶτα διδάσκει, πῶς κελευσθέντα ἐπανῆλθε τὰ πνεύματα.

Και ο Ησαΐας πάλι λέει: «Οι νεκροί θ᾿ αναστηθούν και θα βγουν έξω από τους τάφους». Είναι γνωστό ότι στους τάφους εναποτίθενται τα σώματα και όχι οι ψυχές. Και ο μακάριος Ιεζεκιήλ λέει: «Και μόλις προφήτευσα, να, έγινε σεισμός και συναρμολογήθηκαν τα οστά, ένα προς ένα, το καθένα στη θέση του. Και παρατήρησα, αμέσως προστέθηκαν νεύρα σ᾿ αυτά, φύτρωσαν σάρκες και σχηματίσθηκε και τα περιέβαλε από παντού δέρμα». Στη συνέχεια, αναφέρει πώς με την προσταγή επανήλθε η ζωή (σ᾿ αυτά).

Καὶ ὁ θεῖος Δανιήλ φησι· «Καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἀναστήσεται Μιχαὴλ ὁ ἄρχων ὁ μέγας, ὁ ἑστηκὼς ἐπὶ τοὺς υἱοὺς τοῦ λαοῦ σου· καὶ ἔσται καιρὸς θλίψεως, θλῖψις, οἵα οὐ γέγονεν, ἀφ᾿ οὗ γεγένηται ἔθνος ἐπὶ τῆς γῆς, ἕως τοῦ καιροῦ ἐκείνου. Καὶ ἐν τῷ καιρῷ ἐκείνῳ σωθήσεται ὁ λαός σου, πᾶς ὁ εὑρεθεὶς γεγραμμένος ἐν τῷ βιβλίῳ. Καὶ πολλοὶ τῶν καθευδόντων ἐν γῆς χώματι ἐγερθήσονται, οὗτοι εἰς ζωὴν αἰώνιον, καὶ οὗτοι εἰς ὀνειδισμὸν καὶ αἰσχύνην αἰώνιον. Καὶ οἱ συνιόντες ἐκλάμψουσιν ὡς ἡ λαμπρότης τοῦ στερεώματος, καὶ ἀπὸ τῶν δικαίων τῶν πολλῶν, ὡς οἱ ἀστέρες εἰς τοὺς αἰῶνας καὶ ἔτι ἐκλάμψουσι». «Πολλοὶ τῶν καθευδόντων ἐν γῆς χώματι», λέγων, «ἐξεγερθήσονται», δῆλον, ὡς ἀνάστασιν ἐμφαίνει σωμάτων· οὐ γὰρ δήπου τις φήσειε τὰς ψυχὰς ἐν γῆς χώματι καθεύδειν.

Και ο θείος Δανιήλ λέει: «Τον καιρό εκείνο θα σηκωθεί ο Μιχαήλ, ο μεγάλος άρχοντας, ο οποίος στέκεται για τους γιους του λαού σου· και θα είναι καιρός θλίψεως, τέτοια θλίψη που ποτέ δεν έγινε έως τότε, αφότου εμφανίσθηκαν οι λαοί της γης. Και τον καιρό εκείνο (της θλίψεως) θα σωθεί ο λαός σου, καθένας που θα βρεθεί γραμμένος στο βιβλίο. Και πολλοί απ᾿ αυτούς που κοιμούνται μέσα στο χώμα της γης θ᾿ αναστηθούν, άλλοι για αιώνια ζωή και άλλοι για καταδίκη και αιώνια ντροπή. Και οι συνετοί θα λάμψουν όπως η λαμπρότητα του έναστρου ουρανού, και αυτοί που είναι πολύ δίκαιοι θα λάμψουν στην αιωνιότητα ακόμη περισσότερο από τα άστρα». Με τη φράση «πολλοί που κοιμούνται στο χώμα της γης θ᾿ αναστηθούν», είναι φανερό ότι εννοεί την ανάσταση των σωμάτων. Διότι ποτέ δεν θα έλεγε κάποιος ότι οι ψυχές κοιμούνται στο χώμα της γης.

Ἀλλὰ μὴν καὶ ὁ Κύριος ἐν τοῖς ἱεροῖς Εὐαγγελίοις τὴν τῶν σωμάτων ἀριδήλως ἀνάστασιν παραδέδωκεν. «Ἀκούσονται» γάρ, φησίν, «οἱ ἐν τοῖς μνημείοις τῆς φωνῆς τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξελεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως». Ἐν τοῖς μνημείοις δὲ τὰς ψυχάς ποτε τῶν εὖ φρονούντων εἴποι τις οὐκ ἄν;

Αλλά και ο Κύριος στα ιερά Ευαγγέλια ολοφάνερα κήρυξε την ανάσταση των σωμάτων. Λέει, για παράδειγμα: «Όσοι κείτονται πεθαμένοι στους τάφους θ᾿ ακούσουν τη φωνή του Υιού του Θεού και θ᾿ αναστηθούν· όσοι έκαναν τα καλά έργα θ᾿ αναστηθούν για τη ζωή, ενώ όσοι έκαναν τα κακά θ᾿ αναστηθούν για την καταδίκη». Κανένας, λοιπόν, λογικός άνθρωπος δεν λέει ποτέ ότι στους τάφους κείτονται οι ψυχές.

Οὐ λόγῳ δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ ἔργῳ τὴν τῶν σωμάτων ὁ Κύριος ἀνάστασιν ἐφανέρωσε. Πρῶτον μὲν τεταρταῖον καὶ ἤδη φθαρέντα καὶ ὀδωδότα ἐγείρας τὸν Λάζαρον· οὐ ψυχὴν γὰρ ἐστερημένην σώματος, ἀλλὰ καὶ σῶμα σὺν τῇ ψυχῇ, καὶ οὐχ ἕτερον, ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ φθαρὲν ἤγειρε. Πῶς γὰρ ἂν ἐγινώσκετο ἢ ἐπιστεύετο ἡ τοῦ τεθνεῶτος ἀνάστασις μὴ τῶν χαρακτηριστικῶν τῆς ὑποστάσεως ἰδιωμάτων ταύτην συνιστώντων; Ἀλλὰ Λάζαρον μὲν πρὸς ἔνδειξιν τῆς οἰκείας θεότητος καὶ πίστωσιν τῆς αὐτοῦ τε καὶ ἡμῶν ἀναστάσεως ἤγειρε, πάλιν ὑποστρέφειν μέλλοντα εἰς θάνατον.

Και ο Κύριος πιστοποίησε την ανάσταση των σωμάτων όχι μόνον με λόγια αλλά και με έργα. Πρώτα, βέβαια, με την τετραήμερη έγερση του Λαζάρου, που ήδη είχε διαλυθεί και μύριζε· μάλιστα, δεν ανάστησε ψυχή χωρίς σώμα, αλλά και το σώμα μαζί με την ψυχή· και όχι άλλο σώμα, αλλά το ίδιο που είχε διαλυθεί. Διότι, πώς θα γινόταν γνωστή και πιστευτή η ανάσταση του πεθαμένου, αν δεν διατηρούσε τα χαρακτηριστικά ιδιώματα που συνιστούν την υπόστασή της; Και τον Λάζαρο βέβαια τον ανάστησε για ν᾿ αποδείξει τη θεότητά του και να βεβαιώσει τη δική του και δική μας ανάσταση, αν και (ο Λάζαρος) επρόκειτο πάλι να επιστρέψει στον θάνατο.

Αὐτὸς δὲ ὁ Κύριος ἀπαρχὴ τῆς τελείας καὶ μηκέτι θανάτῳ ὑποπιπτούσης ἀναστάσεως γέγονε. Διὸ δὴ καὶ ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος ἔλεγεν· «Εἰ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται. Ἄρα οὖν ματαία ἡ πίστις ἡμῶν· ἄρα ἔτι ἐσμὲν ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ἡμῶν». Καὶ ὅτι «Χριστὸς ἐγήγερται, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων». Καί· «Πρωτότοκος ἐκ νεκρῶν». Καὶ πάλιν· «Εἰ γὰρ πιστεύομεν, ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, οὕτω καί ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ». «Οὕτως» ἔφη, ὡς ὁ Κύριος ἀνέστη.

Ο ίδιος όμως ο Κύριος έγινε η πρώτη αρχή της τελείας αναστάσεως, η οποία δεν υποπίπτει στον θάνατο. Γι᾿ αυτό και ο θείος απόστολος Παύλος έλεγε: «Εάν οι νεκροί δεν θ᾿ αναστηθούν, ούτε ο Χριστός έχει αναστηθεί. Επομένως, η πίστη μας είναι μάταιη και βρισκόμαστε ακόμη μέσα στις αμαρτίες μας». Και λέει ακόμη: «Αναστήθηκε ο Χριστός, η αρχή για την έγερση των νεκρών». Επίσης λέει: «Πρώτος βγήκε από τους νεκρούς». Και ακόμη: «Αν πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε και αναστήθηκε, με τον ίδιο τρόπο ο Θεός με τον Ιησού θα εγείρει και τους νεκρούς μαζί του». Είπε τη φράση «με τον ίδιο τρόπο», όπως δηλαδή ο Κύριος αναστήθηκε.

Ὅτι δὲ ἡ τοῦ Κυρίου ἀνάστασις σώματος ἀφθαρτισθέντος καὶ ψυχῆς ἕνωσις ἦν (ταῦτα γὰρ τὰ διαιρεθέντα), δῆλον· ἔφη γάρ· «Λύσατε τὸν ναόν, καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομήσω αὐτόν». Μάρτυς δὲ ἀξιόπιστος τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, ὡς περὶ τοῦ ἰδίου ἔλεγε σώματος. «Ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε», φησὶ, τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς ὁ Κύριος πνεῦμα δοκοῦσιν ὁρᾶν, «ὅτι ἐγώ εἰμι καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι· ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει, καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα». «Καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν» καὶ τῷ Θωμᾷ προτείνει πρὸς ψηλάφησιν. Ἆρα οὐχ ἱκανὰ ταῦτα τὴν τῶν σωμάτων πιστώσασθαι ἀνάστασιν;

Και είναι φανερό ότι η ανάσταση του Κυρίου ήταν ένωση του σώματος, που έγινε άφθαρτο, και της ψυχής (διότι αυτά τα δύο είχαν χωρισθεί μεταξύ τους)· είπε μάλιστα (ο Κύριος): «Γκρεμίστε το ναό, και μέσα σε τρεις ημέρες θα τον ξανακτίσω». Και το ιερό Ευαγγέλιο αποτελεί αξιόπιστο μάρτυρα ότι εννοούσε (με την παραπάνω φράση) το σώμα του». Λέει, επίσης, ο Κύριος στους μαθητές του, που νόμιζαν πως βλέπουν φάντασμα: «Αγγίξτε με και γνωρίστε ότι εγώ ο ίδιος είμαι και δεν έχω αλλάξει· διότι (το φάντασμα) δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ». «Και αφού είπε τα λόγια αυτά, τους έδειξε τα χέρια και την πλευρά του», και καλεί το Θωμά να τον αγγίξει. Επομένως, αυτά δεν είναι αρκετά για να βεβαιώσουν την ανάσταση των σωμάτων;

Πάλιν φησὶν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Δεῖ γὰρ τὸ φθαρτὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀφθαρσίαν, καὶ τὸ θνητὸν τοῦτο ἐνδύσασθαι ἀθανασίαν». Καὶ πάλιν· «Σπείρεται ἐν φθορᾷ, ἐγείρεται ἐν ἀφθαρσίᾳ· σπείρεται ἐν ἀσθενείᾳ, ἐγείρεται ἐν δυνάμει· σπείρεται ἐν ἀτιμίᾳ, ἐγείρεται ἐν δόξῃ· σπείρεται σῶμα ψυχικὸν», ἤτοι παχύ τε καὶ θνητόν, «ἐγείρεται σῶμα πνευματικόν», ἄτρεπτον, ἀπαθές, λεπτόν· τοῦτο γὰρ σημαίνει τὸ «πνευματικόν», οἷον τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα μετὰ τὴν ἀνάστασιν κεκλεισμένων τῶν θυρῶν διερχόμενον, ἀκοπίατον, τροφῆς, ὕπνου καὶ πόσεως ἀνενδεές. «Ἔσονται γάρ», φησὶν ὁ Κύριος, «ὡς οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ»· οὐ γάμος ἔτι, οὐ τεκνογονία. Φησὶ γοῦν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει, ἐξ οὗ καὶ Σωτῆρα ἀπεκδεχόμεθα Κύριον Ἰησοῦν, ὃς καὶ μετασχηματίσει τὸ σῶμα τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν εἰς τὸ γενέσθαι αὐτὸ σύμμορφον τῷ σώματι τῆς δόξης αὐτοῦ»· οὐ τὴν εἰς ἑτέραν μορφὴν μεταποίησιν λέγων – ἄπαγε – τὴν ἐκ φθορᾶς δὲ μᾶλλον εἰς ἀφθαρσίαν ἐναλλαγήν.

Λέει, επίσης, ο θείος απόστολος: «Πρέπει αυτό το φθαρτό (σώμα) να γίνει άφθαρτο και το ίδιο το θνητό (σώμα) να γίνει αθάνατο». Και πάλι λέει: «Πεθαίνει (σώμα) φθαρτό και ανασταίνεται άφθαρτο· πεθαίνει ασθενικό και ανασταίνεται δυνατό· πεθαίνει άσημο και ανασταίνεται ένδοξο· πεθαίνει σώμα ψυχικό (δηλαδή υλικό και θνητό) και ανασταίνεται σώμα πνευματικό», δηλαδή άτρεπτο, απαθές, άϋλο. Το «πνευματικό» (σώμα) έχει αυτή την έννοια, όπως είναι το σώμα του Κυρίου, το οποίο μετά την ανάστασή του διαπερνά κλειστές πόρτες, δεν κουράζεται, δεν έχει ανάγκη από τροφή, ύπνο και πιοτό. Βεβαιώνει ο Κύριος: «θα είναι (μετά την ανάσταση) σαν άγγελοι του Θεού»· ούτε γάμος ούτε παιδιά. Και λέει ο θείος απόστολος: «Η αληθινή ζωή μας είναι στον ουρανό, απ᾿ όπου περιμένουμε τον Σωτήρα μας Κύριο Ιησού, ο οποίος και θ᾿ αλλάξει τη μορφή του ταπεινού σώματός μας, για να ομοιάσει στην όψη του δικού του ενδόξου σώματος». Δεν εννοεί, βέβαια – αλίμονο κάτι τέτοιο – την αλλαγή μας σε άλλη μορφή, αλλά εννοεί την αλλαγή μας από την κατάσταση της φθοράς σ᾿ αυτήν της αφθαρσίας.

«Ἀλλ᾿ ἐρεῖ τις· Πῶς ἐγείρονται οἱ νεκροί;» Ὢ τῆς ἀπιστίας! Ὢ τῆς ἀφροσύνης! Ὁ χοῦν εἰς σῶμα βουλήσει μόνῃ μεταβαλών, ὁ μικρὰν ὕλης ῥανίδα τοῦ σπέρματος ἐν μήτρᾳ αὔξειν προστάξας καὶ τὸ πολυειδὲς τοῦτο καὶ πολύμορφον ἀποτελεῖν τοῦ σώματος ὄργανον, οὐχὶ μᾶλλον τὸ γεγονὸς καὶ διαρρυὲν ἀναστήσει πάλιν βουληθείς;

Θα ρωτήσει όμως κάποιος: Πώς θ᾿ αναστηθούν οι νεκροί; Πω, πω, απιστία! Πω, πω, ανοησία! Αυτός που μετέβαλε το χώμα σε σώμα μόνο με τη βούλησή του, Αυτός που έδωσε εντολή σε μια μικρή σταγόνα του σπέρματος ν᾿ αυξηθεί μέσα στη μήτρα και να σχηματίσει αυτό το πολυσχιδές και πολύμορφο όργανο του σώματος, δεν θα μπορέσει και πάλι με τη βούλησή του ν᾿ αναστήσει αυτό που δημιουργήθηκε και στη συνέχεια διαλύθηκε;

«Ποίῳ δὲ σώματι ἔρχονται; Ἄφρον»· εἰ τοῖς τοῦ Θεοῦ λόγοις οὐ πιστεύειν ἡ πώρωσις συγχωρεῖ, κἂν τοῖς ἔργοις πίστευε. «Σὺ γάρ, ὃ σπείρεις, οὐ ζωοποιεῖται, ἐὰν μὴ ἀποθάνῃ· καὶ ὃ σπείρεις, οὐ τὸ σῶμα τὸ γενησόμενον σπείρεις, ἀλλὰ γυμνὸν κόκκον, εἰ τύχοι, σίτου ἤ τινος τῶν λοιπῶν. Ὁ δὲ Θεὸς αὐτῷ δίδωσι σῶμα, καθὼς ἠθέλησε, καὶ ἑκάστῳ τῶν σπερμάτων τὸ ἴδιον σῶμα». Θέασαι τοίνυν ὡς ἐν τάφοις ταῖς αὔλαξι τὰ σπέρματα καταχωννύμενα. Τίς ὁ τούτοις ῥίζας ἐντιθείς, καλάμην καὶ φύλλα, καὶ ἀστάχυας καὶ τοὺς λεπτοτάτους ἀνθέρικας; Οὐχ ὁ τῶν ὅλων Δημιουργός; Οὐ τοῦ τὰ πάντα τεκτηναμένου τὸ πρόσταγμα; Οὕτω τοίνυν πίστευε καὶ τῶν νεκρῶν τὴν ἀνάστασιν ἔσεσθαι θείᾳ βουλήσει καὶ νεύματι· σύνδρομον γὰρ ἔχει τῇ βουλήσει τὴν δύναμιν.

«Με ποιό σώμα θ᾿ αναστηθούν; (ρωτάει). Ανόητε!». Εάν η πώρωσή σου δεν σου επιτρέπει να πιστεύεις στα λόγια του Θεού, τουλάχιστον πίστευε στα έργα του. «Εσύ αυτό που σπείρεις δεν φυτρώνει, εάν δεν θαφτεί· και δεν σπείρεις το φυτό που θα φυτρώσει, αλλά γυμνό σπόρο, είτε τύχει σταριού είτε κάτι άλλο. Ο Θεός όμως είναι που δίνει, σύμφωνα με τη θέλησή του, τον κορμό σ᾿ αυτόν (τον σπόρο)· παρόμοια δίνει στον κάθε σπόρο τον δικό του κορμό». Δες, λοιπόν, πώς οι σπόροι παραχώνονται μέσα στα αυλάκια σαν σε τάφους. Ποιός είναι αυτός που τους δίνει ρίζες, κορμό και φύλλα, στάχια και πολύ λεπτά καλάμια; Δεν είναι ο Δημιουργός των πάντων; Δεν είναι η εντολή αυτού που τα κατασκεύασε όλα; Παρόμοια, λοιπόν, πίστευε ότι θα γίνει και η ανάσταση των νεκρών, με τη θεία βούληση και το θείο πρόσταγμα· διότι η δύναμή του συνεργεί αμέσως με τη βούλησή του.

Ἀναστησόμεθα τοιγαροῦν τῶν ψυχῶν πάλιν ἑνουμένων τοῖς σώμασιν ἀφθαρτιζομένοις καὶ ἀποδυομένοις τὴν φθορὰν καὶ παραστησόμεθα τῷ φοβερῷ τοῦ Χριστοῦ βήματι· καὶ παραδοθήσεται ὁ Διάβολος καὶ οἱ δαίμονες αὐτοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτοῦ, ἤγουν ὁ Ἀντίχριστος, καὶ οἱ ἀσεβεῖς καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, οὐχ ὑλικόν, οἷον τὸ παρ᾿ ἡμῖν, ἀλλ᾿ οἷον εἰδείη Θεός. Οἱ δὲ τὰ ἀγαθὰ πράξαντες ἐκλάμψουσιν ὡς ὁ ἥλιος σὺν ἀγγέλοις εἰς ζωὴν αἰώνιον σὺν τῷ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ, ὁρῶντες αὐτὸν ἀεί, καὶ ὁρώμενοι καὶ ἄληκτον τὴν ἀπ᾿ αὐτοῦ εὐφροσύνην καρπούμενοι, αἰνοῦντες αὐτόν σύν τῷ Πατρί καί Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς ἀπείρους αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Θ᾿ αναστηθούμε, λοιπόν, με την ένωση πάλι των ψυχών με τα σώματα, τα οποία θα γίνουν άφθαρτα και θ᾿ αποβάλλουν τη φθορά· και θα παρουσιασθούμε στο φοβερό κριτήριο του Χριστού. Τότε ο Διάβολος, οι δαίμονές του, ο άνθρωπός του – ο Αντίχριστός εννοώ – και όλοι οι ασεβείς και οι αμαρτωλοί θα παραδοθούν στο αιώνιο πυρ, όχι το υλικό, όπως η φωτιά που εμείς έχουμε, αλλά σ᾿ αυτό που ο Θεός γνωρίζει. Τότε, όσοι έκαναν τα καλά έργα θα λάμψουν σαν τον ήλιο στην αιώνια ζωή μαζί με τους αγγέλους και με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, τον οποίο θα βλέπουν συνεχώς· με τη θέα του θα απολαμβάνουν την ατελείωτη χαρά που προσφέρει, και θα τον δοξολογούν μαζί με τον Πατέρα και το ΄Αγιο Πνεύμα στην άπειρη αιωνιότητα. Αμήν.

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας