Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

ΕΚΔΟΣΙΣ ΑΚΡΙΒΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ - ΜΕΡΟΣ 13

 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ
(μετάφραση: Ἀρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)

 

[ΜΕΡΟΣ 12]           * * *           [ΜΕΡΟΣ 14]

 

Κεφάλαιο 86

Περὶ τῶν ἁγίων καὶ ἀχράντων τοῦ Κυρίου μυστηρίων
(Για τα άγια και άχραντα μυστήρια του Κυρίου)

Ὁ ἀγαθὸς καὶ πανάγαθος καὶ ὑπεράγαθος Θεός, ὁ ὅλος ὢν ἀγαθότης, διὰ τὸν ὑπερβάλλοντα πλοῦτον τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος οὐκ ἠνέσχετο μόνον εἶναι τὸ ἀγαθόν, ἤτοι τὴν ἑαυτοῦ φύσιν ὑπὸ μηδενὸς μετεχόμενον. Τούτου χάριν ἐποίησε πρῶτον μὲν τὰς νοερὰς καὶ οὐρανίους δυνάμεις, εἶτα τὸν ὁρατὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον, εἶτα ἐκ νοεροῦ καὶ αἰσθητοῦ τὸν ἄνθρωπον. Πάντα μὲν οὖν τὰ ὑπ᾿ αὐτοῦ γενόμενα κοινωνοῦσι τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος κατὰ τὸ εἶναι· αὐτὸς γάρ ἐστι τοῖς πᾶσι τὸ εἶναι, ἐπειδὴ «ἐν αὐτῷ εἰσι τὰ ὄντα», οὐ μόνον ὅτι αὐτὸς ἐκ τοῦ μὴ ὄντος εἰς τὸ εἶναι αὐτὰ παρήγαγεν, ἀλλ᾿ ὅτι ἡ αὐτοῦ ἐνέργεια τὰ ὑπ᾿ αὐτοῦ γενόμενα συντηρεῖ καὶ συνέχει· ἐκ περισσοῦ δὲ τὰ ζῷα· κατά τε γὰρ τὸ εἶναι καὶ κατὰ τὸ ζωῆς μετέχειν κοινωνοῦσι τοῦ ἀγαθοῦ. Τὰ δὲ λογικὰ καὶ κατὰ τὰ προειρημένα μέν, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ λογικόν, καὶ ταῦτα μᾶλλον· οἰκειότερα γάρ πώς εἰσι πρὸς αὐτόν, εἰ καὶ πάντων οὗτος ὑπέρκειται ἀσυγκρίτως.

Ο αγαθός και πανάγαθος και υπεράγαθος Θεός, που έχει την πληρότητα της αγαθωσύνης, εξαιτίας της υπερβολικής αγαθότητός του, δεν ήθελε να υπάρχει μόνον η δική του αγαθή φύση και κανείς να μην μετέχει σ᾿ αυτήν. Γι᾿ αυτό τον λόγο πρώτα έπλασε τις νοερές και ουράνιες δυνάμεις, έπειτα τον ορατό και αισθητό κόσμο και τέλος τον άνθρωπο, που αποτελείται και από νοερό και από αισθητό μέρος. Όλα όσα Αυτός δημιούργησε μετέχουν στη δική του αγαθότητα όσον αφορά στην ύπαρξή τους· διότι Αυτός τους χάρισε την ύπαρξη, επειδή «τα δημιουργήματα υπάρχουν απ᾿ αυτόν»· όχι διότι μόνον Αυτός τα έφερε από την ανυπαρξία στην ύπαρξη, αλλ᾿ επειδή η δική του ενέργεια συντηρεί και συγκρατεί τα δημιουργήματά του. Περισσότερο βέβαια τα ζωντανά πλάσματά του· διότι μετέχουν στο αγαθό και λόγω της υπάρξεώς τους και λόγω της μετοχής τους στο γεγονός της ζωής. Τα λογικά όντα πάλι μετέχουν περισσότερο, και στα προαναφερθέντα και στη λογική· διότι είναι πιο κοντά σ᾿ Αυτόν, αν και βέβαια Αυτός τα ξεπερνά σε ασύγκριτο βαθμό.

Ὁ μέντοι ἄνθρωπος λογικὸς καὶ αὐτεξούσιος γενόμενος, ἐξουσίαν εἴληφεν ἀδιαλείπτως διὰ τῆς οἰκείας προαιρέσεως ἑνοῦσθαι τῷ Θεῷ, εἴ γε διαμένει ἐν τῷ ἀγαθῷ, τουτέστι τῇ τοῦ κτίσαντος ὑπακοῇ. Ἐπειδὴ τοίνυν ἐν παραβάσει τῆς τοῦ πεποιηκότος αὐτὸν ἐντολῆς γέγονε καὶ θανάτῳ καὶ φθορᾷ ὑποπέπτωκεν, ὁ Ποιητὴς καὶ Δημιουργὸς τοῦ γένους ἡμῶν διὰ σπλάγχνα ἐλέους αὐτοῦ ὡμοιώθη ἡμῖν κατὰ πάντα γενόμενος ἄνθρωπος χωρὶς ἁμαρτίας καὶ ἡνώθη τῇ ἡμετέρᾳ φύσει. Ἐπειδὴ γὰρ μετέδωκεν ἡμῖν τῆς ἰδίας εἰκόνος καὶ τοῦ ἰδίου πνεύματος καὶ οὐκ ἐφυλάξαμεν, μεταλαμβάνει αὐτὸς τῆς πτωχῆς καὶ ἀσθενοῦς ἡμῶν φύσεως, ἵνα ἡμᾶς καθάρῃ καὶ ἀφθαρτίσῃ καὶ μετόχους πάλιν τῆς αὑτοῦ καταστήσῃ θεότητος.

Ο άνθρωπος, λοιπόν, με το να γίνει λογικός και αυτεξούσιος, έχει πάρει την εξουσία να ενώνεται συνεχώς με τον Θεό μέσω της δικής του θελήσεως· με την προϋπόθεση βέβαια να παραμένει στο αγαθό, να υπακούει δηλαδή στον Δημιουργό. Επειδή, λοιπόν, έγινε παραβάτης της εντολής του Δημιουργού του και έπεσε στην κατάσταση του θανάτου και της φθοράς, ο Πλάστης και Δημιουργός του γένους μας, χάρη στην πολλή του ευσπλαχνία, έγινε άνθρωπος όμοιος με μας σε όλα – εκτός από την αμαρτία – και ενώθηκε με τη φύση μας. Επειδή δηλαδή μας μετέδωσε την εικόνα του και το πνεύμα του και δεν το τηρήσαμε, γίνεται ο ίδιος μέτοχος της φτωχής και αδύναμης φύσεώς μας, για να μας καθαρίσει και να μας κάνει άφθαρτους και μέτοχους και πάλι της θεότητός του.

Ἔδει δὲ μὴ μόνον τὴν ἀπαρχὴν τῆς ἡμετέρας φύσεως ἐν μετοχῇ γενέσθαι τοῦ κρείττονος, ἀλλὰ καὶ πάντα τὸν βουλόμενον ἄνθρωπον καὶ δευτέραν γέννησιν γεννηθῆναι καὶ τραφῆναι τροφὴν ξένην καὶ τῇ γεννήσει πρόσφορον καὶ οὕτω φθάσαι τὸ μέτρον τῆς τελειότητος. Διὰ μὲν τῆς αὑτοῦ γεννήσεως, ἤτοι σαρκώσεως καὶ τοῦ βαπτίσματος καὶ τοῦ πάθους καὶ τῆς ἀναστάσεως ἠλευθέρωσε τὴν φύσιν τῆς ἁμαρτίας τοῦ προπάτορος, τοῦ θανάτου, τῆς φθορᾶς, καὶ τῆς ἀναστάσεως ἀπαρχὴ γέγονε καὶ ὁδὸν καὶ τύπον ἑαυτὸν καὶ ὑπογραμμὸν τέθεικεν, ἵνα καὶ ἡμεῖς τοῖς αὐτοῦ ἀκολουθήσαντες ἴχνεσι γενώμεθα θέσει, ὅπερ αὐτός ἐστι φύσει, υἱοὶ καὶ κληρονόμοι Θεοῦ καὶ αὐτοῦ συγκληρονόμοι. Ἔδωκεν οὖν ἡμῖν, ὡς ἔφην, γέννησιν δευτέραν, ἵνα ὥσπερ γεννηθέντες ἐκ τοῦ Ἀδὰμ ὡμοιώθημεν αὐτῷ, κληρονομήσαντες τὴν κατάραν καὶ τὴν φθοράν, οὕτω καὶ ἐξ αὐτοῦ γεννηθέντες, ὁμοιωθῶμεν αὐτῷ καὶ κληρονομήσωμεν τήν τε ἀφθαρσίαν καὶ τὴν εὐλογίαν καὶ τὴν δόξαν αὐτοῦ.

Έπρεπε, λοιπόν, όχι μόνον η πρώτη αρχή της φύσεώς μας (ο Αδάμ) να μετάσχει στο ανώτερο (Θεό), αλλά και κάθε άνθρωπος που θέλει, να μπορεί να ξαναγεννηθεί για δεύτερη φορά και να τραφεί με ξένη τροφή και κατάλληλη για την αναγέννησή του, και έτσι να φθάσει στην τελειότητα. Με τη γέννησή του βέβαια, δηλαδή με τη σάρκωση, το βάπτισμα, το πάθος και την ανάστασή του ελευθέρωσε τη φύση του προπάτορά μας από την αμαρτία, τον θάνατο και τη φθορά και έγινε η πρώτη αρχή της αναστάσεως· έκανε τον εαυτό του παράδειγμα, τύπο και υπογραμμό, ώστε κι εμείς ν᾿ ακολουθήσουμε στ᾿ αχνάρια του· και, ενώ αυτός είναι φυσικός γιός, εμείς να γίνουμε θετοί γιοί και κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι δικοί του. Μας χάρισε, όπως είπα, δεύτερη γέννηση, ώστε όπως, όταν γεννηθήκαμε από τον Αδάμ, γίναμε όμοιοί του και κληρονομήσαμε την τιμωρία και τη φθορά, έτσι και τώρα που γεννηθήκαμε απ᾿ Αυτόν, να γίνουμε όμοιοί δικοί Του και να κληρονομήσουμε την αφθαρσία, την ευλογία και τη δόξα του.

Ἐπειδὴ δὲ πνευματικός ἐστιν οὗτος ὁ Ἀδάμ, ἔδει καὶ τὴν γέννησιν πνευματικὴν εἶναι, ὁμοίως καὶ τὴν βρῶσιν· ἀλλ᾿ ἐπειδὴ διπλοῖ τινές ἐσμεν καὶ σύνθετοι, δεῖ καὶ τὴν γέννησιν διπλῆν εἶναι, ὁμοίως καὶ τὴν βρῶσιν σύνθετον. Ἡ μὲν οὖν γέννησις ἡμῖν δι᾿ ὕδατος καὶ Πνεύματος δέδοται, φημὶ δὴ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, ἡ δὲ βρῶσις αὐτὸς ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς.

Ακόμη, επειδή ο ίδιος ο Αδάμ είναι πνευματικός, έπρεπε και η γέννησή του να είναι πνευματική· το ίδιο και η τροφή του. Αλλά επειδή ορισμένοι είμαστε διπλοί και σύνθετοι, πρέπει και η γέννησή μας να είναι διπλή, το ίδιο και η τροφή μας σύνθετη. Η γέννηση βέβαια μας δόθηκε με το νερό και το ΄Αγιο Πνεύμα, εννοώ δηλαδή με το άγιο βάπτισμα· η τροφή μας όμως είναι ο ίδιος ο άρτος της ζωής που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός.

Μέλλων γὰρ τὸν ἑκούσιον ὑπὲρ ἡμῶν καταδέχεσθαι θάνατον ἐν τῇ νυκτί, ἐν ᾗ ἑαυτὸν παρεδίδου, διαθήκην καινὴν διέθετο τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ μαθηταῖς καὶ ἀποστόλοις καὶ δι᾿ αὐτῶν πᾶσι τοῖς εἰς αὐτὸν πιστεύουσιν. Ἐν τῷ ὑπερῴῳ τοίνυν τῆς ἁγίας καὶ ἐνδόξου Σιὼν τὸ παλαιὸν πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ φαγὼν καὶ πληρώσας τὴν παλαιὰν διαθήκην νίπτει τῶν μαθητῶν τοὺς πόδας, σύμβολον τοῦ ἁγίου βαπτίσματος παρεχόμενος. Εἶτα κλάσας ἄρτον ἐπεδίδου αὐτοῖς λέγων· «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Ὁμοίως δὲ λαβὼν τὸ ποτήριον ἐξ οἴνου καὶ ὕδατος μετέδωκεν αὐτοῖς λέγων· «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες· τοῦτό μού ἐστι τὸ αἷμα τῆς καινῆς διαθήκης τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. Ὁσάκις γὰρ ἂν ἐσθίητε τὸν ἄρτον τοῦτον καὶ τὸ ποτήριον τοῦτο πίνητε, τὸν θάνατον τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καταγγέλλετε καὶ τὴν ἀνάστασιν αὐτοῦ ὁμολογεῖτε, ἕως ἂν ἔλθῃ».

Διότι, όταν επρόκειτο να καταδεχθεί τον εκούσιο θάνατο για χάρη μας, τη νύχτα που θα παρέδιδε τον εαυτό του άφησε νέα διαθήκη στους αγίους μαθητές και αποστόλους του και μέσω αυτών σε όλους όσοι πιστεύουν σ᾿ αυτόν. Στο υπερώο, λοιπόν, της αγίας και ενδόξου Σιών, αφού έφαγε το παλαιό Πάσχα με τους μαθητές του και ολοκλήρωσε την Παλαιά Διαθήκη, στη συνέχεια νίπτει τα πόδια των μαθητών του, παραδίδοντας σύμβολο του αγίου βαπτίσματος. Έπειτα έκοψε τον άρτο και τον μοίρασε σ᾿ αυτούς λέγοντας: «Πάρτε να φάτε, αυτό είναι το σώμα μου που κόπηκε (θυσιάστηκε) για τη συγχώρεση των αμαρτιών σας». Παρόμοια, πήρε και το ποτήριο με κρασί και νερό και τους το πρόσφερε λέγοντας: «Όλοι να πιείτε απ᾿ αυτό· αυτό είναι το αίμα της νέας διαθήκης που χύνεται για σας, να συγχωρεθούν οι αμαρτίες σας· αυτό να το κάνετε για να με θυμάστε. Όσες φορές δηλαδή τρώτε αυτόν τον άρτο και πίνετε αυτό το ποτήριο, κηρύσσετε τον θάνατο του Υιού του ανθρώπου και ομολογείτε την ανάστασή του, έως να έλθει (πάλι με τη δευτέρα παρουσία του).

Εἰ τοίνυν «ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ζῶν ἐστι καὶ ἐνεργὴς» καὶ «πάντα, ὅσα ἠθέλησεν ὁ Κύριος, ἐποίησεν»· εἰ εἶπε· «Γενηθήτω φῶς, καὶ ἐγένετο· γενηθήτω στερέωμα, καὶ ἐγένετο»· εἰ «τῷ λόγῳ Κυρίου οἱ οὐρανοὶ ἐστερεώθησαν, καὶ τῷ πνεύματι τοῦ στόματος αὐτοῦ πᾶσα ἡ δύναμις αὐτῶν»· εἰ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ ὕδωρ τε καὶ πῦρ καὶ ἀὴρ καὶ πᾶς ὁ κόσμος αὐτῶν τῷ λόγῳ Κυρίου συνετελέσθησαν καὶ τοῦτο δὴ τὸ πολυθρύλλητον ζῷον ὁ ἄνθρωπος· εἰ θελήσας αὐτὸς ὁ Θεὸς Λόγος ἐγένετο ἄνθρωπος καὶ τὰ τῆς Ἁγίας Ἀειπαρθένου καθαρὰ καὶ ἀμώμητα αἵματα ἑαυτῷ ἀσπόρως σάρκα ὑπεστήσατο, οὐ δύναται τὸν ἄρτον ἑαυτοῦ σῶμα ποιῆσαι καὶ τὸν οἶνον καὶ τὸ ὕδωρ αἷμα;

Εάν, λοιπόν, «ο λόγος του Θεού είναι ζωντανός και δραστικός» και «ο Κύριος έκανε όλα όσα θέλησε», και ακόμη όταν είπε «να γίνει φως, και έγινε και να γίνει το στερέωμα, και έγινε»· «εάν οι ουρανοί στερεώθηκαν με τον λόγο του Κυρίου, και όλη η δύναμή τους στηρίζεται στο πνεύμα που βγήκε από το στόμα του»· εάν ο ουρανός, η γη, το νερό, η φωτιά, ο αέρας και όλα τα συναφή τους δημιουργήθηκαν με τον λόγο του Κυρίου, ακόμη και αυτή η αξιοθαύμαστη ύπαρξη, ο άνθρωπος· εάν με τη θέλησή του ο ίδιος ο Θεός Λόγος έγινε άνθρωπος και έκανε χωρίς ανδρικό σπέρμα σάρκα του τα καθαρά και αμόλυντα αίματα της Αγίας Αειπαρθένου, πώς θα του είναι αδύνατο να μεταβάλει τον άρτο σε σώμα του και το κρασί και το νερό σε αίμα του;

Εἶπεν ἐν ἀρχῇ· «Ἐξαγαγέτω ἡ γῆ βοτάνην χόρτου», καὶ μέχρι τοῦ νῦν τοῦ ὑετοῦ γινομένου ἐξάγει τὰ ἴδια βλαστήματα τῷ θείῳ συνελαυνομένη καὶ δυναμουμένη προστάγματι. Εἶπεν ὁ Θεός· «Τοῦτό μού ἐστι τὸ σῶμα», καί· «Τοῦτό μου ἐστι τὸ αἷμα», καί· «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν» καὶ τῷ παντοδυνάμῳ αὐτοῦ προστάγματι, ἕως ἂν ἔλθῃ, γίνεται· οὕτω γὰρ εἶπεν· «Ἕως ἂν ἔλθῃ». Καὶ γίνεται ὑετὸς τῇ καινῇ ταύτῃ γεωργίᾳ διὰ τῆς ἐπικλήσεως ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπισκιάζουσα δύναμις· ὥσπερ γὰρ πάντα, ὅσα ἐποίησεν, ὁ Θεὸς τῇ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐνεργείᾳ ἐποίησεν, οὕτω καὶ νῦν ἡ τοῦ Πνεύματος ἐνέργεια τὰ ὑπὲρ φύσιν ἐργάζεται, ἃ οὐ δύναται χωρῆσαι, εἰ μὴ μόνη πίστις. «Πῶς ἔσται μοι τοῦτο», φησὶν ἡ ἁγία Παρθένος, «ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;» Ἀποκρίνεται Γαβριὴλ ὁ ἀρχάγγελος· «Πνεῦμα ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ, καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι». Καὶ νῦν ἐρωτᾷς· Πῶς ὁ ἄρτος γίνεται σῶμα Χριστοῦ καὶ ὁ οἶνος καὶ τὸ ὕδωρ αἷμα Χριστοῦ; Λέγω σοι κἀγώ· Πνεῦμα ἅγιον ἐπιφοιτᾷ καὶ ταῦτα ποιεῖ τὰ ὑπὲρ λόγον καὶ ἔννοιαν.

Είπε στην αρχή (της δημιουργίας): «Η γη να βγάλει χορτάρι»· και μέχρι τώρα με τη βροχή που πέφτει η γη βγάζει τα ίδια χόρτα, διότι η θεία εντολή την παρακινεί και της δίνει δύναμη. Είπε ο Θεός: «Αυτό είναι το σώμα μου» και «αυτό είναι το αίμα μου» και «αυτό να το κάνετε για να με θυμάσθε»· και πράγματι, με το παντοδύναμο πρόσταγμά του, αυτό γίνεται έως να έλθει πάλι. Διότι έτσι είπε: «έως ότου έλθει». Και πέφτει βροχή για τη νέα καλλιέργεια με την επίκληση της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος που όλα τα σκεπάζει. Όπως δηλαδή όλα, όσα ο Θεός έφτιαξε, τα έφτιαξε με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, έτσι και τώρα η ενέργεια του Πνεύματος πραγματοποιεί τα υπερφυσικά, τα οποία δεν μπορεί να τα χωρέσει ο νους, παρά μόνον η πίστη. «Πώς θα μου συμβεί αυτό, αφού δεν έχω σχέση με άνδρα;», αναρωτιέται η αγία Παρθένος. «Της απαντά ο αρχάγγελος Γαβριήλ: «Το ΄Αγιο Πνεύμα θα σε επισκεφτεί και η δύναμη του ύψιστου Θεού θα σε σκεπάσει». Και συ τώρα ρωτάς: πώς ο άρτος γίνεται σώμα Χριστού και το κρασί και το νερό αίμα Χριστού; Σου απαντώ εγώ: το ΄Αγιο Πνεύμα τα επιφοιτά και τα μεταβάλλει υπερβαίνοντας τη λογική και τη σκέψη.

Ἄρτος δὲ καὶ οἶνος παραλαμβάνεται· οἶδε γὰρ ὁ Θεὸς τὴν ἀνθρωπίνην ἀσθένειαν, ὡς τὰ πολλὰ γὰρ τὰ μὴ κατὰ τὴν συνήθειαν τετριμμένα ἀποστρέφεται δυσχεραίνουσα· τῇ οὖν συνήθει συγκαταβάσει κεχρημένος διὰ τῶν συνήθων τῆς φύσεως ποιεῖ τὰ ὑπὲρ φύσιν· καὶ ὥσπερ ἐπὶ τοῦ βαπτίσματος, ἐπειδὴ ἔθος τοῖς ἀνθρώποις ὕδατι λούεσθαι καὶ ἐλαίῳ χρίεσθαι, συνέζευξε τῷ ἐλαίῳ καὶ ὕδατι τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος καὶ ἐποίησεν αὐτὸ λουτρὸν ἀναγεννήσεως, οὕτως, ἐπειδὴ ἔθος τοῖς ἀνθρώποις ἄρτον ἐσθίειν ὕδωρ τε καὶ οἶνον πίνειν, συνέζευξεν αὐτοῖς τὴν αὐτοῦ θεότητα καὶ πεποίηκεν αὐτὰ σῶμα καὶ αἷμα αὐτοῦ, ἵνα διὰ τῶν συνήθων καὶ κατὰ φύσιν ἐν τοῖς ὑπὲρ φύσιν γενώμεθα.

Παίρνουμε (στη μετάληψη) άρτο και οίνο· διότι ο Θεός γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, η οποία αποφεύγει συνήθως αυτά τα οποία δεν τα γνώρισε με τη χρήση, αφού τη στενοχωρούν. Δείχνοντας, λοιπόν, τη γνωστή του συγκατάβαση πραγματοποιεί τα υπερφυσικά με μέσα γνωστά στη φύση μας. Και όπως στο βάπτισμα, επειδή οι άνθρωποι συνηθίζουν να λούζονται με νερό και να χρίονται με λάδι, σύνδεσε με το λάδι και το νερό τη χάρη του Αγίου Πνεύματος και το έκανε λουτρό αναγεννήσεως, έτσι κι εδώ, επειδή οι άνθρωποι συνήθως τρώνε ψωμί και πίνουν νερό και κρασί, σύνδεσε μ᾿ αυτά τα δύο τη θεότητά του και τα μετέβαλε σε σώμα και αίμα δικό του, ώστε με τα συνηθισμένα και φυσικά να οδηγούμαστε στα υπερφυσικά.

Σῶμά ἐστιν ἀληθῶς ἡνωμένον θεότητι, τὸ ἐκ τῆς ἁγίας Παρθένου σῶμα, οὐχ ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα τὸ ἀναληφθὲν ἐξ οὐρανῶν κατέρχεται, ἀλλ᾿ ὅτι αὐτὸς ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταποιεῖται εἰς σῶμα καὶ αἷμα Θεοῦ. Εἰ δὲ τὸν τρόπον ἐπιζητεῖς, πῶς γίνεται, ἀρκεῖ σοι ἀκοῦσαι, ὅτι διὰ Πνεύματος Ἁγίου, ὥσπερ καὶ ἐκ τῆς ἁγίας Θεοτόκου διὰ Πνεύματος Ἁγίου ἑαυτῷ καὶ ἐν ἑαυτῷ ὁ Κύριος σάρκα ὑπεστήσατο· καὶ πλέον οὐδὲν γινώσκομεν, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἀληθὴς καὶ ἐνεργής ἐστι καὶ παντοδύναμος, ὁ δὲ τρόπος ἀνεξερεύνητος.

Το σώμα που (κοινωνάμε) και προήλθε από την αγία Παρθένο είναι αληθινά σώμα ενωμένο με τη θεία φύση· δεν κατεβαίνει από τον ουρανό το σώμα που αναλήφθηκε, αλλά ο ίδιος ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα Θεού. Και εάν θέλεις να μάθεις τον τρόπο – πώς γίνεται – σου αρκεί ν᾿ ακούσεις ότι γίνεται από το ΄Αγιο Πνεύμα· όπως ακριβώς ο Κύριος πήρε για τον εαυτό του σάρκα από την αγία Θεοτόκο μέσω του Αγίου Πνεύματος. Και δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο, αλλά μόνον ότι ο Λόγος του Θεού είναι αληθινός, δραστήριος και παντοδύναμος, ενώ ο τρόπος (της σαρκώσεως) ανεξερεύνητος.

Οὐ χεῖρον δὲ καὶ τοῦτο εἰπεῖν, ὅτι, ὥσπερ φυσικῶς διὰ τῆς βρώσεως ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος καὶ τὸ ὕδωρ διὰ τῆς πόσεως εἰς σῶμα καὶ αἷμα τοῦ ἐσθίοντος καὶ πίνοντος μεταβάλλεται, καὶ οὐ γίνεται ἕτερον σῶμα παρὰ τὸ πρότερον αὐτοῦ σῶμα, οὕτως ὁ τῆς προθέσεως ἄρτος, οἶνός τε καὶ ὕδωρ διὰ τῆς ἐπικλήσεως καὶ ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπερφυῶς μεταποιεῖται εἰς τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ καὶ αἷμα, καὶ οὔκ εἰσι δύο, ἀλλ᾿ ἓν καὶ τὸ αὐτό.

Καλό είναι να πούμε και το εξής, ότι, όπως είναι φυσιολογικό στο φαγητό το ψωμί, το κρασί και το νερό με την πρόσληψή τους να μεταβάλλονται σε σώμα και αίμα αυτού που τα τρώει και τα πίνει, και δεν σχηματίζεται διαφορετικό σώμα από το προηγούμενο, έτσι και ο άρτος της προθέσεως, το κρασί και το νερό με την επίκληση και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος μεταποιούνται με υπερφυσικό τρόπο στο σώμα και το αίμα του Χριστού· και δεν είναι δύο σώματα, αλλά ένα και το ίδιο.

Γίνεται τοίνυν τοῖς πίστει ἀξίως μεταλαμβάνουσιν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς φυλακτήριον ψυχῆς τε καὶ σώματος, τοῖς δὲ ἐν ἀπιστίᾳ ἀναξίως μετέχουσιν εἰς κόλασιν καὶ τιμωρίαν, καθάπερ καὶ ὁ τοῦ Κυρίου θάνατος τοῖς μὲν πιστεύουσι γέγονε ζωὴ καὶ ἀφθαρσία εἰς ἀπόλαυσιν τῆς αἰωνίου μακαριότητος, τοῖς δὲ ἀπειθοῦσι καὶ τοῖς κυριοκτόνοις εἰς κόλασιν καὶ τιμωρίαν αἰώνιον.

Και γίνεται σ᾿ αυτούς που με πίστη μεταλαμβάνουν επάξια άφεση των αμαρτιών, αιώνια ζωή και φυλακτήριο της ψυχής και του σώματός τους, ενώ, σε όσους με απιστία κοινωνούν ανάξια, γίνεται κολαστήριο και τιμωρία· όπως και ο θάνατος του Κυρίου έγινε στους πιστούς ζωή και αφθαρσία για ν᾿ απολαύσουν την αιώνια μακαριότητα, ενώ στους ανυπάκουους και φονιάδες του Κυρίου έγινε τιμωρία και αιώνια κόλαση.

Οὐκ ἔστι τύπος ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος τοῦ σώματος καὶ αἵματος τοῦ Χριστοῦ – μὴ γένοιτο – ἀλλ᾿ αὐτὸ τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου τεθεωμένον, αὐτοῦ τοῦ Κυρίου εἰπόντος· «Τοῦτό μού ἐστι» οὐ τύπος τοῦ σώματος ἀλλὰ «τὸ σῶμα», καὶ οὐ τύπος τοῦ αἵματος ἀλλὰ «τὸ αἷμα», καὶ πρὸ τούτου τοῖς Ἰουδαίοις, ὅτι, «εἰ μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, οὐκ ἔχετε ζωὴν αἰώνιον. Ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθής ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθής ἐστι πόσις», καὶ πάλιν· «Ὁ τρώγων με ζήσεται».

Ο άρτος και ο οίνος δεν είναι πρότυπο του σώματος και αίματος του Χριστού – αλίμονο – αλλά είναι το ίδιο το θεωμένο σώμα του Κυρίου, όπως το είπε ο ίδιος ο Κύριος: «Αυτό είναι το σώμα μου», όχι πρότυπο του σώματος, και όχι πρότυπο του αίματος αλλά «το αίμα μου»· και πριν πει αυτό, είχε πει στους Ιουδαίους ότι «εάν δεν φάτε τη σάρκα του Υιού του ανθρώπου, δεν θα έχετε αιώνια ζωή. Διότι η σάρκα μου είναι αληθινό φαγητό και το αίμα μου αληθινό πιοτό»· και αλλού είπε: «Αυτός που με τρώει θα ζει».

Διὸ μετὰ παντὸς φόβου καὶ συνειδήσεως καθαρᾶς καὶ ἀδιστάκτου πίστεως προσέλθωμεν, καὶ πάντως ἔσται ἡμῖν, καθὼς πιστεύομεν, μὴ διστάζοντες. Τιμήσωμεν δὲ αὐτὸ πάσῃ καθαρότητι, ψυχικῇ τε καὶ σωματικῇ· διπλοῦν γάρ ἐστι. Προσέλθωμεν αὐτῷ πόθῳ διακαεῖ καὶ σταυροειδῶς τὰς παλάμας τυπώσαντες τοῦ ἐσταυρωμένου τὸ σῶμα ὑποδεξώμεθα· καὶ ἐπιθέντες ὀφθαλμοὺς καὶ χείλη καὶ μέτωπα τοῦ θείου ἄνθρακος μεταλάβωμεν, ἵνα τὸ πῦρ τοῦ ἐν ἡμῖν πόθου προσλαβὸν τὴν ἐκ τοῦ ἄνθρακος πύρωσιν καταφλέξῃ ἡμῶν τὰς ἁμαρτίας καὶ φωτίσῃ ἡμῶν τὰς καρδίας καὶ τῇ μετουσίᾳ τοῦ θείου πυρὸς πυρωθῶμεν καὶ θεωθῶμεν. Ἄνθρακα εἶδεν Ἡσαΐας· ἄνθραξ δὲ ξύλον λιτὸν οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾿ ἡνωμένον πυρί· οὕτως καὶ ὁ ἄρτος τῆς κοινωνίας οὐκ ἄρτος λιτός ἐστιν, ἀλλ᾿ ἡνωμένος θεότητι· σῶμα δὲ ἡνωμένον θεότητι οὐ μία φύσις ἐστίν, ἀλλὰ μία μὲν τοῦ σώματος, τῆς δὲ ἡνωμένης αὐτῷ θεότητος ἑτέρα· ὥστε τὸ συναμφότερον οὐ μία φύσις, ἀλλὰ δύο.

Γι᾿ αυτό με κάθε φόβο, με καθαρή συνείδηση και αμετεώριστη πίστη ας πλησιάσουμε· και οπωσδήποτε, εάν δεν αμφιβάλλουμε, θα συμβεί σε μας ανάλογα με την πίστη μας. Και ας τιμήσουμε αυτό με κάθε καθαρότητα, ψυχική και σωματική· διότι είναι διπλό. Ας το πλησιάσουμε με θερμό πόθο, και σταυρώνοντας τις παλάμες των χεριών μας να δεχθούμε το σώμα του σταυρωμένου (Κυρίου)· να προσηλώσουμε τα μάτια, τα χείλη και τα μέτωπα και να μεταλάβουμε τον θείο άνθρακα, ώστε η φωτιά του πόθου μας να ενωθεί με τη φωτιά του άνθρακα, να κατακάψει τις αμαρτίες μας και να φωτίσει τις καρδιές μας· έτσι, με τη μετοχή μας στη θεία φωτιά να πυρποληθούμε και να θεωθούμε. Ο Ησαΐας είδε άνθρακα· και ο άνθρακας δεν είναι απλό ξύλο, αλλά ενωμένο με φωτιά· έτσι και ο άρτος της θείας κοινωνίας δεν είναι απλός άρτος, αλλά ενωμένος με τη θεότητα. Και το σώμα που έχει ενωθεί με τη θεότητα δεν είναι μία φύση, αλλά άλλη είναι η φύση του σώματος και άλλη η φύση της θεότητος που είναι ενωμένη μ᾿ αυτό· επομένως, είναι και τα δύο μαζί, όχι μία αλλά δύο φύσεις.

Ἄρτῳ καὶ οἴνῳ ἐδεξιοῦτο Μελχισεδὲκ τὸν Ἀβραὰμ ἐκ τῆς τῶν ἀλλοφύλων κοπῆς ὑποστρέφοντα, ὁ ἱερεὺς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου. Ἐκείνη ἡ τράπεζα ταύτην τὴν μυστικὴν προεικόνιζε τράπεζαν, ὃν τρόπον ἐκεῖνος ὁ ἱερεὺς τοῦ ἀληθινοῦ ἀρχιερέως Χριστοῦ τύπος ἦν καὶ εἰκόνισμα· «Σὺ» γάρ, φησίν, «ἱερεὺς εἰς τὸν αἰῶνα κατὰ τὴν τάξιν Μελχισεδέκ». Τοῦτον τὸν ἄρτον οἱ ἄρτοι εἰκόνιζον τῆς προθέσεως. Αὕτη γάρ ἐστιν ἡ καθαρὰ θυσία, δηλαδὴ καὶ ἀναίμακτος, ἣν ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν αὐτῷ προσφέρεσθαι διὰ τοῦ προφήτου ὁ Κύριος ἔφησε.

Ο Μελχισεδέκ, ο ιερέας του ύψιστου Θεού, φιλοξένησε τον Αβραάμ με άρτο και οίνο, όταν εκείνος επέστρεφε από τη σφαγή των αλλοεθνών. Η τράπεζα εκείνη προεικόνιζε αυτή τη μυστική τράπεζα, όπως ακριβώς εκείνος ο ιερέας ήταν τύπος και εικόνα του αληθινού αρχιερέα Χριστού. Διότι είπε (για τον Χριστό): «Σύ είσαι αιώνιος ιερέας σύμφωνα με τον τύπο του Μελχισεδέκ». Και οι άρτοι της προθέσεως απεικόνιζαν αυτό τον άρτο. Διότι αυτή είναι η καθαρή θυσία, η αναίμακτη δηλαδή, την οποία μέσω του προφήτη όρισε ο Κύριος να του την προσφέρουμε από την ανατολή έως τη δύση του ήλιου.

Σῶμά ἐστι καὶ αἷμα Χριστοῦ εἰς σύστασιν τῆς ἡμετέρας ψυχῆς τε καὶ σώματος χωροῦν, οὐ δαπανώμενον, οὐ φθειρόμενον, οὐκ εἰς ἀφεδρῶνα χωροῦν – μὴ γένοιτο – ἀλλ᾿ εἰς τὴν ἡμῶν οὐσίαν τε καὶ συντήρησιν, βλάβης παντοδαποῦς ἀμυντήριον, ῥύπου παντὸς καθαρτήριον· ἂν μὲν χρυσὸν λάβῃ κίβδηλον, διὰ τῆς κριτικῆς πυρώσεως καθαίρει, ἵνα μὴ ἐν τῷ μέλλοντι σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν. Καθαίρει γὰρ νόσους καὶ παντοίας ἐπιφοράς, καθώς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Εἰ γὰρ ἑαυτοὺς ἐκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα. Κρινόμενοι δὲ ὑπὸ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν». Καὶ τοῦτό ἐστιν, ὃ λέγει· «Ὥστε ὁ μετέχων τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἀναξίως κρῖμα ἑαυτῷ ἐσθίει καὶ πίνει». Δι᾿ αὐτοῦ καθαιρόμενοι ἑνούμεθα τῷ σώματι τοῦ Κυρίου καὶ τῷ Πνεύματι αὐτοῦ καὶ γινόμεθα σῶμα Χριστοῦ.

Είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού που συνιστά την ψυχή και το σώμα μας, χωρίς να δαπανάται και να φθείρεται ή ν᾿ αποβάλλεται στον αφεδρώνα – ποτέ να μην γίνει κάτι τέτοιο – αλλά συνιστά την ουσία μας και τη συντηρεί· αποτελεί οχύρωμα για κάθε είδους βλάβη και καθαρτήριο κάθε ακαθαρσίας. Αν βέβαια δεχθεί νοθευμένο χρυσάφι, το καθαρίζει με την φωτιά της κρίσεως, για να μην καταδικασθούμε στη μέλλουσα κρίση μαζί με τον κόσμο. Καθαρίζει δηλαδή με αρρώστιες και κάθε λογής επιθέσεις, όπως λέει ο θείος απόστολος: «Εάν κρίναμε τον εαυτό μας, δεν θα κρινόμασταν. Κι όταν κρινόμαστε, ο Κύριος μας τιμωρεί, για να μην κατακριθούμε μαζί με τον κόσμο». Και αυτό είναι εκείνο που λέει: «Επομένως, αυτός που κοινωνεί ανάξια το σώμα και το αίμα του Κυρίου, τρώει και πίνει καταδίκη για τον εαυτό του». Καθαριζόμαστε μ᾿ αυτό και ενωνόμαστε με το σώμα του Κυρίου και με το Πνεύμα του και γινόμαστε σώμα Χριστού.

Οὗτος ὁ ἄρτος ἐστὶν ἡ ἀπαρχὴ τοῦ μέλλοντος ἄρτου, ὅς ἐστιν ὁ ἐπιούσιος· τὸ γὰρ «ἐπιούσιον» δηλοῖ ἢ τὸν μέλλοντα, τοὐτέστιν τὸν τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, ἢ τὸν πρὸς συντήρησιν τῆς οὐσίας ἡμῶν λαμβανόμενον. Εἴτε οὖν οὕτως, εἴτε οὕτως, τὸ τοῦ Κυρίου σῶμα προσφυῶς λεχθήσεται· πνεῦμα γὰρ ζωοποιοῦν ἐστιν ἡ σὰρξ τοῦ Κυρίου, διότι ἐκ τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος συνελήφθη· «τὸ γὰρ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι». Τοῦτο δὲ λέγω οὐκ ἀναιρῶν τὴν τοῦ σώματος φύσιν, ἀλλὰ τὸ ζωοποιὸν καὶ θεῖον τούτου δηλῶσαι βουλόμενος.

Αυτός ο άρτος είναι η πρώτη αρχή του μελλοντικού άρτου μας, ο οποίος είναι ο επιούσιος· η λέξη «επιούσιος» σημαίνει ή τον μελλοντικό άρτο, της μέλλουσας δηλαδή ζωής, ή αυτόν που τρώμε για τη συντήρηση της υπάρξεώς μας. Είτε έτσι, λοιπόν, είτε αλλιώς, το σώμα του Κυρίου θα εννοηθεί κατάλληλα· διότι η σάρκα του Κυρίου είναι πνεύμα που ζωοποιεί, επειδή συνελήφθη από το ζωοποιό Πνεύμα. «Διότι αυτό που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα». Αυτό όμως το λέω χωρίς να καταργώ τη φύση του σώματος, αλλά θέλω να φανερώσω το ζωοποιό και θείο του γνώρισμα.

Εἰ δὲ καί τινες «ἀντίτυπα» τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον ἐκάλεσαν, ὡς ὁ θεοφόρος ἔφη Βασίλειος, οὐ μετὰ τὸ ἁγιασθῆναι εἶπον, ἀλλὰ πρὶν ἁγιασθῆναι αὐτὴν τὴν προσφορὰν οὕτω καλέσαντες.

Αν και ορισμένοι ονόμασαν τον άρτο και τον οίνο αντίτυπα του σώματος και του αίματος του Κυρίου, όπως είπε ο θεοφόρος Βασίλειος, δεν τα ονόμασαν μετά τον αγιασμό, αλλά προτού ν᾿ αγιασθούν, επειδή έτσι ονόμασαν την προσφορά.

Μετάληψις λέγεται· δι᾿ αὐτῆς γὰρ τῆς Ἰησοῦ θεότητος μεταλαμβάνομεν. Κοινωνία λέγεταί τε καὶ ἔστιν ἀληθῶς διὰ τὸ κοινωνεῖν ἡμᾶς δι᾿ αὐτῆς τῷ Χριστῷ καὶ μετέχειν αὐτοῦ τῆς σαρκός τε καὶ τῆς θεότητος· κοινωνεῖν δὲ καὶ ἑνοῦσθαι καὶ ἀλλήλοις δι᾿ αὐτῆς· ἐπεὶ γὰρ ἐξ ἑνὸς ἄρτου μεταλαμβάνομεν, οἱ πάντες ἓν σῶμα Χριστοῦ καὶ ἓν αἷμα καὶ ἀλλήλων μέλη γινόμεθα, σύσσωμοι Χριστοῦ χρηματίζοντες.

Λέγεται μετάληψη· διότι μ᾿ αυτήν μεταλαμβάνουμε τη θεότητα του Ιησού. Λέγεται και είναι αληθινή κοινωνία, επειδή μέσω αυτής βρισκόμαστε εμείς σε κοινωνία με τον Χριστό και μετέχουμε στη σάρκα και τη θεότητά του. Ακόμη μέσω αυτής είμαστε σε κοινωνία και ενότητα μεταξύ μας. Επειδή δηλαδή μεταλαμβάνουμε από τον ένα άρτο, όλοι γινόμαστε ένα σώμα και ένα αίμα Χριστού και μεταξύ μας μέλη, με το να γινόμαστε σύσσωμοι του Χριστού.

Πάσῃ δυνάμει τοίνυν φυλαξώμεθα, μὴ λαμβάνειν μετάληψιν αἱρετικῶν, μήτε διδόναι. «Μὴ δῶτε γὰρ τὰ ἅγια τοῖς κυσίν», φησὶν ὁ Κύριος, «μηδὲ ῥίπτετε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων», ἵνα μὴ μέτοχοι τῆς κακοδοξίας καὶ τῆς αὐτῶν γενώμεθα κατακρίσεως. Εἰ γὰρ πάντως ἕνωσίς ἐστι πρὸς Χριστὸν καὶ πρὸς ἀλλήλους, πάντως καὶ πᾶσι τοῖς συμμεταλαμβάνουσιν ἡμῖν κατὰ προαίρεσιν ἑνούμεθα· ἐκ προαιρέσεως γὰρ ἡ ἕνωσις αὕτη γίνεται, οὐ χωρὶς τῆς ἡμῶν γνώμης. «Πάντες γάρ ἕν σῶμά ἐσμεν, ὅτι ἐκ τοῦ ἑνός ἄρτου μεταλαμβάνομεν» καθώς φησιν ὁ θεῖος ἀπόστολος.

Γι᾿ αυτό, με όλη μας τη δύναμη ας προσέξουμε να μην παίρνουμε μετάληψη αιρετικών, ούτε να δίνουμε. Διότι ο Κύριος λέει «μη δώστε τα άγια στους σκύλους μήτε τους μαργαρίτες σας να τους ρίψετε στα γουρούνια», για να μη γίνουμε συνένοχοι στην κακοδοξία τους και δεχθούμε τη δική τους τιμωρία. Διότι, αν (η μετάληψη) είναι βέβαιη ένωση με τον Χριστό και μεταξύ μας, τότε οπωσδήποτε ενωνόμαστε με την προαίρεση με όλους όσοι μεταλαμβάνουν μαζί με μας· αφού αυτή η ένωση δεν γίνεται χωρίς τη συγκατάθεσή μας, αλλά με τη θέλησή μας. «Όλοι, δηλαδή, είμαστε ένα σώμα, διότι κοινωνάμε από τον ένα άρτο», όπως λέει ο θείος απόστολος.

«Ἀντίτυπα» δὲ τῶν μελλόντων λέγονται οὐχ ὡς μὴ ὄντα ἀληθῶς σῶμα καὶ αἷμα Χριστοῦ, ἀλλ᾿ ὅτι νῦν μὲν δι᾿ αὐτῶν μετέχομεν τῆς Χριστοῦ θεότητος, τότε δὲ νοητῶς διὰ μόνης τῆς θέας.

Και λέγονται αντίτυπα των μελλοντικών, όχι διότι δεν είναι πραγματικά σώμα και αίμα Χριστού, αλλά διότι τώρα μόνο μ᾿ αυτά μετέχουμε στη θεία φύση του Χριστού, ενώ τότε νοητά με τη θέα του μόνον.

 

Κεφάλαιο 87

Περὶ τῆς γενεαλογίας τοῦ Κυρίου καὶ περὶ τῆς ἁγίας Θεοτόκου
(Για τη γενεαλογία του Κυρίου και για την αγία Θεοτόκο)

Περὶ τῆς ἁγίας ὑπερυμνήτου Ἀειπαρθένου καὶ Θεοτόκου Μαρίας ἐν τοῖς προλαβοῦσι μετρίως διαλαβόντες καὶ τὸ καιριώτατον παραστήσαντες, ὡς κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκος ἔστι τε καὶ ὀνομάζεται, νῦν τὰ λείποντα προσαναπληρώσωμεν. Αὕτη γὰρ τῇ προαιωνίῳ προγνωστικῇ βουλῇ τοῦ Θεοῦ προορισθεῖσα καὶ διαφόροις εἰκόσι καὶ λόγοις προφητῶν διὰ Πνεύματος Ἁγίου εἰκονισθεῖσά τε καὶ προκηρυχθεῖσα ἐν τῷ προωρισμένῳ καιρῷ ἐκ Δαυιδικῆς ῥίζης ἐβλάστησε διὰ τὰς πρὸς αὐτὸν γενομένας ἐπαγγελίας. «Ὤμοσε γὰρ Κύριος», φησί, «τῷ Δαυὶδ ἀλήθειαν, καὶ οὐ μὴ ἀθετήσει αὐτόν· ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπὶ τοῦ θρόνου σου», καὶ πάλιν· «Ἅπαξ ὤμοσα ἐν τῷ ἁγίῳ μου, εἰ τῷ Δαυὶδ ψεύσομαι. Τὸ σπέρμα αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μένει· καὶ ὁ θρόνος αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος ἐναντίον μου καὶ ὡς ἡ σελήνη κατηρτισμένη εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ὁ μάρτυς ἐν οὐρανῷ πιστός». Καὶ Ἡσαΐας· «Ἐξανατελεῖ ῥάβδος ἐξ Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ῥίζης ἀναβήσεται».

Για την αγία και υπερύμνητη αειπάρθενο Θεοτόκο Μαρία στα προηγούμενα (κεφάλαια) εκθέσαμε με λεπτομέρειες και παρουσιάσαμε το σπουδαιότερο, ότι είναι και ονομάζεται κατεξοχήν και αληθινά Θεοτόκος· τώρα όμως θα συμπληρώσουμε τα υπόλοιπα. Αυτή δηλαδή ήταν προορισμένη από την προαιώνια και προγνωστική βούληση του Θεού και με διάφορες προεικονίσεις και λόγια των προφητών προεικονίστηκε και προαναγγέλθηκε με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος· και όταν ήλθε ο καθορισμένος καιρός, γεννήθηκε από τη γενιά του Δαβίδ σύμφωνα με τις υποσχέσεις που είχαν δοθεί σ᾿ αυτόν. Διότι λέει «ο Κύριος υποσχέθηκε στ᾿ αλήθεια στον Δαβίδ και δεν θα αθετήσει την υπόσχεση· (είπε) από τον καρπό των απογόνων σου θα βάλω στον θρόνο σου». Και αλλού λέει: «μία φορά υποσχέθηκα στον εκλεκτό μου, δεν θα πω ψέματα στον Δαβίδ. Οι απόγονοί του θα διατηρηθούν στους αιώνες· ο θρόνος του θα λάμπει σαν τον ήλιο μπροστά μου, σαν τη σελήνη θα είναι στέρεος στους αιώνες και στον ουρανό θα υπάρχει αξιόπιστος μάρτυρας». Και ο Ησαΐας λέει: «Θα προέλθει ραβδί από τον Ιεσσαί και θα βγει ανθός από τη ρίζα του».

Ὅτι μὲν οὖν ὁ Ἰωσὴφ ἐκ Δαυιδικῆς φυλῆς κατάγεται, Ματθαῖος καὶ Λουκᾶς, οἱ ἱερώτατοι εὐαγγελισταί, διαρρήδην ὑπέδειξαν· ἀλλ᾿ ὁ μὲν Ματθαῖος ἐκ Δαυὶδ διὰ Σολομῶντος κατάγει τὸν Ἰωσήφ, ὁ δὲ Λουκᾶς διὰ Νάθαν. Τῆς δὲ ἁγίας Παρθένου τὴν γέννησιν καὶ ἀμφότεροι παρεσιώπησαν.

Ο Ματθαίος και ο Λουκάς, οι αξιόπιστοι ευαγγελιστές είπαν κατηγορηματικά ότι ο Ιωσήφ κατάγεται σίγουρα από τη φυλή του Δαβίδ. Αλλά, ενώ ο Ματθαίος αναφέρει ότι κατάγεται από τον Δαβίδ μέσω του Σολομώντος, ο Λουκάς λέει από το Νάθαν. Τη γέννηση όμως της αγίας Παρθένου και οι δύο την αποσιώπησαν.

Χρὴ οὖν εἰδέναι, ὡς οὐκ ἦν ἔθος Ἑβραίοις, οὐδὲ τῇ θείᾳ Γραφῇ γενεαλογεῖσθαι γυναῖκας. Νόμος δὲ ἦν μὴ μνηστεύεσθαι φυλὴν ἐξ ἑτέρας φυλῆς. Ὁ δὲ Ἰωσὴφ ἐκ Δαυιδικοῦ καταγόμενος φύλου, δίκαιος ὑπάρχων (τοῦτο γὰρ αὐτῷ μαρτυρεῖ τὸ θεῖον Εὐαγγέλιον), οὐκ ἂν παρανόμως τὴν ἁγίαν Παρθένον πρὸς μνηστείαν ἠγάγετο, εἰ μὴ ἐκ τοῦ αὐτοῦ σκήπτρου κατήγετο. Δείξας τοίνυν τὸ τοῦ Ἰωσὴφ καταγώγιον ἠρκέσθη.

Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι δεν συνήθιζαν οι Εβραίοι ούτε η Αγία Γραφή να γενεαλογούν γυναίκες. Υπήρχε νόμος να μη μνηστεύεται η μία φυλή από την άλλη. Ο Ιωσήφ πάλι, εφόσον καταγόταν από τη φυλή του Δαβίδ, όντας δίκαιος (διότι αυτό βεβαιώνει γι᾿ αυτόν το ιερό Ευαγγέλιο), δεν θα μνηστευόταν παράνομα την αγία Παρθένο, παρά μόνον αν καταγόταν από την ίδια βασιλική γενιά. Γι᾿ αυτό του ήταν αρκετό να δείξει την καταγωγή του Δαβίδ.

Χρὴ δὲ καὶ τοῦτο εἰδέναι, ὡς νόμος ἦν ἀγόνου ἀνδρὸς τελευτῶντος τὸν τούτου ἀδελφὸν τὴν τοῦ τετελευτηκότος γαμετὴν πρὸς γάμον ἄγεσθαι καὶ ἐγείρειν σπέρμα τῷ ἀδελφῷ. Τὸ οὖν τικτόμενον κατὰ φύσιν μὲν τοῦ δευτέρου, ἤτοι τοῦ γεγεννηκότος ἦν, κατὰ δὲ νόμον τοῦ τελευτήσαντος.

Πρέπει μάλιστα να γνωρίζουμε και το εξής, ότι υπήρχε νόμος, όταν πέθαινε ένας άτεκνος άνδρας, ο αδελφός του να νυμφεύεται τη γυναίκα του πεθαμένου και να τεκνοποιεί για τον αδελφό του. Το παιδί που γεννιόταν ανήκε, σύμφωνα με τη φύση, στον δεύτερο (άνδρα), δηλαδή σ᾿ αυτόν που το γέννησε, ενώ, σύμφωνα με το νόμο, ανήκε σ᾿ αυτόν που είχε πεθάνει.

Ἐκ τῆς σειρᾶς τοίνυν τοῦ Νάθαν τοῦ υἱοῦ Δαυὶδ Λευὶ ἐγέννησε τὸν Μελχὶ καὶ τὸν Πάνθηρα· ὁ Πάνθηρ ἐγέννησε τὸν Βαρπάνθηρα οὕτως ἐπικληθέντα. Οὗτος ὁ Βαρπάνθηρ ἐγέννησε τὸν Ἰωακείμ· Ἰωακεὶμ ἐγέννησε τὴν ἁγίαν Θεοτόκον. Ἐκ δὲ τῆς σειρᾶς Σολομῶντος, τοῦ υἱοῦ Δαυὶδ Ματθὰν ἔσχε γυναῖκα, ἐξ ἧς ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ. Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ματθάν, Μελχὶ ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Νάθαν, ὁ υἱὸς Λευί, ἀδελφὸς δὲ τοῦ Πάνθηρος, ἔγημε τὴν γυναῖκα τοῦ Ματθάν, μητέρα δὲ τοῦ Ἰακώβ, καὶ ἐξ αὐτῆς ἔσχε τὸν Ἡλεί. Ἐγένοντο οὖν ἀδελφοὶ ὁμομήτριοι Ἰακὼβ καὶ Ἡλεί, ὁ μὲν Ἰακὼβ ἐκ τῆς φυλῆς Σολομῶντος, ὁ δὲ Ἡλεὶ ἐκ φυλῆς Νάθαν. Ἐτελεύτησε δὲ ὁ Ἡλεί, ὁ ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Νάθαν ἄπαις· καὶ ἔλαβεν Ἰακώβ, ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ ὁ ἐκ τῆς φυλῆς Σολομῶντος, τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἀνέστησε σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ καί ἐγέννησε τὸν Ἰωσήφ. Ὁ οὖν Ἰωσὴφ φύσει μέν ἐστιν υἱὸς Ἰακὼβ ἐκ τοῦ καταγωγίου τοῦ Σολομῶντος, κατὰ δὲ νόμον Ἡλεὶ τοῦ ἐκ Νάθαν.

Από τη γενιά, λοιπόν, του Νάθαν, του υιού του Δαβίδ, ο Λευΐ γέννησε τον Μελχί και τον Πάνθηρα· ο Πάνθηρας γέννησε αυτόν που ονομάσθηκε Βαρπάνθηρας. Αυτός ο Βαρπάνθηρας γέννησε τον Ιωακείμ· και ο Ιωακείμ γέννησε την αγία Θεοτόκο. Από τη γενιά πάλι του Σολομώντα, του γιου του Δαβίδ, ο Ματθάν πήρε γυναίκα, από την οποία γέννησε τον Ιακώβ. Όταν πέθανε ο Ματθάν, ο Μελχί από τη φυλή του Νάθαν, γιός του Λευΐ, αδελφός του Πάνθηρα, νυμφεύθηκε τη γυναίκα του Ματθάν, τη μητέρα του Ιακώβ, και απ᾿ αυτήν απόκτησε τον Ηλεί. Ήταν, λοιπόν δύο αδελφοί από την ίδια μητέρα, ο Ιακώβ και ο Ηλεί· ο Ιακώβ ήταν από τη φυλή του Σολομώντα, ενώ ο Ηλεί από τη φυλή του Νάθαν. Πέθανε και ο Ηλεί, από τη φυλή του Νάθαν, άτεκνος· και πήρε ο Ιακώβ, ο αδελφός του από τη φυλή του Σολομώντα, τη γυναίκα του (του Ηλεί) και τεκνοποίησε για λογαριασμό του αδελφού του και γέννησε τον Ιωσήφ. Ο Ιωσήφ, δηλαδή, σύμφωνα με τη φύση είναι γιος του Ιακώβ από τη γενιά του Σολομώντα, ενώ σύμφωνα με το νόμο είναι γιος του Ηλεί από τη γενιά του Νάθαν.

Ἰωακεὶμ τοίνυν τὴν σεμνήν τε καὶ ἀξιέπαινον Ἄνναν πρὸς γάμον ἠγάγετο. Ἀλλ᾿ ὥσπερ ἡ πάλαι Ἄννα στειρεύσασα δι᾿ εὐχῆς καὶ ἐπαγγελίας τὸν Σαμουὴλ ἐγέννησεν, οὕτω καὶ αὕτη διὰ λιτῆς καὶ ἐπαγγελίας πρὸς Θεοῦ τὴν Θεοτόκον κομίζεται, ἵνα κἂν τούτῳ μηδενὸς τῶν περιφανῶν καθυστερίζοιτο· τίκτει τοιγαροῦν ἡ χάρις (τοῦτο γὰρ ἡ Ἄννα ἑρμηνεύεται) τὴν Κυρίαν (τοῦτο γὰρ τῆς Μαρίας σημαίνει τὸ ὄνομα· Κυρία γὰρ ὄντως γέγονε πάντων τῶν ποιημάτων τοῦ Δημιουργοῦ χρηματίσασα μήτηρ). Τίκτεται δὲ ἐν τῷ τῆς προβατικῆς τοῦ Ἰωακεὶμ οἴκῳ καὶ τῷ ἱερῷ προσάγεται. Εἶτα ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ φυτευθεῖσά τε καὶ πιανθεῖσα τῷ Πνεύματι, ὡσεὶ ἐλαία κατάκαρπος, πάσης ἀρετῆς καταγώγιον γέγονε, πάσης βιωτικῆς καὶ σαρκικῆς ἐπιθυμίας τὸν νοῦν ἀποστήσασα καὶ οὕτω παρθένον τὴν ψυχὴν τηρήσασα σὺν τῷ σώματι, ὡς ἔπρεπε, τόν Θεὸν ἐγκόλπιον ὑποδέχεσθαι μέλλουσαν· ἅγιος γὰρ ὢν ἐν ἁγίοις ἀναπαύεται. Οὕτω τοίνυν ἁγιωσύνην μετέρχεται καὶ ναὸς ἅγιος καὶ θαυμαστὸς τοῦ ὑψίστου Θεοῦ ἀναδείκνυται ἄξιος.

Ο Ιωακείμ λοιπόν πήρε για γυναίκα του τη σεμνή και αξιέπαινη ΄Αννα. Και όπως ακριβώς η παλαιά ΄Αννα, όντας στείρα, γέννησε τον Σαμουήλ με προσευχή και υπόσχεση, έτσι και αυτή με προσευχή και υπόσχεση αποκτά τη Θεοτόκο με τη χάρη του Θεού, για να μη υπολείπεται και σ᾿ αυτό από καμμιά ένδοξη προσωπικότητα. Γεννά, λοιπόν, η χάρη (διότι αυτό σημαίνει το όνομα ΄Αννα) την Κυρία (και αυτό σημαίνει το όνομα της Μαρίας· διότι πράγματι έγινε αληθινή Κυρία, καθώς έγινε μητέρα του Δημιουργού όλων των δημιουργημάτων). Γεννιέται μάλιστα στο σπίτι του Ιωακείμ δίπλα στην Προβατική (κολυμβήθρα) και οδηγείται στο Ιερό (του Ναού του Σολομώντα). Έπειτα, με το να φυτευθεί στον οίκο του Θεού και να ευδοκιμήσει με το Πνεύμα, σαν πολυφορτωμένη ελιά, έγινε το σκεύος κάθε αρετής· απομάκρυνε το νου της από κάθε βιωτική και σαρκική επιθυμία, και έτσι διατήρησε την ψυχή της μαζί με το σώμα παρθένο, όπως έπρεπε, καθώς επρόκειτο στο μέλλον να εγκολπωθεί τον Θεό· διότι αυτός που είναι άγιος επαναπαύεται στους αγίους. Έτσι, λοιπόν, αποκτά αγιοσύνη και αναδεικνύεται ναός άγιος και θαυμαστός του ύψιστου Θεού.

Ἐπειδὴ δὲ ἐπετήρει τὰς παρθένους ὁ τῆς ἡμῶν σωτηρίας ἐχθρὸς διὰ τὴν Ἡσαΐου πρόρρησιν· «Ἰδοὺ ἡ παρθένος ἐν γαστρὶ ἕξει», φήσαντος, «καὶ τέξεται υἱόν, καὶ καλέσουσι τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός», ὡς ἂν δελεάσῃ τὸν ἐν σοφίᾳ ἀεὶ ἁβρυνόμενον «ὁ δρασσόμενος τοὺς σοφοὺς ἐν τῇ πανουργίᾳ αὐτῶν», πρὸς μνηστείαν ἡ νεᾶνις τῷ Ἰωσὴφ ὑπὸ τῶν ἱερέων δίδοται, ὁ καινὸς τόμος τῷ γράμματα εἰδότι· ἡ δὲ μνηστεία φυλακή τε τῆς Παρθένου ὑπῆρχε καὶ τοῦ τὰς παρθένους ἐπιτηροῦντος ἀποβουκόλημα.

Ο εχθρός όμως της σωτηρίας μας παραμόνευε τις παρθένες κοπέλες εξαιτίας της προφητείας του Ησαΐα, που είπε «να, η παρθένος κόρη θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο που θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ και που σημαίνει ο Θεός είναι μαζί μας»· αλλά (ο Θεός) «που παγιδεύει τους σοφούς μέσα στην πανουργία τους», για να τον ξεγελάσει που καμάρωνε για τη σοφία του, (επιτρέπει) οι ιερείς να δώσουν την κοπέλα στον Ιωσήφ ως μνηστή του· το άγραφο βιβλίο δίνεται σ᾿ αυτόν που γνώριζε γράμματα. Η μνηστεία, λοιπόν, ήταν η ασφάλεια της Παρθένου και το ξεγέλασμα αυτού που παραμόνευε τις παρθένες.

«Ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἀπεστάλη ἄγγελος Κυρίου πρὸς αὐτὴν τὴν τοῦ Κυρίου εὐαγγελιζόμενος σύλληψιν· οὕτως τε συνείληφε τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν τοῦ Πατρὸς ἐνυπόστατον δύναμιν, «οὐκ ἐκ θελήματος σαρκὸς οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρὸς», ἤτοι συναφείας καὶ σπορᾶς, ἀλλ᾿ ἐκ τῆς τοῦ Πατρὸς εὐδοκίας καὶ συνεργίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· ἐχορήγησέ τε τῷ κτίστῃ τὸ κτισθῆναι καὶ τῷ πλάστῃ τὸ πλασθῆναι καὶ τῷ Υἱῷ τοῦ Θεοῦ καὶ Θεῷ τὸ σαρκωθῆναι καὶ ἀνθρωπισθῆναι ἐκ τῶν ἁγνῶν καὶ ἀμολύντων αὐτῆς σαρκῶν καὶ αἱμάτων, τὸ τῆς προμήτορος ἀποπληροῦσα χρέος· ὥσπερ γὰρ ἐκείνη συναφείας ἐκτὸς ἐξ Ἀδὰμ πεπλαστούργηται, οὕτω καὶ αὕτη τὸν νέον Ἀδὰμ ἀπεκύησε νόμῳ κυήσεως τικτόμενον καὶ ὑπὲρ φύσιν γεννήσεως.

«Και όταν ήλθε ο προορισμένος χρόνος», ο άγγελος Κυρίου στάλθηκε προς αυτήν και της έφερε το ευχάριστο μήνυμα της συλλήψεως του Κυρίου. Και έτσι συνέλαβε τον Υιό του Θεού, την υποστατική δύναμη του Πατέρα, «χωρίς να ικανοποιήσει τη σαρκική επιθυμία ή τη θέληση ενός άνδρα», χωρίς δηλαδή σαρκική μίξη και ανδρικό σπέρμα, αλλά με τη θέληση του Πατέρα και τη συνεργία του Αγίου Πνεύματος. (Η Θεοτόκος) πρόσφερε στον κτίστη την κτίση του, στον πλάστη τη δημιουργία του, και στον Υιό του Θεού και Θεό την ενσάρκωση και την ενανθρώπηση από τις καθαρές και αμόλυντες σάρκες και από το αίμα της, ξεπληρώνοντας το χρέος της προμήτορος (Εύας). Διότι, όπως εκείνη πλάστηκε από τον Αδάμ χωρίς σαρκική ένωση, έτσι και αυτή γέννησε το νέο Αδάμ, ο οποίος γεννήθηκε και σύμφωνα με το νόμο της φύσεως και με τρόπο υπερφυσικό.

Τίκτεται γὰρ ἀπάτωρ ἐκ γυναικὸς ὁ ἐκ Πατρὸς ἀμήτωρ· καὶ ὅτι μὲν ἐκ γυναικὸς νόμῳ κυήσεως, ὅτι δὲ ἄνευ πατρός, ὑπὲρ φύσιν γεννήσεως· καὶ ὅτι μὲν τῷ εἰθισμένῳ χρόνῳ (τὸν γὰρ ἐννεαμηνιαῖον τελέσας καὶ τῷ δεκάτῳ ἐπιβὰς γεννᾶται), νόμῳ κυήσεως, ὅτι δὲ ἀνωδίνως, ὑπὲρ θεσμὸν γεννήσεως· ἧς γὰρ ἡδονὴ οὐ προηγήσατο, οὐδὲ ὠδὶν ἐπηκολούθησε, κατὰ τὸν προφήτην τὸν λέγοντα· «Πρὶν ὠδίνησεν, ἔτεκε», καὶ πάλιν· «Πρὶν ἐλθεῖν τὸν καιρὸν τῶν ὠδίνων, ἐξέφυγε καὶ ἔτεκεν ἄρσεν».

Διότι αυτός, που γεννήθηκε από Πατέρα χωρίς μητέρα, γεννιέται από μητέρα χωρίς πατέρα. Η γέννησή του από μητέρα είναι φυσικό γεγονός, ενώ η γέννησή του χωρίς πατέρα είναι υπερφυσικό· η γέννησή του στον καθορισμένο χρόνο (γεννιέται αφού συμπλήρωσε εννέα μήνες κυοφορίας και εισήλθε στο δέκατο) είναι σύμφωνα με το νόμο της κυήσεως· η γέννησή του όμως χωρίς πόνους ξεπερνά τους νόμους της γεννήσεως· όπου δηλαδή δεν προηγήθηκε ηδονή, εκεί ούτε πόνος ακολούθησε, σύμφωνα με τα λόγια του προφήτη: «Γέννησε, πριν πονέσει»· και αλλού που λέει: «προτού να φθάσει η ώρα των πόνων, ξέφυγε και γέννησε αγόρι».

Γεγέννηται τοίνυν ἐξ αὐτῆς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ Θεὸς σεσαρκωμένος, οὐ θεοφόρος ἄνθρωπος, ἀλλὰ Θεὸς σεσαρκωμένος, οὐχ ὡς προφήτης ἐνεργείᾳ χριόμενος, παρουσίᾳ δὲ ὅλου τοῦ χρίοντος, ὥστε ἄνθρωπον μὲν γενέσθαι τὸ χρῖσαν καὶ Θεὸν τὸ χριόμενον, οὐ μεταβολῇ φύσεως, ἀλλ᾿ ἑνώσει τῇ καθ᾿ ὑπόστασιν. Ὁ αὐτὸς γὰρ ἦν, ὅ τε χρίων καὶ ὁ χριόμενος· χρίων ὡς Θεὸς ἑαυτὸν ὡς ἄνθρωπον.

Ο Υιός του Θεού, λοιπόν, και σαρκωμένος Θεός γεννήθηκε απ᾿ αυτήν· δεν γεννήθηκε σαν άνθρωπος που δέχθηκε μέσα του τον Θεό (θεοφόρος), αλλά σαν Θεός που έλαβε σάρκα· δεν ήταν σαν προφήτης που χρίεται με ενέργεια, αλλ᾿ ήταν παρών όλος αυτός που χρίει, ώστε αυτός που έκανε τη χρίση να γίνει άνθρωπος και αυτός που χρίσθηκε να γίνει Θεός· χωρίς η φύση να μεταβληθεί αλλά να ενωθεί υποστατικά. Ο ίδιος ήταν και αυτός που έχριε και αυτός που χρίονταν· ως Θεός έχριε τον εαυτό του ως άνθρωπο.

Πῶς οὖν οὐ Θεοτόκος ἡ Θεὸν σεσαρκωμένον ἐξ αὐτῆς γεννήσασα; Ὄντως κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοτόκος καὶ Κυρία, καὶ πάντων κτισμάτων δεσπόζουσα, δούλη καὶ μήτηρ τοῦ Δημιουργοῦ χρηματίσασα. Ὥσπερ δὲ συλληφθεὶς παρθένον τὴν συλλαβοῦσαν ἐτήρησεν, οὕτω καὶ τεχθεὶς τὴν αὐτῆς παρθενίαν ἐφύλαξεν ἄτρωτον μόνος διελθὼν δι᾿ αὐτῆς καὶ κεκλεισμένην τηρήσας αὐτήν· δι᾿ ἀκοῆς μὲν ἡ σύλληψις, ἡ δὲ γέννησις διὰ τῆς συνήθους τῶν τικτομένων ἐξόδου, εἰ καί τινες μυθολογοῦσι διὰ τῆς πλευρᾶς αὐτὸν τεχθῆναι τῆς Θεομήτορος. Οὐ γὰρ ἀδύνατος ἦν καὶ διὰ τῆς πύλης διελθεῖν καὶ ταύτης μὴ παραβλάψαι τὰ σήμαντρα.

Πώς, λοιπόν, αυτή που γέννησε από τα σπλάγχνα της τον σαρκωμένο Θεό δεν είναι Θεοτόκος; Ναι, πραγματικά και αληθινά είναι Θεοτόκος και Κυρία και Δέσποινα όλων των δημιουργημάτων, διότι έγινε δούλη και μητέρα του Δημιουργού. Και όπως Αυτός με τη σύλληψη διατήρησε παρθένο αυτήν που τον συνέλαβε, έτσι και με τη γέννησή του διατήρησε την παρθενία της απείραχτη, διότι μόνος πέρασε απ᾿ αυτήν και τη φύλαξε αλώβητη. Η σύλληψη έγινε με το άκουσμα (των λόγων του αγγέλου) και η γέννηση με τη συνηθισμένη έξοδο των εμβρύων (από την κοιλιά), αν και ορισμένοι πλάθουν μύθους ότι αυτός γεννήθηκε από την πλευρά της Θεοτόκου. Δεν ήταν, δηλαδή, αδύνατο για τον Θεό και να περάσει από μέσα της και να μην πειράξει τη σφραγίδα της παρθενίας της.

Μένει τοίνυν καὶ μετὰ τόκον παρθένος ἡ Ἀειπάρθενος οὐδαμῶς ἀνδρὶ μέχρι θανάτου προσομιλήσασα. Εἰ γὰρ καὶ γέγραπται· «Καὶ οὐκ ἔγνω αὐτήν, ἕως οὗ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον», ἰστέον ὅτι πρωτότοκός ἐστιν ὁ πρῶτος γεννηθείς, εἰ καὶ μονογενὴς εἴη. Τὸ μὲν γὰρ «πρωτότοκον» πρῶτον γεννηθῆναι δηλοῖ, οὐ πάντως δὲ καὶ ἑτέρων συνεμφαίνει γέννησιν. Τὸ δὲ «ἕως» τὴν μὲν τοῦ ὡρισμένου χρόνου προθεσμίαν σημαίνει, οὐκ ἀποφάσκει δὲ τὸ μετὰ ταῦτα· φησὶ γὰρ ὁ Κύριος· «Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος», οὐχ ὡς μετὰ τὴν τοῦ αἰῶνος συντέλειαν χωρισθησόμενος. Φησὶ γοῦν ὁ θεῖος ἀπόστολος· «Καὶ οὕτως πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα», μετὰ τὴν κοινὴν ἀνάστασιν λέγων.

Η Αειπάρθενος παραμένει, λοιπόν, και μετά τον τόκο παρθένος, χωρίς, ως τον θάνατό της, να συνευρεθεί καθόλου με άνδρα. Διότι, αν και έχει γραφεί «και (ο Ιωσήφ ο Μνήστωρ) δεν είχε σχέση μ᾿ αυτήν, ακόμη κι όταν γέννησε τον πρωτότοκο γιο της», πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο πρωτότοκος είναι αυτός που γεννήθηκε πρώτος, ακόμη κι άν ήταν μοναχογιός. Η λέξη «πρωτότοκος», δηλαδή, σημαίνει αυτόν που γεννήθηκε πρώτος, και δεν δηλώνει υποχρεωτικά και τη γέννηση άλλων (παιδιών). Η λέξη πάλι «έως» δείχνει βέβαια την προθεσμία του περιορισμένου χρόνου, αλλά δεν αποκλείει τα επακόλουθα. Λέει, για παράδειγμα, ο Κύριος: «Και να, εγώ είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες έως το τέλος των αιώνων», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα τους αποχωρισθεί μετά το τέλος των αιώνων. Διότι λέει ο θείος απόστολος: «Και έτσι πάντοτε θα είμαστε μαζί με τον Κύριο», εννοώντας μετά την ανάσταση των πάντων.

Πῶς γὰρ ἂν Θεὸν γεννήσασα καὶ ἐκ τῆς τῶν παρηκολουθηκότων πείρας τὸ θαῦμα γνωρίσασα ἀνδρὸς συνάφειαν κατεδέξατο; Ἄπαγε. Οὐ σωφρονοῦντος λογισμοῦ τὰ τοιαῦτα νοεῖν, μὴ ὅτι καὶ πράττειν.

Πώς, δηλαδή, θα καταδεχόταν τη συνένωση με άνδρα, αφότου γέννησε τον Θεό και γνώρισε το θαύμα από την πείρα των σημείων που έχουν ακολουθήσει; Μη βλασφημείς. Αυτές οι σκέψεις δεν χαρακτηρίζουν συνετό νου, και μήτε βέβαια κάποιον που να τα πράττει.

Ἀλλ᾿ αὕτη ἡ μακαρία καὶ τῶν ὑπὲρ φύσιν δωρεῶν ἀξιωθεῖσα τὰς ὠδῖνας, ἃς διέφυγε τίκτουσα, ταύτας ἐν τῷ τοῦ πάθους καιρῷ ὑπέμεινε ὑπὸ τῆς μητρικῆς συμπαθείας τῶν σπλάγχνων τὸν σπαραγμὸν ἀνατλᾶσα καί, ὃν Θεὸν ἔγνω διὰ γεννήσεως, τοῦτον ὡς κακοῦργον ἀναιρούμενον βλέπουσα ὡς ῥομφαίᾳ τοῖς λογισμοῖς ἐσπαράττετο· καὶ τοῦτό ἐστι· «Καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία». Ἀλλὰ μεταβάλλει τὴν λύπην ἡ χαρὰ τῆς ἀναστάσεως Θεὸν τὸν σαρκὶ θανόντα κηρύττουσα.

Αυτή όμως η τρισευτυχισμένη, που αξιώθηκε τις υπερφυσικές δωρεές, δοκίμασε την ώρα του πάθους (του γιου της) τους πόνους που γλύτωσε κατά τον τοκετό της· από μητρική αγάπη υπέμεινε τον σπαραγμό των σπλάγχνων της· Αυτόν που γνώρισε ως Θεό με τη γέννηση, τον βλέπει σαν κακούργο να σταυρώνεται· αυτές οι σκέψεις την ξεσκίζουν σαν κοφτερό μαχαίρι. Κι αυτή είναι η έννοια της φράσεως «και τη δική σου ψυχή θα διατρυπήσει κοφτερό μαχαίρι». Αλλά, η χαρά της αναστάσεως διαλύει τη λύπη, διότι διακηρύσσει ότι αυτός που πέθανε με σάρκα είναι Θεός.

 

Κεφάλαιο 88

Περὶ τῶν ἁγίων καὶ τῆς τῶν λειψάνων αὐτῶν τιμῆς
(Για την τιμή των Αγίων και των λειψάνων τους)

Τιμητέον τοὺς ἁγίους ὡς φίλους Χριστοῦ, ὡς τέκνα καὶ κληρονόμους Θεοῦ, ὥς φησιν Ἰωάννης ὁ θεολόγος εὐαγγελιστής· «Ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι». «Ὥστε οὐκέτι εἰσὶν δοῦλοι, ἀλλ᾿ υἱοί· εἰ δὲ υἱοί, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ». Καὶ ὁ Κύριος ἐν τοῖς ἱεροῖς εὐαγγελίοις τοῖς ἀποστόλοις φησίν· «Ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε. Οὐκέτι ὑμᾶς καλῶ δούλους· ὁ γὰρ δοῦλος οὐκ οἶδε, τί ποιεῖ αὐτοῦ ὁ Κύριος». Εἰ δὲ καὶ «Βασιλεὺς βασιλέων καὶ Κύριος κυριευόντων» καὶ «Θεὸς θεῶν» ὁ Δημιουργὸς τῶν ἁπάντων καὶ Κύριος λέγεται, πάντως οἱ ἅγιοι θεοί τε καὶ κύριοι καὶ βασιλεῖς.

Πρέπει να τιμάμε τους αγίους σαν φίλους του Χριστού, σαν τέκνα και κληρονόμους του Θεού, όπως λέει ο θεολόγος Ιωάννης ο ευαγγελιστής: «όσοι τον αποδέχθηκαν, τους έδωσε τη χάρη να γίνουν παιδιά του Θεού». «Επομένως, καθόλου δεν είναι δούλοι, αλλά παιδιά· και εφόσον είναι παιδιά, είναι και κληρονόμοι· είναι κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού. Και ο Κύριος, επίσης, στα ιερά ευαγγέλια λέει στους αποστόλους: «Εσείς είστε φίλοι μου. Δεν σας καλώ πλέον δούλους· διότι ο δούλος δεν γνωρίζει τί κάνει ο Κύριός του». Και αν ο Δημιουργός του σύμπαντος και Κύριος ονομάζεται «Βασιλιάς των βασιλέων, Κύριος των αρχόντων και Θεός των θεών», τότε οπωσδήποτε οι ΄Αγιοι ονομάζονται θεοί, κύριοι και βασιλείς.

Τούτων Θεὸς ὁ Θεὸς καὶ Κύριος καὶ βασιλεύς ἐστι καὶ λέγεται. «Ἐγὼ γάρ εἰμι», φησὶ τῷ Μωσεῖ, «Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ Θεὸς Ἰακώβ». Καὶ Θεὸν Φαραὼ τὸν Μωσῆν ὁ Θεὸς ἐποίησεν. Θεοὺς δὲ λέγω καὶ βασιλεῖς καὶ κυρίους οὐ φύσει, ἀλλ᾿ ὡς τῶν παθῶν βασιλεύσαντας καὶ κυριεύσαντας καὶ τὴν τῆς θείας εἰκόνος ὁμοίωσιν, καθ᾿ ἣν καὶ γεγένηνται, ἀπαραχάρακτον φυλάξαντας – βασιλεὺς γὰρ λέγεται καὶ ἡ τοῦ βασιλέως εἰκών – καὶ ὡς ἑνωθέντας Θεῷ κατὰ προαίρεσιν καὶ τοῦτον δεξαμένους ἔνοικον καὶ τῇ τούτου μεθέξει γεγονότας χάριτι, ὅπερ αὐτός ἐστι φύσει. Πῶς οὖν οὐ τιμητέον τοὺς θεράποντας καὶ φίλους καὶ υἱοὺς τοῦ Θεοῦ χρηματίσαντας; Ἡ γὰρ πρὸς τοὺς εὐγνώμονας τῶν ὁμοδούλων τιμὴ ἀπόδειξιν ἔχει τῆς πρὸς τὸν κοινὸν Δεσπότην εὐνοίας.

Ο Θεός και Κύριος και βασιλιάς είναι και ονομάζεται Θεός αυτών (των αγίων). Λέει στον Μωυσή: «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ. Επίσης, ο Θεός ανέδειξε τον Μωυσή Θεό του Φαραώ. Λέγοντας θεούς, βασιλείς και κυρίους δεν εννοώ ότι είναι από τη φύση τους. Επειδή όμως εξουσίασαν και κυριάρχησαν στα πάθη και διαφύλαξαν απείραχτη τη θεία εικόνα, σύμφωνα με την οποία πλάσθηκαν – διότι και η εικόνα του βασιλιά βασιλιάς καλείται – και επειδή ενώθηκαν με τον Θεό με τη θέλησή τους και τον δέχθηκαν ένοικό τους και έγιναν κατά χάρη, με την κοινωνία τους μ᾿ αυτόν, ό,τι είναι ο ίδιος στη φύση του (γι᾿ αυτό τους ονομάζω έτσι). Πώς, λοιπόν, δεν πρέπει να τιμάμε αυτούς που έγιναν υπηρέτες, φίλοι και παιδιά του Θεού; Διότι η τιμή προς τους άξιους συνδούλους μας αποδείχνει την καλή διάθεσή μας προς τον κοινό Δεσπότη.

Οὗτοι ταμιεῖα Θεοῦ καὶ καθαρὰ γεγόνασι καταγώγια· «Ἐνοικήσω γὰρ ἐν αὐτοῖς», ὁ Θεός φησι, «καὶ ἐμπεριπατήσω καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός». Ὅτι μὲν οὖν «ψυχαὶ δικαίων ἐν χειρὶ Θεοῦ, καὶ οὐ μὴ ἅψηται αὐτῶν θάνατος», φησὶν ἡ θεία Γραφή· ὁ θάνατος γὰρ τῶν ἁγίων ὕπνος μᾶλλόν ἐστι ἢ θάνατος. «Ἐκοπίασαν γὰρ εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ζήσονται εἰς τέλος», καί· «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τῶν ὁσίων αὐτοῦ». Τί οὖν τιμιώτερον τοῦ ἐν χειρὶ εἶναι Θεοῦ; Ζωὴ γάρ ἐστιν ὁ Θεὸς καὶ φῶς καὶ οἱ ἐν χειρὶ Θεοῦ ὄντες ἐν ζωῇ καὶ φωτὶ ὑπάρχουσιν.

Αυτοί έχουν αναδειχθεί καθαρά κατοικητήρια και καταλύματα του Θεού. Διότι ο Θεός λέει «θα εγκατασταθώ μέσα τους, θα περπατήσω και θα είμαι Θεός τους». Και ακόμη η Αγία Γραφή βεβαιώνει ότι «οι ψυχές των δικαίων είναι στα χέρια του Θεού και ο θάνατος δεν τις αγγίζει· διότι ο θάνατος των αγίων είναι περισσότερο ύπνος παρά θάνατος. «Κόπιασαν δηλαδή στη ζωή τους και στο τέλος θ᾿ απολαύσουν τη ζωή»· και ακόμη (λέει η Αγία Γραφή): «ο θάνατος των αγίων του Κυρίου είναι πολύτιμος». Διότι τι πολυτιμότερο υπάρχει από το να βρίσκεται κανείς στα χέρια του Θεού; Ο Θεός, λοιπόν, είναι ζωή και φως και όσοι βρίσκονται στα χέρια του Θεού, ζουν μέσα στη ζωή και το φως.

Ὅτι δὲ διὰ τοῦ νοῦ τοῖς σώμασιν αὐτῶν ἐνῴκησεν ὁ Θεός, φησὶν ὁ ἀπόστολος· «Οὐκ οἴδατε, ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ὑμῖν Πνεύματος Ἁγίου ἐστίν;» «Ὁ δὲ Κύριος τὸ πνεῦμά ἐστι», καί· «Εἴ τις τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ φθείρει, φθερεῖ τοῦτον ὁ Θεός». Πῶς οὖν οὐ τιμητέον τοὺς ἐμψύχους ναοὺς τοῦ Θεοῦ, τὰ ἔμψυχα τοῦ Θεοῦ σκηνώματα; Οὗτοι ζῶντες ἐν παρρησίᾳ τῷ Θεῷ παρεστήκασι.

Επίσης, ο απόστολος βεβαιώνει ότι ο Θεός κατοίκησε στα σώματά τους μέσω του νου: «Δεν γνωρίζετε, λέει, ότι τα σώματά σας είναι ναός του Αγίου Πνεύματος που ενοικεί μέσα σας;». Επίσης (λέει): «Ο Κύριος είναι πνεύμα» και «αν κάποιος καταστρέφει το ναό του Θεού, θα τον καταστρέψει με τη σειρά του ο Θεός». Πώς, λοιπόν, δεν πρέπει να τιμάμε τους έμψυχους ναούς του Θεού, τα έμψυχα κατοικητήριά του; Αυτοί, όντας στη ζωή, στέκονται με παρρησία μπροστά στον Θεό.

Πηγὰς ἡμῖν σωτηρίους ὁ Δεσπότης Χριστὸς τὰ τῶν ἁγίων παρέσχετο λείψανα, πολυτρόπως τὰς εὐεργεσίας πηγάζοντα, μύρον εὐωδίας βρύοντα. Καὶ μηδεὶς ἀπιστείτω. Εἰ γὰρ ἐξ ἀκροτόμου πέτρας ὕδωρ ἐν ἐρήμῳ, ἐπήγασε βουλομένου Θεοῦ καὶ ἐκ σιαγόνος ὄνου τῷ Σαμψὼν διψῶντι, ἐκ μαρτυρικῶν λειψάνων μύρον εὐῶδες ἀναβλύζειν ἄπιστον; Οὐδαμῶς, τοῖς γε εἰδόσι τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμιν καὶ τὴν τῶν ἁγίων παρ᾿ αὐτοῦ τιμήν.

Ο Δεσπότης Χριστός μάς χάρισε τα λείψανα των αγίων σαν πηγές σωτηρίας, επειδή παρέχουν τις ευεργεσίες με πολλούς τρόπους και αναβλύζουν ευωδιαστό μύρο. Και κανείς να μην αμφιβάλλει. Διότι, αν ο απόκρημνος και σκληρός βράχος, με τη θέληση του Θεού, ανάβλυσε νερό στην έρημο, και το ίδιο η σιαγόνα του γαϊδουριού, όταν ο Σαμψών δίψασε, πώς είναι απίστευτο τα λείψανα των μαρτύρων να μην αναβλύζουν ευωδιαστό μύρο; Καθόλου δεν είναι, γι᾿ αυτούς που γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού και την τιμή που Αυτός αποδίδει στους αγίους.

Ἐν τῷ νόμῳ πᾶς ὁ νεκροῦ ἁπτόμενος ἀκάθαρτος ἐχρημάτιζεν, ἀλλ᾿ οὐχ οὗτοι νεκροί. Ἀφ᾿ οὗ γὰρ ἡ αὐτοζωή, ὁ τῆς ζωῆς αἴτιος, ἐν νεκροῖς ἐλογίσθη, τοὺς ἐπ᾿ ἐλπίδι ἀναστάσεως καὶ τῇ εἰς αὐτὸν πίστει κοιμηθέντας οὐ νεκροὺς προσαγορεύομεν. Νεκρὸν γὰρ σῶμα πῶς θαυματουργεῖν δύναται; Πῶς οὖν δι᾿ αὐτῶν δαίμονες ἀπελαύνονται, ἀσθενεῖς θεραπεύονται, τυφλοὶ ἀναβλέπουσι, λεπροὶ καθαίρονται, πειρασμοὶ καὶ ἀνίαι λύονται, πᾶσα δόσις ἀγαθὴ ἐκ τοῦ Πατρὸς τῶν φώτων δι᾿ αὐτῶν τοῖς ἀδιστάκτῳ πίστει αἰτοῦσι κάτεισι;

Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό Νόμο, όποιος άγγιζε νεκρό γινόταν ακάθαρτος· αλλά αυτοί (οι άγιοι) δεν είναι νεκροί. Αφότου, δηλαδή, η αυτοζωή και πηγή της ζωής συγκαταριθμήθηκε στους νεκρούς, δεν ονομάζουμε νεκρούς αυτούς που κοιμήθηκαν με την ελπίδα της αναστάσεως και την πίστη σ᾿ Αυτόν. Διότι, πώς νεκρό σώμα μπορεί να θαυματουργεί; Πώς με αυτά (τα λείψανα των αγίων) τα δαιμόνια φυγαδεύονται, οι ασθενείς θεραπεύονται, οι τυφλοί βλέπουν, οι λεπροί καθαρίζονται, οι πειρασμοί και οι θλίψεις εξαφανίζονται, και μέσω αυτών κάθε καλή δωρεά κατέρχεται από τον Πατέρα των φώτων σ᾿ αυτούς που με ακλόνητη πίστη την ζητούν;

Πόσα ἂν ἔκαμες, ἵνα προστάτην εὕρῃς θνητῷ σε βασιλεῖ προσάγοντα καὶ ὑπὲρ σοῦ πρὸς αὐτὸν τοὺς λόγους ποιούμενον; Τοὺς οὖν προστάτας τοῦ γένους παντὸς τοὺς τῷ Θεῷ ὑπὲρ ἡμῶν τὰς ἐντεύξεις ποιουμένους οὐ τιμητέον; Ναὶ μὴν τιμητέον, ναοὺς ἐγείροντας τῷ Θεῷ ἐπὶ τῷ τούτων ὀνόματι, καρποφορίας προσάγοντας, τὰς τούτων μνήμας γεραίροντας καὶ ἐν αὐταῖς εὐφραινομένους πνευματικῶς, ἵνα οἰκεία τῶν συγκαλούντων ἡ εὐφροσύνη γένηται, ἵνα μὴ θεραπεύειν πειρώμενοι τοὔμπαλιν αὐτοὺς παροργίσωμεν. Οἷς μὲν γὰρ Θεὸς θεραπεύεται, καὶ οἱ τούτου θεράποντες εὐφρανθήσονται· οἷς δὲ προσοχθίζει Θεός, καὶ οἱ τούτου προσοχθιοῦσιν ὑπασπισταί. «Ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς» καὶ κατανύξει καὶ τῶν δεομένων ἐλέῳ τοὺς ἁγίους πιστοὶ θεραπεύσωμεν, οἷς μάλιστα καὶ Θεὸς θεραπεύεται. Στήλας αὐτοῖς ἐγείρωμεν ὁρωμένας τε εἰκόνας καὶ αὐτοὶ ἔμψυχοι στῆλαι καὶ εἰκόνες αὐτῶν τῇ τῶν ἀρετῶν μιμήσει γενώμεθα.

Πόσα θα έδινες, για να βρεις μεσάζοντα να σε παρουσιάσει σε θνητό βασιλιά και να πει σ᾿ αυτόν καλό λόγο για σένα; Αναλογικά, δεν πρέπει να τιμάμε τους προστάτες όλου του ανθρωπίνου γένους που προσεύχονται στον Θεό για μας; Ασφαλώς πρέπει να τους τιμάμε, και ναούς ν᾿ ανεγείρουμε στον Θεό με τ᾿ όνομά τους, και καρπούς να τους προσφέρουμε, και να τιμάμε τις μνήμες τους και να πανηγυρίζουμε πνευματικά σ᾿ αυτές, ώστε η χαρά να τους είναι αρεστή, που μας συνάζουν, για να μην συμβαίνει το αντίθετο, στην προσπάθειά μας να τους τιμήσουμε, να τους εξοργίζουμε. Διότι μ᾿ αυτά που ο Θεός λατρεύεται, μ᾿ αυτά και οι εκλεκτοί υπηρέτες του θα χαρούν· και με όσα ο Θεός δυσαρεστείται, μ᾿ αυτά και οι ακόλουθοί του θα δυσαρεστηθούν. Ας τιμήσουμε, λοιπόν, (αγαπητοί μου) πιστοί, τους αγίους «με ψαλμούς, ύμνους και πνευματικά άσματα», με κατάνυξη και ελεημοσύνη των φτωχών, με τα οποία κατεξοχήν ο Θεός λατρεύεται. Ν᾿ ανεγείρουμε προς τιμήν τους προσκυνητάρια και ορατές εικόνες, και οι ίδιοι ν᾿ αναδειχθούμε έμψυχα προσκυνητάρια και εικόνες τους με τη μίμηση των αρετών τους.

Τὴν Θεοτόκον ὡς κυρίως καὶ ἀληθῶς Θεοῦ μητέρα τιμήσωμεν· τὸν προφήτην Ἰωάννην ὡς πρόδρομον καὶ βαπτιστὴν ἀπόστολόν τε καὶ μάρτυρα· «οὔτε γὰρ ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου ἐγήγερται», ὡς ὁ Κύριος ἔφησε, καὶ τῆς βασιλείας αὐτὸς πρῶτος κῆρυξ γεγένηται. Τοὺς ἀποστόλους ὡς ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου καὶ αὐτόπτας καὶ ὑπηρέτας τῶν αὐτοῦ παθημάτων, οὓς «προγνοὺς προώρισε συμμόρφους τῆς εἰκόνος τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ὁ Θεὸς καὶ Πατήρ· πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον ποιμένας καὶ διδασκάλους». Τούς τε τοῦ Κυρίου μάρτυρας ἐκ παντὸς τάγματος ἐκλελεγμένους ὡς στρατιώτας Χριστοῦ καὶ τὸ αὐτοῦ πεπωκότας ποτήριον τό τε τοῦ ζωοποιοῦ αὐτοῦ θανάτου βαπτισθέντας βάπτισμα ὡς κοινωνοὺς τῶν παθημάτων αὐτοῦ καὶ τῆς δόξης, ὧν ταξίαρχος ὁ πρωτοδιάκονος Χριστοῦ καὶ ἀπόστολος καὶ πρωτομάρτυς Στέφανος· καὶ τοὺς ὁσίους πατέρας ἡμῶν τοὺς θεοφόρους ἀσκητὰς, τοὺς τὸ χρονιώτερον καὶ ἐπιπονώτερον μαρτύριον τῆς συνειδήσεως διαθλήσαντας, «οἵ περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακοχούμενοι, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος». Τοὺς πρὸ τῆς χάριτος προφήτας, πατριάρχας, δικαίους τοὺς προκατηγγελκότας τὴν τοῦ Κυρίου παρουσίαν. Τούτων πάντων ἀναθεωροῦντες τὴν πολιτείαν ζηλώσωμεν τὴν πίστιν, τὴν ἀγάπην, τὴν ἐλπίδα, τὸν ζῆλον, τὸν βίον, τὴν καρτερίαν τῶν παθημάτων, τὴν ὑπομονὴν μέχρις αἵματος, ἵνα καὶ τῶν τῆς δόξης στεφάνων αὐτοῖς κοινωνήσωμεν.

Ας τιμήσουμε τη Θεοτόκο κατεξοχήν και αληθινά σαν μητέρα του Θεού· τον προφήτη Ιωάννη σαν πρόδρομο, βαπτιστή, απόστολο και μάρτυρα· διότι, όπως είπε ο Κύριος, «καμμιά γυναίκα δεν γέννησε μεγαλύτερη προσωπικότητα από τον Ιωάννη»· αυτός αναδείχθηκε ο πρώτος κήρυκας της βασιλείας του. (Ας τιμήσουμε) τους αποστόλους σαν αδελφούς του Κυρίου, μάρτυρας και διακόνους των παθών του, «τους οποίους ο Θεός και Πατέρας, κατά την πρόγνωσή του, τους προόρισε να είναι σύμμορφοι με την εικόνα του Υιού του· πρώτα αποστόλους, έπειτα προφήτες και τρίτο ποιμένες και δασκάλους». (Ας τιμήσουμε) τους μάρτυρες του Κυρίου, που έχουν διαλεχτεί από κάθε τάξη, σαν στρατιώτες Χριστού και σαν ανθρώπους που έχουν πιεί το ποτήρι του και βαπτίσθηκαν το βάπτισμα του ζωοποιού θανάτου του και σαν μετόχους στα παθήματα και τη δόξα, των οποίων ηγέτης είναι ο πρωτοδιάκονος, απόστολος και πρωτομάρτυρας του Χριστού Στέφανος. (Ας τιμήσουμε) τους οσίους πατέρες μας και θεοφόρους πατέρες, που αγωνίσθηκαν το πιο μακροχρόνιο και επίπονο μαρτύριο της συνειδήσεως· «αυτοί τριγύρισαν με μηλωτές, με δέρματα προβάτων, με στερήσεις, θλίψεις, κακουχίες, περιπλανώμενοι στις ερήμους, τα όρη, τα σπήλαια, τις τρύπες της γης· ο κόσμος δεν είναι αντάξιός τους». (Ας τιμήσουμε) τους προ Χριστού προφήτες, τους πατριάρχες, τους δικαίους οι οποίοι προκατήγγειλαν την έλευση του Κυρίου. Εξετάζοντας όλων αυτών την βιωτή, ας ποθήσουμε την πίστη, την αγάπη, την ελπίδα, τον ζήλο, τον βίο, την αντοχή στα παθήματα, την υπομονή μέχρι να χύσουν το αίμα τους, για να γίνουμε συμμέτοχοι και στα στεφάνια της δόξης τους.

 

[ΜΕΡΟΣ 14]

 


 

(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως και Πολυκάστρου)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας