Τι καινούργιο προστέθηκε στην ιστοσελίδα... | Χάρτης Ιστότοπου
Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς

Η ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

 

του Μοναχού Μωυσέως του Αγιορείτου

 

Η περίοδος του Τριωδίου είναι περίοδος κατεξοχήν εγκρατείας, νήψεως και μετανοίας. Οι μελωδοί του Τριωδίου σκοπό έχουν με τα θαυμάσια υμνογραφήματά τους να θυμίσουν τις απ᾿ αρχής πολλές ευεργεσίες του Θεού στον επιλήσμονα άνθρωπο. Αυτοεξόριστοι τελικώς της παραδείσιας τρυφής για την παρακοή, δαιμονόπληκτοι και δαιμονοκίνητοι, από τον εδώ πλανερό πόθο της θεώσεως, κάναμε τη θέση μας ακόμη δυσκολότερη ενώπιον της ανυπέρβλητης αγάπης του Θεού, που έφθασε στην άκρα ταπείνωση, δια της Ενανθρωπήσεώς Του και του Πάθους Του, για την επάνοδό μας στη μακαριότητα του ελεύθερου διαλόγου μαζί Του.

Οι τέσσερις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου, δηλαδή του Τελώνου και Φαρισαίου, του Ασώτου, της Απόκρεω και της Τυρινής, είναι προοίμια και προγυμνάσματα των πνευματικών αγώνων της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πολύ δυστυχώς οι ημέρες αυτές εξελίχθηκαν σε περίοδο κορεσμού και μεταμφιέσεως, αμαυρώνοντας το «κατ᾿ εικόνα», όπου επλάσθημεν. Κάτι που αρκετοί συνεχίζουν όλο το έτος – ώστε οι Αποκριές να μακραίνουν στον τόπο μας κατά τρόπο κωμικοτραγικό.

Στα πρόσωπα του Τελώνου και του Φαρισαίου οι άγιοι Πατέρες εισαγωγικά μας διδάσκουν τον ασπασμό της ταπεινώσεως και την άρνηση της αλαζονείας. Η αιθάλη της οιήσεως και η πονηρία της υπερηφάνειας δίωξαν τους Πρωτόπλαστους από τον Παράδεισο. Τους απογύμνωσαν από τη θεία Χάρη και τους γκρέμισαν από τη θεϊκή συντροφιά και παραμυθία. Μιμούμενοι τον ταπεινό Τελώνη, ό,τι κι αν έχουμε πράξει μας το συγχωρεί ο Θεός και μας επαναφέρει στην πρώτη μας δόξα. Η ταπείνωσή μας φανερώνει τη συμμετοχή μας στα πνευματικά γυμνάσματα της Εκκλησίας.

Ο αποστάτης ΄Ασωτος είναι θα λέγαμε πρόσωπο συμπαθές, γιατί άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο τον μιμήθηκε ή τον μιμείται. Τα θλιβερά αποτελέσματα της αποστασίας του ανθρώπου, που θέλει να τη λέει ελευθερία, διεκτραγωδούνται στην παραστατική παραβολή του Ασώτου. Αλλά εδώ μας παρουσιάζεται περίλαμπρα και η ευσπλαγχνία του Πατέρα, με τις πάντα αναμένουσες ολάνοιχτες αγκάλες στην εξώθυρα του οίκου Του.

Η αγάπη όμως του Θεού δεν καταργεί τη δικαιοσύνη Του. Η αγάπη θα είναι το μέτρο της κρίσεως των αμελών κατά τη Δευτέρα του Κυρίου Παρουσία. Αυτό είναι και το βαθύ νόημα της ευαγγελικής περικοπής της Μελλούσης Κρίσεως. Μη η φιλανθρωπία του Θεού στις δύο προηγούμενες παραβολές δώσει θάρρος στους οκνηρούς.

Η λεγόμενη Κυριακή της Τυρινής ζωηρά μας προτρέπει για τον επαναπατρισμό μας στον αειθαλή κήπο της Εδέμ. Ας τ᾿ ομολογήσουμε· είμαστε οι ξενιτεμένοι του Θεού. Καλούμαστε δια ταπεινώσεως, μετανοίας, φόβου Θεού κι απορρίψεως κάθε πλεονεξίας, κατακρίσεως και φθόνου, να επανέλθουμε στην εστία μας στην αναστάσιμη χαρά που εγκαινίασε ο νέος Αδάμ, ο Χριστός. Ο παράδεισος που ηθελημένα χάσαμε μας έκανε ανέστιους, γυμνούς, κοπιώντες και θλιβόμενους. Η σταυρώσιμη περίοδος της σαρανταήμερης νηστείας σκοπό έχει να μας οδηγήσει στο Πάσχα, τη διάβαση, την Ανάστασή μας.

Όλη η περίοδος του Τριωδίου είναι μια περιήγηση στον παλαιοδιαθηκικό χώρο. Η υμνολογία, οι κατανυκτικές ακολουθίες και η νηστεία είναι βοηθητικά μέσα ώστε να προσφέρουν το χαροποιόν πένθος, το οποίο θα κάνει πιο ελεήμονα την ψυχή κι εναργέστερη την εκζήτηση του Θεού. Ο Θεός πάσχει για τον πάσχοντα άνθρωπο και με το Πάθος Του, της θυσιαζόμενης αγάπης Του, λυτρώνει τους εμπαθείς. Με την Ανάστασή Του χαρίζει φως στους σκοτισμένους, ανασταίνει τους νεκρούς, νικά με τον θάνατό του τον θάνατο.

Ο Τελώνης και ο ΄Ασωτος είναι συγγενικά πρόσωπα. Η ταπεινοφροσύνη του ενός και η μετάνοια του άλλου συνδέονται στενά με το πνεύμα της αυτοθυσίας που τους χαρακτηρίζει και που πρέπει να σημαδεύει τους ακολούθους τους, όλους τους πιστούς που κάποτε αστόχησαν και ζητούν την ανόρθωση. Ο Φαρισαίος είναι ο άσωτος του πνεύματος και μοιάζει με τον πρεσβύτερο αδελφό του Ασώτου, που είχε κάποια ιδέα για τον εαυτό του και τη «δικαιοσύνη» του και που τον έκανε απαιτητικό και ζηλόφθονο. Ο άσωτος Τελώνης εξέρχεται του ναού ως ο όσιος Τελώνης και ο ΄Ασωτος υιός εισέρχεται στην πατρική αγκάλη ως ο μετανοημένος Τελώνης. Η ατιμία και η ασωτία συχνά φέρνουν την απόγνωση. Από αυτή την ταλαιπωρία θέλοντας να μας προλάβουν οι άγιοι Πατέρες φέρνουν ενώπιόν μας τον επιστρέφοντα υιό, βοηθώντας μας ν᾿ αποκτήσουμε αίσθηση της αμαρτίας κι επίγνωση της ασθένειάς μας. Γιατί η αμαρτία είναι δούλωση και υποδούλωση του ανθρώπου, αλλοτρίωση της αυθεντικότητας του προσώπου του, αγώνας αυτοδικαιώσεως, ύβρις κατά του Θεού, νόσος της ψυχής.

Ας παρακολουθήσουμε όμως σύντομα στην πορεία του τον ΄Ασωτο. Η οδός που διαβαίνει έχει άμεση σχέση με το θέμα μας. Ύστερα από όχι πολλή, καθώς φαίνεται, σκέψη, αποφασίζει την αναχώρηση από το πατρικό του, παίρνοντας δικαιωματικά ό,τι του ανήκε κληρονομικά. Και ως εδώ ουδείς ψόγος ίσως. Το πρόβλημα αρχίζει από τον τρόπο της σπατάλης της περιουσίας μέχρι μηδενός. Νέος ήταν, δυνατός ήταν, ό,τι ήθελε έκανε. Ποιος μπορούσε να τον εμποδίσει; Και νόμιζε πως όσο πιο μακριά πήγαινε, πιο ασφαλής θα ήταν. Θεωρούσε πως θα μπορούσε η μακρινή απόσταση από τον γενέθλιο οίκο να σίγαζε και τη φωνή της συνειδήσεως. Προσήλθε σε χώρους ανήλιους, μοναχικούς, δυσώδεις κι εξήλθε τρομερά αλλοιωμένος. ΄Αφησε την αρχοντιά του κι έγινε υπηρέτης. Καταφρόνησε την ευρυχωρία και στένεψε αφόρητα η ζωή του. Την τιμιότητα, την καθαρότητα, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη σωφροσύνη, την ευσπλαγχνία – τα δυνατά αυτά νεύρα της ψυχής – τ᾿ αντικατέστησε με την ατιμία, την παρανομία, την αδικία, την ασωτία, τη βαρβαρότητα. Αυτή είναι η κατάσταση του κάθε αμαρτωλού. Με διαρρηγμένο το «κατ᾿ εικόνα», αιχμάλωτος των παθών, οδυνάται κι η δίψα για την αμαρτία είναι ακόρεστη. Αυτή είναι η γνωστή τέχνη του δαίμονα προς τα θύματά του.

Πεινασμένος, διψασμένος, φτωχός, γυμνός, πρόωρα γερασμένος, προσπαθεί να χορτάσει την πείνα του μάταια με την τροφή των χοίρων που κατάντησε να βόσκει, τα ξυλοκέρατα. Και ξαφνικά μέσα στον μεγάλο πόνο της ασήκωτης ερημίας του θυμήθηκε το λίκνο του, φωτίσθηκε, ξεπέρασε την αδυναμία του, απαρνήθηκε την ανεπάρκειά του, φιλοτιμήθηκε. ΄Αφησε τον Πατέρα άσπλαγχνα. Ο εύσπλαγχνος Πατέρας δεν τον άφησε ποτέ. Λαβωμένος, ταλαιπωρημένος, δυστυχής, ο νέος αποφασίζει να σύρει τα βήματά του πίσω. Έχουν όμως μια σταθερότητα.

Ο πολύς πόνος τον ταπείνωσε, τον εκμεταλλεύθηκε σωστά και του έγινε ίαμα. Η ταπείνωση τον έφερε στη μετάνοια.

Στο σημείο αυτό της οδού, στο βάθος της αβύσσου, στο τέλμα του τέρματος βρίσκεται δραματικά αμέτρητο πλήθος ανθρώπων απεγνωσμένων, κορεσμένων, αποκαμωμένων. Προσκαλούνται να θυμηθούν την αθωότητά τους και να επιστρέψουν την ίδια οδό που τους έφθασε στο χοιροστάσιο. Η στιγμή της αποφάσεως είναι καίρια, σημαντική, απελευθερωτική. Η νοσταλγία της ωραιότητος, της καθαρότητος, της αγάπης και της ειρήνης θα συνδράμουν γι᾿ αυτή τη δύσκολη αλλά σωτήρια επιστροφή. Στην απόφαση του ανθρώπου ο ουρανός και η γη θα βοηθήσει και θα χαρεί. Ο Πατέρας πάντα αναμένει καρτερικά και πρώτος πάλι θα τρέξει να καταφιλήσει τους επιστρέφοντες υιούς Του. Η ελευθερία και η αγάπη Του είναι θα λέγαμε τρομακτικές. Ο αγαθός πατέρας δίχως να φέρει την παραμικρή αντίδραση, αντίσταση και αντιλογία – κρύβοντας τη λύπη του, ως προγνώστης, του ολέθριου αποτελέσματος της ξαφνικής επαναστάσεως του παιδιού του – του δίνει ό,τι ζητά, σεβόμενος απόλυτα την ελευθερία του. Η ευσπλαγχνία του και η ελπίδα του – που δεν θα λαθέψει – τον κάνει καρτερικό αναμονέα, κι αυτός πρώτος τον βλέπει από μακριά. Η εν μετανοία επιστροφή του υιού, αυτή και μόνη, είναι ικανή πηγή χαράς και πανηγύρεως για όλους κι ετοιμάζεται αμέσως δίχως πολλές διαδικασίες και συζητήσεις. Ήταν άλλωστε κάτι το αναμενόμενο, το προσδοκώμενο κι ας καθυστέρησε. Αυτή η στάση του ακούραστου Πατέρα είναι η τελειότερη μορφή για τον ατελέσφορο άνθρωπο του πάθους και της πτώσεως. Δίνει ενθαρρυντικό κουράγιο, διώχνει τον φόβο της τιμωρίας, φανερώνει το μέγεθος της Χάριτός Του. Ο θείος έρωτας σώζει ευκολότερα από τον θείο φόβο, κατά τον Ιωάννη της Κλίμακος.

Η μετάνοια κάνει τον ΄Ασωτο θαρρετό, τολμηρό, ακούραστο, αποφασιστικό, ελπιδοφόρο. Τον κάνει να θυμάται τρυφερά την πατρική συγχωρητικότητα, την ελεημοσύνη, την αγαθότητα. Σηκώθηκε και με βήμα ταχύ έφθασε εκεί απ᾿ όπου είχε φύγει βιαστικά κι απερίσκεπτα. Τώρα δεν ρίχνει ούτε μια ματιά πίσω του, στη γη της ξενιτειάς, της παράλογης ηδονής, φοβούμενος μην έχει την τύχη της συζύγου του Λωτ. Δίχως να χρειάζεται να θέσει μεσάζοντες, με μόνο το αντίτιμο της μετανοίας του, που ήταν ικανό από μόνο του να εξαγοράσει όλο το πατρικό έλεος, καταφθάνει. Η σκυθρωπότητα, τα δάκρυα, τα βαρυμένα μάτια του ήσαν συνήγοροι της ειλικρινούς μετανοίας του.

Ο ατίθασος, ανυπότακτος, απαιτητικός, προπέτης κι ανυπόμονος νέος γίνεται τώρα ένα σκουπίδι. Αυτός που δεν υπολόγιζε κανένα και δεν έδινε λόγο σε κανένα, τώρα αυτοκαταδικάζεται. Η μετάνοια ξαναθαυματούργησε. Αναγνωρίζει την έπαρση της αστοχίας του. Δεν τολμά ν᾿ ατενίσει στα μάτια τον Πατέρα του. Θεωρεί ανάξιο τον εαυτό του να είναι υιός εκείνου που η αγάπη του συνεχίζει να τιμά τον άτιμο. Τ᾿ αυθόρμητα λόγια του είναι του αυτού περιεχομένου με του Τελώνου και του Ληστή του συσταυρωθέντος με τον Χριστό. Έτσι αυτοαποκληρώνεται αυτοκατηγορούμενος. Δεν ντρέπεται, δεν δειλιά, δεν φοβάται, η μετάνοια τον επανέφερε εκεί απ᾿ όπου έπεσε κι ακόμη σε καλύτερη θέση, καθώς λέγει ο όσιος Ιωάννης της Κλίμακος περί των μετανοούντων. Καθαριζόμενος ο πρώην άσωτος γίνεται εκστατικός, αρχίζει φωτιζόμενος ν᾿ αγαπά, να βλέπει τον κόσμο διαφορετικά. Η αμαρτία είχε προχωρήσει το πλήγωμα αρκετά στην ψυχή του, αλλά είχε αφήσει το βάθος άθικτο, πολύτιμα στοιχεία της θείας ευγένειας και καταγωγής ήταν θαμμένα και ξεσκαλίστηκαν. Δεν φαίνονταν εύκολα, αλλά υπήρχαν.

Ο Πατέρας ενώπιον αυτής της ολάνοιχτης καρδιάς, θεωρεί ως μη διαπραχθέντα διόλου όλα τ᾿ ανομήματα του αγαπητού υιού του και του δίνει τη θέση που του ανήκε. Του φορά την πρώτη στολή, τον υποδύει, τον στολίζει και στρώνει πασχαλινή τράπεζα για την επάνοδό του, την ανάστασή του. Μόνο μια σκιά υπάρχει στη λαμπρή πανήγυρη· του πρεσβύτερου αδελφού, που αδυνατεί να παρακολουθήσει το μέγεθος της πατρικής δωρεάς ενώπιον της μετανοίας του αδελφού του.

Ο πρεσβύτερος αδελφός χρήζει ιδιαίτερης προσοχής και μη το φωτεινό παράδειγμα της επιστροφής του αδελφού του μας κάνει να τον παραβλέψουμε. Είναι πρόσωπο συχνά επανεμφανιζόμενο εντός των χριστιανικών κοινοτήτων. Το πρόβλημά του είναι βαθύ, νομίζει ότι είναι βαθειά στους κόλπους τους πατρικούς κι η στάση του τον τοποθετεί πολύ μακρύτερα του τέρματος της αποστασίας του αδελφού του. Είναι ο αμετανόητος μετανοημένος. Έχει απωλέσει την ουσία της πνευματικής ζωής κι έχει κερδίσει το φρόνημα των εχόντων «ου κατ᾿ επίγνωσιν» ζήλο. Ζήλο άκαιρο, παράφορο και μανιώδη. Θεωρούν τον εαυτό τους αληθινό κι αλάνθαστο, επαιρόμενο στην ηθική τους, την ασφάλεια της εγκράτειάς τους. Συχνά οι αγώνες τους είναι πράγματι μεγάλοι κατά των εχθρών της πίστεως και των αμαρτωλών, τους οποίους κατακεραυνώνουν αλύπητα με βροντώδη κηρύγματα. Όμως όλα χάνουν τον μισθό τους, γιατί τα καταστρέφει η οίηση ότι είναι οι μόνοι άξιοι σωτηρίας, αφού σκανδαλίζονται στη μεγαλόδωρη αγάπη του πατέρα τους προς τους άσωτους, τους οποίους δεν δύνανται να παρακολουθήσουν όχι στην οδύνη τους, μα ούτε και στη μετάνοιά τους.

Δυστυχώς, στους πάντα υπάρχοντες στην ιστορία τέτοιους ζηλωτές διακρίνουμε τον φανατισμό, την τυπολατρεία, ακόμη και τη διατήρηση δικών τους τυπικών, τα οποία θέλουν να θέτουν και υπεράνω της Ιεράς Παραδόσεως. Είναι μεγάλο το κρίμα για όλους αυτούς, που βυθίζονται μέσα στο λιμάνι, με μια ψεύτικη αγιότητα και φθάνουν ν᾿ απατούν κι αγαθούς ανθρώπους. Συμβαίνει με τους ανθρώπους αυτούς να καταλαμβάνονται από ένα ισχυρό αίσθημα αυτάρκειας. Η αγανάκτηση και η οργή του αδελφού ενώπιον της πατρικής προσφοράς είναι η κρυφή αμετανοησία του, που φανερώνεται κατακρίνοντας τον αδελφό του και καταδικάζοντας τον πατέρα του. Η ευσπλαγχνία του πατέρα εκδηλούμενη στο νεώτερο δεν καταργούσε καθόλου την πάντα υπάρχουσα προς τον πρεσβύτερο. Αυτό είναι το περιεχόμενο της ψευδοαγιότητος του αδελφού, που δεν άντεξε στη δίκαιη χαρά της επανόδου ποιου; Του αδελφού του. Ο «δίκαιος» αδελφός επιθυμεί έναν πατέρα εκδικητικό, κριτή αυστηρότατο και τιμωρό αμείλικτο.

Ο παραλογισμός της μεγάλης ιδέας που έχει για τον εαυτό του, τον κάνει διδάσκαλο του Πατέρα του, του καθορίζει τη θέση του, τη στάση του, τι πρέπει να πράξει εκείνος κι όχι τι πρέπει να προσέξει ο ίδιος. Η μεγάλη του πλάνη τον κάνει να μιλά περί του εαυτού του με απαίτηση και δικαιώματα, σαν να μην τα ήξερε ο Πατέρας, να παραπονείται, να οργίζεται, να κατακρίνει τον αδελφό του, για να υπερυψώσει τον εαυτό του και να φανερώσει την αξία του. Στέκεται πιστεύοντας ότι από τα έργα του δικαιώνεται και υπάρχει μόνο απέναντι του άθλιου κατ᾿ αυτόν και οικτρού αδελφού του.

Μπροστά όμως στην ελεήμονα χάρη του Θεού, κατά τον άγιο Μάρκο τον Ασκητή, ο ενάρετος που καυχιέται για τα έργα του δεν μπορεί να έχει απαίτηση ανταποδόσεως. Η μόνη στάση του ορθοφρονούντος ανθρώπου είναι της αυτοεξουθενώσεως και της μετανοίας. Ένας ενάρετος Αγιορείτης Γέροντας, βρισκόμενος στην επιθανάτια κλίνη, περιτριγυρίσθηκε από νεώτερους μοναχούς για ν᾿ ακούσουν λόγο ωφελείας και σε σχετική ερώτηση απάντησε: Δεν πιστεύω ούτε στις γονυκλισίες μου, ούτε στα κομποσχοίνια μου, ούτε στις αγρυπνίες και νηστείες μου, παρά μόνο ελπίζω στο χυμένο αίμα του Χριστού. Βεβαίως για να φθάσει να πει αυτό, έπρεπε να έχει τελέσει μια πολυχρόνια άσκηση, η οποία για να είναι ευδόκιμη και θεοφιλής τον έκαμε να μιλά έτσι.

Πάντως ο εύσπλαγχνος πατέρας του Ασώτου είναι ο ίδιος πατέρας και για τον ανώριμο μεγαλύτερο υιό του. Παρότι είναι παράλογη, κατανοεί την πίκρα του, τον δικαιολογεί τον αδικαιολόγητο, τον αντιμετωπίζει με αγάπη, εξέρχεται του οίκου και γι᾿ αυτόν, τον παρακαλεί να έλθει μέσα, να ευφρανθεί μαζί τους. Επιμένει όμως εκείνος και δεν θέλει να εισέλθει. Να έμεινε άραγε για πάντα έξω; Αυτός που πάντα ήταν μέσα; Μακάρι να εισήλθε κι αυτός ξανά. Η ευαγγελική περικοπή δεν αναφέρει την τύχη του. Αν δεν μετανόησε είναι σίγουρο πως έμεινε για πάντα έξω, φθειρόμενος από το σαράκι της ζήλειας, της περιέργειας και της αυτολατρείας. Έτσι φθάνουν ορισμένοι ερμηνευτές να μιλούν εύστοχα περί δύο ασώτων υιών. Θεωρούμε την ασωτία του πρεσβυτέρου αδελφού επικινδυνέστερη, ως υπουλώτερη και κρυφή.

Συχνά επαναλαμβανόμενο πρόσωπο στην ανθρώπινη ιστορία το πρόσωπο του Ασώτου. Μεγάλο μέρος της νεολαίας, αλλά και της υπόλοιπης ανθρωπότητος, θέλει να τον ακολουθεί στην ανταρσία του. Η παρουσία του Θεού ενοχλεί και καταπιέζει. Η εποχή δεν ανέχεται επ᾿ ουδενί τέτοιες επεμβάσεις και κουραστικές εξαρτήσεις. Θεωρεί τον Θεό δυνάστη, αφέντη, τιμωρό. Η νεολαία έχει μια δική της αντίληψη για την ελευθερία, που αν δεν είναι αναρχία κι ασυδοσία, πάντως τις εγγίζει. Η πραγματική ελευθερία όμως πάντα θα υπάρχει στην ενότητα, την κοινότητα, τον σύνδεσμο της αγάπης. Η αυτονομημένη συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου είναι το βασικό λάθος του και η αρχή της αμετανοησίας του στην έπαρση της αυτάρκειάς του.

Η απομάκρυνση από τον Θεό έχει τις συνέπειες της στη ζωή του ανθρώπου. Με τραυματισμένο πρόσωπο, με την ψυχή κενή, με το νου θολό, με το σώμα κουρασμένο, δεν έχει πού να κρυφθεί και να βασταχθεί. Η συνειδητοποίηση αυτού του κενού της αυτονομίας είναι το ξεκίνημα της οδού της μετανοίας, η σωτήρια επιστροφή στην Εκκλησία δια της αυτογνωσίας προς θεογνωσία.

 


 

(Πηγή: Το Μήνυμα του Αγίου Όρους, εκδόσεις Τήνος 1988)

 


 

Εκτύπωση Σελίδας Μείωση Γραμματοσειράς Αύξηση Γραμματοσειράς
Ἐπιστροφή στήν ἀρχή τῆς σελίδας